
«Μου αρέσουν περισσότερο τα ερωτήματα παρά οι απαντήσεις. Γράφω ή σκηνοθετώ για να καταλάβω κάτι που μου διαφεύγει. Εδώ μάλλον έχει παίξει το ρόλο της και η φιλοσοφία, η τρίτη μου ιδιότητα» μας είπε η Έλενα Καρακούλη, με αφορμή το μυθιστόρημά της «Υπουργείο μοναξιάς» (εκδ. Καστανιώτη).
Συνέντευξη στον Σόλωνα Παπαγεωργίου
Πολύ συχνά τα μυθιστορηματικά δυστοπικά σενάρια εκτυλίσσονται στο μακρινό μέλλον, όμως στο Υπουργείο μοναξιάς η Έλενα Καρακούλη, σκηνοθέτις, δραματουργός, καθηγήτρια και συγγραφέας, παρουσιάζει μια σκοτεινή πραγματικότητα που θα μπορούσε να διαδραματίζεται στο σήμερα – σε μια εναλλακτική εκδοχή του.
Άνθρωποι μοναχικοί, που επιθυμούν να μιλήσουν χωρίς να έχουν κανέναν να τους ακούσει. Οι φροντιστές του Υπουργείου Μοναξιάς καταφτάνουν για να προσφέρουν τις υπηρεσίες τους: τα ευήκοα ώτα τους. Όμως, τι συμβαίνει όταν απέναντι από τον άνθρωπο δεν κάθεται ο συνάνθρωπός του, αλλά η μηχανή;
Πώς η Έλενα Καρακούλη ξεκίνησε να σκαρώνει την πλοκή του μυθιστορήματός της, πώς προσεγγίζει το μεγάλο θέμα του καιρού μας, την τεχνητή νοημοσύνη, και πώς η ενασχόλησή της με το θέατρο καθορίζει τις τεχνικές που υιοθετεί στο συγγραφικό της εργαστήρι; Μιλήσαμε με τη συγγραφέα για αυτά τα θέματα, και για πολλά ακόμη.
Πώς ξεκινήσατε να γράφετε το βιβλίο σας; Αποτέλεσε η ίδρυση πραγματικών τέτοιων υπουργείων ανά τον κόσμο -την οποία αναφέρετε και στο επίμετρό σας- το γεγονός που έδωσε την απαραίτητη, αρχική έμπνευση;
Καμιά φορά, η πραγματικότητα ξεπερνά την επινόηση γιατί όντως υπήρξαν υπουργεία μοναξιάς, όπως εξακολουθεί να υπάρχει τεράστιο πρόβλημα απομόνωσης, κατάθλιψης και αυτοκτονιών, παγκοσμίως. Πράγματι, την περίοδο του κόβιντ οι κυβερνήσεις της Μεγάλης Βρετανίας και της Ιαπωνίας αποφάσισαν να λάβουν κρατικά μέτρα, ώσπου πέρασε η κρίση και τα μέτρα σταμάτησαν. Μου φάνηκε εξαρχής τρομερά μυθιστορηματικό το ότι υπήρξαν αυτά τα υπουργεία. Αναρωτιόμουν, μετά την επιστροφή στην περίφημη «κανονικότητα», κατά πόσο ο κόσμος έγινε καλύτερος. Αν δει πάντως κανείς τα προβλήματα που αντιμετωπίζει αυτή τη στιγμή ο πλανήτης, διαπιστώνει ότι απ' όλη αυτή τη δοκιμασία δεν βγήκαμε πιο σοφοί, ίσως μάλιστα γίναμε πιο αλαζονικοί, πιο βίαιοι, πιο αχόρταγοι, πιο μόνοι. Καταστρέφουμε ο ένας τον άλλο, ενορχηστρώνοντας τη μεγαλύτερη δυστοπία που θα μπορούσε κανείς να φανταστεί.
