
«Η ρεαλιστική αφήγηση έχει όρια που για εμένα είναι υπερβολικά στενά, ενώ η μαγεία μπορεί να περάσει μέσα από οποιονδήποτε τοίχο» είπε ο Λούκας Τσάμπαλα (Lukáš Cabala), με αφορμή την κυκλοφορία του μυθιστορήματός του «Θυμάσαι το Τρέντσιν;» (μτφρ. Λουτσίε Κούλιγκοβα, εκδ. Βακχικόν).
Συνέντευξη στον Γιάννη Παπαδόπουλο
Ο Λούκας Τσάμπαλα, με το μυθιστόρημά του Θυμάσαι το Τρέντσιν; (μτφρ. Λουτσίε Κούλιγκοβα, εκδ. Βακχικόν), δημιουργεί έναν λογοτεχνικό κόσμο όπου ο χρόνος χάνει τα αυστηρά του όρια και το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον συνομιλούν μέσα από τις ιστορίες των ανθρώπων και των πόλεων. Το βιβλίο ήταν υποψήφιο για το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) 2025.
Στη συνέντευξη που ακολουθεί, ο Σλοβάκος συγγραφέας μιλά για το Τρέντσιν ως τόπο μνήμης και επιστροφής, για τη δύναμη των ανθρώπινων σχέσεων και για τη λογοτεχνία ως χώρο συνάντησης πέρα από τον χρόνο. Αναφέρεται ακόμη στους αγαπημένους του Κορτάσαρ και Μπόρχες, στη στενή σχέση του με τον ήρωά του, Βίνσεντ, και εξηγεί γιατί η φαντασία και το χιούμορ τού επιτρέπουν να υπερβαίνει τα όρια της ρεαλιστικής αφήγησης.
Στο μυθιστόρημα το παρελθόν, το παρόν και το μέλλον μοιάζουν να συνυπάρχουν και οι χαρακτήρες μπορούν σχεδόν να συναντηθούν πέρα από τον χρόνο. Τι σας ενδιέφερε περισσότερο σε αυτή την ιδέα και γιατί επιλέξατε να αφηγηθείτε την ιστορία με αυτόν τον τρόπο;
Επειδή έχω μια θεωρία, την οποία εκφράζω και στο βιβλίο μου, ότι μια πόλη θα πρέπει να αποτελεί ένα μείγμα του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντός της. Θα πρέπει να εκτιμά το ιστορικό της κέντρο και τα κτίριά της, να τα συνδέει ενεργά με το παρόν και να σκέφτεται το μέλλον της.
Το Τρέντσιν δεν λειτουργεί απλώς ως σκηνικό της ιστορίας, αλλά σχεδόν ως ένας ακόμη χαρακτήρας. Η Ταμάρα επιστρέφει στην πόλη των προγόνων της και, μέσα από την έρευνά της, αναδύονται διαφορετικές και συχνά δύσκολες στιγμές από την ιστορία της πόλης. Τι σημαίνει για εσάς η σχέση ενός ανθρώπου με την πόλη όπου ζει ή από την οποία κατάγεται;
Για εμένα προσωπικά, αφορά κυρίως τις ανθρώπινες σχέσεις – τους φίλους, τους ανθρώπους που είναι κοντά σου, αλλά και τα οικεία μέρη, τον αγαπημένο σου φούρνο ή το μπέργκεράδικο της γειτονιάς σου. «Εκεί όπου όλοι ξέρουν το όνομά σου», όπως ακούγεται στο τραγούδι στους τίτλους αρχής μιας παλιάς κωμικής σειράς που λεγόταν Cheers. Είναι το μέρος στο οποίο επιστρέφεις διαρκώς από τα ταξίδια σου, αναζητώντας λίγη παρηγοριά και μια αίσθηση ασφάλειας.
Τα βιβλιοπωλεία, οι βιβλιοθήκες και τα βιβλία διαδραματίζουν πολύ σημαντικό ρόλο στο μυθιστόρημα. Ο Βίνσεντ σκέφτεται τον Κορτάσαρ και τον Μπόρχες, ενώ η σχέση του με τη λογοτεχνία επηρεάζει και τον τρόπο με τον οποίο αντιλαμβάνεται τον κόσμο. Ποια είναι η δική σας σχέση με τους συγγραφείς και τα βιβλία που εμφανίζονται στο μυθιστόρημα;
Από τη στιγμή που ο Βίνσεντ είναι το alter ego μου, μοιράζομαι τη σχέση του με τον Κορτάσαρ και τον Μπόρχες. Είναι οι φανταστικοί μου φίλοι, οι φανταστικοί μου μέντορες και οι πραγματικοί λογοτεχνικοί μου ήρωες. Ήρωες της λογοτεχνικής δύναμης και μαγείας.
