
Για το μυθιστόρημα της Παλαιστίνιας Ιπτισάμ Άζεμ (Ibtisam Azem) «Το βιβλίο της εξαφάνισης» (μτφρ. Πέρσα Κουμούτση, εκδ. Gutenberg), που ήταν υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2025.
Γράφει ο Διονύσης Μαρίνος
Μπρος σε οποιοδήποτε «αν» που ο μυθοπλαστικός νους ξεκινάει να σκαρώνει ή η ανθρώπινη απαντοχή να θέλει να συμβεί, έρχεται η σκληρή πραγματικότητα να δηλώσει πως την ιστορία την γράφουν οι πράξεις και όχι οι πιθανολογήσεις. Όσο ευφάνταστες κι αν είναι.
Η νεαρή Παλαιστίνια συγγραφέας, Ιπτισάμ Άζεμ, έγραψε το 2014 Το βιβλίο της εξαφάνισης, τότε που οι μάχες ανάμεσα στους συμπατριώτες της και τους Ισραηλινούς, γύρω από τη λωρίδα της Γάζας, και άλλες όμορες περιοχές, αποτελούσαν μια καθημερινότητα που με κάποιο τρόπο ρυθμιζόταν -αν ποτέ μπορεί να ρυθμιστεί μια κατοχή και μια ανοιχτή πληγή- από τα όρια της καθημερινότητας.
Στον πυρήνα των γεγονότων
Ποιος μπορούσε τότε να φανταστεί έναν εκτεταμένο πόλεμο, σαν αυτόν που ζούμε στις μέρες μας; Ποιος ήταν σε θέση να πιθανολογήσει πως τα πράγματα θα ξέφευγαν από κάθε έλεγχο, με αποτέλεσμα εδώ και καιρό να κάνουμε λόγο ακόμη και για γενοκτονία των Παλαιστινίων, για τη Γάζα ως πόλη φάντασμα και για την ελπίδα μιας κάποιας ειρήνευσης να κρίνεται από τη μεγαλαυχία του Ντόναλντ Τραμπ; Κι όμως, με κάποιο τρόπο, σίγουρα όχι προφητικό, το βιβλίο της Άζεμ στέκεται σήμερα στον πυρήνα των δραματικών γεγονότων, ως κραυγή αγωνίας, ως άσβεστη ελπίδα, ως σύμβολο συνύπαρξης, αλλά και ως μνήμη. Κι ας λέει αρκετές φορές ο ένας από τους δύο βασικούς ήρωές του, ο Παλαιστίνιος Αλάα, πως η μνήμη είναι ένα τριαντάφυλλο γεμάτο αγκάθια.
Τι θα συνέβαινε, λοιπόν, αν μια μέρα τα τέσσερα εκατομμύρια και πλέον των Παλαιστινίων που ζουν στο Ισραήλ εξαφανίζονταν από προσώπου γης; Δεν πρόκειται για δυστοπία ούτε για μαζική εκκαθάριση, αλλά για έναν συμβολισμό ή μια αλληγορία πάνω στον οποίο χτίζεται όλο το σκεπτικό της Άζεμ, που έχει να κάνει με τη συμπόρευση (σε τόπο και χρόνο), με την υπερπήδηση των βαθιών διαφορών που χωρίζουν τους Ισραηλινούς και τους Παλαιστίνιους και την ανάγκη κάποια στιγμή να κλείσει ο κύκλος των εχθροπραξιών.
Πλήρης κατάρρευση
Τα πάντα καταρρέουν στο Τελ Αβίβ. Αίφνης, η πόλη που δεν ησυχάζει ποτέ, με το άπλετο φως της, την bauhaus αρχιτεκτονική της και τον άγριο ερωτισμό της, μοιάζει με ερημότοπο. Τα λεωφορεία λειτουργούν υποτυπωδώς, τα εργοστάσια κατεβάζουν τα ρολά, τα εστιατόρια είναι μισοάδεια και όλοι προσπαθούν να καταλάβουν τι συνέβη με τους Παλαιστίνιους. Ετοιμάζουν, άραγε, μια μαζική επίθεση κατά του ισχυρότερου στρατού του κόσμου ή, μήπως, οι στρατιωτικοί του Ισραήλ εκπόνησαν το «τέλειο» σχέδιο απομάκρυνσης των Παλαιστινίων από τα «ιερά» εδάφη; Καμία απάντηση δεν μπορεί να δοθεί επί τη βάσει του ενεργού συμβολισμού της Άζελ. Ούτε καν η ζωή δεν θα μπορούσε να την δώσει.
