x
Διαφήμιση

8 Απριλιου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:08:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΣΥΝΤΑΚΤΙΚΟΝ Όταν μια κοινωνία χάνει το Βήμα της

Όταν μια κοινωνία χάνει το Βήμα της

E-mail Εκτύπωση

Vima 800Του Κ.Β. Κατσουλάρη

Τον  Απρίλιο του 1997 κυκλοφόρησε από την Εστία το πρώτο μου βιβλίο, η νουβέλα Ιστορίες από τον αφρό. Δυο εβδομάδες μετά, εμφανίστηκε στο Βήμα της Κυριακής μια θετική κριτική, που την υπέγραφε ο Ντίνος Σιώτης, εντελώς άγνωστός μου εκείνο τον καιρό, όπως και ουσιαστικά άγνωστοι ήταν για μένα τότε όλοι οι άνθρωποι του χώρου, πλην της Μάνιας και της Εύας Καραϊτίδη που μας είχε φέρει κοντά η επικείμενη έκδοση του βιβλίου μου. Η χαρά μου, μα κυρίως η έκπληξή μου ήταν μεγάλη: Ήταν δυνατόν μια τόσο μεγάλη εφημερίδα να αφιερώνει, αίφνης, ολόκληρη σελίδα σε κάποιον εντελώς άγνωστο; Και μάλιστα για ένα βιβλίο παράξενο, ιδιόρρυθμο, εντόνως ιδιοσυγκρασιακό;

Είχα, βέβαια, ως νεόκοπος συγγραφέας, αντιληφθεί τους προηγούμενους μήνες ότι κάτι καινούργιο είχε συμβεί στο χώρο του κυριακάτικου τύπου, που ήταν η δημιουργία από τον Νίκο Μπακουνάκη ενός ολόκληρου ενθέτου αφιερωμένου στα βιβλία, το ένθετο «Βιβλία», που άλλαζε εντελώς την αντίληψή μας για την βιβλιοπαρουσίαση και τη βιβλιοκριτική, δημιουργώντας ένα ρεύμα που συνέβαλε στη δημιουργία τόσο του ενθέτου των Νέων για τα Βιβλία και τις Ιδέες (με τη Μικέλα Χαρτουλάρη στο «τιμόνι») όσο και του ένθετου περιοδικού στην Ελευθεροτυπία, την θρυλική πλέον «Βιβλιοθήκη» (με τον Σήφη Πολυμίλη να έχει την «υψηλή επιστασία»). Εντούτοις, πίστευα κι εγώ τότε (με το ελαφρυντικό της νεότητας, αν στα 29 σου χρόνια δικαιούσαι ακόμη να το επικαλείσαι) ότι αυτού του είδους τα δημοσιεύματα ήταν μονάχα αποτέλεσμα «συναλλαγής», ότι κανείς δεν ξεκινούσε από μόνος του να ασχοληθεί με το βιβλίο σου και να γράψει γι’ αυτό, και μάλιστα «θετικά», αν δεν είχε κάποιον «προσωπικό» λόγο· κι ότι για να «περάσεις» σε εφημερίδες του μεγέθους και του κύρους του Βήματος, έπρεπε να είσαι, τρόπον τινά, μέλος κάποιας «κλίκας». Ανοησίες, βέβαια, όπως είχε διαφανεί ήδη και όπως θα καταλάβαινα καλύτερα στη συνέχεια.

 Στα εννέα αυτά χρόνια, δημοσιεύτηκαν στο ένθετο «Βιβλία» περισσότερα από 150 κείμενά μου, χωρίς ποτέ να δεχτώ καμιά παρέμβαση, καμιά παραίνεση, για το βιβλίο που θα επέλεγα ή για το πώς θα το αντιμετώπιζα. 

