x
Διαφήμιση

19 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:10:37:38 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΚΛΑΣΙΚΟ ΜΕΝ, ΑΛΛΑ... «Ναι στη Γραφή, όχι στην Αγία»

«Ναι στη Γραφή, όχι στην Αγία»

E-mail Εκτύπωση

lamprakos-390Ο Γιώργος Λαμπράκος, για το «βιβλίο των βιβλίων», την Αγία Γραφή.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Μου ζητήθηκε να γράψω ένα κείμενο για ένα βιβλίο κλασικό μεν, αλλά που δεν μου αρέσει. Αναρωτήθηκα, «Ποιο είναι το κλασικότερο βιβλίο που δεν μου αρέσει;», και ύστερα από ένα νανοδευτερόλεπτο κατέφτασε η απάντηση: η Αγία Γραφή. Όντας εξ ανατροφής άθεος και εκ πεποίθησης αγνωστικιστής, δεν θα μπορούσα να διαβάσω την Αγία Γραφή, όπως και κάθε άλλο κατεξοχήν θεολογικό κείμενο, παρά μόνο δεχόμενος πως ό,τι διαβάζω δεν ισχύει στο επίπεδο του οντολογικά πραγματικού. Για τους άθεους, όπως έχει επισημανθεί ορθά και επανειλημμένα, όλοι οι θεοί όλων των θρησκειών είναι εξίσου απατηλοί και προφανώς ισοδύναμοι ως προς την οντολογική ανυπαρξία τους με τα άλλα υπερβατικά ή μεταφυσικά πλάσματα, όπως φαντάσματα, δαίμονες, πνεύματα, τέρατα, καλικάντζαροι, στοιχειά, λυκάνθρωποι, γκόλεμ, πόλτεργκαϊστ κ.ά. (η λίστα είναι εξίσου άπειρη με την ανθρώπινη φαντασία). Για τους θρήσκους, απεναντίας, όλοι οι θεοί είναι απατηλοί με εξαίρεση –τι ευτυχής σύμπτωση– τον προσωπικό τους.

Είναι άραγε προϋπόθεση να πιστεύει κανείς σε κάποιον θεό για να απολαύσει τη «θρησκευτική» τέχνη;

Η Αγία Γραφή είναι ένα ομολογουμένως πλούσιο κείμενο και η τεράστια επίδρασή της σε τόσους διαφορετικούς πολιτισμούς επί τόσους αιώνες δεν είναι σε καμία περίπτωση τυχαία. Οι ιστορίες, οι παραβολές, οι μύθοι, οι συμβολισμοί, οι ανθρωπολογικές γνώσεις και οι ηθικές επιταγές της έχουν επηρεάσει και εξακολουθούν να επηρεάζουν δισεκατομμύρια ανθρώπους. Η παρουσία της στις τέχνες; Πανταχού. Καταρχάς στην εικαστική τέχνη, την οποία λατρεύω: ποια θα ήταν η πορεία της δυτικής ζωγραφικής χωρίς τον Τζιότο, τον Μιχαήλ Άγγελο, τον Ελ Γκρέκο, τον… τον… τον…; (Πριν από μερικά χρόνια, στο Πράδο, έπαθα απανωτό σύνδρομο Σταντάλ όταν είδα πρώτα τους δίδυμους πίνακες Αδάμ και Εύα του Ντίρερ, ενώ στην επόμενη γωνία με περίμενε υπομονετικά για να μου τη φέρει κατακέφαλα ο Κήπος των επίγειων απολαύσεων του Μπος). Ομοίως στη μουσική: ποια θα ήταν η εξέλιξή της χωρίς τα Κατά Ιωάννην Πάθη και τα Κατά Ματθαίον Πάθη του Μπαχ, χωρίς τον Μεσσία και τον Ισραήλ στην Αίγυπτο του Χέντελ, χωρίς το Ρέκβιεμ του Μότσαρτ, χωρίς… χωρίς… χωρίς…; (Όταν ζούσα στο Βερολίνο, πήγαινα συχνά σε μια εκκλησία για να ακούω έργα του Τέλεμαν και του Πέρσελ στο όργανο – σήμερα ακούω τα θρησκευτικά έργα του Περτ με παρόμοιο πάθος). Ομοίως, βέβαια, στη λογοτεχνία: Δάντης, Μίλτον, Σουίφτ, Ντίκενς, Ντοστογιέφσκι, Παπαδιαμάντης είναι τα πρώτα ονόματα που μου έρχονται στον νου, ανάμεσα στους τόσους σπουδαίους συγγραφείς που έχουν επηρεαστεί καταλυτικά από το επονομαζόμενο «βιβλίο των βιβλίων» και με τη σειρά τους έχουν επηρεάσει καταλυτικά πολλούς μεταγενέστερους συγγραφείς. Είναι άραγε προϋπόθεση να πιστεύει κανείς σε κάποιον θεό για να απολαύσει τη «θρησκευτική» τέχνη; Όχι, όταν αυτή είναι αληθινή Τέχνη: εδώ σημασία δεν έχει η θρησκευτική πρόθεση, αλλά το αισθητικό αποτέλεσμα. Εκτιμώ λοιπόν αφάνταστα την ανθρώπινη φαντασία, ό,τι κι αν γεννά – το μόνο που απορρίπτω (αν και αναγνωρίζω τη δύναμή της) είναι η αυταπάτη.  