Απαντήσεις ζητούν και οι δύο βασικοί ήρωες του βιβλίου. Δύο γειτονόπουλα, ο δημοσιογράφος Άριελ και ο Αλάα, ο καθένας για τους δικούς του λόγους. Ο πρώτος, είτε γράφοντας άρθρα σε εφημερίδα της Νέας Υόρκης είτε αντιμετωπίζοντας κριτικά την οικογενειακή ιστορία, δείχνει να μην αποδέχεται τη σιωνιστική γραμμή του επίσημου Ισραήλ. Ο πατέρας του σκοτώθηκε την περίοδο που ήταν στρατιώτης (συνέβη ένα ατύχημα στο ελικόπτερο που τον μετέφερε σε περιοχή μάχης), οι συγγενείς του είναι ταγμένοι στην επιθετική ρητορική, αλλά αυτός διερωτάται συνεχώς αν όλα αυτά είναι ικανά να τον πείσουν πως η κατοχή των εδαφών που διαμορφώνουν το κράτος του Ισραήλ είναι δίκαιη. Η φιλία του με τον Αλάα, αλλά και όσα διαβάζει από το ημερολόγιο του φίλου του, τον διαμορφώνουν καταλυτικά, αλλάζουν μέσα του όλες τις σταθερές.
Για τον Αλάα, το παρελθόν που δεν έζησε, αλλά το κουβαλάει, όπως κάθε Παλαιστίνιος, προσωποποιείται στη γιαγιά του, την Τάτα του. Μια γυναίκα που κόντρα σε όλους αποφάσισε να μείνει στον τόπο της, στη Γιάφα της καρδιάς της, όταν όλοι έφευγαν αναγκασμένοι από τους Ισραηλινούς. Είδε την άντρα της να αναχωρεί τη στιγμή που εκείνη ήταν έγκυος στην κόρη της, μητέρα του Αλάα, και δεν το μετάνιωσε ποτέ. Τη βρίσκουμε στα τελευταία της, όταν αποφασίζει να πάει να πεθάνει σε ένα παγκάκι κοιτώντας τη θάλασσα. Μόνο που τα δικά της στερνά γίνονται τα... πρώτα του Αλάα, που γράφει στη γιαγιά του σαν να συνομιλεί μαζί της. Σαν να μην έχει πεθάνει ή σαν οι λέξεις να δημιουργούν έναν ανοιχτό διάλογο.
Δείχνει πως πέρα από το μανιχαϊστικό «καλοί-κακοί» που συχνά βλέπουμε να εμφανίζεται στην ειδησεογραφία, η πραγματικότητα έχει πολύμορφο χαρακτήρα.
Η ιστορία της γίνεται ιστορία του. Το παρελθόν της, παρελθόν του. Καταλαβαίνει σε πλήρες βάθος τι σημαίνει να έχεις χάσει τα πάντα, να σου τα έχουν υφαρπάξει βιαίως, οι δρόμοι που έζησες να έχουν αλλάξει ονόματα, οι άνθρωποι που γνώριζες να έχουν σκορπιστεί στα τέσσερα σημεία του ορίζοντα, το σπίτι που έμενες να το έχουν πάρει έποικοι και η Γιάφα των παιδικών σου χρόνων να έχει γίνει τμήμα του Τελ Αβίβ. Ο «διάλογος» του Αλάα με τη γιαγιά του είναι σπαρακτικός και αποκαλυπτικός για τα τραύματα που αφήνει η μεγάλη Ιστορία στις ζωές των ανθρώπων. Δείχνει πως πέρα από το μανιχαϊστικό «καλοί-κακοί» που συχνά βλέπουμε να εμφανίζεται στην ειδησεογραφία, η πραγματικότητα έχει πολύμορφο χαρακτήρα.
Και οι δύο κεντρικοί ήρωες, με τον ένα ή τον άλλο τρόπο, παραδέχονται πως δεν είναι όλοι οι Παλαιστίνιοι μόνο θύματα ή τρομοκράτες και ούτε όλοι οι Ισραηλινοί σιωνιστές και θύτες. Οι αποχρώσεις δίνουν το μέτρο του δράματος που βιώνουν και οι δύο κοινότητες που δεν έχουν καταφέρει να συνυπάρξουν.
Οι άλλοι άνθρωποι
Έχει ενδιαφέρον ότι πέραν των δύο ηρώων, η Άζελ μάς παρουσιάζει την ιστορία και άλλων ανθρώπων που ζουν στην πόλη ή έχουν εξαφανιστεί (αν πρόκειται για Παλαιστίνιους). Μέσα από αυτές τις μικρές ιστορίες αντιλαμβανόμαστε πως κάθε πράξη, κάθε εναντίωση ή κάθε συστημική απόφαση δεν συμβαίνει εν κενώ, αλλά αφήνει βαθύ αποτύπωμα στους ανθρώπους, σε όποια κοινότητα κι αν ανήκουν. Το 48ωρο μέσα στο οποίο κινείται η ιστορία του βιβλίου (ο χρόνος της αφήγησης, φυσικά, δεν είναι γραμμικός) μας οδηγεί σε ένα συμπέρασμα που είναι και στάση της Άζεμ. Το πρόβλημα στην πολύπαθη περιοχή δεν θα λυθεί με το να εξαφανιστούν οι Παλαιστίνιοι. Κανένα πρόβλημα δεν επιλύεται με την διάλυση του άλλου, αλλά με το μάθημα της συνύπαρξης και με το να αποδεχθεί ο ένας το παρελθόν του άλλου.
Νέος εποικισμός
Βέβαια, η εξαφάνιση των Παλαιστινίων δίνει την ευκαιρία σε πολλούς Ισραηλινούς να προχωρήσουν σε έναν νέο εποικισμό και να υφαρπάξουν τα σπίτια των ανθρώπων που χάθηκαν από προσώπου γης. Μεταξύ αυτών και η μητέρα του Άριελ, που «λιγουρεύεται» ένα σπίτι Παλαιστινίου στη Χάιφα. Μα, μήπως και ο Άριελ δεν αφήνει το δικό του διαμέρισμα για εκείνο του Αλάα; Σκοπεύει, δε, να αλλάξει ακόμη και κλειδαριά στο σπίτι. Άραγε, η αποχώρηση των μεν σημαίνει τη νίκη των δε; Για κάποιους ναι, για τον αμφίβολο Άριελ, όχι.
Το βιβλίο της Άζεμ ήταν υποψήφιο για το Διεθνές Βραβείο Μπούκερ 2025. Λογικό και επόμενο αν σκεφτεί κανείς πως οι επιτροπές του συγκεκριμένου βραβείου έχουν δείξει πως ενδιαφέρονται για τη λογοτεχνία των καιρών μας και πώς αυτή αποτυπώνει τις αλλαγές που υφίσταται ο κόσμος μας. Πολύ καλή και η μετάφραση της Πέρσας Κουμούτση.
* Ο ΔΙΟΝΥΣΗΣ ΜΑΡΙΝΟΣ είναι δημοσιογράφος και συγγραφέας.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ιπτισάμ Άζεμ είναι Παλαιστίνια μυθιστοριογράφος και δημοσιογράφος. Έχει εκδώσει δύο μυθιστορήματα στα αραβικά: Sariq al-Nawm (Ο κλέφτης του ύπνου, 2011) και Sifr al-Ikhtifaa (Το βιβλίο της εξαφάνισης, 2014).

Το βιβλίο της εξαφάνισης έχει εκδοθεί στα αγγλικά, γερμανικά και ιταλικά. Ζει στη Νέα Υόρκη.