Ενάμιση χρόνο αργότερα, τον Δεκέμβριο του 1998, κι ενώ είχε ήδη βγει από την Εστία το δεύτερο βιβλίο μου, το μυθιστόρημα Το σύνδρομο της Μαργαρίτας, βλέποντας ότι στο ένθετο «Βιβλία» δημοσιεύονταν πολλά κείμενα για βιβλία που κι εγώ διάβαζα –κυρίως μεταφρασμένα μυθιστορήματα–, πήρα μια πρωτοβουλία που ίσως φαντάζει παράτολμη σήμερα όσο και τότε: Τηλεφώνησα στο Βήμα, στο τηλεφωνικό κέντρο, και ζήτησα να μιλήσω στον κο Μπακουνάκη, τον οποίο ούτε κατ’ όψιν γνώριζα. Λίγο μετά, στην άλλη άκρη της γραμμής, βγήκε ο Νίκος, στον οποίο δήλωσα (όχι χωρίς κάποιο θράσος, τώρα που το αναλογίζομαι) ότι είμαι ένας νέος συγγραφέας, ο τάδε, και θα ήθελα πολύ να γράφω για βιβλία στο ένθετο που διηύθυνε, στο Βήμα. Εκείνος μου απάντησε ότι καλό θα ήταν να το συζητούσαμε από κοντά, και μου ζήτησε να περάσω από την εφημερίδα δυο τρεις μέρες μετά. Στην κουβέντα που είχαμε, σ’ ένα γραφείο που ήδη τότε ξεχείλιζε από βιβλία, με ρώτησε με τι είδους βιβλία θα ήθελα να ασχοληθώ, κι εγώ του πρότεινα να γράψω για το μυθιστόρημα του Μισέλ Ουελμπέκ Τα στοιχειώδη σωματίδια, που τότε έκανε θραύση στη Γαλλία. Παρότι ακόμη δεν είχε κυκλοφορήσει βιβλίο του Ουελμπέκ στη χώρα μας, ο Μπακουνάκης (που βέβαια παρακολουθούσε στενά τον ξένο τύπο, κι ήταν ενήμερος για τον «χαμό» που γινόταν με τον Ουελμπέκ) υποδέχτηκε με χαρά την πρότασή μου, πληροφορώντας με μάλιστα για την… αμοιβή μου (το ποσό που μου είπε, σε δραχμές, βέβαια, τότε, φαντάζει σήμερα τόσο μεγάλο που αισχύνομαι να το αποκαλύψω, λέει πάντως κάτι για το πώς αντιμετώπιζε μια αληθινά μεγάλη εφημερίδα ακόμη και τον τελευταίο τροχό της αμάξης που ήμουν τότε εγώ) [1]. Λίγες εβδομάδες αργότερα, άφησα ένα floppy disc με το κείμενό μου σε έναν φάκελο «υπ' όψιν του κ. Νίκου Μπακουνάκη», στην είσοδο του ΔΟΛ, στη Χρήστου Λαδά, και μια δυο Κυριακές μετά είχα την ευτυχία να το δω δημοσιευμένο στο ένθετο «Βιβλία», χωρίς να λείπει ούτε λέξη, και μάλιστα με τον τίτλο που είχα προτείνει ο ίδιος, προσεκτικά εικονογραφημένο. Ήταν η αρχή μιας εξαιρετικής συνεργασίας, που διήρκησε σχεδόν εννέα χρόνια, έως το 2007, οπότε και η συνεργασία μας διεκόπη, κατά κύριο λόγο επειδή εντάχθηκα «οργανικά» στην εφημερίδα Ελεύθερος Τύπος που τότε, εξαγορασμένη από την οικογένεια Αγγελόπουλου, ξεκινούσε μια υπερφιλόδοξη νέα πορεία, με ατυχές κι αποκαρδιωτικό τέλος [2]. Στα εννέα αυτά χρόνια, δημοσιεύτηκαν στο ένθετο «Βιβλία» περισσότερα από 150 κείμενά μου, χωρίς ποτέ να δεχτώ καμιά παρέμβαση, καμιά παραίνεση, για το βιβλίο που θα επέλεγα ή για το πώς θα το αντιμετώπιζα. Τον πρώτο καιρό από το τηλέφωνο, και στη συνέχεια μέσω e-mail, απλώς πρότεινα ένα ή δύο βιβλία που είχα εντοπίσει, κι ο Νίκος απαντούσε λακωνικά, συνήθως με ένα ΟΚ, ότι συμφωνούσε να γράψω γι’ αυτά. Στα γραφεία της εφημερίδας πήγα μία ακόμη φορά όσο αυτά βρίσκονταν στην Χρήστου Λαδά, κι άλλη μία, χρόνια μετά, στην Μιχαλακοπούλου, για άλλο λόγο. Με τον Νίκο Μπακουνάκη δεν ήπιαμε ποτέ ούτε έναν καφέ οι δυο μας, η γνωριμία μας παρέμεινε περιορισμένη στο πλαίσιο αυτής της συνεργασίας και μόνο, αλλά τόσα χρόνια μετά οφείλω να το πω ότι αυτή η «πόρτα» που τόσο εύκολα άνοιξε για μένα, ίσως να μην άνοιγε αν πίσω από αυτήν δεν βρισκόταν ένας άνθρωπος με ανοιχτό μυαλό και ορίζοντες, με όραμα γι’ αυτό που ήθελε να κάνει, ασυμπλεγμάτιστος. Έτσι, όταν πρόσφατα βρεθήκαμε να καθόμαστε δίπλα δίπλα στην Ακαδημία Αθηνών για τη βράβευσή μας, εκείνος για το βιβλίο-μελέτη «Δημοσιογράφος ή ρεπόρτερ. Η αφήγηση στις ελληνικές εφημερίδες, 19ος - 20ος αιώνας» κι εγώ για τη συλλογή με διηγήματα «Νυχτερινό ρεύμα», από τις εκδόσεις Πόλις και τα δύο (ακόμη μια «σύμπτωση»), αισθάνθηκα ομολογώ έντονη συγκίνηση.

Αρκούσε κανείς να ξεφυλλίσει τις σελίδες για τις Τέχνες και τις Ιδέες (η αρθογραφία στις Νέες Εποχές υπήρξε πάντοτε υπόδειγμα διανοητικού πλουραλισμού και πολυφωνίας) για να αισθανθεί ότι ζει σε μια χώρα που πάλλεται και σκέφτεται, μια χώρα που πασχίζει να τοποθετήσει τον εαυτό της δίπλα στις σπουδαίες χώρες του δυτικού κόσμου, που μπορεί να σκεφτεί κριτικά χωρίς να ξεπέφτει στον λαϊκισμό και στην χωρίς έρμα πολεμική.

Οι προσωπικές μαρτυρίες, έχω επίγνωση, δεν αποτελούν από μόνες της επαρκές υλικό για να εξάγει κανείς γενικότερα συμπεράσματα, ούτε και εξιστορούν «όλη την αλήθεια» (πώς θα μπορούσε, άλλωστε). Πρέπει ωστόσο, αργά ή γρήγορα, να κατατίθενται, τόσο επειδή αποτελούν μια ψηφίδα πραγματικότητας, αλλά κι επειδή συνιστούν πράξεις απόδοσης δικαιοσύνης, στο πλαίσιο μιας μικρο-ιστορίας που εν τέλει αφορά πολύ περισσότερους από αυτούς οι οποίοι εμπλέκονται. Το να κλείνουν μεγάλες και ιστορικές επιχειρήσεις στον χώρο του Τύπου και των εκδόσεων, όπως είναι ο Δημοσιογραφικός Οργανισμός Λαμπράκη, θέλω να πιστεύω ότι δεν χαροποιεί κανέναν πολιτισμένο κι ευφυή άνθρωπο, όπως πιστεύω ότι κανένας πολιτισμένος και ευφυής άνθρωπος δεν χάρηκε λίγα χρόνια πριν όταν οδηγήθηκε στο κλείσιμο η Ελευθεροτυπία, ο έτερος πυλώνας της δημοσιογραφίας στη χώρα μας από τη Μεταπολίτευση και μετά. Πιστεύω όμως πως ειδικά το Βήμα (και να με συγχωρήσουν οι φίλοι μου στα Νέα, μια εφημερίδα που τόσα έχει προσφέρει, ειδικά στον χώρο του βιβλίου για τον οποίο ιδιαίτερα κόπτομαι) αποτέλεσε ένα εντελώς ξεχωριστό παράδειγμα εφημερίδας, τόσο λόγω της πολύ μεγάλης ιστορίας της (από το 1922, ως Ελεύθερον Βήμα) μα κυρίως λόγω των επιμέρους χαρακτηριστικών της, που την έκαναν να είναι η μεγάλη φιλελεύθερη εφημερίδα του αστικού κόσμου της χώρας, στους οποίους συμπεριλαμβάνονταν πάντοτε και πολλοί διακεκριμένοι Αριστεροί διανοούμενοι (ας μνημονεύσω μονάχα τους Αντώνη Λιάκο και Κωνσταντίνο Τσουκαλά, που εμμέσως