
Για το μυθιστόρημα της Ζίτα Ρούτζκα (Zyta Rudzka) «Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια» (μτφρ. Αναστασία Χατζηγιαννίδη, εκδ. Loggia). Εικόνα: Λεπτομέρεια από το εξώφυλλο της πολωνικής έκδοσης.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Είναι, άραγε, πάντα ο θάνατος η κορύφωση της ανθρώπινης τραγωδίας; Με καθαρά λογοτεχνικούς όρους, η απάντηση είναι «όχι». Στο απόγειο της σάτιρας και του παραλόγου, ο θάνατος δεν είναι τίποτα παραπάνω από μέρος ενός κόσμου που έχει χάσει τη σταθερή του λογική.
Αυτή τη σατιρική, ακόμη και εικονοκλαστική απεικόνιση του θανάτου, τη βλέπουμε στον Γκόγκολ, στον Χέλερ, στον Βόνεγκατ, αλλά, φυσικά, και στον Μπέκετ. Ακόμη και ο μέγας Σαίξπηρ, σε τραγωδίες όπως ο «Άμλετ» ή ο «Μάκβεθ», διακόπτει το δράμα χρησιμοποιώντας κωμικές σκηνές ή υπηρέτες που μειώνουν τη βαρύτητα, δείχνοντας ότι η ανθρώπινη εμπειρία δεν είναι ποτέ «καθαρά» τραγική ή κωμική. Αυτό που κάνει, λοιπόν, η Ζίτα Ρούτζκα στο μυθιστόρημά της Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια, ναι μεν δεν είναι καινοφανές, αλλά σίγουρα είναι καυστικό ως προς την εκτέλεσή του.
Αντι-ηρωίδα
Το να βάζει ένας/μια συγγραφέας στο κέντρο της δημιουργίας του/της μια μεσόκοπη χήρα και αντί να τη χρωματίζει με λυρικούς τόνους και δραματικές σκιές, να τη μετατρέπει στην τέλεια αντι-ηρωίδα, θέλει, αν μη τι άλλο, φλέγμα και δύναμη γραφής. Και όμως, η Ρούτζκα κάνει τη Βέρα, την κεντρική ηρωίδα του μυθιστορήματος, μια γυναίκα που είτε θα τη λατρέψεις είτε θα την απορρίψεις. Είναι τόσο αυθεντικά ακραίος χαρακτήρας που δεν προξενεί «μεσοβέζικα» συναισθήματα.
Το ίδιο ισχύει και για το ίδιο το έργο. Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα που κινείται διαρκώς στο όριο ανάμεσα στο τραγικό και το ειρωνικό, χωρίς ποτέ να επιλέγει καθαρά κανένα από τα δύο. Δεν ενδιαφέρεται να προσφέρει παρηγοριά, ούτε να κατασκευάσει μια «όμορφη» αφήγηση γύρω από το πένθος. Αντίθετα, επιμένει στη δυσφορία, στη σωματικότητα και στη γλωσσική τραχύτητα, σαν να θέλει να απογυμνώσει τη ζωή από κάθε ρομαντική αυταπάτη. Το αποτέλεσμα είναι ένα έργο που δεν διαβάζεται παθητικά· απαιτεί από τον αναγνώστη να σταθεί απέναντι σε μια φωνή που είναι ταυτόχρονα απωθητική και βαθιά ανθρώπινη. Όπως αναφέραμε προλογικά, στο κέντρο του βιβλίου βρίσκεται η Βέρα, μια γυναίκα μεγαλύτερης ηλικίας, πρώην κομμώτρια, που έχει μόλις χάσει τον σύζυγό της, τον Τζόκεϊ.
Η πρώτη ανατροπή
Η πρώτη ανατροπή που επιβάλλει η συγγραφέας είναι ότι η απώλεια δεν μετατρέπεται σε λογοτεχνικό θέαμα συναισθηματισμού. Η Βέρα δεν είναι μια «λυπημένη χήρα», όπως θα την περίμενε κανείς σε ένα πιο συμβατικό μυθιστόρημα. Είναι ειρωνική, επιθετική, συχνά σκληρή, και σε πολλές στιγμές απορρίπτει ακόμη και την ίδια τη γλώσσα του πένθους. Δεν θρηνεί σύμφωνα με κοινωνικές προσδοκίες· αντιδρά, αντιστέκεται, και κυρίως επιμένει να παραμείνει υποκείμενο με φωνή.
