
Η διευθύντρια του Εργαστηρίου Αρχειακών Τεκμηρίων και Τύπου (ΕΑΤΤ), καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας Κατερίνα Κωστίου, με αφορμή τη συμπλήρωση 10 χρόνων του ΕΑΤΤ και τη διοργάνωση της επετειακής διήμερης δράσης με τίτλο «Αρχείο, Λογοτεχνία, Εκπαίδευση και Πολιτιστική Δημοκρατία» στις 9 και 10 Οκτωβρίου 2026, Παρασκευή και Σάββατο, στο Συνεδριακό και Πολιτιστικό Κέντρο του Πανεπιστημίου Πατρών.
Στην Ελένη Κορόβηλα
Η σχέση σας με τα λογοτεχνικά αρχεία προηγείται κατά πολύ της ίδρυσης του ΕΑΤΤ. Πότε αντιληφθήκατε για πρώτη φορά ότι το αρχείο δεν είναι απλώς ένα σύνολο τεκμηρίων, αλλά ένας διαφορετικός τρόπος προσέγγισης της λογοτεχνίας;
Η σχέση μου με τα αρχεία ξεκίνησε πολύ νωρίς, ήδη από τα φοιτητικά μου χρόνια. Τότε είχα την πρώτη ουσιαστική εμπειρία της ταξινόμησης ενός συγγραφικού αρχείου, του Γ. Θ. Βαφόπουλου στη Θεσσαλονίκη. Ακολούθησαν αργότερα το Αρχείο του Γιάννη Σκαρίμπα στο ΕΛΙΑ και το Αρχείο του Γιώργου Σεφέρη στη Γεννάδειο Βιβλιοθήκη. Νομίζω ότι μέσα από αυτές τις εμπειρίες κατάλαβα κάτι που εξακολουθεί να με γοητεύει μέχρι σήμερα: ότι το αρχείο μάς επιτρέπει να περάσουμε πίσω από το τελειωμένο έργο, στο εργαστήριο του συγγραφέα. Να δούμε τη γραφή όχι μόνο ως αποτέλεσμα αλλά και ως διαδικασία.
Το τεκμήριο έχει, βέβαια, επιστημονική αξία, γιατί θεμελιώνει και επαληθεύει την έρευνα. Έχει όμως και μια ιδιαίτερη γοητεία: ένα χειρόγραφο, μια επιστολή, μια διόρθωση πάνω σε ένα κείμενο, ακόμη και ένα φαινομενικά ασήμαντο σημείωμα μπορεί να ανοίξει μια απροσδόκητη διαδρομή προς τον συγγραφέα και την εποχή του. Αυτή η διπλή διάσταση —η αυστηρότητα της τεκμηρίωσης και η περιπέτεια της ανακάλυψης— υπήρξε, νομίζω, ένας από τους βαθύτερους λόγους που με οδήγησαν πολλά χρόνια αργότερα στη δημιουργία του ΕΑΤΤ.
Όπως προκύπτει από την ιστοσελίδα σας το ΕΑΤΤ διαθέτει σήμερα δεκαεννέα αρχεία. Γιατί επιλέξατε τη λογική της στοχευμένης πρόσκτησης αντί της όσο το δυνατόν μεγαλύτερης συγκέντρωσης αρχειακού υλικού;
Επειδή δεν μας ενδιαφέρει η συσσώρευση. Ένα αρχείο που αποκτάται αλλά παραμένει αδρανές δεν ανταποκρίνεται στη φυσιογνωμία ενός πανεπιστημιακού ερευνητικού εργαστηρίου. Η αρχειακή πολιτική μας είναι συνειδητά επιλεκτική και συναρτάται με τις ερευνητικές δυνατότητες του ανθρώπινου δυναμικού μας. Δεν δεχόμαστε, επομένως, κάθε αρχείο που μας προτείνεται. Πολύ συχνά, μάλιστα, η πρωτοβουλία για την πρόσκτηση ξεκινά από εμάς.
Έχουμε επικεντρωθεί κυρίως σε λογοτεχνικά περιοδικά και σε συγγραφείς της μεταπολεμικής και της μεταπολιτευτικής περιόδου. Το πρώτο αρχείο που παραχωρήθηκε στο ΕΑΤΤ ήταν του Αργύρη Χιόνη, το 2017, και έκτοτε οι προσκτήσεις ακολούθησαν μια συγκεκριμένη ερευνητική λογική. Το βασικό κριτήριο είναι απλό: θέλουμε αρχεία τα οποία μπορούμε πράγματι να μελετήσουμε και, συγχρόνως, να χρησιμοποιήσουμε για την εκπαίδευση των νέων φιλολόγων στην επιστήμη της αξιοποίησης των τεκμηρίων.
Άρα, για εσάς, η σημαντικότερη λειτουργία ενός πανεπιστημιακού αρχείου δεν είναι η φύλαξη αλλά η παραγωγή γνώσης;
Ακριβώς. Αυτή είναι ίσως η ειδοποιός διαφορά του ΕΑΤΤ από άλλους φορείς. Δεν φιλοδοξήσαμε ποτέ να ανταγωνιστούμε μεγάλες βιβλιοθήκες ή καθιερωμένους αρχειακούς οργανισμούς ως προς τον όγκο των συλλογών. Το ΕΑΤΤ δεν είναι πρωτίστως αποθετήριο· είναι ερευνητικός φορέας ενταγμένος σε ένα ακαδημαϊκό περιβάλλον. Αυτό σημαίνει ότι το αρχείο πρέπει να συνδέεται οργανικά με τη διδασκαλία και την έρευνα.
Τα αρχεία μας μελετώνται κυρίως στο πλαίσιο του Προγράμματος Μεταπτυχιακών Σπουδών. Οι νέοι ερευνητές μαθαίνουν να εργάζονται πάνω στο πρωτογενές υλικό, να το ταξινομούν, να το ερμηνεύουν, να το συσχετίζουν με άλλες πηγές και τελικά να μετατρέπουν το τεκμήριο σε ερευνητικό ερώτημα. Στη συνέχεια, μέρος αυτής της δουλειάς περνά στα συνέδρια του ΕΑΤΤ, στην Ψηφιακή Βιβλιοθήκη ή στο αποθετήριο «Νημερτής» του Πανεπιστημίου Πατρών. Έτσι δημιουργείται ένας κύκλος: πρόσκτηση – τεκμηρίωση – εκπαίδευση – έρευνα – διάχυση. Αυτός ο κύκλος είναι, για μένα, η ουσία ενός ζωντανού αρχείου.
Το ΕΑΤΤ έχει αναπτύξει και σημαντική εκδοτική δραστηριότητα. Τι προσθέτει η έκδοση ενός αρχειακού τεκμηρίου στη γνώση που ήδη έχουμε για έναν συγγραφέα ή μια εποχή;
Οι δύο εκδοτικές σειρές μας, «Εξ αρχείων» και «Εξ αδιαιρέτου», υπηρετούν δύο συμπληρωματικές πλευρές αυτής της δραστηριότητας. Η πρώτη είναι αφιερωμένη στην έκδοση αρχειακού υλικού, ενώ η δεύτερη φιλοξενεί μελέτες τόσο καταξιωμένων μελετητών όσο και νεότερων ερευνητών. Για έναν φορέα του μεγέθους μας θεωρώ ότι έχουμε ήδη αναπτύξει μια αρκετά πλούσια εκδοτική παρουσία.
Αλλά η σημασία των εκδόσεων δεν βρίσκεται μόνο στον αριθμό τους. Τα τεκμήρια μπορούν να αποκαλύψουν δίκτυα σχέσεων, πνευματικές συγγένειες, άγνωστες πλευρές της προσωπικότητας ενός δημιουργού, διαφορετικές φάσεις της συγγραφικής διαδικασίας ή στοιχεία που φωτίζουν μια ολόκληρη εποχή. Μπορούν ακόμη να διορθώσουν βεβαιότητες της έρευνας.
Έχω συχνά την αίσθηση ότι το αρχείο μοιάζει με άγνωστο βυθό. Καταδύεσαι χωρίς να γνωρίζεις ακριβώς τι θα συναντήσεις. Μπορεί να ανασύρεις έναν πραγματικό θησαυρό, μπορεί να βρεις αδρανές υλικό, μπορεί όμως να συναντήσεις και ένα μικρό σπάραγμα ναυαγίου που, αν το διαβάσεις σωστά, θα σε οδηγήσει σε μια ολόκληρη χαμένη ιστορία. Αυτή η αβεβαιότητα είναι μέρος της γοητείας αλλά και της επιστημονικής πρόκλησης του αρχείου.
Αν σας ζητούσα, τέλος, να κοιτάξετε το ΕΑΤΤ όχι προς τα δέκα χρόνια που πέρασαν αλλά προς τα δέκα που έρχονται, τι θα ευχόσασταν για το «παιδί» σας;
Δεν σας κρύβω ότι αισθάνομαι αγωνία. Ένας θεσμός που στηρίζεται τόσο πολύ στον εθελοντισμό και στην προσωπική αφοσίωση των ανθρώπων του είναι αναπόφευκτα ευάλωτος. Και βέβαια η ευθύνη μου είναι μεγάλη. Θα ήθελα το ΕΑΤΤ να αποκτήσει τους πόρους και τις υποδομές που χρειάζονται για να αναπτύξει μια σύγχρονη ψηφιακή αρχειακή πολιτική, να διευρύνει την ερευνητική του παρουσία και να δημιουργήσει ακόμη περισσότερες συνεργασίες στην Ελλάδα και στο εξωτερικό.

Πάνω απ’ όλα, όμως, θα ήθελα να συνεχίσει να υπηρετεί την αρχική του ιδέα: ότι τα αρχεία δεν είναι νεκρό υλικό, αλλά ενεργές δεξαμενές μνήμης και γνώσης, και ότι το Πανεπιστήμιο οφείλει να τα διασώζει όχι για να τα κλείνει σε ντουλάπια, αλλά για να τα παραδίδει στις επόμενες γενιές προς μελέτη και επανερμηνεία.
Εξακολουθώ να ελπίζω ότι κάποτε θα τελειώσει αυτή η πνευματική λειψυδρία και ότι η εκπαιδευτική πολιτική θα ξαναδεί τις Ανθρωπιστικές Επιστήμες όχι ως περιττή πολυτέλεια αλλά ως αναγκαία συνθήκη μιας κοινωνίας που θέλει να γνωρίζει ποια είναι. Όσο για το «παιδί μου», μπορώ τουλάχιστον να είμαι αισιόδοξη για έναν πολύ συγκεκριμένο λόγο: ξέρω ότι θα το αφήσω φεύγοντας σε καλά χέρια. Στους άξιους νεότερους και τις άξιες νεότερες συναδέλφους μου που μπορούν να το οδηγήσουν στην επόμενη φάση της ζωής του.

