alt
    «Ο κήπος των επίγειων απολάυσεων» του Ιερώνυμου Μπος
 

Ακόμα και σήμερα, μετά τον θάνατο ή έστω τη συνταξιοδότηση (όπως έγραφε ο Κονδύλης) του Θεού, υπάρχουν μέρη της Αγίας Γραφής που παραμένουν ισχυρά: η «Γένεσις» και η «Αποκάλυψις Ιωάννου» (λογοτεχνία του φανταστικού avant la lettre), ο «Ιώβ» (κάθε ανάγνωση πονά σαν την πρώτη φορά), το «Άσμα Ασμάτων» (οι τόσες μεταφράσεις αυτού του ποιήματος αποδεικνύουν την αμείωτη ομορφιά του), ο «Εκκλησιαστής» (το αγαπημένο μου κείμενο της Αγίας Γραφής), σημαίνουσες ιστορίες όπως εκείνη του Κάιν και του Άβελ (μία τέτοια, μεταφερμένη στη σύγχρονη εποχή, υπάρχει στο τελευταίο μου βιβλίο, Ψηφιακός Νάρκισσος) ή του Δαβίδ και του Γολιάθ, λίγοι Ψαλμοί και κάποιες Παροιμίες του Σολομώντα, καθώς και ορισμένα τμήματα από τα Ευαγγέλια (η γοητεία που ασκεί η φιγούρα του Ιησού είναι συχνά εντυπωσιακή). Από εκεί και πέρα, ωστόσο, το άγιο χάος: ανεκδιήγητες τελετουργίες, αχαλίνωτες τιμωρίες, απροσδιόριστες αμαρτίες, ανούσιες θυσίες, ασταμάτητες ικεσίες, απίθανες νομοθεσίες, άκρατες φαντασιοκοπίες, ακατανόητες ευλογίες, ατελείωτες γενεαλογίες, αδυσώπητες μνησικακίες, ακατάσχετες δοξολογίες, απροσμέτρητες εξιλεώσεις και αφόρητες επαναλήψεις.    