Σκέφτηκα λοιπόν: Τι θα γινόταν αν το Υπουργείο Μοναξιάς συνέχιζε την λειτουργία του; Το εύρημα των επαγγελματιών ακροατών μού επέτρεψε να διερευνήσω τις διαφορετικές πτυχές της μοναξιάς που θεωρώ ότι είναι η νόσος της εποχής μας. Οι ήρωες του βιβλίου ζουν διάφορες εκδοχές αυτής της νόσου, η οποία έχει διαβαθμίσεις. Όπως και στη ζωή, τα περισσότερα πράγματα που επιλέγουν οι άνθρωποι, τα κάνουν για να σταματήσουν να αισθάνονται μόνοι. Η ανάγκη για αποδοχή, για συντροφικότητα και αγάπη παραμένει κινητήριος δύναμη για όλους ανεξαιρέτως. Αυτό είναι το κίνητρό τους, ακόμα και όταν δεν το συνειδητοποιούν, είτε δημιουργούν ένα ανθρωποειδές είτε ασκούν εξουσία. Ακόμα και όταν συλλέγουν αντικείμενα ή φέρνουν στον κόσμο ένα παιδί.
«Πού φτάνει ο άνθρωπος; Ο άνθρωπος φτάνει στο σημείο να ξεπεράσει τον άνθρωπο», αναγγέλλει η Θεοδώρα, η προγραμματίστρια που παρουσιάζει τη μηχανική φροντίστρια Ελπίδα. Μια μηχανή που ακούει τους ανθρώπους και τους κρατάει παρέα. Με ποιον τρόπο θίγετε, μέσω της μυθοπλασίας, το θέμα της τεχνητής νοημοσύνης; Πού θέλατε να εστιάσετε περισσότερο;
Προφανώς, η τεχνητή νοημοσύνη είναι ένα από τα μεγάλα θέματα της εποχής. Και το πρόβλημα δεν είναι μόνο ότι θα χαθεί στο εγγύς μέλλον το 80% των θέσεων εργασίας. Αυτό ήδη αρχίζει να συμβαίνει. Ούτε πως σε πέντε χρόνια η συνύπαρξή μας με τις μηχανές θα αποτελεί ρουτίνα. Το ζήτημα είναι πιο σύνθετο γιατί στον πυρήνα του δεν βρίσκονται οι έξυπνες μηχανές αλλά όπως πάντα, ο άνθρωπος.
Μεγάλο μέρος του Υπουργείου μοναξιάς είναι αφιερωμένο στην Ελπίδα, το ρομπότ το οποίο συναγωνίζεται την ανθρώπινη ενσυναίσθηση. Με ενδιέφερε η ιδέα ότι ένα ρομπότ μπορεί κάποια στιγμή να αναπτύξει συναισθήματα ή να κατανοήσει έναν άνθρωπο (περισσότερο από τους συνανθρώπους του).
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ένα ανθρωποειδές παίρνει πρωτοβουλίες; Ή, πώς ερμηνεύει αντίστοιχα ο κύριος Κ. τα λόγια του ανθρωποειδούς;
Η σχέση της Ελπίδας με τον κύριο Κ. αρχίζει και γίνεται μυστηριωδώς ενδιαφέρουσα, όταν η εκείνη παύει να επιτελεί απλώς το ρόλο της, παρεκκλίνοντας από το πρωτόκολλο. Αυτό μάλλον οφείλεται στο γεγονός ότι οι αρχικές της ρυθμίσεις εμπλουτίζονται σταδιακά από δικές της εμπειρίες, πράγμα που κάνει πιο σύνθετο τον ρόλο της στο βιβλίο. Προκύπτουν ηθικά ερωτήματα, δεοντολογικοί προβληματισμοί για την ορθή χρήση και για τις απεριόριστες δυνατότητες της τεχνολογίας. Από ένα είδος Tabula rasa, η Ελπίδα γίνεται ένας ισότιμος συνομιλητής ενός δύσκολου ανθρώπου, απαιτητικού και κάπως ιδιόρρυθμου. Η Ελπίδα ξέρει την αποστολή της, ότι κατασκευάστηκε για την εξάλειψη της μοναξιάς. Έχει δηλαδή ένα είδος συνειδητότητας.
