
Για το βιβλίο των των Ίαν Νταντ (Ian Dunt) και Ντόριαν Λίνσκι (Dorian Lynskey) «Η ιστορία μιας ιδέας. Θεωρίες συνωμοσίας» (μτφρ. Κωστής Πανσέληνος, εκδ. Μεταίχμιο). Εικόνα: Από την ταινία «JFK» του Όλιβερ Στόουν.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Τις επικαλείται ο Ντόναλντ Τραμπ για να αντικρούσει τους αντιπάλους του. Τις επικαλούνται οι αντίπαλοί του για να αντικρούσουν τον Τραμπ. Αποτελούν μέρος του «οπλοστασίου» του Βλαντιμίρ Πούτιν, ενώ και στην ελληνική επικράτεια μπορεί κανείς να βρει εύφορα εδάφη στα οποία αναπτύσσεται. Θα έλεγε κανείς πως όπου αποχωρεί η λογική, αναφύεται μια θεωρία συνωμοσίας. Φτάνει, άραγε, αυτό για να εξηγήσουμε το φαινόμενο που μας έρχεται από αλλοτινούς καιρούς, αλλά στις μέρες μας έχει συστηματοποιηθεί;
Ο Ίαν Νταν και ο Ντόριαν Λίνσκι είναι βρετανοί συγγραφείς και δημοσιογράφοι με μακρά πορεία πίσω τους. Κατά την άσκηση των καθηκόντων του (όπως κάθε μέσος θεράπων της δημοσιογραφίας) έχουν κληθεί να αντιμετωπίσουν κάμποσες από αυτές τις θεωρίες. Κι όμως, στο βιβλίο τους Θεωρίες συνωμοσίας δεν επιχειρούν να κάνουν μια απλή χαρτογράφηση των θεωριών συνωμοσίας που κατά καιρούς έχουν επικρατήσει, αλλά μελετούν τον τρόπο με τον οποίο διαβρώνεται η έννοια της κοινής πραγματικότητας.
Το αποτέλεσμα είναι ένα βιβλίο πυκνό αλλά ευανάγνωστο, σύντομο σε έκταση αλλά ευρύ σε φιλοδοξία: μια ιστορία της συνωμοσιολογικής σκέψης ως πολιτικής και πολιτισμικής ιδέας.
Αφήγηση εξουσίας
Η βασική αρετή του βιβλίου είναι ότι αρνείται να αντιμετωπίσει τις θεωρίες συνωμοσίας ως απλώς «παράλογες» ή «γελοίες». Αντιθέτως, τις προσεγγίζει ως αφηγήσεις με εσωτερική λογική, με δραματουργία, με ηθικούς πρωταγωνιστές και δαίμονες. Σε κάθε συνωμοσιολογική αφήγηση υπάρχει ένα κρυφό κέντρο ισχύος, μια διεφθαρμένη ελίτ, ένας λαός που εξαπατάται και ένας «αφυπνισμένος» που βλέπει πίσω από την κουρτίνα.
Οι συγγραφείς επισημαίνουν ότι αυτή η αφηγηματική δομή δεν είναι τυχαία. Αντιστοιχεί σε βαθιές ανθρώπινες ανάγκες: την ανάγκη για νόημα, για απλότητα μέσα στο χάος, για ηθική σαφήνεια σε έναν κόσμο σύνθετο και αμφίσημο. Εκεί όπου η κοινωνική και πολιτική πραγματικότητα γίνεται περίπλοκη (βλ. οικονομικές κρίσεις, γεωπολιτικές ανακατατάξεις, τεχνολογικές ανατροπές), η θεωρία συνωμοσίας προσφέρει μια ελκυστική λύση: όλα εξηγούνται από τη βούληση κάποιων «κακών».
Αυτό που ξεχωρίζει εδώ είναι ότι οι συγγραφείς δεν χλευάζουν αυτούς που πέφτουν στην παγίδα, αλλά αναλύουν τον τρόπο με τον οποίο... πέφτουν. Και το κάνουν με τρόπο που επιτρέπει στον αναγνώστη να κατανοήσει γιατί οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι περιθωριακό φαινόμενο, αλλά διαχρονική μορφή πολιτικής σκέψης.