Αρκούν ορισμένοι χαρακτηριστικοί τίτλοι κεφαλαίων (βλ. έκδοση της Ελληνικής Βιβλικής Εταιρίας) για να καταλάβουμε πως βρισκόμαστε μακριά από τον κόσμο της ανθρώπινης λογικής, της διανοητικής εντιμότητας και της ψυχικής ισορροπίας: «Ο Κύριος υπόσχεται κρέας», «Η γη καταπίνει τους στασιαστές», «Ευλογίες που προέρχονται από την υπακοή», «Η ανώφελη νηστεία εξαντλεί τον λαό», «Ο Κύριος στέλνει ορτύκια» (ευτυχώς κράτησε την υπόσχεσή του), «Κατάλογος όσων είχαν αλλοεθνείς γυναίκες», «Οι πανουργίες της πόρνης», «Η Ιερουσαλήμ άχρηστη κληματόβεργα», «Το τσεκούρι επιπλέει», «Ως πότε, Κύριε;». Ύστερα από αυτή τη λιτανεία, πώς να μην αναρωτιόμαστε, ψάλλοντας με στεντόρεια φωνή: ΩΣ ΠΟΤΕ ΘΑ ΕΠΙΠΛΕΕΙ ΤΟ ΤΣΕΚΟΥΡΙ;

Η ιστορία της χριστιανικής θεολογίας είναι μια δισχιλιετής μάχη για το τι είναι αλληγορικό και τι πραγματικό, δηλαδή ιστορικό.

Γνωρίζω μια πιθανή απάντηση: (κάποια χωρία από) αυτά είναι αλληγορίες. Όμως, ποια ακριβώς είναι αλληγορίες; Και ποιος το κρίνει; Ποιος μπορεί να το κρίνει; Ποιος τολμά να ισχυρίζεται πως διαθέτει τα κριτήρια για να μπορεί να το κρίνει; Η ιστορία της χριστιανικής θεολογίας είναι μια δισχιλιετής μάχη για το τι είναι αλληγορικό και τι πραγματικό, δηλαδή ιστορικό. Το πιο χαριτωμένο είναι πως η μάχη αυτή δεν δινόταν τόσο από τους άθεους όσο από τους ίδιους τους χριστιανούς θεολόγους που αδυνατούσαν, πολύ συχνότερα απ’ όσο θα ήθελαν, να συμφωνήσουν στα κριτήρια. Καθόλου χαριτωμένα δεν είναι ωστόσο αυτά που πάθαιναν όσοι (συνήθως εξίσου βαθιά πιστοί) διαφωνούσαν με την εκάστοτε κρατούσα θεολογική αντίληψη.  

Τι αντιπροτείνω από την αρχαία εποχή; Τι άλλο: τη μελέτη της ελληνικής μυθολογίας, ποίησης και φιλοσοφίας. Την Ιλιάδα και την Οδύσσεια· τα λυρικά ποιήματα της Σαπφώς και του Αρχίλοχου· τις τραγωδίες, με αρχή την ανεπανάληπτη Ορέστεια της οικογένειας των Ατρειδών (θέμα ενός επόμενου βιβλίου μου) και συνέχεια τον άλλο γνωστό οίκο της αρχαιότητας, τους Λαβδακίδες με τον Οιδίποδα· τους Προσωκρατικούς, πρωτίστως τον Ηράκλειτο και τον Εμπεδοκλή· τον Θουκυδίδη· κάποιους πλατωνικούς διαλόγους και κάποια αριστοτελικά έργα· όλα τα σπαράγματα των Σοφιστών, των Κυνικών και των Σκεπτικών· τον Επίκουρο· last but not least τον Αριστοφάνη, μαζί και τον αρκετά μεταγενέστερο Λουκιανό, για να μας λυτρώνουν από το ηρωικό και το τραγικό. Αν έπρεπε να ορκιστώ σε κάτι, θα έβαζα χέρια και πόδια πάνω σε έναν από τους παραπάνω τόμους (πήγα να γράψω «τόνους») της αρχαίας ελληνικής σοφίας.    