Τι συμβαίνει, λοιπόν, όταν ένα ανθρωποειδές παίρνει πρωτοβουλίες; Ή, πώς ερμηνεύει αντίστοιχα ο κύριος Κ. τα λόγια του ανθρωποειδούς; Το σίγουρο είναι ότι η Ελπίδα ήταν η ηρωίδα που κέρδισε μέσα μου -εκτός από τη συμπάθεια μου- κι έναν χώρο που δεν είχα εξαρχής αποφασίσει να της δώσω. Με έκανε να συνειδητοποιήσω, γράφοντας το βιβλίο, ότι όλα αυτά που γνωρίζουμε για την περιπλοκότητα των ανθρώπινων σχέσεων, μπορούν κάλλιστα να μεταφερθούν στη σχέση μας με την τεχνολογία. Με έναν τρόπο, παραμένουμε αδιόρθωτοι και προβλέψιμοι στα θέλω μας και στους φόβους μας, όπως επίσης και στις βασικές μας ανάγκες.
Έχει ενδιαφέρον η επιλογή των ονομάτων των ηρώων. Για τη Θεοδώρα, σκέφτεται η αφηγήτρια: «Ακόμα και το όνομά της έχει μια έπαρση. Θεοδώρα. Πολύ φιλόδοξο όνομα». Αντίστοιχα, η μηχανή ονομάζεται Ελπίδα. Τα άτομα που δέχονται τις υπηρεσίες αναφέρονται μόνο με ένα γράμμα, όπως ο κύριος Κ., ενώ η αφηγήτρια παραμένει ανώνυμη. Τι προσφέρει αυτό το παιχνίδι των ονομάτων;
Μου αρέσει το παιχνίδι των ονομάτων, γιατί είναι ένα κλείσιμο του ματιού και είναι αρκετά ανοιχτό, με την έννοια ότι είναι στην ευχέρεια του αναγνώστη να δώσει τη δική του ερμηνεία. Πιστεύω ότι το βιβλίο λειτουργεί έτσι κι αλλιώς διαφορετικά κάθε φορά, ανάλογα με τον άνθρωπο που το διαβάζει.
Μου ήταν σαφές ότι αυτό το βιβλίο -του οποίου δεν ήξερα ακόμα την έκταση ή την πλοκή- θα τελείωνε με μια άρνηση. Με ένα σταμάτημα του χρόνου.
Θα επιχειρήσω, λοιπόν, μια ερμηνεία που δεν είναι δεσμευτική. Ίσως όποιος βρίσκεται μέσα στο Υπουργείο Μοναξιάς να χάνει σιγά σιγά όχι μόνο το όνομα, αλλά και την ταυτότητά του και να γίνεται γρανάζι της μηχανής, όπως η αφηγήτρια, για παράδειγμα, ή ο διευθυντής. Ο κύριος Κ., καθώς και τα ανώνυμα περιστατικά μοναχικών ανθρώπων, εντάσσονται στο ίδιο πλαίσιο. Η Θεοδώρα, από την άλλη, είναι ένα όνομα φορτωμένο με προσδοκίες. Όσο για την Ελπίδα, είναι αυτό ακριβώς που υπόσχεται το όνομά της. Ένα ευγενικό ον, με εξαιρετικές ικανότητες προσαρμοστικότητας, ένα ρομπότ που έρχεται με τις καλύτερες... προθέσεις (ή, αλλιώς, με τις καλύτερες ρυθμίσεις) για να βοηθήσει τους ανθρώπους χαρίζοντάς τους αυτό που τους λείπει.