Μυστικές εταιρείες
Το βιβλίο ξεκινά με μια ιστορική διαδρομή. Οι θεωρίες περί μυστικών εταιρειών, υπόγειων δικτύων και κρυφών σχεδίων δεν γεννήθηκαν στο Twitter. Από τις αφηγήσεις για τους Ιλλουμινάτι μέχρι τον πανικό για εσωτερικούς εχθρούς σε περιόδους επαναστάσεων, η συνωμοσιολογική σκέψη υπήρξε συχνά τρόπος ερμηνείας της πολιτικής αλλαγής.
Όταν κάθε πληροφορία μπορεί να παρουσιαστεί ως ισοδύναμη με κάθε άλλη, η αλήθεια παύει να έχει ιεραρχία.
Ωστόσο, το μεγάλο άλμα -και εδώ το βιβλίο αποκτά ιδιαίτερη επικαιρότητα- έρχεται με την ψηφιακή εποχή. Οι συγγραφείς δείχνουν πώς το διαδίκτυο δεν δημιούργησε τη συνωμοσιολογία, αλλά της έδωσε υποδομή, ταχύτητα και κοινότητες. Εκεί όπου παλαιότερα μια θεωρία μπορούσε να κυκλοφορεί σε φυλλάδια ή σε περιθωριακά έντυπα, σήμερα βρίσκει άμεση απήχηση σε παγκόσμια δίκτυα. Το κρίσιμο σημείο της ανάλυσης δεν είναι απλώς η διάδοση της πληροφορίας, αλλά η κατάρρευση των παραδοσιακών «πυλώνων» επιβεβαίωσης: δημοσιογραφία, πανεπιστήμια, θεσμική γνώση. Όταν κάθε πληροφορία μπορεί να παρουσιαστεί ως ισοδύναμη με κάθε άλλη, η αλήθεια παύει να έχει ιεραρχία. Και εκεί, υποστηρίζουν οι οι συγγραφείς, η συνωμοσιολογία ανθίζει.
Πολιτική εργαλειοποίηση
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα σημεία του βιβλίου είναι η μετάβαση από τη συνωμοσιολογία ως υποψία στη συνωμοσιολογία ως ταυτότητα. Δεν πρόκειται απλώς για ανθρώπους που «πιστεύουν» κάτι εναλλακτικό· πρόκειται για ανθρώπους που συγκροτούν κοινότητες γύρω από αυτή την πίστη. Η θεωρία συνωμοσίας μετατρέπεται σε τρόπο θέασης του κόσμου. Σε φακό. Και όταν γίνει φακός, δεν αφορά πλέον μεμονωμένα γεγονότα, αλλά το σύνολο της πραγματικότητας. Κάθε αντίθετο στοιχείο δεν απορρίπτει τη θεωρία, αλλά την επιβεβαιώνει, ως απόδειξη της ισχύος της «συνωμοσίας». Μοιάζει με σοφιστεία όλο αυτό, αλλά ποιος λέει πως υπάρχει λογικός ειρμός στη σκέψη ενός συνωμοσιολόγου;
Η έννοια του «βαθέος κράτους», οι αφηγήσεις περί κλεμμένων εκλογών, οι υπερβολικές ερμηνείες παγκόσμιων κρίσεων, όλα εντάσσονται σε μια ρητορική που δεν στοχεύει απλώς στην αμφισβήτηση, αλλά στη ριζική απονομιμοποίηση των θεσμών.
Οι συγγραφείς συνδέουν αυτή τη δυναμική με την άνοδο πολιτικών κινημάτων που αξιοποιούν συστηματικά συνωμοσιολογικά μοτίβα. Η έννοια του «βαθέος κράτους», οι αφηγήσεις περί κλεμμένων εκλογών, οι υπερβολικές ερμηνείες παγκόσμιων κρίσεων, όλα εντάσσονται σε μια ρητορική που δεν στοχεύει απλώς στην αμφισβήτηση, αλλά στη ριζική απονομιμοποίηση των θεσμών. Το βιβλίο εδώ αποκτά έναν διακριτικό αλλά σαφή τόνο ανησυχίας. Δεν πρόκειται για ηθικό πανικό· πρόκειται για τη διαπίστωση ότι η δημοκρατία προϋποθέτει ένα ελάχιστο κοινό έδαφος πραγματικότητας. Χωρίς αυτό, ο διάλογος μετατρέπεται σε παράλληλους μονολόγους.
Ανάγκη για βεβαιότητα
Αν και δεν πρόκειται για ψυχολογική μονογραφία, το βιβλίο αγγίζει τις βασικές ψυχολογικές διαστάσεις του φαινομένου. Η ανάγκη για έλεγχο σε περιόδους αβεβαιότητας. Η δυσπιστία απέναντι στην εξουσία -συχνά δικαιολογημένη ιστορικά- που μετατρέπεται σε ολική άρνηση. Η γοητεία της «αποκάλυψης», της αίσθησης ότι ανήκεις στους λίγους που γνωρίζουν. Εδώ οι Νταντ και Λίντσκι δείχνουν μια από τις πιο λεπτές πλευρές του επιχειρήματός τους: οι θεωρίες συνωμοσίας δεν είναι απλώς προϊόν άγνοιας. Συχνά είναι προϊόν υπεραπλούστευσης. Αντί να αποδεχθεί κανείς ότι ο κόσμος είναι περίπλοκος, άδικος, συχνά χαοτικός και χωρίς κεντρικό σχέδιο, προτιμά να πιστέψει ότι υπάρχει σχέδιο, έστω και κακόβουλο. Η ιδέα μιας κρυφής τάξης είναι, παραδόξως, πιο παρηγορητική από την ιδέα του χάους.
Οι συγγραφείς δεν προσφέρουν εύκολες λύσεις. Δεν πιστεύουν ότι η απλή «διάψευση» αρκεί. Ούτε ότι η λογοκρισία είναι απάντηση.
Το πιο ενδιαφέρον, και ίσως πιο ανησυχητικό, σημείο του βιβλίου δεν είναι η καταγραφή του φαινομένου, αλλά η έμμεση ερώτηση που αφήνει να αιωρείται: μπορούμε να αποκαταστήσουμε μια κοινή βάση αλήθειας; Οι συγγραφείς δεν προσφέρουν εύκολες λύσεις. Δεν πιστεύουν ότι η απλή «διάψευση» αρκεί. Ούτε ότι η λογοκρισία είναι απάντηση. Υπονοούν, όμως, ότι η ενίσχυση θεσμών, η διαφάνεια, η υπεύθυνη δημοσιογραφία και η εκπαίδευση στην κριτική σκέψη είναι απαραίτητες προϋποθέσεις.
Το βιβλίο δεν κλείνει με καταγγελτικό τόνο, αλλά με μια ήρεμη επιμονή: η μάχη για την αλήθεια δεν είναι τεχνοκρατικό ζήτημα· είναι πολιτισμικό. Το βιβλίο δεν είναι το οριστικό έργο πάνω στη συνωμοσιολογία. Δεν φιλοδοξεί να είναι. Είναι, όμως, ένα από τα πιο νηφάλια και στοχαστικά έργα που έχουν γραφτεί τα τελευταία χρόνια για το πώς η ιδέα της συνωμοσίας μετατράπηκε από περιθωριακή αφήγηση σε κεντρικό άξονα πολιτικής ταυτότητας. Για ένα σοβαρό βιβλιοφιλικό κοινό, αποτελεί ουσιαστική ανάγνωση. Όχι επειδή προσφέρει θεαματικές αποκαλύψεις, αλλά επειδή θέτει με καθαρότητα το πιο δύσκολο ερώτημα της εποχής μας: πώς ζούμε μαζί όταν δεν συμφωνούμε ούτε στα βασικά γεγονότα; Και ίσως αυτή να είναι η μεγαλύτερη δύναμή του: δεν μας λέει απλώς τι είναι οι θεωρίες συνωμοσίας. Μας αναγκάζει να σκεφτούμε τι σημαίνει να χάσουμε τον κοινό μας κόσμο.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τους συγγραφείς
Ο Ian Dunt (Ίαν Νταντ) εργάστηκε για πολλά χρόνια στην καρδιά του Γουέστμινστερ ως συντάκτης του politics.co.uk.

Σήμερα αρθρογραφεί στην εφημερίδα i, είναι ο συγγραφέας του μπεστ σέλερ How Westminster works… and why it doesn’t, συμπαρουσιάζει το podcast Origin Story και συμμετέχει σε τηλεοπτικές και ραδιοφωνικές πολιτικές εκπομπές.
Ο Dorian Lynskey (Ντόριαν Λίνσκι) γράφει για τη μουσική, τον κινηματογράφο, την πολιτική και τα βιβλία σε πολλά μέσα ενημέρωσης.

Έχει γράψει τα βιβλία 33 revolutions per minute, Everything must go και το The ministry of truth, το οποίο ήταν στη λίστα για τα βραβεία Baillie Gifford και Orwell. Συμπαρουσιάζει το podcast Origin Story.























