
Για το γκράφικ νόβελ του Θανάση Πέτρου «1946: Μόνο μίσος» (εκδ. Ίκαρος).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Νοέμβριος 1944, Θεσσαλονίκη. Οι Γερμανοί μόλις έχουν αποχωρίσει ηττημένοι από τους Συμμάχους, αλλά η Ελλάδα, αντί να χαίρεται για την απελευθέρωσή της από τον ναζιστικό δυνάστη, πέφτει στα αβαθή νερά του αδελφοκτόνου μίσους, το οποίο, όπως γνωρίζουμε, θα οδηγήσει στην πιο μαύρη σελίδα της νεότερης ελληνικής ιστορίας: τον Εμφύλιο Πόλεμο.
Ο Θανάσης Πέτρου, στο νέο του γκράφικ νόβελ 1946: Μόνο μίσος, όπως έκανε και στα προηγούμενα, συνεχίζει να σκάβει στα αμφίσημα σημεία της ελληνικής περίπτωσης, αναζητώντας εκείνες τις κρυφές πτυχές που άλλαξαν τη ροή των πραγμάτων. Η προγραμματική του θέση, δε, είναι να δει την μεγάλη εικόνα μέσα από τις «μικρές» ιστορίες. Γι’ αυτό και ο Γιώργης Αμπατζής, ο κεντρικός του ήρωας, εμφανίζεται και σε αυτή την ιστορία, καθώς συγκεφαλαιώνει το δράμα που βίωσαν οι καθημερινοί άνθρωποι, όπως αυτός, από τις ερπύστριες της Ιστορίας.
Πριν από το 1946
Είναι ουσιώδες ότι ο Πέτρου δεν επιλέγει να μιλήσει μόνο για το 1946, δηλαδή την έναρξη του Εμφυλίου, αλλά για το πώς φτάσαμε σ’ αυτόν. Τι προηγήθηκε, τι τον προκάλεσε και γιατί δεν γινόταν να αποφευχθεί. Επίσης, δεν είναι τυχαία η επιλογή της Θεσσαλονίκης ως τόπου που ξετυλίγεται η ιστορία του.
Είναι η πόλη που βρίσκεται αρχικά υπό την επιρροή του ΕΑΜ/ΕΛΑΣ, ενώ διαφαίνεται ολοκάθαρα πως το μίσος και οι πολιτικές αντιπαλότητες που είχαν κατακλύσει όλη τη χώρα, έχουν διακριτό τοπικό χρώμα. Αλλιώς ήταν τα πράγματα στην Αθήνα και αλλιώς στη συμπρωτεύουσα ή στη λοιπή επαρχία. Ο τίτλος του βιβλίου, «Μόνο μίσος», είναι δηλωτικός: περιγράφει με μελανά χρώματα την κατάσταση στην οποία βρέθηκε η χώρα μετά το τέλος του Β’ Παγκόσμιου Πολέμου. Άλλωστε, το βιβλίο δεν επικεντρώνεται μόνο στην πολιτική σύγκρουση που θα οδηγήσει στον Εμφύλιο. Μιλά και για το συναίσθημα που προηγείται της σύγκρουσης: τον φόβο, την καχυποψία, την ανάγκη για εκδίκηση και, τελικά, το μίσος.
Ο Αμπατζής
Όπως σημειώσαμε και πιο πάνω, η παρουσία του Αμπατζή δίνει οντότητα στην ιστορία. Πρόκειται για έναν άνθρωπο σαν εμάς, που έχει ήδη διασχίσει πολλές από τις κρίσιμες στιγμές της σειράς έργων του Πέτρου. Η παρουσία του δίνει στο έργο μια ιδιαίτερη συνέχεια.
Ο Αμπατζής δεν είναι ο κλασικός ήρωας που βρίσκεται στο επίκεντρο των γεγονότων για να τα καθορίσει. Είναι ένας άνθρωπος που τα υφίσταται. Έχει γνωρίσει τον πόλεμο, την προσφυγιά, τη δικτατορία, την Κατοχή, και τώρα βρίσκεται αντιμέτωπος με μια Ελλάδα όπου ο εχθρός δεν είναι πλέον ο ξένος κατακτητής, αλλά ο διπλανός του, ο γείτονάς του. Ο σπαραγμός θα φουντώσει ακόμη και μέσα στο σπίτι του, όταν η κόρη του θα ταχθεί με το μέρος του ΕΑΜ και ο γιος του θα ενταχθεί στην Εθνοφυλακή.