εμπλέκονται και με την πολιτεία της νυν κυβέρνησης, από μη κυβερνητικές θέσεις). Το Βήμα, η μεγάλη εφημερίδα της Κυριακής (η οποία, δις στην ιστορία της κυκλοφόρησε και ημερησίως, όχι με μεγάλη επιτυχία), η σπουδαία εφημερίδα της εκσυγχρονιστικής και φιλοευρωπαϊκής Ελλάδας, παρά τα όποια σφάλματα της διεύθυνσής της και τις κατά καιρούς αμφιλεγόμενες πρακτικές της, έπαιξε επάξια τον ρόλο της για πολλές δεκαετίες ως εφημερίδα-φάρος για την Ελλάδα της διανόησης, της δράσης, της επιστήμης και των τεχνών. Πέρα από τις σελίδες της για τα Βιβλία, που είχαν πάντοτε κατά την άποψή μου ένα ιδιαίτερα κοσμοπολίτικο ύφος (εν πολλοίς χάρη στον Νίκο Μπακουνάκη, μα και σε άλλους βασικούς συντελεστές τους όπως ο Αναστάσης Βιστωνίτης ή κι ο Γιάννης Μπασκόζος, για ένα διάστημα), αρκούσε κανείς να ξεφυλλίσει τις σελίδες για τις Τέχνες και τις Ιδέες (η αρθογραφία στις Νέες Εποχές υπήρξε πάντοτε υπόδειγμα διανοητικού πλουραλισμού και πολυφωνίας) για να αισθανθεί ότι ζει σε μια χώρα που πάλλεται και σκέφτεται, μια χώρα που πασχίζει να τοποθετήσει τον εαυτό της δίπλα στις σπουδαίες χώρες του δυτικού κόσμου, που μπορεί να σκεφτεί κριτικά χωρίς να ξεπέφτει στον λαϊκισμό και στην χωρίς έρμα πολεμική. Έτσι, η αναγγελθείσα διακοπή της κυκλοφορίας του Βήματος (κάτι που, επαναλαμβάνω, ελπίζω να διαψευστεί μες στις επόμενες μέρες) θα αποτελούσε μέγιστη συλλογική ήττα, ένδειξη πολιτισμικής παρακμής, μια αποτυχία των ελίτ όσο και της κοινωνίας των πολιτών. Θα αποτελούσε σύμπτωμα μιας εγγενούς αδυναμίας της ελληνικής κοινωνίας να ιεραρχήσει αξίες και προτεραιότητες, να υπερασπίσει την ιστορία της, τους θεσμούς της, ακόμη και τη δημοκρατία της. Από σήμερα η Ελλάδα θα ήταν μια πιο φτωχή χώρα, κατά πολύ φτωχότερη απ’ ό,τι φανερώνει η πολυσυζητημένη μείωση του ΑΕΠ την τελευταία εξαετία: θα έχανε ζωτικό κομμάτι από την ιστορία της, ένα μέρος από τον καλύτερο εαυτό της.

* Ο ΚΩΣΤΑΣ ΚΑΤΣΟΥΛΑΡΗΣ είναι συγγραφέας.


[1] Η αμοιβή αυτή στα χρόνια του ευρώ μεγάλωσε κι άλλο, κι ήταν, όπως είμαι πλέον σε θέση να γνωρίζω, με διαφορά η μεγαλύτερη αμοιβή που δινόταν σε εφημερίδα, σε εξωτερικούς συνεργάτες, για κείμενα αυτού του μεγέθους. Τις αμοιβές αυτές τις επέβλεπε και τις υπέγραφε, μία προς μία, ο ίδιος ο Σταύρος Ψυχάρης – δεν ήταν μέρος ενός «εν λευκώ» χειρισμού κάποιου «μπάτζετ», κάτι που δείχνει ότι η απόφαση να προβάλλεται το βιβλίο από την εφημερίδα είχε ληφθεί σε υψηλό επίπεδο (πώς αλλιώς;) και στηριζόταν από τη διεύθυνση. 
[2] Ένα case study, για τον χώρο του Τύπου, που θα άξιζε να μελετηθεί κάποια στιγμή, και που πάντως πρόσφερε σε εμάς που ασχολούμασταν με το βιβλίο και τις ιδέες στην εφημερίδα, μέχρι να βάλει λουκέτο τον Ιούνιο του 2009, έναν μοναδικό από άποψη ελευθερίας και «μέσων» χώρο εργασίας και δημιουργίας, κι από τα οποία πλέον, μια και δεν υπάρχει ούτε το site εκείνης της περιόδου, δεν διασώζεται δυστυχώς τίποτε.  
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Τι θα πούμε στη μικρή Τσίλι;

Τι θα πούμε στη μικρή Τσίλι;

Με αφορμή την έκδοση σε βιβλίο της ομιλίας του Σταύρου Ζουμπουλάκη «Για το Ολοκαύτωμα» στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Ελλάδος (εκδ. Πόλις). 

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

...
«Μα πού είναι τέλος πάντων ο Θεός;»

«Μα πού είναι τέλος πάντων ο Θεός;»

Κείμενο με αφορμή την επανέκδοση του βιβλίου-μαρτυρία του Elie Wiesel Η νύχτα (μτφρ. Γιώργος Ξενάριος, εκδ. Μεταίχμιο)

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

...
Μάρη Θεοδοσοπούλου, «ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες»

Μάρη Θεοδοσοπούλου, «ένας άνθρωπος χωρίς ιδιότητες»

Η Μάρη Θεοδοσοπούλου γράφει για την Μάρη Θεοδοσοπούλου με το ύφος της Μάρης. Απόσπαμα από τον «μυθοπλαστικό» πρόλογό της στο τρίτο, και τελευταίο βιβλίο της σπουδαίας κριτικού λογοτεχνίας.

Του Κ.Β. Κατσουλ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Πανευρωπαϊκή έκκληση σωτηρίας για τον κλάδο του βιβλίου

Πανευρωπαϊκή έκκληση σωτηρίας για τον κλάδο του βιβλίου

Οι Έλληνες εκδότες συνυπογράφουν την επιστολή της Ομοσπονδίας Ευρωπαίων Εκδοτών (FEP) και καλούν και το ελληνικό κράτος να στηρίξει τον κλάδο του βιβλίου.

Αθήνα, 8 Απριλίου 2020...

Το σπίτι του Μπίντερμαν

Το σπίτι του Μπίντερμαν

Διήγημα του Χρήστου Μπουραντά

Σου είχα πει κάποτε: Αν ποτέ το σκεφτείς στα σοβαρά, αν δεν την παλεύεις άλλο, πάρε με να περάσω. Ό,τι και να γίνει.

Και θα ’ρθω τρέχοντας στη γειτ...

Ωδή στις γυναίκες που παίρνουν τους δρόμους χωρίς κατοικίδιο

Ωδή στις γυναίκες που παίρνουν τους δρόμους χωρίς κατοικίδιο

Μια γυναίκα, τις μέρες της πανδημίας, φοράει κατάλληλα παπούτσια, κασκόλ, γάντια και μια μάσκα και «παίρνει τους δρόμους». Στον νου της έρχονται σημαντικές ηρωίδες μυθιστορημάτων, οι οποίες βγαίνουν από το σπίτι και με αληθινή αίσθηση ελευθερίας περιφέρονται –συχνά άσκοπα–, και παίρνουν...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube