
Για το μυθιστόρημα της Ρένας Λούνα «Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα» (εκδ. Ίκαρος). Εικόνα: Από την ταινία «Οι ώρες» (2002) του Στίβεν Ντάλντρι, μεταφορά του ομώνυμου μυθιστορήματος του Μάικλ Κάνιγχαμ.
Γράφει ο Γιώργος Ν. Περαντωνάκης
Από το Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ το 2023 στο Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα το 2026, η Ρένα Λούνα (γενν. 1992) ίσως κατάφερε κάτι που δεν το πετυχαίνουν πολλοί. Να τιθασεύσει το γλωσσικό της όργανο, να μην γράφει επιτηδευμένα, ίσως μεταφράζοντας από μια ξένη γλώσσα, και να υποτάξει τον λόγο όχι αναγκαστικά σε κάτι έλλογο, αλλά στην τρέλα της γραφής, που συνδυάζει έρωτα και μυθιστορηματικό πλάνο.
Στο πρώτο της έργο βλέπουμε μια ενδιαφέρουσα αρχή, η οποία έπειτα κατευνάζεται σε μια πιο επίπεδη συνέχεια, όχι ως ένδειξη κοιλιάς αλλά ως ικανή συνθήκη για να σταθμίσουμε ως αναγνώστες το πώς και το γιατί. Ο κύριος Λουντμίλος, είκοσι έξι χρόνια μετά το διαζύγιό του με τη Λουντμίλα, ενημερώνεται από τον συμβολαιογράφο της ότι αυτή έχει αυτοκτονήσει και του κληροδοτεί το σπίτι στη Ρουέν μαζί με δύο γατιά, το σπίτι δηλαδή που έμεναν από κοινού όταν ήταν ζευγάρι. Στο διάστημα που ακολουθεί ο απόστρατος αξιωματικός μένει στην κληρονομημένη οικία του(ς) και θυμάται πολλά από την κοινή τους ζωή, συνεπικουρούμενος από το ημερολόγιο της πρώην γυναίκας του, το οποίο βρήκε εκεί. Το ημερολόγιο καταγράφει γεγονότα και κυρίως σκέψεις της Λουντμίλας μετά τον χωρισμό τους, αλλά φωτίζει αναδρομικά το πώς αυτή έβλεπε τα πράγματα.
Τελικά το παρελθόν είναι πάντα παρόν; Όσο δηλαδή κι αν ένα διαζύγιο φέρνει την επιβεβλημένη -και ηθελημένη ίσως- λησμονιά, όσο κι αν ακολουθεί ένας νέος γάμος που ξεθωριάζει τη σημασία του παλιού, τα κοινά χρόνια ζωής δεν μπορούν να παραγραφούν. Ωστόσο, η νεαρή συγγραφέας δεν φαίνεται να εστιάζει ακριβώς σ’ αυτό. Περισσότερο άπλωνε την αφήγησή της πάνω στις έννοιες της μνήμης και της λήθης, τις διπλής οπτικής γωνίας και της αναψηλάφησης της παλιάς ζωής με απόσταση και συνεπώς με άλλο μάτι. Τι θυμάται ο κύριος Λουντμίλος από τον έγγαμο βίο, τι μαθαίνει από το κρυφό ημερολόγιο, πόσο οι δύο οπτικές γωνίες συγκρούονται ή συγκλίνουν, φωτίζουν ή επισκιάζουν και ξεσκεπάζουν αποσιωπημένες αλήθειες ή ξανακινούν τον μύλο των κοινών εμπειριών;
Η Ρένα Λούνα έγραφε με επιμελημένη ελαφράδα, αλλά η γλώσσα της σαν να την πρόδιδε. Όλα ρεαλιστικά αλλά και όλα ραντισμένα με την ήπια πατίνα της ειρωνείας και του μειδιάματος, σαν το γέλιο της Τζοκόντα, που δεν σε αφήνει να πειστείς απόλυτα για όσα γίνονται. Πρόσωπα καρικατούρες, μαύρο χιούμορ, διάλογοι με σουρεαλιστικό τόνο, αφήγηση γλιστερή κι αναξιόπιστη. Ακόμα και το όνομα του πρωταγωνιστή προκύπτει, αντίστροφα από ό,τι συνηθίζεται, από το εμφανώς γυναικείο όνομα Λουντμίλα, δείγμα του ότι αυτός ήταν (είναι;) το παρεπόμενο της συζύγου του. Ακόμα και ως θύμα της παρουσιάζεται μέσα στο βιβλίο, ενώ, όταν χώρισαν, αυτή διέδιδε ότι ο Λουντμίλος σκοτώθηκε. Αλλά και η σκηνοθέτηση του μυθιστορήματος στη γαλλική επαρχία του 1952, ρεαλιστική συνθήκη αλλά και μακρινή κατασκευή, συμβάλλει σ’ αυτό, καθώς κανένα ιστορικό, πολιτικό ή κοινωνικό συγκείμενο δεν βοηθά τον αναγνώστη να βρει σταθερές συντεταγμένες.