Η αφήγηση οργανώνεται σχεδόν εξ ολοκλήρου γύρω από τον εσωτερικό της μονόλογο. Δεν υπάρχει μια καθαρή, γραμμική πλοκή με κλασική εξέλιξη γεγονότων. Αντίθετα, το μυθιστόρημα λειτουργεί ως ροή συνείδησης: αναμνήσεις, παρόν, παρατηρήσεις και μικρές καθημερινές σκηνές συνυπάρχουν χωρίς ιεραρχία. Αυτή η αποσπασματικότητα δεν είναι αδυναμία· είναι η ίδια η μορφή της εμπειρίας που περιγράφεται. Η Βέρα δεν ζει τη ζωή της ως οργανωμένη αφήγηση, αλλά ως διαρκή διαπραγμάτευση ανάμεσα στο παρελθόν και στο παρόν, ανάμεσα στη μνήμη και στη σωματική φθορά.
Η γλώσσα και το σώμα
Ένα από τα πιο εντυπωσιακά στοιχεία του βιβλίου είναι η γλώσσα. Η Ρούτζκα χρησιμοποιεί ένα ύφος κοφτό, σχεδόν λαχανιασμένο, με φράσεις που μοιάζουν να διακόπτονται από την ίδια την εμπειρία της ζωής. Δεν υπάρχει λογοτεχνική «γείωση»· αντίθετα, υπάρχει μια επίμονη προσπάθεια να διατηρηθεί η τραχύτητα της προφορικότητας. Η γλώσσα της Βέρας δεν είναι ουδέτερη· είναι φορτισμένη με θυμό, ειρωνεία και κόπωση. Σε πολλά σημεία, μοιάζει σαν να ακούγεται περισσότερο σώμα παρά αφήγηση: ένα σώμα που γερνά, που πονά, που θυμάται.
Τα δόντια, ως σύμβολο, παραπέμπουν όχι μόνο στη σωματική φθορά αλλά και στην ταξική ανισότητα. Για να γελάσεις, χρειάζεσαι κάτι πολύ βασικό που δεν είναι αυτονόητο για όλους. Το γέλιο, επομένως, δεν είναι καθολικό δικαίωμα· είναι κάτι που διαμεσολαβείται από την κοινωνική και οικονομική κατάσταση.
Αυτή η σωματικότητα είναι κεντρική στο μυθιστόρημα. Το σώμα της Βέρας δεν είναι απλώς βιολογική παρουσία· είναι αρχείο ζωής. Η φθορά του σώματος αντανακλά τη φθορά των κοινωνικών σχέσεων, τη φτώχεια, τη στέρηση, την εργασία. Η Ρούτζκα επιμένει σε λεπτομέρειες που συχνά η λογοτεχνία αποφεύγει: δόντια, κόπωση, ρυτίδες, μικρές ασθένειες. Αυτή είναι μια μορφή ρεαλισμού που απορρίπτει την ιδέα ότι η ανθρώπινη εμπειρία μπορεί να αποσπαστεί από το σώμα. Ο τίτλος του βιβλίου, Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια, λειτουργεί ως συμπύκνωση αυτής της υλικής και κοινωνικής διάστασης. Το χιούμορ εδώ δεν είναι ανάλαφρο ή απελευθερωτικό. Είναι ειρωνικό, σχεδόν πικρό.
Τα δόντια, ως σύμβολο, παραπέμπουν όχι μόνο στη σωματική φθορά αλλά και στην ταξική ανισότητα. Για να γελάσεις, χρειάζεσαι κάτι πολύ βασικό που δεν είναι αυτονόητο για όλους. Το γέλιο, επομένως, δεν είναι καθολικό δικαίωμα· είναι κάτι που διαμεσολαβείται από την κοινωνική και οικονομική κατάσταση.
Αξιοπρέπεια και το πένθος
Η θεματική της αξιοπρέπειας διατρέχει ολόκληρο το έργο. Ωστόσο, η αξιοπρέπεια δεν παρουσιάζεται ως σταθερή ηθική ιδιότητα, αλλά ως καθημερινή, σχεδόν εξαντλητική προσπάθεια. Η Βέρα προσπαθεί να διατηρήσει έναν έλεγχο πάνω στη ζωή της σε έναν κόσμο που σταδιακά την καθιστά αόρατη. Η ηλικία της και η κοινωνική της θέση την τοποθετούν στο περιθώριο, αλλά η ίδια αρνείται να εξαφανιστεί σιωπηλά. Αυτή η αντίσταση δεν είναι ηρωική με τον παραδοσιακό τρόπο· είναι πεισματική, κουρασμένη, αλλά σταθερή.
Έτσι, ο χρόνος στο μυθιστόρημα δεν είναι γραμμικός. Είναι ρευστός, κατακερματισμένος, σχεδόν κυκλικός. Η ζωή της Βέρας δεν προχωρά ευθεία προς τα εμπρός, αλλά κινείται μέσα από επιστροφές και επαναλήψεις.
Το πένθος στο μυθιστόρημα παρουσιάζεται με τρόπο εξαιρετικά αντισυμβατικό. Ο νεκρός σύζυγος παραμένει παρών μέσα από τη μνήμη, τις συνήθειες και τις μικρές καθημερινές αναφορές. Η Βέρα δεν αποχαιρετά τον άντρα της με τρόπο λυρικό· συνεχίζει να ζει μέσα σε μια παράξενη συνύπαρξη με την απουσία του. Αυτή η σχέση με το παρελθόν δείχνει και κάτι βαθύτερο για τον τρόπο που λειτουργεί η μνήμη στο βιβλίο. Η μνήμη δεν είναι οργανωμένη αφήγηση· είναι παρεμβολή. Εμφανίζεται ξαφνικά, συχνά χωρίς προειδοποίηση, και διαταράσσει το παρόν. Έτσι, ο χρόνος στο μυθιστόρημα δεν είναι γραμμικός. Είναι ρευστός, κατακερματισμένος, σχεδόν κυκλικός. Η ζωή της Βέρας δεν προχωρά ευθεία προς τα εμπρός, αλλά κινείται μέσα από επιστροφές και επαναλήψεις.
Ένα ακόμη σημαντικό στοιχείο είναι η κοινωνική διάσταση του έργου. Η συγγραφέας δίνει φωνή σε μια κατηγορία ανθρώπων που συχνά απουσιάζουν από τη λογοτεχνία: ηλικιωμένες γυναίκες της εργατικής τάξης. Δεν τις χρησιμοποιεί ως συμβολικές φιγούρες, αλλά ως πλήρεις υποκειμενικότητες.
Η σύγχρονη Πολωνία
Το μυθιστόρημα της Ρούτζκα συνομιλεί έτσι έμμεσα με την κοινωνική πραγματικότητα της σύγχρονης Πολωνίας. Η φτώχεια, η έλλειψη στήριξης, η μοναξιά της γήρανσης και η απουσία συλλογικών δομών φροντίδας.
Υπάρχει μια παράξενη, σχεδόν πεισματική ζωτικότητα στη φωνή της Βέρας. Το γεγονός ότι συνεχίζει να μιλά, να σχολιάζει, να θυμάται και να αντιδρά αποτελεί από μόνο του μια μορφή αντίστασης. Το μυθιστόρημα είχε μακρά πορεία εξαρχής: βραβεία, αποδοχή και καταχώρησή του στα σπουδαία έργα της σύγχρονης πολωνικής λογοτεχνίας. Καθόλου άδικα. Η μετάφραση της Αναστασίας Χατζηγιαννίδη είναι σε υψηλό επίπεδο.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ζίτα Ρούτζκα (Βαρσοβία, 1964) είναι θεατρική συγγραφέας και πεζογράφος. Τα θεατρικά της έργα έχουν διακριθεί σε πολωνικά και διεθνή φεστιβάλ, μεταξύ άλλων με το Βραβείο Gold Remi στο Worldfest International Film Festival (Χιούστον). Με τα μυθιστορήματά της η Ρούτζκα έχει επίσης αποσπάσει σημαντικά πολωνικά βραβεία.
![]() |
|
© Laura Bielak |
Το βιβλίο Γελάει καλύτερα όποιος έχει δόντια τιμήθηκε με το Λογοτεχνικό Βραβείο Nike, τη σημαντικότερη διάκριση στην Πολωνία. Τόσο το συγκεκριμένο αφήγημα όσο και τα προηγούμενα πεζά της μεταφράζονται συστηματικά σε ξένες γλώσσες και κυκλοφορούν σε πολλές χώρες της Ευρώπης, καθώς και στην Αμερική.

