Εδώ ο Πέτρου ακουμπά ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της περιόδου: τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση. Όταν ένας άνθρωπος έχει χάσει την οικογένειά του, το σπίτι του ή έναν φίλο του, η απαίτηση για δικαιοσύνη είναι κάτι παραπάνω από μια πολιτική θέση.
Από την αρχή του βιβλίου, ο Πέτρου σκιαγραφεί με έντονα χρώμα την κατάσταση που έχει βρεθεί η χώρα το 1946. Η οικονομική κατάσταση είναι δραματική, η φτώχεια και η έλλειψη βασικών αγαθών αποτελούν μέρος της καθημερινότητας, ενώ η μαύρη αγορά και η κοινωνική ανασφάλεια επιβαρύνουν ακόμη περισσότερο μια ήδη τραυματισμένη κοινωνία. Την ίδια στιγμή, παραμένουν ανοιχτές οι πληγές της Κατοχής. Ποιοι ήταν συνεργάτες των Γερμανών; Ποιοι αντιστάθηκαν; Ποιοι πρέπει να τιμωρηθούν; Και ποιος αποφασίζει για την τιμωρία;
Δικαιοσύνη και εκδίκηση
Εδώ ο Πέτρου ακουμπά ένα από τα πιο δύσκολα ζητήματα της περιόδου: τη λεπτή γραμμή ανάμεσα στη δικαιοσύνη και την εκδίκηση. Όταν ένας άνθρωπος έχει χάσει την οικογένειά του, το σπίτι του ή έναν φίλο του, η απαίτηση για δικαιοσύνη είναι κάτι παραπάνω από μια πολιτική θέση. Είναι προσωπική υπόθεση. Και όταν η κρατική δικαιοσύνη δεν ανταποκρίνεται στις προσδοκίες του, η εκδίκηση μοιάζει εύκολη λύση. Κάπως έτσι, ο πολιτικός αντίπαλος γίνεται εχθρός και ο εχθρός παύει να αντιμετωπίζεται ως άνθρωπος.
Η μία εκδίκηση γεννά την επόμενη. Ο φόβος δημιουργεί καχυποψία. Η καχυποψία δημιουργεί διώξεις. Οι διώξεις γεννούν νέο φόβο. Και κάπως έτσι, ένας ολόκληρος πληθυσμός εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο
Ο Πέτρου δεν επιχειρεί να παρουσιάσει αυτή τη διαδικασία με όρους μιας απλής αντιπαράθεσης «καλών» και «κακών». Και αυτό είναι ένα από τα δυνατά σημεία του βιβλίου, όπως άλλωστε και των προηγούμενων που έχει συνθέσει. Δεν ενδιαφέρεται να εξισώσει ιστορικά τις διαφορετικές πλευρές της σύγκρουσης, ούτε να σβήσει τις ευθύνες. Ενδιαφέρεται να δείξει κάτι άλλο: τον τρόπο με τον οποίο η βία αυτοτροφοδοτείται. Η μία εκδίκηση γεννά την επόμενη. Ο φόβος δημιουργεί καχυποψία. Η καχυποψία δημιουργεί διώξεις. Οι διώξεις γεννούν νέο φόβο. Και κάπως έτσι, ένας ολόκληρος πληθυσμός εγκλωβίζεται σε έναν φαύλο κύκλο από τον οποίο γίνεται όλο και δυσκολότερο να ξεφύγει.
Η καθημερινότητα
Το πιο ενδιαφέρον είναι ότι ο Πέτρου δεν απομακρύνεται από την καθημερινότητα για να μιλήσει για όλα αυτά. Αντίθετα, εκεί επιστρέφει διαρκώς. Στους δρόμους, στα σπίτια, στα πρόσωπα, στις μικρές αγωνίες των ανθρώπων. Η μεγάλη Ιστορία υπάρχει, αλλά δεν συνθλίβει την προσωπική ιστορία. Την εξηγεί.
![]() |
|
Σαλόνι από το βιβλίο |
Αυτό είναι, άλλωστε, ένα από τα βασικά χαρακτηριστικά της δουλειάς του. Ο Πέτρου έχει επιλέξει το graphic novel ως εργαλείο ιστορικής αφήγησης. Οι εικόνες του, εκτός από την εικονογραφική τους αρτιότητα, χτίζουν μια ατμόσφαιρα εποχής, ανασυνθέτουν χώρους και πρόσωπα και επιτρέπουν στον αναγνώστη να αισθανθεί ότι βρίσκεται μέσα σε μια κοινωνία που προσπαθεί να επιστρέψει στην κανονικότητα χωρίς να έχει απαλλαγεί από το τραύμα.