«Μα», θα ρωτούσε κανείς, «και οι θεοί των αρχαίων Ελλήνων; Μήπως άρχισες ξάφνου να πιστεύεις;». Όχι, ευτυχώς. Διότι, τι είναι οι ολύμπιοι θεοί, αν όχι ανθρώπινες δυνάμεις υψωμένες στο τετράγωνο, άντε και στον κύβο; Τι είναι ο πολυγαμικός Δίας, η ζηλιάρα Ήρα, ο πολεμοχαρής Άρης, η σοφή Αθηνά, ο γοργοπόδαρος Ερμής, η ερωτιάρα Αφροδίτη, ο βακχικός Διόνυσος και οι λοιποί θεοί και ημίθεοι, αν όχι πιστές αντανακλάσεις των ανθρώπινων γνωρισμάτων; Οι επίσημοι ελληνικοί θεοί ήταν ουσιαστικά του κόσμου τούτου, εξού και κάποιοι αρχαίοι φιλόσοφοι και ποιητές δεν δίστασαν και δεν δυσκολεύτηκαν να τους φέρουν στα ανθρώπινα μέτρα πληρώνοντας βαρύ τίμημα για αυτό το υποτιθέμενο ανοσιούργημα. Πώς να φέρει κανείς στα ανθρώπινα μέτρα τον Θεό της Αγίας Γραφής; Οι ελληνικοί θεοί ήταν, μεταξύ άλλων, συστηματικά ψεύτες και κλέφτες (δηλαδή απελπιστικά ανθρώπινοι). Ο ιουδαιοχριστιανικός Θεός θεωρείται πάνσοφος, πανάγαθος και παντοδύναμος εις τον αιώνα τον άπαντα (είναι δηλαδή απ-άνθρωπος). Αν έπρεπε να διαλέξω, θα προτιμούσα τους πρώτους.

Ο Νίτσε δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με τον χριστιανισμό, ενώ στον Μαρξ βρίθουν τα μεσσιανικά και εσχατολογικά στοιχεία της εβραϊκής του κληρονομιάς.

Όλοι οι στοχαστικοί ήρωες των μετεφηβικών μου χρόνων, όπως ο Νίτσε, ο Φρόιντ, ο Μαρξ, ο Μοντέν, ανδρώθηκαν με την ελληνορωμαϊκή φιλοσοφία και λογοτεχνία, παραμερίζοντας τα βιβλικά κείμενα. Αυτό δεν σημαίνει πως η Αγία Γραφή τούς άφηνε αδιάφορους: ο Νίτσε δεν έπαψε ποτέ να ασχολείται με τον χριστιανισμό, ενώ στον Μαρξ βρίθουν τα μεσσιανικά και εσχατολογικά στοιχεία της εβραϊκής του κληρονομιάς, παρά την απεγνωσμένη προσπάθεια ορισμένων μαρξιστών να πείσουν για το αντίθετο. Ο δε Δαρβίνος, άλλη μεγάλη μου αδυναμία (ένα από τα πρώτα βιβλία που πήρα ως δώρο στο δημοτικό, από την οικογένειά μου, ήταν ο Δαρβίνος για αρχάριους, θυμάμαι ακόμα το λαχανί του εξώφυλλο – αν και είναι αλήθεια πως από εκείνη την εποχή θυμάμαι καλύτερα την «ασημένια» Spalding και τα μποτάκια New Balance), έπαψε κάποια στιγμή να πηγαίνει στην εκκλησία και δήλωνε αγνωστικιστής.    