Η φαντασία και το χιούμορ είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά μου. Η βιογραφία μου θα μπορούσε να έχει ακριβώς αυτόν τον τίτλο.
Υπάρχει μια ιδιαίτερα ενδιαφέρουσα ιδέα στο βιβλίο: ότι δύο άνθρωποι μπορούν να «συναντηθούν» μέσα από την ίδια ανάγνωση, ακόμη κι αν τους χωρίζουν δεκαετίες. Πιστεύετε ότι η λογοτεχνία μπορεί πραγματικά να υπερβεί τον χρόνο και να δημιουργήσει μια κοινή εμπειρία ανάμεσα σε ανθρώπους που δεν θα μπορούσαν ποτέ να έχουν συναντηθεί;
Ναι. Γιατί δεν έχει σημασία αν ζεις στην εποχή της τεχνητής νοημοσύνης ή στην εποχή της Βιομηχανικής Επανάστασης: εφόσον διαβάζεις το Νησί των θησαυρών του Ρόμπερτ Λούις Στίβενσον, μεταφέρεις το μυαλό σου μέσα σε εκείνη την ιστορία και σίγουρα δεν είσαι ο πρώτος που βρίσκεται εκεί. Πολλοί αναγνώστες βρίσκονται μαζί σου στο κατάστρωμα της Hispaniola. Μπορείς να τους κλείσεις το μάτι ή να τους χαμογελάσεις.
Το μυθιστόρημα συνδυάζει το χιούμορ, τη φαντασία, την καθημερινότητα και πιο σκοτεινές πλευρές της ιστορίας και της ανθρώπινης μνήμης. Πώς βρήκατε την ισορροπία ανάμεσα στο πραγματικό και το φανταστικό – και τι σας προσφέρει το στοιχείο του φανταστικού, που δεν θα μπορούσε να σας προσφέρει μια πιο ρεαλιστική μορφή αφήγησης;
Πώς βρήκα την ισορροπία… τη βρήκα άραγε; Αυτό είναι κάτι που θα το κρίνουν οι αναγνώστες. Η φαντασία και το χιούμορ είναι τα κυρίαρχα χαρακτηριστικά μου. Η βιογραφία μου θα μπορούσε να έχει ακριβώς αυτόν τον τίτλο. Η ρεαλιστική αφήγηση έχει όρια που για εμένα είναι υπερβολικά στενά, ενώ η μαγεία μπορεί να περάσει μέσα από οποιονδήποτε τοίχο. Απλώς αγαπώ τη φαντασία και θέλω να καταστρέψω τον ρεαλισμό με αυτήν.
Λίγα λόγια για τον συγγραφέα
Ο Λούκας Τσάμπαλα (Lukáš Cabala) γεννήθηκε το 1986 στο Τρέντσιν της Σλοβακίας. Το 2011, ίδρυσε μαζί με τους γονείς του το διαδικτυακό παλαιοβιβλιοπωλείο Čierne na bielom («Μαύρο στο άσπρο»), το οποίο διευθύνει μέχρι σήμερα, συνδυάζοντας την καθημερινότητά του με την αγάπη του για τα παλιά και σπάνια βιβλία.
Έχει γράψει τρεις νουβέλες, ένα μυθιστόρημα και δύο παιδικά βιβλία. Η νουβέλα Θυμάσαι το Τρέντσιν; ήταν υποψήφια για το Βραβείο Anasoft Litera, το Βραβείο René και το Βραβείο Λογοτεχνίας της Ευρωπαϊκής Ένωσης (EUPL) 2025, έχει μεταφραστεί στα αγγλικά, τα γερμανικά, τα γαλλικά, τα ιταλικά, τα τσεχικά, τα ουγγρικά, τα αζέρικα και είναι το πρώτο βιβλίο του που κυκλοφορεί στα ελληνικά.























