
Για το δοκίμιο του Λυκούργου Κουρκουβέλα «Φραντς Κάφκα. Πολιτική και κουλτούρα στη Μεταπολεμική εποχή» (εκδ. Πεδίο).
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Έχουμε φανταστεί πώς θα περιέγραφε τον σύγχρονο κόσμο μας ο Φραντς Κάφκα; Θα τον ενδιέφερε, άραγε, να μάθει ότι οι μετανεωτερικοί άνθρωποι χρησιμοποιούν τον όρο «καφκικό» για να προσδιορίσουν αυτό που ζουν και ότι ο ορισμός είναι τόσο δηλωτικός, που γίνεται εύκολα κατανοητός από τους περισσότερους;
Μέσα στη βαθιά σιωπή όπου βρίσκεται εδώ και εκατό χρόνια, μεγαλύτερη από εκείνη που διατηρούσε όσο ζούσε, δύσκολα μπορεί να μας απαντήσει κι ακόμη πιο δύσκολα θα μάθουμε πώς θα αισθανόταν αν μάθαινε πως το έργο έπεσε θύμα πολλαπλών παραναγνώσεων ή ιδεολογικών φορτίσεων, τις οποίες ο ίδιος ουδόλως είχε υπονοήσει. Η μελέτη του Λυκούργου Κουρκουβέλα Φραντς Κάφκα. Πολιτική και κουλτούρα στη μεταπολεμική εποχή ρίχνει φως σε μια πτυχή της πρόσληψης του καφκικού έργου που λίγο έχει μελετηθεί ως τώρα: πώς ο μη πολιτικός (με την στενή έννοια του όρου) Κάφκα χρησιμοποιήθηκε κατά την περίοδο του Ψυχρού Πολέμου ως «όπλο» ιδεολογικής κατίσχυσης.
Για την ψυχροπολεμική περίοδο γνωρίζουμε πολλά. Οι ΗΠΑ και η Σοβιετική Ένωση μετέτρεψαν το παγκόσμιο πεδίο σε ένα οιονεί πεδίο μάχης, με τα πυρηνικά όπλα να βρίσκονται σε άμεση ετοιμότητα για να χρησιμοποιηθούν. Ίσως, όμως, να μην αντιλαμβανόμαστε πως αυτή η σύγκρουση δεν περιείχε μόνο όπλα, αλλά και κάμποση φανερή και κρυφή διπλωματία σε όλα τα πεδία της ανθρώπινης δραστηριότητας.
Διπλωματία και τέχνη
Προφανώς, δεν θα μπορούσε να λείψει ο χώρος της τέχνης. Φυσικά, τα αποτελέσματα αυτής της διπλωματίας δεν είναι μετρήσιμα, ούτε μπορούν να αποφέρουν άμεσα καρπούς. Πλάθουν όμως συνειδήσεις, διαμορφώνουν ένα κλίμα, γιγαντώνουν πεποιθήσεις. Οι Αμερικανοί από πολύ νωρίς κατάλαβαν πως τα έργα τέχνης δεν πρέπει να μείνουν εκτός κάδρου. Γι’ αυτό ενίσχυσαν -λόγω και έργω- τους πρωτοποριακούς καλλιτέχνες, το κίνημα του μοντερνισμού και, φυσικά, το έργο του Κάφκα (ως μια από τις κορυφαίες μορφές του μοντερνισμού, καίτοι κινείται στις παρυφές του), θέλοντας να καταδείξουν πως στον ελεύθερο δυτικό κόσμο όλα τα «άνθη» μπορούν να αναπτυχθούν.
Την ίδια στιγμή, η ΕΣΣΔ πέρασε από διάφορες φάσεις προσέγγισης. Από την άγρια σταλινική περίοδο, στο λιώσιμο των πάγων με τον θάνατο του «πατερούλη» και από την φιλελευθεροποίηση που πρόσφερε ο Χρουστσόφ στη μερική επιστροφή των απαγορεύσεων επί Μπρέζνιεφ. Κάπως έτσι, το μήνυμα που έστελναν οι Σοβιετικοί δεν ήταν ευκρινές, καθώς περιείχε πλήθος αντιφάσεων.
Αμφίθυμη σχέση
Εν συντομία θα λέγαμε πως η σχέση που είχαν αναπτύξει με το έργο του Κάφκα ήταν αμφίθυμη. Κατά την περίοδο του Στάλιν, ο Κάφκα ήταν εξοβελιστέος, στη συνέχεια άρχισε δειλά δειλά να μεταφράζεται για να περάσει σε μια φάση αποδοχής ως προς το αισθητικό μέρος του έργου του, αλλά κάθετης άρνησης ως προς τις θεματικές του. Για τον ιδανικό προλετάριο, όπως ήθελαν να τον δημιουργήσουν οι αγκιτάτορες του κόμματος, ο Κάφκα προβάλει έναν άνθρωπο αποξενωμένο και παραιτημένο μπρος σε κάτι που τον ξεπερνάει. Λογική που αντιβαίνει στον φύσει και θέσει αισιόδοξο κομμουνάριο που πάντα θα τραβάει μπροστά φιλοδοξώντας να βοηθήσει στην οικοδόμηση του σοσιαλιστικού παραδείσου.
Για τους Δυτικούς, ο Κάφκα δείχνει μέσα από τα έργα του πώς η πολιτική και κοινωνική ανελευθερία είναι ικανές συνθήκες να οδηγήσουν το άτομο σε πλήρη αποξένωση και για τους Σοβιετικούς, ότι ο υλιστικός κόσμος των δυτικών διαμορφώνει ανθρώπους που δεν βρίσκουν κανένα φως στη ζωή τους και εθελούσια παραιτούνται.
Οι κρίσιμες δεκαετίες
Ακόμη κι έτσι, όμως, η αξία του Κάφκα και η ένταξή του στον λογοτεχνικό Κανόνα, ξεκίνησε να αναδεικνύεται τη δεκαετία του ’50 και του ’60 σπρώχνοντας έτσι ακόμη και τους αρνητές του να τον διαβάσουν. Από εκεί που ήταν εξαφανισμένος, ο Κάφκα άρχισε να εδραιώνεται ως μέγιστη λογοτεχνική φυσιογνωμία και γύρω από το όνομά του και το έργο του να παίζεται ένα πολιτικό και διπλωματικό παιχνίδι.
Ο Αντόρνο βρίσκει εκείνη την πεσιμιστική ματιά που οφείλει η σύγχρονη τέχνη να αναδεικνύει, ενώ στην αντίπερα όχθη, ο Λούκατς τον αποδομεί θεωρώντας πως υπολείπεται του κριτικού ρεαλισμού (όπως εκείνος ονόμαζε τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό»).
Το πόσο ανοιχτό σε ερμηνείες είναι το έργο του Κάφκα, φαίνεται κι από το πόσες διαφορετικές εξηγήσεις και αναλύσεις υπάρχουν. Επί παραδείγματι: κατά τον φίλο του Μαξ Μπροντ, ο Κάφκα αναζητεί την ένωση με τον θεό αναζητώντας τον διαρκώς. Ο Μπένγιαμιν τον αντιμετωπίζει διαλεκτικά υπό την μαρξιστική, κοινωνιολογική και μυστικιστική-ιουδαϊκή οπτική. Ο μοντερνισμός τον αντιμετωπίζει σαν δικό του «παιδί» καίτοι στον Κάφκα δεν βρίσκουμε τους πειραματισμούς του Τζόις ή της Γουλφ. Η Χάνα Άρεντ, που βοήθησε να γίνει γνωστό το έργο του Κάφκα στις ΗΠΑ, αναζητεί τις πολιτικές ρίζες στα μυθιστορήματά του. Ο Αντόρνο βρίσκει εκείνη την πεσιμιστική ματιά που οφείλει η σύγχρονη τέχνη να αναδεικνύει, ενώ στην αντίπερα όχθη, ο Λούκατς τον αποδομεί θεωρώντας πως υπολείπεται του κριτικού ρεαλισμού (όπως εκείνος ονόμαζε τον «σοσιαλιστικό ρεαλισμό»).
Το αναπάντητο
Βλέπουμε, λοιπόν, πως ο Κάφκα διαρκώς ξεγλιστράει και διαφεύγει. Πάντα κάτι μένει αναπάντητο στο έργο του. Βέβαια, ο Κουρκουβέλας δεν προχωράει σε μια λογοτεχνική ανάλυση του καφκικού έργου, καθώς δεν είναι αυτή η λογική της ανάλυσής του. Καταφέρνει, όμως, με εύληπτο τρόπο να μας δείξει πώς -εν τη απουσία του συγγραφέα- τα βιβλία του χρησιμοποιήθηκαν για ιδεολογικούς, άρα αλλότριους, σκοπούς. Ο Κάφκα έγινε μέρος μιας μεγάλης προβληματικής που προκάλεσε τη σχάση του κόσμου κατά τα μέσα του 20ού αιώνα.
Αλλά και στις μέρες μας δεν συνεχίζεται η προσπάθεια κατανόησης του καφκικού έργου;
Πολλά πράγματα θα αλλάξουν με την πτώση του σιδηρούν παραπετάσματος που οροθετείται με την Πτώση του Τείχους της ντροπής στο Βερολίνο και την άνοδο του Γκορμπατσόφ στην ηγεσία του ΚΚΣΕ. Ταυτόχρονα και λίγο πιο νωρίς, στην Τσεχοσλοβακία και την Πολωνία αρχίζουν να διαβάζουν ανοιχτά τον Κάφκα και να εδραιώνουν την αξία του, ενώ στην Ανατολική Γερμανία θα υπάρξουν εκείνοι που τον αποδέχονται (οι ρεβιζιονιστές) κι εκείνοι που τον αρνούνται (οι πούροι κομμουνιστές).
Πραγματικά, δύσκολα μπορούμε να βρούμε άλλον συγγραφέα του προηγούμενου αιώνα που «βασάνισε» με το έργο του τόσο πλήθος διανοητών. Αλλά και στις μέρες μας δεν συνεχίζεται η προσπάθεια κατανόησης του καφκικού έργου; Απόδειξη του ότι θα είναι πάντα ανοιχτό σε νέες προσεγγίσεις.
Ο Κάφκα στην Ελλάδα
Ενδιαφέρουσα είναι και η ματιά του συγγραφέα του βιβλίου στο πώς έγινε δεκτός ο Κάφκα στη χώρα μας. Η αλήθεια είναι ότι οι ιδεολογικές μάχες εντός των τειχών δεν είχαν τη σφοδρότητα που εμφάνισαν στον ψυχροπολεμικό κόσμο, αλλά αυτό δεν σημαίνει ότι δεν υπήρξαν κι εδώ διαφοροποιήσεις ως προς την αποδοχή του ή μη.
Οι «δυτικόστροφοι» αναλυτές όπως ο Ι.Μ. Παναγιωτόπουλος, ο Άγγελος Τερζάκης, ο Μάριος Πλωρίτης και ο Αιμίλιος Χουρμούζιος θα προχωρήσουν σε σημαντικές για την εποχή αναλύσεις. Δεν ισχύει το ίδιο όμως για τον Άλκη Θρύλο (Ελένη Ουράνη) ή τον Θεοτοκά που στέκονται αρκετά κριτικά στον Κάφκα.
Εντέλει, τι ήταν ο μέγας κρυπτικός της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Υπαρξιστής, φροϋδικός, μοντερνιστής; Μήπως προέβλεψε την άνοδο του φασισμού και το Ολοκαύτωμα;
Για την επίσημη αριστερά δεν γίνεται να κριθεί ως πλήρως αποδεκτός, βάσει της μαρξιστικής ανάλυσης, ωστόσο βλέπουμε πως η Επιθεώρηση Τέχνης (υπό τον Μανόλη Αναγνωστάκη) προσπαθεί να μην είναι τόσο δογματική και στέκεται κάπου στη μέση της διαμάχης. Έχει ενδιαφέρον πως στη χώρα μας πριν καν γίνει συστηματική η μετάφραση των έργων του Κάφκα, η συζήτηση είχε φουντώσει με τη θεατρική απόπειρα του «Πύργου» στο θέατρο Βεάκη και την κριτική που έτυχε η «Δίκη» του Όρσον Γουέλς. Πολύ μετά θα αρχίσει να γίνεται ευρύτερα γνωστός ο Κάφκα και το έργο του.
Εντέλει, τι ήταν ο μέγας κρυπτικός της παγκόσμιας λογοτεχνίας; Υπαρξιστής, φροϋδικός, μοντερνιστής; Μήπως προέβλεψε την άνοδο του φασισμού και το Ολοκαύτωμα; Μήπως είδε τη μετατροπή του ανθρώπου σε ένα φτενό γρανάζι μιας ακόπαστης μηχανής; Οι ερμηνείες θα είναι πάντα πολλές και διαφορετικές. Το σίγουρο είναι ότι το παρόν βιβλίο βοηθάει πάρα πολύ στην περαιτέρω εμβάθυνση της σχέσης μας με τον Κάφκα.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Δυο λόγια για τον συγγραφέα
Ο Λυκούργος Κουρκουβέλας είναι πτυχιούχος του Τμήματος Μουσικών Σπουδών του Royal Holloway, University of London, όπου πραγματοποίησε και τις μεταπτυχιακές του σπουδές με ειδίκευση στην Ιστορική Μουσικολογία και τη Σύγχρονη Ιστορία.

Το 2010 αναγορεύτηκε διδάκτωρ Νεότερης και Σύγχρονης Ιστορίας του Πανεπιστημίου Αθηνών. Τα ερευνητικά του ενδιαφέροντα επικεντρώνονται στη νεότερη και σύγχρονη διεθνή ιστορία, στην αμυντική και εξωτερική πολιτική της Ελλάδας στον εικοστό αιώνα, καθώς και στη σύνδεση πολιτικής και ιδεολογίας, που προσδιορίζουν τη διεθνή θέση της χώρας.
