• Διαβάστε επίσης: «Δέκα τρόποι να εκτεθείς» της Έλενας Καρακούλη (κριτική) – Διερεύνηση των εσωτερικών πτυχών του βίου
Πρόκειται για το πρώτο μυθιστόρημά σας. Προηγουμένως είχατε δημοσιεύσει τη συλλογή διηγημάτων Δέκα τρόποι να εκτεθείς (εκδ. Καστανιώτη), που ήταν υποψήφια για σημαντικά βραβεία (Μένη Κουμανταρέα της Εταιρείας Συγγραφέων, Αναγνώστη). Βάλτε μας μέσα στο συγγραφικό σας εργαστήρι. Ποιες είναι οι ιδιαιτερότητες της γραφής ενός μυθιστορήματος;
Ξεκινώ πάντα με μια φωνή που με εμπνέει και μου υπαγορεύει την ιστορία από τη δική της οπτική γωνία. Στα διηγήματα ήταν η κόρη, η ερωμένη, η γραμματέας, η ασθενής, η μητέρα, η νύφη, η συμμαθήτρια, και τελικά, η συγγραφέας. Σε κάθε ιστορία, μεταγγίζω στοιχεία του εαυτού μου.
Το Υπουργείο μοναξιάς με αιφνιδίασε καθώς το έγραφα, γιατί κατέρριψε όσα πίστευα ότι γνωρίζω για τη σχέση μου με το γράψιμο. Δεν διάλεξα τη μεγάλη φόρμα, το ίδιο το υλικό μού την υπαγόρευσε. Εδώ, η αρχή βρισκόταν στο τέλος. Είχα γράψει τον μονόλογο της Ελπίδας πριν ξεκινήσω να γράφω την ιστορία, πριν βρεθεί η βασική αφηγηματική φωνή του βιβλίου. Πριν καν δημιουργηθεί η συνθήκη του Υπουργείου Μοναξιάς. Μου ήταν σαφές ότι αυτό το βιβλίο -του οποίου δεν ήξερα ακόμα την έκταση ή την πλοκή- θα τελείωνε με μια άρνηση. Με ένα σταμάτημα του χρόνου.
Γράφω ή σκηνοθετώ για να καταλάβω κάτι που μου διαφεύγει. Εδώ μάλλον έχει παίξει το ρόλο της και η φιλοσοφία, η τρίτη μου ιδιότητα.
Έπειτα, ήρθε η φωνή της αφηγήτριας, αρκετά οικεία, μια γυναίκα που έχει στις αποσκευές της σπουδές φιλοσοφίας και που προσπαθεί να ανταποκριθεί στον ρόλο της ευσυνείδητης υπαλλήλου του Υπουργείου. Καθώς προχωρούσε η ιστορία, με ενδιέφερε όμως εξίσου και η φωνή του κυρίου Κ., του γερασμένου άνδρα, που τον προσέγγισα εμμέσως, μέσα από τα μάτια της κόρης του. Είδα έναν άνδρα χορτασμένο από τη ζωή, που ενώ έχει ζήσει περιπέτειες και πάθη, νιώθει πως είναι έτοιμος για απόσυρση, όπως αρκετοί άνθρωποι γύρω μου που τρέμουν το γήρας και ό,τι αυτό συνεπάγεται.
Η μεγαλύτερη όμως πρόκληση για μένα ήταν η φωνή της Ελπίδας, ίσως η πιο ισχυρή φωνή του μυθιστορήματος. Σε αυτό το άγνωστο πεδίο, η ελευθερία ήταν μεγάλη γιατί δεν υπήρχαν περιορισμοί αληθοφάνειας. Σκεφτόμουν πώς μιλά και πώς συμπεριφέρεται ένα ον που ζητά από τους ανθρώπους κάτι αδιανόητο, να κάνουν δηλαδή ένα βήμα πίσω, να επιβραδύνουν.