Με τον έναν ή τον άλλο τρόπο, όλοι αυτοί (όπως επίσης οι αγαπημένοι μου νεωτερικοί στοχαστές Χομπς, Σπινόζα, Λα Μετρί, Ντε Σαντ και Σοπενχάουερ) κινήθηκαν προς μηχανιστικές ή/και φυσιοκρατικές, δηλαδή ουσιωδώς αγνωστικιστικές και εκκοσμικευμένες ερμηνείες του κόσμου, ερμηνείες τις οποίες είχαν αρχίσει να αναπτύσσουν οι αρχαίοι Έλληνες. Η ιδέα της φυσικής εξέλιξης ενυπάρχει στον Αναξίμανδρο· της ιστορικής εξέλιξης, στον Ηρόδοτο και τον Θουκυδίδη· τα πρώτα ίχνη αγνωστικισμού και αθεϊσμού, στους Ίωνες υλιστές, αργότερα στον Πρωταγόρα και στον Επίκουρο· η ατομική φυσική, στον Λεύκιππο και τον Δημόκριτο. Συνάμα, πολλοί αρχαίοι Έλληνες έγραφαν τα έργα τους ή, αν ήταν επιστήμονες, τις θεωρίες τους, εκτός αν αυτές καταγράφονταν από τους μαθητές τους. Υπήρχε λοιπόν γραφή, και μάλιστα «ιερή», ευτυχώς όμως όχι «Αγία»: το μικρό γράμμα υποδηλώνει κάτι πιο γήινο και πιο φυσικό. Οι αρχαίοι Έλληνες ήταν αληθινοί κύριοι χωρίς αληθινό Κύριο.

Συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Γουάιλντ, ο Μπάτλερ, ο Φλομπέρ, ο Μποντλέρ, ο Ρεμπό, ο Τζέιμς, ο Γουέλς, ο Ροΐδης αποτίναξαν πολύ έως εντελώς τα θρησκευτικά στοιχεία και φανέρωσαν με κοσμικούς όρους την ανθρώπινη τραγικωμωδία.

Ομοίως απομακρυσμένοι από την Αγία Γραφή ήταν οι περισσότεροι αγαπημένοι μου λογοτέχνες, από τους Νέους Χρόνους και μετά. Ο μέγας Βάρδος ήταν πιθανόν (κρυφά) καθολικός, αλλά στα σημαντικότερα έργα του μάταια θα ψάξει κανείς να βρει θεϊκές δυνάμεις να διαδραματίζουν βασικό ρόλο στα τεκταινόμενα. Δύο αιώνες μετά, οι περισσότεροι Ρομαντικοί, ακόμα και οι θρήσκοι, δεν χρειάζονταν ιδιαίτερα τον Θεό: η Φύση τούς αρκούσε. Αγαπημένοι μου συγγραφείς του 19ου αιώνα, όπως ο Γουάιλντ, ο Μπάτλερ, ο Φλομπέρ, ο Μποντλέρ, ο Ρεμπό, ο Τζέιμς, ο Γουέλς, ο Ροΐδης αποτίναξαν πολύ έως εντελώς τα θρησκευτικά στοιχεία και φανέρωσαν με κοσμικούς όρους την ανθρώπινη τραγικωμωδία. Στον δε 20ό αιώνα, όλοι οι συγγραφείς που με επηρέασαν (Τζόις, Μπέκετ, Ιονέσκο, Σελίν, Μούζιλ, Γουλφ, Προυστ, Πεσσόα, Τζέφερς, Κόνραντ, Κάφκα, Μπέρνχαρντ, Μπάλαρντ, Πίντσον, Μπουκόφσκι, Ουελμπέκ, Καρούζος, Χειμωνάς κ.ά.), ακόμα και αν αναγνώριζαν το ανθρώπινο δράμα όπως ξετυλίγεται στα βιβλικά κείμενα, δεν τα χρειάζονταν πια για να το ξεδιπλώσουν στα δικά τους βιβλία. Και αν κάποιοι σπάραζαν πάνω στον σταυρό του φόβου τους μπρος στη μηδενιστική έλλειψη νοήματος, αναφωνώντας «Θεέ μου, γιατί σε εγκατέλειψα;», πιστεύω πως σήμερα, στον 21ο αιώνα, η ζωή έχει ουσιαστικά νοήματα, ακόμα και χωρίς (ή ιδίως χωρίς) θεούς.    

