
Για τη συγκεντρωτική έκδοση των ποιημάτων του Γιώργου Βέη «Ποιήματα 1974-2023» (εκδ. Ύψιλον).
Γράφει η Ιουλίτα Ηλιοπούλου
Από τον Δράκο του μεσημεριού στη Χρυσαλίδα στον πάγο κι από την πόλη στον αρχετυπικό κόσμο της φύσης, ο Γιώργος Βέης μέσα πάντα από μεταβαλλόμενα τοπία εικόνων, εννοιών και ψυχικών διαθέσεων, ξέρει να παραμένει ο ίδιος, είτε ως ταξιδευτής πολιτισμών είτε ως καλλιεργητής λέξεων, επίμονος θηρευτής ομορφιάς, επίμονος αρνητής της πεζότητας θέτει και λύνει ένα διαρκώς αυτοτροφοδοτούμενο αίνιγμα, αυτό της ζωής και της σημασίας της, της υπέρβασης της κατεστημένης πραγματικότητας‧ και φυγαδεύει τον εαυτό του στην ουσία του φυσικού και μυστικού του κήπου, του κήπου «που μας εδέχθηκε» όπως γράφει ο Γιώργος Σαραντάρης.
Σε αυτό το βιβλίο των εξακοσίων ενενήντα σελίδων, όπου ο ίδιος ο ποιητής μοιάζει να αντιπορεύεται τον εαυτό του -γυρνώντας το βλέμμα προς την εκκίνηση- αναλαμβάνει ο αναγνώστης να αναβιώσει την πορεία της γραφής. Μια πορεία που κλιμακώνει την αντίρρησή της απέναντι στα ιδανικά ενός κόσμου που αποδομείται, αρθρώνοντας μία οδυνηρή άλλοτε κι άλλοτε ηδονική έκφραση λυρικής τάξης, μια στέρεη θέση όπου η πολυσημία, τα συμπληρωματικά αντίθετα, ο διακειμενικός πλούτος, ο ισχυρός ψυχικός παλμός αισθημάτων, η φυσιοδιφική θεώρηση εμπλουτίζουν και ανανεώνουν, βέβαια, τον σύγχρονο λυρισμό.
«Ανάμεσα σε μένα και στον βράχο λικνίζεται η σκέψη μου» θα γράψει ο Βέης σε ένα από τα πρώτα του ποιήματα, προοικονομώντας όχι μόνο τα δραστικά του σύμβολα, αλλά και τις βασικές συντεταγμένες του πνευματικού του κόσμου. Από τις διαψεύσεις και τις ματαιώσεις, από τις έμμεσες καταγγελτικές αποστροφές των πρώτων χρόνων, από τις «γραφές που προστάζουν σιωπή και λήθη», απ’ τις «χαρούμενες δημοκρατίες, μέσα σε εξάρσεις σκότους», περνά στην σταδιακή προτροπή, «Οι φωνές θα πρέπει να γίνουν ορατές», ή στην διαμορφωμένη πίστη: «είμαστε η μηχανή της αλήθειας/ ένα συμπλήρωμα μνήμης κι ευλογίας». (Ενθύμιο Μαρτίου).