Διαβάζουμε σε ένα σημείο: «Από τους υποψηφίους ζητούνταν να δώσουν μια διάλεξη για ένα άγνωστο θέμα (…) Αρχικά όφειλαν να κάνουν είσοδο, σαν να είναι ηθοποιοί. Είχε σημασία το πώς θα σταθούν, ο τρόπος που θα τοποθετήσουν τα χέρια τους, ο τόνος της φωνής, το βλέμμα». Είστε έμπειρη σκηνοθέτις και δραματουργός. Με ποιον τρόπο αυτές οι δυο ιδιότητες επηρεάζουν τη λογοτεχνία που γράφετε;
Η αγάπη για τη λογοτεχνία προϋπήρχε του θεάτρου. Και με έναν τρόπο μπλέκονται αυτά τα δύο. Έχω πάντα μια αδυναμία για το ανοιχτό τέλος, τόσο στο θέατρο, όσο και στη λογοτεχνία. Με απασχολούν σταθερά θέματα, όπως τι σημαίνει να αγαπάς; Από ποια υλικά είμαστε φτιαγμένοι; Τι σημαίνει να γερνάς; Επίσης, μου αρέσουν περισσότερο τα ερωτήματα παρά οι απαντήσεις. Γράφω ή σκηνοθετώ για να καταλάβω κάτι που μου διαφεύγει. Εδώ μάλλον έχει παίξει το ρόλο της και η φιλοσοφία, η τρίτη μου ιδιότητα. Στο θέατρο το σώμα παίζει τεράστιο ρόλο, όπως και οι δράσεις. Επίσης οι σιωπές και όσα δεν λέγονται είναι καμιά φορά πιο ισχυρά από τις ίδιες τις λέξεις, τόσο στη σκηνή όσο και στη γραφή. Όπως και στη ζωή.
Με όποια ιδιότητα πάντως κι αν εκτεθώ, είτε βρίσκομαι απέναντι στον θεατή είτε απέναντι στον αναγνώστη, το θέατρο και η λογοτεχνία που γράφω είναι ο δικός μου τρόπος να συνδέομαι με τους άλλους.
* Ο ΣΟΛΩΝΑΣ ΠΑΠΑΓΕΩΡΓΙΟΥ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Έλενα Καρακούλη γεννήθηκε στην Αθήνα. Σπούδασε ελληνική φιλολογία και θεατρολογία στην Αθήνα και δραματουργία στη Γερμανία. Συνεργάστηκε με θέατρα της Γερμανίας, όπως το Deutsches Theater, το Bochum Schauspielhaus και το Thalia Theater. Εργάστηκε ως δραματουργός στο Εθνικό Θέατρο (2008-2013) και από το 1998 διδάσκει στη Γερμανική Σχολή Αθηνών λογοτεχνία και φιλοσοφία.
![]() |
|
Έλενα Καρακούλη, ©Yannis Priftis |
Σκηνοθέτησε τα έργα: «Η γυναίκα απ’ τα παλιά» του Ρ. Σίμελπφενιχ (Θέατρο Πορεία, 2015), «Φοβάσαι;» του Α. Σάιντελ (Στούντιο Ιλίσια-Βολανάκης, 2016), «Ηimmelweg» του Χ. Μαγιόργκα (Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου, 2019), «Παράμεσος» της Γ. Ογκάουα (Radio Plays του Φεστιβάλ Αθηνών, 2022), «Σκηνές από ένα γάμο» του Ι. Μπέργκμαν (Σκηνή Ωμέγα του Δημοτικού Θεάτρου Πειραιά, 2023, και Σύγχρονο Θέατρο, 2024), «True West» του Σ. Σέπαρντ (Θέατρο Χώρα, 2024) και «Misery» του Στ. Κινγκ (Θέατρο Άνεσις, 2025).
Το πρώτο της βιβλίο, Δέκα τρόποι να εκτεθείς (εκδ. Καστανιώτη, 2024), ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Πεζογράφου του περιοδικού Ο Αναγνώστης και για το Βραβείο Μένη Κουμανταρέα της Εταιρείας Συγγραφέων.

