- Διαβάστε επίσης: Ρένα Λούνα: «Δεν είναι απαραίτητη μια μάχιμη ηρωίδα για να έχουμε ένα φεμινιστικό μυθιστόρημα»
Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα
Από το ημερολόγιο η Ρένα Λούνα περνάει στις επιστολές της ηρωίδας της στο νέο της εγχείρημα. Στο μυθιστόρημα Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα η ανώνυμη αφηγήτρια ζει πια στη Μάλτα, το γενέθλιο νησί, όταν ο φίλος της Τόνι οργανώνει μια καλλιτεχνική έκθεση με θέμα «Σύγχρονες καλλιτέχνιδες που τρελάθηκαν» και θέλει να περιλάβει τις επιστολές της. Στην ουσία η τρέλα της πρωταγωνίστριας, που δίνεται ως δεδομένη, μας οδηγεί πίσω, δέκα χρόνια πριν, όταν αυτή ζούσε φέρελπις συγγραφέας στο Παρίσι. Οι επιστολές της στον καθηγητή της με τον οποίο είναι ερωτευμένη κινούνται σε όλο το παζλ της νεανικής ζωής της: από τον πλούσιο μαύρο εραστή της Νοά ώς την παραμονή της στην πανεπιστημιακή εστία κι από τις προσπάθειές της να γίνει συγγραφέας μέχρι τη συνεργασία της με το περιοδικό «Salammbô».
Τελικά, τι είναι αυτό που κάνει την ιστορία της Ρένας Λούνα να κερδίζει τον αναγνώστη; Είναι ο κυματισμός του έρωτα και της γραφής, που αεικίνητα παρασέρνουν τα πάντα σε έναν ευφρόσυνο σίφουνα, σε πολλούς επάλληλους κύκλους, στις περιδινήσεις της ζωής που δεν μπαίνει σε καλούπια
Το μυθιστόρημα κυλάει αργά με πολλές παρεκβάσεις, τόσο αφηγηματικές όσο και σχολιαστικές, αλλά δεν προκαλεί ανία. Είναι το χαλί της σκέψης της Μαλτέζας φοιτήτριας, που πηδάει από τα γεγονότα της καθημερινότητας στον ψυχισμό της κι από τον έρωτα στη δημιουργική γραφή. Μπορεί να φορτώνεται το κείμενο με άπειρες διακειμενικές αναφορές, να υπάρχουν σελίδες που να μην λένε τίποτα, να προβάλλεται μια διογκωμένη πολυαναγνωσία, αλλά με κάποιον μαγικό τρόπο, αυτόν της ασύλληπτης δύναμης της λογοτεχνίας, το σύνολο όχι μόνο δένει αλλά και προχωρά σταδιακά στο προδιαγεγραμμένο τέλος.
Τελικά, τι είναι αυτό που κάνει την ιστορία της Ρένας Λούνα να κερδίζει τον αναγνώστη; Είναι ο κυματισμός του έρωτα και της γραφής, που αεικίνητα παρασέρνουν τα πάντα σε έναν ευφρόσυνο σίφουνα, σε πολλούς επάλληλους κύκλους, στις περιδινήσεις της ζωής που δεν μπαίνει σε καλούπια και με συνειρμούς και άλματα καλύπτει το είναι. Αυτό μπορεί να στοιχίζει στη δομή και να φαίνεται σε πολλούς, όπως και σε μένα, μια άναρχη αφηγηματική πράξη, αλλά μπορούμε να δούμε σε όλο αυτό μια κυματιστή ψυχή που ψάχνεται, αγαπά και αγαπιέται, γράφει τη «Διπλή όψη» και περιμένει ανταποκρίσεις, αισθάνεται και σκέφτεται, ξεχειλίζει από ψυχολογικούς κραδασμούς και διακείμενα από όσα έχει διαβάσει. Έτσι, σκόρπιες φαινομενικά ψηφίδες, από τα οικογενειακά της δράματα έως τον προδομένο έρωτά της κι από την παθιασμένη πλημμυρίδα του συγγραφικού της οίστρου μέχρι την ανάγκη αποδοχής σε μια ξένη χώρα, λειτούργησαν σαν τα θεμέλια της τρέλας της.
* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας, κριτικός βιβλίου και συγγραφέας. Πρόσφατα κυκλοφόρησε –σε δική του επιμέλεια– ο δεύτερος τόμος της σειράς «Ιστορίες του 21ου αιώνα», μια συλλογή 12 διηγημάτων με τίτλο «Μεταξύ ανθρώπου και μηχανής» (εκδ. Διόπτρα).
Απόσπασμα από το βιβλίο
Αγαπητή μαρμάρινη πλάκα,
Όταν ήμουν μικρή, μου είχαν πει ότι μια μέρα θα βρω τον μπελά μου γι’ αυτά που γράφω. Έγινε όμως έτσι, ή μήπως πρόκειται για το παραφούσκωμα της παιδικής ανάμνησης; Όπως και να ’χει, η αλήθεια είναι πως τον ψάχνω απεγνωσμένα τον μπελά, όχι την ανάμνηση. Οι αναμνήσεις είναι φυλακή, οι μπελάδες ελευθερία.
Εάν οι μπελάδες ήταν πεταλούδες, θα τις κυνηγούσα λες και πραγμάτωνα κάποιο πικαρικό παραμύθι, κρατώντας απόχη. Αφού τις έπιανα, δεν θα τις κολλούσα σε εντομολόγιο. Θα τις πολτοποιούσα μέσα στο πέτρινο γουδί και θ’ άφηνα το μείγμα κάτω από τον παριζιάνικο θαμπό ήλιο να ξεραθεί, μέχρι να μοιάζει με χαρτί.
Λίγα λόγια για τη συγγραφέα
Η Ρένα Λούνα γεννήθηκε στην Αθήνα, το 1992. Αρθρογραφεί για θέματα φύλου στη Womanlandia και διατηρεί το λογοτεχνικό blog This book killed me.

Το 2023 κυκλοφόρησε το πρώτο της μυθιστόρημα, Οι αλεπούδες του Περ-Λασαίζ, από τις εκδόσεις Ο Μωβ Σκίουρος.
