- Διαβάστε επίσης: «1941» του Θανάση Πέτρου (κριτική) – Γκράφικ νόβελ για τα άγρια χρόνια της Κατοχής στη Θεσσαλονίκη
Τα γεγονότα
Από το βιβλίο περνούν τα Δεκεμβριανά του 1944, που άφησαν βαθύ τραύμα, η Συμφωνία της Βάρκιζας, που δεν κατάφερε να αποκαταστήσει την εμπιστοσύνη, οι πολιτικές διώξεις, η ένοπλη βία και η πόλωση. Το 1946 δεν έχει σχηματιστεί ακόμη η πλήρης εικόνα του Εμφυλίου, αλλά είναι η στιγμή κατά την οποία οι προϋποθέσεις του έχουν πλέον δημιουργηθεί. Ο Πέτρου ενδιαφέρεται ακριβώς για αυτή τη στιγμή. Όχι για τη μεγάλη μάχη, αλλά για το πώς φτάνεις στη μεγάλη μάχη. Ο Εμφύλιος δεν παρουσιάζεται από τον Πέτρου ως κάτι που εμφανίστηκε ξαφνικά, αλλά ως αποτέλεσμα μιας μακράς συσσώρευσης θυμού, της πολιτικής πόλωσης, καθώς και της αδυναμίας συνεννόησης.
Η πιο οδυνηρή πλευρά αυτής της ιστορίας είναι ότι οι άνθρωποι που βρίσκονται απέναντι δεν είναι απαραίτητα ξένοι. Μπορεί να είναι γείτονες, φίλοι, συγγενείς, άνθρωποι που έζησαν την ίδια Κατοχή και, κάποτε, πολέμησαν τον ίδιο εχθρό. Τώρα όμως κοιτάζουν ο ένας τον άλλον με καχυποψία. Η κοινή εμπειρία δεν τους ενώνει πλέον. Τους χωρίζει η διαφορετική ερμηνεία της. Και κάπου εδώ ο τίτλος του βιβλίου αποκτά το πλήρες βάρος του: μόνο μίσος.
Μέσα από το γκράφικ νόβελ του Πέτρου σκιαγραφείται η πλήρης αποτύχια της ελληνικής κοινωνίας να συμφιλιωθεί με τον εαυτό της. Χαμένος μέσα στο σκοτεινό λαγούμι της εκδίκησης, ο καθένας έδωσε στις πράξεις του το «παράσημο» του δικαίου. Το τέλος βρίσκει τον Αμπατζή ολότελα αποκαρδιωμένο. Κι ενώ η οικογένειά του περιμένει ένα νέο μέλος, αυτός σκέφτεται πως το παιδί της κόρης του θα έρθει σε έναν κόσμο αφιλόξενο, σκοτεινό και βίαιο. Ένα χρόνο μετά, οι φόβοι του θα επιβεβαιωθούν.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τον δημιουργό
Ο Θανάσης Πέτρου γεννήθηκε στη Θεσσαλονίκη το 1971. Σπούδασε Γαλλική φιλολογία, Κοινωνιογλωσσολογία και δημιουργία κόμικς. Από το 2005 ως το 2011 εργάστηκε στο περιοδικό 9 της εφημερίδας Ελευθεροτυπία. Από το 2012 διδάσκει στον ΑΚΤΟ.

Έργα του: Ο τυμπανιστής και οι φίλοι του (Βιβλιοπέλαγος). Παραρλάμα και άλλες ιστορίες του Δημοσθένη Βουτυρά (Τόπος). Το πτώμα (Jemma Press). Το Γιούσουρι και άλλες φανταστικές ιστορίες (Τόπος). Η Μεγάλη βδομάδα του πρεζάκη (Τόπος). Στη μάχη του Μαραθώνα (Πατάκη) και Στη μάχη των Θερμοπυλών (Πατάκη). Αμανίτα μουσκάρια (Γνώση). Στη Σαλαμίνα και στις Πλαταιές (Πατάκη). Γρα-Γρου (Ίκαρος). Γιαννούλης Χαλεπάς, ο μύθος της νεοελληνικής γλυπτικής (Πατάκη). Υπομονή θέλει (Μικρός Ήρως).

























