
Για τη συλλογή διηγημάτων της Ζέλντα Σκοτ (Zelda Scott) «Η γυναίκα-αχλάδι, ο άντρας-βάτραχος και άλλες ιστορίες» (εκδ. Τόπος) και της Μαριγώς Ζάννου «Τα χέρια» (εκδ. Γραφή).
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Η βία παίρνει στο μυαλό μας διάφορες μορφές, που εκτείνονται από ωμές σκηνές και σπλάτερ ταινίες μέχρι φιλοσοφικές αναλύσεις ή παλαιοδιαθηκικές εικόνες. Ειδικά η βία κατά των γυναικών, ένα θέμα που έχει αναδυθεί τελευταία, είναι το κέντρο επάλληλων κύκλων, οι οποίοι περιλαμβάνουν την οικογένεια, την πολιτεία και τις κοινωνικές δομές, αλλά και τα ψυχολογικά τραύματα που αφήνει. Ο κινηματογράφος τη χρησιμοποιεί άλλοτε κατάφωρα, μέσα σε ταινίες δράσης ή σε θριλερικά σκηνικά, κι άλλοτε καταγγελτικά σε ψυχολογικά κάδρα. Δυο πρωτοεμφανιζόμενες συγγραφείς, η Zelda Scott (εκ της Φιτζέραλντ φανταζόμαστε όλοι) και η Μαριγώ Ζάννου καταπιάνονται με το θέμα με αρκετά διαφορετικούς τρόπους.
Η Zelda Scott, Ελληνίδα συγγραφέας που ζει, σύμφωνα με το βιογραφικό της, στην Αλεξανδρούπολη, στη συλλογή της Η γυναίκα-αχλάδι, ο άντρας-βάτραχος και άλλες ιστορίες (εκδ. Τόπος) χρησιμοποιεί τον ζωομορφισμό και ειδικά τα παραμύθια, για να δείξει πόσο εθιζόμαστε στη βία από μικρή ηλικία. Λένε οι ειδικοί της παιδικής λογοτεχνίας ότι τα παραμύθια για παιδιά δεν είναι καθόλου αθώα, αλλά κρύβουν μέσα τους επώδυνες σκηνές και βίαιες πράξεις, που είναι παράξενο πώς προορίζονται ανέκαθεν για μια τόσο ευαίσθητη ηλικία. Κι όντως τα κλασικά παραμύθια, από τον Άντερσεν ως τους αδελφούς Γκριμ, περιέχουν φόνους, φρικιαστικά στιγμιότυπα και σοκαριστικά συμβάντα, τα οποία, μόνο και μόνο επειδή ντύνονται με την αχλή της φανταστικής ιστορίας, δεν προκαλούν (ίσως) τραυματικά συναισθήματα.
Η Z. Scott κατεβαίνει στη λογοτεχνική κονίστρα με διηγήματα, τα οποία στηρίζονται εμφανώς σε ένα διακειμενικό υπόβαθρο, που πατά στα παραδοσιακά παραμύθια, στα κόμικς και στις ταινίες δράσης, στις νουάρ ταινίες και στα μαχητικά βιντεοπαιχνίδια. Από τα παραμύθια με ποντίκια, με λύκους και με κατσικάκια, με τα τρία γουρουνάκια κ.λπ. μέχρι την τηλεοπτική σειρά «Bitten» και το videogame «Stalker» κι από τις αστυνομικές μυθοπλασίες έως τη σειρά «Ο Τιμωρός», η μετατροπή τέτοιων υπο-κειμένων σε λογοτεχνικές φόρμες στηρίζεται στην αναδιήγησή τους. Η συγγραφέας αξιοποιεί τέτοιες διακειμενικές αναφορές για να προβάλλει τους ζωόμορφους αντιήρωές της, να χρησιμοποιήσει τα ζώα σε μια ανθρωπομορφική διάσταση και να αναδείξει τη ζωώδη φύση του ίδιου του ανθρώπου.
Τι επιδιώκει και τι καταφέρνει, τελικά, με μια τέτοια διασταύρωση; Στην ουσία όλα τα διηγήματα, το καθένα ξεχωριστά αλλά και στο σύνολό τους, αφήνουν την αίσθηση ότι η βία που κυριαρχεί γύρω μας, δεν προκύπτει ξαφνικά και ανυποψίαστα, αλλά εκπορεύεται από τα ίδια τα ερεθίσματα με τα οποία μεγαλώνουμε. Το παιδαγωγικό παραμύθι λ.χ. γαλουχεί ολόκληρες γενιές, με τη βία ως συστατικό στοιχείο του, ενώ τα βιώματα που ξεπροβάλλουν στις οθόνες, μικρές και μεγάλες, συστήνουν το αίμα και την εξόντωση ως φυσιολογικό γνώρισμα της σκληρής πραγματικότητας. Συχνά, ο ήρωας είναι αψύς, συχνά θυμωμένος, που σκοτώνει κατά παραγγελία ή για να δείξει τη μαγκιά του, να επιβάλει τη θέλησή του ή να κερδίσει χρήματα ή αίγλη.
Η Z. Scott γράφει το πρώτο της βιβλίο, αναδιατάσσοντας -πολύ πετυχημένα- τα κλασικά μοτίβα, αλλού ανατρέποντάς τα κι αλλού ρετουσάροντάς τα, για να δείξει τους πομπούς βίας που εκπέμπουν σε μικρούς και μεγάλους.
«Ο ποντικός» αναφέρεται στη μετατροπή ενός νέου σε αρουραίο, που κατατρώει τα πάντα, ακόμα και τη μητέρα του, σύμβολο της ενδοοικογενειακής βίας, που κατευθύνεται προς τους γεννήτορες. «Οι τρίδυμοι» αντιστρέφουν το παραμύθι με τον λύκο και τα τρία γουρουνάκια, όπως και αυτό με την Κοκκινοσκουφίτσα, αφού τελικά τα στερεοτυπικά θύματα είναι αυτά που τελικά εξοντώνουν τον «Γουλφ». Στο «Πώς ο κύριος Βολφ δολοφόνησε τη δύστυχη κυρία Σμιθ και τα επτά παιδιά της» βλέπουμε τον λύκο με τα εφτά κατσικάκια να ξεδιπλώνεται λογοτεχνικά μπροστά μας, όπου η μαζική δολοφονία δεν προκύπτει από κάποιο εμφανές αίτιο. Στο «Είμαι Ο.Κ., είσαι Ο.Κ.» ένας κατά συρροή δολοφόνος δρα όπως τον ξέρουμε μέσα στα hard-boiled φιλμ, ενώ τέλος στη «Σπηλιά» πάνοπλοι φρουροί σε μορφή σαυρών φυλάνε μια σπηλιά και τη λεία τους.
Η Z. Scott γράφει το πρώτο της βιβλίο, αναδιατάσσοντας -πολύ πετυχημένα- τα κλασικά μοτίβα, αλλού ανατρέποντάς τα κι αλλού ρετουσάροντάς τα, για να δείξει τους πομπούς βίας που εκπέμπουν σε μικρούς και μεγάλους. Με αιτία ή χωρίς, με βάση το συμφέρον ή τη μαγκιά, με έναν αστείρευτο θυμό ή με επαγγελματική ευσυνειδησία, δεχόμαστε εξ απαλών ονύχων σήματα βίας, που εισχωρούν στο υποσυνείδητό μας και τελικά γινόμαστε βίαιοι με την αίσθηση ότι όλα αυτά είναι ένα ζωντανό παιχνίδι και ένα απόλυτα φυσιολογικό πάρε-δώσε.
Από την άλλη, η Μαριγώ Ζάννου (γενν. 1976) χρησιμοποιεί ως σύμβολο της βίας τα χέρια, μια συνεκδοχή που κάνει πολύ «χειροπιαστό» το θέμα της. Γενικά, τα χέρια συνδέονται με τη σωματική βία, όπως λ.χ. όταν η παλάμη κινείται πάνω κάτω ως απειλή ξυλοδαρμού ή η γροθιά σφιγμένη κραδαίνεται ψηλά ως έκφραση δύναμης και αντίστασης. Αντίστοιχα, το σήμα της ενδοοικογενειακής βίας εκτελείται, όταν η γυναίκα κρατά το ένα της χέρι ψηλά, με τον αντίχειρα χωμένο στην παλάμη της, και στη συνέχεια δηλώνει τα τέσσερα άλλα δάχτυλα προς τα κάτω, παγιδεύοντας συμβολικά τον αντίχειρα με τα υπόλοιπα δάχτυλα.
Η διηγηματογράφος αξιοποιεί λογοτεχνικά τα άνω άκρα, για να εκφράσει ποικίλα είδη βίας και απειλής, αλλά και τρυφερότητας ή αγάπης. Από τη χειροδικία ως την αυτοχειρία κι από τη στοργική χειραψία ως την άγρια χερούκλα, τα χέρια μιλάνε και λένε πολλά για τις διαθέσεις του ατόμου απέναντι στους άλλους. Η νοηματική και συμβολική τους δύναμη είναι εύγλωττη, αφού ίσως είναι το πιο εκφραστικό μέρος του σώματος και η κοινωνία μας τα έχει επενδύσει με πολλές σημασιολογικές παραμέτρους. Η συγγραφέας τα θέτει ως διακριτικό σε κάθε μικροδιήγημά της, ώστε να δείξει την, ανάλγητη ίσως, πατρική τιμωρία, τη διδασκαλία του κεντήματος από τη γιαγιά, τους γονικούς καυγάδες, που αφήνουν ίχνη στα παιδιά, την κακοποίηση, τον ακρωτηριασμό, την αιχμαλωσία, τη σιωπή με το δάκτυλο όρθιο μπροστά στο στόμα, σιωπή που καλύπτει προβλήματα και ενοχές, τη γυναικεία ασφυξία, τη μοναξιά, το πέρασμα του Αχέροντα, τον αδιέξοδο έρωτα κ.λπ.
Στα σαράντα τέσσερα μικροδιηγήματα της λιπόσαρκης συλλογής, καθένα από τα οποία εκτείνεται σε μία με δύο σελίδες, το χέρι γίνεται το σημαίνον και οι διάφορες μορφές βίας ή αποστασιοποίησης το σημαινόμενο. Κι επειδή το μικροδιήγημα χρειάζεται ύψιστη πύκνωση, σφριγηλή δέση και ακαριαία λύση, η συγγραφή του πρέπει να ξεκινά από ένα μικρό αλλά καθοριστικό σημείο και γρήγορα να κορυφώνεται και να πέφτει σαν τσεκούρι. Στα περισσότερα κείμενά της η Μ. Ζάννου αυτό το καταφέρνει περίφημα, ακριβώς επειδή οι συμβολισμοί της υψώνονται πάνω σε γνωστά στον αναγνώστη μοτίβα κι εικόνες και έπειτα πέφτουν απότομα, δηλώνοντας την κοινωνική παθογένεια που υπονοούν.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε -σε δική του επιμέλεια- ο πρώτος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Από το τοπικό στο παγκόσμιο» (εκδ. Διόπτρα).
Αποσπάσματα από το βιβλίο
«Η μητέρα του Ίθαν δεν θυμόταν πότε ο Ίθαν είχε αρχίσει να μεταμορφώνεται σε ποντίκι, αλλά θυμόταν πολύ καλά τη στιγμή που το είδε, όταν, κλειδαμπαρωμένη μέσα στο παιδικό δωμάτιο, κοίταξε από την κλειδαρότρυπα και είδε καθισμένο στο σαλόνι έναν ξένο: έναν γιγάντιο, σιχαμερό, τριχωτό ποντικό να στρογγυλοκάθεται σταυροπόδι στην μπερζέρα της»
(«Ο ποντικός», στο «Η γυναίκα-αχλάδι, ο άντρας-βάτραχος και άλλες ιστορίες» της Ζέλντα Σκοτ)
&
«Κάθε χρόνο στις 31 Δεκεμβρίου, στις 12 το μεσημέρι, μαζευόμασταν γύρω από το τραπέζι της κουζίνας, και ο πατέρας έπιανε ανάμεσα στα χοντρά του δάχτυλα ένα μαύρο μαρκαδόρο και έγραφε πάνω σε λευκά χαρτόνια όλα όσα εγώ και η αδερφή μου είχαμε πετύχει, και όλα όσα δεν… Έβγαινε μετά στην αυλή και τα κολλούσε στον ξύλινο πίνακα που ο ίδιος είχε σκαλίσει τις γωνιές του. Όλοι μας οι βαθμοί από το σχολείο, οι φόβοι, οι προσπάθειες και οι έρωτες ήταν σε κοινή θέα για μια εβδομάδα»
(«Τα χέρια που γράφουν», στο «Τα χέρια» της Μαριγώς Ζάννου)
Λίγα λόγια για τις συγγραφείς
Η Zelda Scott έχει κάνει σπουδές πολιτικού μηχανικού, σκηνοθεσίας και μοντάζ, επικοινωνίας και ρητορικής των ΜΜΕ και φυσικής αγωγής.
Ζει στην Αλεξανδρούπολη. «Η γυναίκα-αχλάδι, ο άντρας-βάτραχος και άλλες ιστορίες» είναι το πρώτο της βιβλίο.
Η Μαριγώ Ζάννου γεννήθηκε το 1976 στην Αθήνα. Σπούδασε Ιστορία της Τέχνης και έχει μεταπτυχιακό στη Δημιουργική Γραφή.

Διηγήματά της έχουν δημοσιευτεί στον έντυπο και ηλεκτρονικό τύπο. «Τα χέρια» είναι το πρώτο της βιβλίο.

























