Ο Βάιος, γεννηθείς - προ τεσσάρων δεκαετιών - ανήμερα της Κυριακής των Βαΐων, συνθέτης κλασικής μουσικής, ένας απ' τους ποδηγέτες, ούτως ειπείν, της Αθηναϊκής avant garde, διαγιγνώσκεται - απ' το πουθενά - με επάρατο νόσο· του απομένουν έξι με οκτώ μήνες ζωής, χονδρικά - έτσι που, κακήν κακώς, σε ένα δείλι, εξαναγκάζεται να μηρυκάσει όλο το επικείμενο τετέλεσται που αγρίως θα ηχήσει στα αυτιά του, και που τελικά, με τον χρόνο απλώς να σαλεύει στιγμιαία το ραβδάκι του, με τον συνείδητο κομπασμό του παντοκράτορος, θα σβήσει τον οργανισμό του, οδηγώντας εκεί που δεν υπάρχει συνείδηση ούτε αισθητηριακή συγκρότηση του είναι: στο τίποτα.
Ο κεραυνόπληκτος καλλιτέχνης βρίσκει όλα όσα του είχανε εξομαλύνει την ανησυχία όλη του τη ζωή, τον εξορθολογισμό, την, τάχατις, ιαματική επίδραση της τέχνης στη ψυχή, αλλά και την ίδια την ανθρώπινη εγγύτητα, έτσι πως διακλαδώνεται αυτή σε σχεσιακούς ιστούς υπό τον κοινωνικό ήλιο, δυνάμεις παντελώς άχρηστες και μάλλον θρασείες εμπρός στην αναπόδραστη επέλαση του χαμού του. Ανεβοκατεβαίνοντας την Λεωφόρο Παπάγου στην περιοχή Ζωγράφου, προσπαθεί απονενοημένα να μετατρέψει την σύγχυσή του, τον φόβο του, την οργή του σε θεριό βούλησης και αυταπάρνησης, ώστε να βρεθεί το θάρρος να ανακοινώσει την τραγική τροπή των πραγμάτων στην σύντροφό του, και την διαλυμένη οικογένειά του. Οι σελίδες που απαρτίζουν το βιβλίο δεν είναι παρά το θνησίλαλο παραλήρημα ενός ανθρώπου που, ακουσίως, εξαναγκάζεται να σκεφτεί όλα όσα δεν σκέφτηκε σε σαράντα χρόνια ζωής, σε μια σταδιακή πειραματική έκθεση όλου εκείνου του ψυχικού ερειπιώνα που μάλλον αποτελούσε πραγματικά η ψυχή του.
Η καταβύθιση από μέρους του αναγνώστη σε αυτήν την κατακερματισμένη συνείδηση με μετρημένες ώρες οφείλει να είναι φθοροποιός, αλλά η ανώτατη ψυχωφέλεια, μας διδάσκει ο μοντερνισμός, συνίσταται στην διαπίστωση ότι ακόμα και μέσα στη σήψη υπάρχει ζύμωση. (Από την παρουσίαση στο οπισθόφυλλο του βιβλίου)





