Ο Βέης, διαρκώς κινούμενος σε ατραπούς λέξεων σε τοπία εναλλασσόμενα, σε πόλεις που «παρέλειψαν οι χάρτες», αλλά ανεξίτηλα του εντύπωσαν η επιθυμία και η μνήμη. «Το ρευστό τοπίο κατεβαίνει αργά από τον ουρανό/ Το σύννεφο απλώνεται στο βάθος του χρόνου» γράφει στην Παράφραση της νύχτας, για να συνεχίσει στη Γεωγραφία κινδύνων με μία ανατρεπτική, λες προβολή-δήλωση ταυτότητας: «Είμαι στο ίδιο μέρος/ με το πρόσωπο στον τοίχο/ Να θυμάμαι ν’ απαγγέλω ουρανό/ που έχω μέσα στο κρανίο μου», ή πάλι: «είμαι εκείνο το δέντρο /που τρέχει μαζί με το τοπίο». Κίνηση και ακινησία, τοπίο και βλέμμα εκείνου που θεάται -που θα πει «στοχάζεται»- τον κόσμο, συνιστούν από ποίημα σε ποίημα και από συλλογή σε συλλογή, μία ρευστή, πολύτροπη εικόνα χρωμάτων, φυσικών στοιχείων, μια οντολογική χαρτογράφηση. Καθαρή σκέψη και μουσικότητα αναπτύσσονται σε έναν γήινο κόσμο τόπων και χρόνου, έναν κόσμο που ονειρεύεται τον ουρανό. Κι ενώ η πνευματική, η διανοητική λειτουργία είναι κυρίαρχη, διατηρεί ωστόσο τις αισθήσεις της τεταμένες και τον λυρισμό των αισθημάτων της πάντα ενεργό.
Αναζητά, βρίσκει και καταγράφει ο Βέης συστηματικά, μα πάντα ωσάν αυθόρμητα, αυτό που θα πει στη Χρυσαλίδα στον πάγο τη «στιγμιαία επιβεβαίωση της σύμπνοιας/ των ορατών και των ευχών μας».
Ο πολύσημος κόσμος της φύσης
Σε αυτό το τοπίο της φύσης και της ψυχής που τα «βρεγμένα φύλλα γέμισαν φωνές» (Γεωγραφία κινδύνων), που οι λωτοί, τα κέδρα, «η υπερήφανη ζωή των ευκαλύπτων», το δάσος με τις σημύδες (Χρυσαλίδα στον πάγο), τα χαμηλά κλαδιά του σφενταμιού (Ν, όπως Νοσταλγία), «τα βλαστάρια της φτέρης» (Ν, όπως Νοσταλγία), το σύνταγμα των βρύων (Γεωγραφία κινδύνων), ένα ανθισμένο κλαδί, όλα τους απολυτοποιούν την σοφία και ορμή της ζωής, εδώ δεν θα αργήσουν να εισέλθουν οι πολλές φωνές των πουλιών – που, εάν ο Ολιβιέ Μεσιάν τις απέδωσε με εντυπωσιακό τρόπο μουσικά, ο Βέης ξέρει να τις μετατρέπει σε εικόνα, σε σημείο, σε μεταφυσική αλληγορία, σε μήνυμα ενός «ανεκλάλητου παραδείσου».
Οι διάλογοι των περιστεριών» (Λεπτομέρειες κόσμων), τα πουλιά που μιλούν «αρχαίες γλώσσες» (Λεπτομέρειες κόσμων), ο μονόλογος του μικροτσικνιά, ένα ματωμένο τρυγόνι, (Ν, όπως Νοσταλγία), ο κούκος, το κήρυγμα του τριζονιού, ο κοκκινολαίμης, «που ξεδιψάει με τα πέταλα της βροχής» (Ν, όπως Νοσταλγία), οι τσιχλογέρακες, τα φλαμίνγκος, όλα μαζί τα πουλιά «παρεμβαίνουν στις υποθέσεις των ανθρώπων/ επιβάλλονται συχνά με τον τρόπο τους/ σκεπάζοντας» φευγαλέα λόγια και πράξεις των θνητών ανθρώπων, αποδίδοντας την ανάγκη της αθωότητας στο πλαίσιο κάθε συνθήκης.
Μια κυκλική, αέναη λειτουργία ύπαρξης του κόσμου, μια νοσταλγία συνάμα επιστροφής, εγκατοίκησης στο ποιητικό ενδιαίτημα ενός μεγάλου, πλήρους φυλλωμάτων και νοημάτων κήπου που ξέρει να δίνει στον άνθρωπο τον χρησμό του, που ξέρει να υπαινίσσεται και βεβαιώνει «πως ζούμε».
Αυτός ο πολυποίκιλος και πολύσημος κόσμος της φύσης στο έργο του Γιώργου Βέη με τα χρόνια αναλαμβάνει να προσδιορίσει καθοριστικά τον προσωπικό του μύθο, να ρυθμίσει την ποιητική του γραμματική, να διευρύνει τα όρια της γλώσσας του υιοθετώντας λέξεις κι αισθήσεις των μακρινών τόπων που έζησε, πέρασε, είδε, των προσωπείων που φόρεσαν οι ανθρώπινες αγωνίες, των προσώπων που υπήρξαν αφορμές για να ζωοποιηθεί ο έρωτας, η μοναξιά, η γνώση, η νοσταλγία, ο πόνος ενός αγνώστου μέλλοντος, η καταλλαγή.
«Ανάμεσα στα φύλλα της πορτοκαλιάς
η χλωρή σκιά
όχι σαν απειλή
η έλευση/ η αναχώρηση/η έλευση/
μια συντροφιά/ το χαμένο μελίσσι /που δεν χάθηκε ποτέ».
(Ν, όπως Νοσταλγία)
Μια κυκλική, αέναη λειτουργία ύπαρξης του κόσμου, μια νοσταλγία συνάμα επιστροφής, εγκατοίκησης στο ποιητικό ενδιαίτημα ενός μεγάλου, πλήρους φυλλωμάτων και νοημάτων κήπου που ξέρει να δίνει στον άνθρωπο τον χρησμό του, που ξέρει να υπαινίσσεται και βεβαιώνει «πως ζούμε». «Οι ίσκιοι των δασών είναι απλωμένοι ολόγυρα», γράφει ο Hölderlin, «εκεί που το ρυάκι μακρινό κατηφορίζει [..] τον εαυτό του ο άνθρωπος σ’ αυτό το νόημα βρίσκει.»
Και ο Βέης δεν φοβάται σε μια υπερπεζολογική εποχή, σε μια εποχή που το απλοϊκό εναγκαλίζεται το ακατανόητο, που η γλώσσα αντιμετωπίζεται ως γρήγορο όχημα και όχι ως δυναμικός σκοπός αποκαλυπτικός της αλήθειας μας, σε μια εποχή θα πω, ενθυμούμενη τον Ελύτη, που όλοι γράφουν ποιήματα, ο Βέης μπορεί να πενθεί τα αηδόνια, είτε διασχίζοντας τον πλανήτη είτε ευρισκόμενος στη γενέθλια γη, μπορεί να αφουγκράζεται τον τρόπο που η παιώνια τοποθετείται στο κόσμο, αμίλητη κι απορημένη, ή που οι λεπτοκαρυές προειδοποιούν για τα επερχόμενα, τον τρόπο που ένα ξερό φύλλο αποκόπτεται απ’ το κλαδί του. Και επιλέγει με τόλμη και δύναμη τη διαχρονική οπτική της λυρικής ποίησης που ξέρει μέσα από εξωτερικά τοπία να βλέπει τα εσωτερικά, μέσα απ' τη λεπτή ακίδα της στιγμής να βρίσκει το όλον των αισθημάτων μας.
«Έλα κοντά μου στο σπίτι αυτό να μείνεις
Το χτίσαν καλοί μαστόροι
δεν πέφτει με τίποτα…» (Καταυλισμός)
μάς διαβεβαιώνει ο Βέης.
Άριστος μάστορας ο ίδιος, ακριβολογεί μέσα από λυρικές μεταφορές, παρηχήσεις, αμφισημίες και υπαινιγμούς, παραφράζοντας τη νύχτα, ερωτική κάποτε και μεταφυσική πάντα, ευρυμαθής λόγιος που μιλά ελληνικά και ξέρει με την επιμέλεια μαθητή να υπηρετεί πενήντα χρόνια τώρα την μουσική των λέξεων, το ειδικό βάρος των νοημάτων, την επιτακτικότητα της επιθυμίας.
«Διαβάζοντας προσεκτικά λιβάδι, μαθαίνω
ότι εντέλει είναι νά’ ρθεις αυτές τις μέρες
σημάδια αλάνθαστα στο βάθος του τοπίου
οι θημωνιές, οι συλλαβές των μυστικών μας» (Βράχια)
γράφει.
Εύχομαι καλοτάξιδα τα ποιήματα μιας ζωής, και επίσης εύχομαι μια συνεπή και λαμπρή συνέχεια στη γοητευτική και πολύτιμη περιπέτεια της γραφής του Γιώργου Βέη.
* Η ΙΟΥΛΙΤΑ ΗΛΙΟΠΟΥΛΟΥ είναι ποιήτρια.
Λίγα λόγια για τον ποιητή
Ο Γιώργος Βέης γεννήθηκε στην Αθήνα το 1955. Ποιήματά του έχουν μεταφραστεί σε επτά ευρωπαϊκές γλώσσες και στα κινεζικά. Το πρώτο του βιβλίο, Φόρμες και άλλα ποιήματα, εκδόθηκε το 1974. Από το 1976 ασχολείται με την κριτική της λογοτεχνίας.
Διετέλεσε Πρόξενος στη Νέα Υόρκη, Γενικός Πρόξενος στο Ντόρτμουντ, στη Μελβούρνη, στο Χονγκ Κονγκ και στο Μακάο, σύμβουλος Πρεσβείας στο Πεκίνο και στη Σεούλ, επιτετραμμένος στο Καμερούν, με παράλληλη διαπίστευση στο Τσαντ, στο Σάο Τομέ-Πρινσίπε, στην Γκαμπόν, στην Κεντροαφρικανική Δημοκρατία και στη Γουϊνέα του Ισημερινού. Διετέλεσε πρέσβης στο Σουδάν, με παράλληλη διαπίστευση στη Σομαλία. Το 2010 τοποθετήθηκε πρέσβης στην Ινδονησία, με παράλληλη διαπίστευση στη Μαλαισία, στο Σουλτανάτο του Μπρουνέι και στο Ανατολικό Τιμόρ.

Έχει τιμηθεί με το Κρατικό Βραβείο Μαρτυρίας το 2000, για το βιβλίο Ασία, Ασία, και με το Κρατικό Βραβείο Χρονικού-Μαρτυρίας το 2010, για το βιβλίο Από το Τόκιο στο Χαρτούμ. Η ποιητική του συλλογή Λεπτομέρειες κόσμων (εκδ. Ύψιλον) απέσπασε το Βραβείο Λάμπρος Πορφύρας της Ακαδημίας Αθηνών το 2007. Το 2012 του απονεμήθηκε ο Ανώτερος Ταξιάρχης του Φοίνικος για τις υπηρεσίες του στο διπλωματικό σώμα. Το 2014 τιμήθηκε με το Βραβείο Ποίησης του Ιδρύματος Πέτρου Χάρη της Ακαδημίας Αθηνών, για το σύνολο του έργου του. Τον Ιούλιο του 2015 προήχθη κατ' απόλυτη εκλογή από τον βαθμό του Πληρεξούσιου Υπουργού Α' στον βαθμό του Πρέσβεως και διορίστηκε Μόνιμος Αντιπρόσωπος της Ελλάδας στην UNESCO. Τιμήθηκε με το Κρατικό Λογοτεχνικό Βραβείο Μαρτυρίας - Βιογραφίας - Χρονικού - Ταξιδιωτικής Λογοτεχνίας του 2016 για το βιβλίο του με τίτλο Παντού: Μαρτυρίες, μεταμορφώσεις.
Είναι μέλος του Διοικητικού Συμβουλίου της Εταιρείας Συγγραφέων.
Είναι Επίτιμος διδάκτωρ του Φιλολογικού Τμήματος της Φιλοσοφικής Σχολής του Εθνικού και Καποδιστριακού Πανεπιστημίου Αθηνών.
