Εννοείται –μπορεί και να μην εννοείται– πως όλα αυτά δεν τα γράφω γιατί νοιάζομαι να πείσω τον οποιονδήποτε να μην πιστεύει, ούτε γιατί θέλω να χλευάσω τη θρησκευτική πίστη των ανθρώπων. (Κρίνοντας από την αθλιότητα του κόσμου, βρίσκω μάλιστα εύλογη τη συνεχιζόμενη πίστη σε κάτι υπερβατικό, αρκεί αυτή η πίστη να παραμένει αυστηρά προσωπική υπόθεση. Ούτε επιθυμώ να ζω σε ένα άθεο κράτος, αλλά οπωσδήποτε σε ένα κράτος ανεξίθρησκο, καθώς και πλήρως διαχωρισμένο από τις θρησκείες). Απλώς, όταν συναντώ ανθρώπους που κάθε λίγο και λιγάκι βάζουν στη μέση θεούς, δαίμονες και άλλες, πιο μοδάτες, προκαταλήψεις και προλήψεις, δημιουργείται ένας (ακατ)ανόητος συνωστισμός τον οποίο εκ φύσεως αποστρέφομαι. Προπαντός, όμως, αποστρέφομαι μετά βδελυγμίας την έλλειψη χιούμορ που πλήττει όλα τα ολοκληρωτικά δόγματα, θρησκευτικά και πολιτικά.

«Μόνο ένας Θεός μπορεί να μας σώσει»: εδώ κατέληξε ο Χάιντεγκερ, όταν μεταξύ άλλων συνειδητοποίησε (κάπως αργά, είναι η αλήθεια) πως ο Χίτλερ δεν ήταν τελικά αυτός… Όχι, δεν χρειαζόμαστε κανέναν θεό: με μία αληθινή Αγάπη, λίγους καλούς Φίλους, μπόλικη Τέχνη (ή ό,τι άλλο προτιμά ο καθένας) και μια σχετική Ειρήνη, η μοναξιά, η πλήξη και η ασχήμια αμβλύνονται και η ζωή γίνεται πιο υποφερτή – μέχρι τον αμετάκλητο, ψυχή τε και σώματι, θάνατο. 

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ ΛΑΜΠΡΑΚΟΣ είναι συγγραφέας και μεταφραστής. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Πάουντ, Τζόυς, Προυστ, είναι για μένα αρνητικά πρότυπα»

«Πάουντ, Τζόυς, Προυστ, είναι για μένα αρνητικά πρότυπα»

Ο Κώστας Κουτσουρέλης εκφράζει ενστάσεις για τη λογοτεχνία του Μοντερνισμού, τον Πάουντ, τον Τζόυς, τον Προύστ κ.ά.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Να πούμε...

«Σπάνια δίνω δεύτερη ευκαιρία στα βιβλία»

«Σπάνια δίνω δεύτερη ευκαιρία στα βιβλία»

Ο Νικόλας Σεβαστάκης για «κλασικά» που επανέρχονται ξανά και ξανά διεκδικώντας τον ελάχιστο χρόνο μας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Οι αποτυχημένες γνωρι...

«Ερωτογράφημα γεμάτο λεκτικές πιρουέτες»

«Ερωτογράφημα γεμάτο λεκτικές πιρουέτες»

Ο Χρήστος Αστερίου για το μυθιστόρημα Laura του Cristóbal Garrido, με αφορμή την όψιμη ανακάλυψή του από την ισπανική κριτική.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαβάζοντας με τον Θέμελη Γλυνάτση

Διαβάζοντας με τον Θέμελη Γλυνάτση

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Ο πολυφωνικός μονόλογος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Ο πολυφωνικός μονόλογος της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ

Για το βιβλίο της Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ Της μοναξιάς διπρόσωποι μονόλογοι (εκδ. Καστανιώτη).

Της Άλκηστης Σουλογιάννη

Εσωτερικές διαδρομές μέ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube