Ποίηση και νέες υποκειμενικότητες

Εκτύπωση

street art 2011 16Του Παναγιώτη Λογγινίδη

Εάν θέλουμε να ξεφλουδίσουμε τον τίτλο της εκδήλωσης «Ποίηση και νέες υποκειμενικότητες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης» τότε θα βρούμε εντός του τρία δομικά στοιχεία, δύο σταθερά και ένα μεταβαλλόμενο. Ας παίξουμε λοιπόν ένα παιχνίδι που εξηγεί τη σχέση των τριών: τοποθετούμε πάνω σε μία ευθεία τις τρεις έννοιες. Στα δύο άκρα βάζουμε την ποίηση και την παγκοσμιοποίηση και στη μέση τις υποκειμενικότητες και ή αλλιώς και για να διευκολύνουμε το κείμενο, τον ανθρώπινο ψυχισμό. Το ζητούμενο σε μία τέτοια εξίσωση είναι πιο άκρο θα απορροφήσει το μέσο. Προς τα πού θα τείνει ο ψυχισμός προκαλώντας, όπως γίνεται αντιληπτό τη de facto σύγκρουση ανάμεσα στα άκρα, στην ποίηση και την παγκοσμιοποίηση. 

Από τη μία λοιπόν η ποίηση. Η ποίηση αποτελεί το πιο ιδεατό μέσο αποτύπωσης της πραγματικότητας. Μάλιστα καταργώντας τις τρεις ή τις 4 κατά άλλους διαστάσεις αυτού του κόσμου. Η ποίηση είναι το απολύτως πραγματικό, όπως λέει ο Νοβάλις. Είναι άμεσα συνδεδεμένη με την πραγματικότητα και επομένως προϋποθέτει το αποτύπωμα ενός πραγματικού ψυχισμού στο φαντασιακό όλο. Από την άλλη, ο Ελύτης λέει στα ανοιχτά χαρτιά ότι η έλλειψη φαντασίας είναι αυτή που μεταβάλλει τον άνθρωπο σε ανάπηρο της πραγματικότητας και επομένως είναι αυτό ακριβώς που καταφέρνει η ποίηση, να φέρει το φανταστικό στην πραγματικότητα. Άρα η ποίηση καλύπτει κενά. Θα λέγαμε λοιπόν διαπιστωτικά ότι η ποίηση δουλεύει συνεχώς σε διπλό ταμπλό, τόσο σε επίπεδο πραγματικό όσο και φαντασιακό (και φαίνεται με τον εξαγνισμό που μας συμβαίνει όταν διαβάζουμε ποίηση).

Από την άλλη, έχουμε το σαρωτικό νεοτερισμό της παγκοσμιοποίησης. Χωρίς να συμβαίνει με τις άλλες γλώσσες, στην περίπτωση της ελληνικής, η παγκοσμιο-ποίηση κατάπιε την ποίηση χωρίς να την αποβάλλει. Επιμένει με τρόπο μαζοχιστικό να την περιπαίζει και να την εξαντλεί, νομίζει κανείς με μία τιμωρητική μανία. Έτσι λοιπόν, η ποίηση λογικά και εξ αντιδιαστολής για να υπάρχει θέλει μικρά μεγέθη. Η ίδια η γλώσσα που είναι γραμμένη, αναγκαστικά την περιορίζει και όποια προσπάθεια σε μετάφραση αποτελεί πλαστική εγχείρηση που τα νέα μέλη είναι πιο κομψά αλλά ψεύτικα. Οι λέξεις μιλάνε από μόνες τους μία γλώσσα. Έχουν συγκεκριμένα χρώματα όμοια με τον ουρανό και τη γη αυτών που τις εκστόμισαν για πρώτη φόρα. Κάθε τι στη γλώσσα υπάρχει για να επιβεβαιώνει τη σωστή θέση των βουνών, των χωραφιών και της ανατολής του ήλιου. Για αυτό και η ποίηση στην πρωτότυπη γλώσσα που έχει αποτυπωθεί είναι εξ ορισμού έτοιμη να συγκινήσει, γιατί πάντα κουβαλάει την αλάθητη οικονομία του συναισθηματισμού, όπως έχει αποτυπωθεί στον άνθρωπο. Συνηθίζουμε να λέμε ότι τα αυθεντικά πράγματα, οι αυθεντικοί άνθρωποι, τα αυθεντικά τοπία αποτελούν πηγή έμπνευσης της ποίησης και της τέχνης γενικά. Γιατί όμως; Τι διακρίνει το μάτι (μεταφορικά) του ποιητή σε αυτά και τα μετατρέπει σε ποίηση; Προφανώς και το μάτι (κυριολεκτικά) του επισκέπτη ή του αναγνώστη τα εντοπίζει απλά σε αυτόν απομένουν αιτία ευχαρίστησης (πλαιζίρ). Ο ποιητής λοιπόν ξέρει με έναν τρόπο μαγικό να αποτυπώνει με λέξεις την κυκλική αρμονία του συνόλου. Ξέρει να διαβάζει τα ξόρκια που προέρχονται από το κέντρο της Αφρικής και εξαπλώθηκαν σε όλο τον ιστορικό κόσμο, μάλιστα με μεγάλη ευκολία γιατί αποτύπωναν τη σύνδεση της γης με εμάς, τις προεκτάσεις της. Ο ποιητής ξέρει τι ήχο βγάζει ένας στήμονας όταν η μέλισσα το ρωτάει εάν μπορεί ν α του πιει το νέκταρ, ακόμα κι αν δεν είναι αναγκαστικά γεωπόνος. Αλίμονο αν δεν ήξερε. Ξέρει επίσης πόσο αυτός ο ήχος μοιάζει με τον ήχο μιας αγελάδας που κουνάει την ουρά της επίσης κυκλικά για να διώξει τις μύγες, μέσα καλοκαιριού, κάπου στις Πρέσπες. Αλλά αγελάδα καφέ που πάνω της ακόμα είναι κολλημένες οι κοπριές από το μαντρί που καθόταν. Όχι ασπρόμαυρης πεντακάθαρης από το Βορά. Αυτή είναι παγκοσμιοποίηση.

Ο ποιητής δε χρειάζεται την τελειότητα όπως διαφημίζεται από τους κράχτες της παγκοσμιοποίησης παρά δουλεύει με την ατελή αφή των εγκοσμίων. Ο ποιητής δεν ξέρει τίποτα άλλο παρά να καταγράφει την αλήθεια όπως είπαμε. Οι λέξεις λοιπόν, όπως και η μουσική δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος που φυσάει ο αέρας το χειμώνα σε έναν τόπο.

Παγκοσμιοποίηση λοιπόν είναι η κατάρριψη του πλούτου των εννοιών. Όλα πρέπει να στρογγυλεύσουν. Όλα πρέπει να γίνουν ένα και μάλιστα απαλλαγμένα από βιώματα. Πρέπει να μιλάμε μία γλώσσα. Είναι αδυναμία να μην ξέρεις αγγλικά. Δε μπορείς καν να βρεις δουλειά εάν δεν ξέρεις μία ξένη γλώσσα λες και είναι υποχρεωτικό να συνεννοηθείς με κάποιον ή να βρεις δουλειά. Η παγκοσμιοποίηση δηλαδή φτιάχνει υποκείμενα που υποχρεούνται. Υποχρεούσαι να χειρίζεσαι υπολογιστή. Υποχρεούσαι να αυτοματοποιείσαι. Υποχρεούσαι να διασκεδάζεις εικονικά, από το σπίτι σου. Μόνος σου. Υποχρεούσαι να πλαστικοποιείς τα συναισθήματα. Το αντίθετο είναι λόγος απόρριψης στο συλλογικό ασυνείδητο. Υποχρεούσαι να μιλάς με γραπτά μηνύματα που κατάφερες να τα αλαφρύνεις από τη βαρύτητα των φθόγγων και τώρα νοιώθεις και συ ότι γλίτωσες μία δύσκολη έκθεση στον άλλο και αναφυσάς ουφ, το πέρασα μόνο με ένα κείμενο. Η παγκοσμιοποίηση επιτάσσει την αλλοίωση και τη συγχώνευση σε ένα. Όσο κι αν δε μας αρέσει δεν είναι φυσικό να ακούμε τζαζ ή μέταλ. Εάν το κάνουμε, αυτό σημαίνει μία αφαίρεση από το πραγματικό όλο, όπως και όταν ακούμε ηχογραφημένη μουσική αυτό επίσης αφαιρεί από το πραγματικό όλο που επιτάσσει συμμετοχή (οπτική, ακουστική, διαδραστική) στη διαδικασία της μουσικής. Για τον ποιητή υπάρχει (ή πρέπει να υπάρχει) η φυσική και άρα αληθινή αρμονία των ανθρώπινων χαρακτηριστικών που έχουν δοκιμαστεί ανά τους αιώνες για να μην προεξέχουν ούτε ένα εκατοστό από το ύψος των χόρτων. Ο ποιητής δε χρειάζεται την τελειότητα όπως διαφημίζεται από τους κράχτες της παγκοσμιοποίησης παρά δουλεύει με την ατελή αφή των εγκοσμίων. Ο ποιητής δεν ξέρει τίποτα άλλο παρά να καταγράφει την αλήθεια όπως είπαμε. Οι λέξεις λοιπόν, όπως και η μουσική δεν είναι τίποτε άλλο παρά ο τρόπος που φυσάει ο αέρας το χειμώνα σε έναν τόπο. Τόσο έχει λειάνει τα φωνήεντα του κάθε τόπου αυτός και τόσο έχει ψήσει τα σύμφωνα σε κάθε μέρος ώστε να καταγραφούν κάτω από το πετσί αυτών που κατοικούν τον τόπο. Πρώτα ο άνθρωπος της Νισύρου αποδέχτηκε το θάνατο και ύστερα κατασκεύασε έναν κυκλικό εύθυμο χορό για να του αντιπαρατεθεί αληθινά. Τώρα μιμούμαστε – όλος ο πλανήτης μιμείται-τεχνικές άλλων. Εισάγουμε συνήθειες και ήχους που δεν ταιριάζουν με τα λουλούδια μας. Το θεωρούμε αυτονόητο. Δεν είναι. Προκαλεί σύγχυση στον ψυχισμό που ως ελλειμματικό στοιχείο έχει όρια. Το επιτάσσει όμως η παγκοσμιοποίηση να εισάγουμε τα πάντα που συμπυκνούνται σε ένα μόνο. Τα πράγματα, οι έννοιες και δυστυχώς κι ο άνθρωπος πρέπει να είναι τετράγωνοι για να χωράνε στις θέσεις που προνόησε η παγκοσμιοποίηση να τους ετοιμάσει. Οι εκατέρωθεν κυκλικές αλληλεξαρτήσεις που ορίζουν όλες τις σχέσεις σε αυτό τον πλανήτη, πρέπει να ξεχνιούνται ως ατελείς. Όλα πρέπει να τρέχουν με ταχύτητα, χωρίς εμπόδια ώστε να πουλάνε στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό και τελικά όλα να τείνουν στο ένα: στο στρογγυλεμένο, εύπεπτο οικείο. Στη μόνιμη κατάσταση θλίψης. Και όλοι εμείς τρέχουμε συνεχώς να ελέγχουμε την εγκυρότητα όσων χιλιάδων μας ανακοινώνονται καθημερινά. Ο ποιητής όμως δε μπορεί και δεν πρέπει να ελέγχει. Είναι εδώ για να αποτυπώνει ή ακόμα καλύτερα να δείχνει την πραγματική μεγεθυμένη εικόνα της παλιάς γιορτής που την έσβησαν τα σόου των καναλιών - δηλαδή της παγκοσμιοποιημένης μίας τηλεόρασης. Επομένως, η μεγάλη δυσκολία του ποιητή πια είναι να βρει κάτι να ερμηνεύσει. Οι συνθήκες ωρίμανσης με το ζόρι, οι ξένες προς τον τόπο και τα συναισθήματα μουσικές ανθίζουν πια γρήγορα και από γεννησιμιού μας σε μας που είμαστε φτιαγμένοι από υλικά μεσογειακά και μαύρης θάλασσας  -δε μιλάω βέβαια για εθνικά χαρακτηριστικά. Μιλάω βεβαίως για την ταυτότητα του υλικού που είμαστε φτιαγμένοι και το οποίο διακοσμήθηκε απ’ ότι έβλεπε η προγιαγιά μας όταν άνοιγε την εξώθυρα του ισόγειου σπιτιού της και που αυτό παραμένει σταθερό απλά πια δεν έχουμε μάτια για να το δούμε και ξεχάσαμε πως γίνεται αυτή η διαδικασία. Μιλάω για τον αναντικατάστατο σε αξία δεσμό με το τοπίο, το οποίο δένει χειροπόδαρα τον άνθρωπο, υποδεικνύοντάς του σε ποια πλευρά πρέπει να προσευχηθεί με το μεγαλύτερο δυνατό παγανισμό και σε ποια να χασμουρηθεί. Τα πολιτισμικά στοιχεία διαδίδονται αστραπιαία και ανώριμα, σαν ντομάτες από τη Χιλή στο πιάτο μίας ταβέρνας στην Αθήνα καταχείμωνο. Κανείς δε θα συνηγορούσε στο να μεταφερθεί μία ντομάτα κατά αυτόν τον τρόπο αλλά μάλλον το βάθος του πιάτου εμφανίζεται πιο σημαντικό από αυτόν που την τρώει και η απόφαση έχει ήδη παρθεί ερήμην του αποφασίζοντα. Το γεγονός της μεταφοράς εμφανίζεται πιο σημαντικό από την ίδια τη στιγμή της απόφασης και αυτά τα δύο μαζί είναι ικανά να βάλουν μία ύπουλη τρικλοποδιά στον ποιητή. Άλλωστε ντομάτα και «ντομάτα» δεν ταυτίζονται αυτονόητα. Πρωτόγνωρο φαινόμενο για τον ανθρώπινο ψυχισμό, εξαιρετικά φθοροποιό, η σύγχυση σε μία έννοια σημαίνοντος και σημαινόμενου και η περίφημη διαρροή νοήματος. Τα αντικείμενα έγιναν πλαστικά και βιάστηκαν και αυτά χάριν της παγκοσμιοποιημένης οικονομίας να απολέσουν το περιεχόμενό τους, να το αφήσουν να χυθεί από μία τρυπούλα που με ιδιοτελή ερωτική ικανοποίηση τη βλέπουμε και δεν την κλείνουμε. Μπορεί να μη σοκαριζόμαστε πια στη θέα ενός πλαστικού βιολιού που δε βγάζει ήχους, ενός πλαστικού λουλουδιού που δε μυρίζει, ενός τρισδιάστατου λούτρινου σκυλιού που δε γαβγίζει αλλά αυτή η αυτοματοποιημένη σύνταξη ιδιότητας και πραγματικότητας διαλύει την αίσθηση του παρόντος, του χρόνου, του βιώματος. Τα πλαστικά πάντα συγκρούονται με το ψυχικό συμβάν, ως απαιτούμενο του δυτικού ψυχισμού, ως ζητούμενο της ισορροπημένης τραμπάλας με απέναντι τον άλλο. Τα αντικείμενα λοιπόν μείνανε φαντάσματα και ο άνθρωπος παρακολουθεί τη μετάλλαξή του αποστειρωμένος από βιώματα.

Οι συνθήκες φαίνονται εξόχως απειλητικές για την ποίηση. Και λέω για την ποίηση γιατί όπως παρατηρεί και ο Αρανίτσης, «ο κόσμος μας γίνεται δραματικά αντιποιητικός σε πείσμα των κατ’ επάγγελμα ποιητών που ο αριθμός τους αυξάνει γεωμετρικά». Η ποίηση ζούσε και μπορεί να ζει μόνο σε αργούς και ουσιαστικούς βιωματικά ρυθμούς, όπως συνήθιζαν να απολαμβάνουν οι άνθρωποι πριν τον καιρό της παγκοσμιοποίησης η οποία στην αντιπέρα όχθη επιτάσσει γρήγορες και αδιάφορες ταχύτητες, γυμνά αντικείμενα, συναισθηματικά αποστεωμένους ανθρώπους. Αν προσθέσει κανείς και το μεγάλο πρόβλημα που ακολούθησε την τέχνη παράλληλα με τα παγκοσμιοποιημένα οικονομοφαινομενικά ανακλαστικά των ανθρώπων στο άκουσμα κάθε είδησης, αυτό της τεχνικοποίησης της τέχνης, της μετάλλαξης δηλαδή της τέχνης σε τεχνική κατά τον Αξελό, το μέλλον διαφαίνεται δραματικά δυσάρεστο με τάσεις ποιητικού παραλογισμού, αν αυτό ικανοποιεί τη μικρή εικόνα που έχει ο κόσμος για τα πρόσωπα των ποιητών. Όσο η τεχνολογία θα δαμάζει τις ανθρώπινες συμπεριφορές τόσο η ποίηση θα φυραίνει. Όσο η αγάπη θα αποτυπώνεται με κίτρινες καρδούλες αποτελούμενες από πολυάριθμα μικροσκοπικά λεντ τόσο το πραγματικό καφεκόκκινο της καρδιάς θα μας σνομπάρει και θα προτιμάει μία ανακοπή σύζευξης χρόνου και συγκίνησης με μεσάζοντες τα σώματά μας. Με τις υγείες μας λοιπόν.

* Με αφορμή την εκδήλωση που πραγματοποιήθηκε στη «Φορμάικα» την 25.2.2016 με τίτλο «Ποίηση και νέες υποκειμενικότητες στην εποχή της παγκοσμιοποίησης» με συνομιλητές το Φοίβο Δεληβοριά, στιχουργό-μουσικό και το Θωμά Τσαλαπάτη-ποιητή, στους οποίους αφιερώνεται το παραπάνω κείμενο.

* Ο ΠΑΝΑΓΙΩΤΗΣ ΛΟΓΓΙΝΙΔΗΣ είναι ποιητής.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η σιορανική λογοτεχνία

Η σιορανική λογοτεχνία

Του Γιάννη Λειβαδά

Το φιλοσοφικό στοιχείο είναι κατά βάση στοιχείο γλωσσικό, η φιλοσοφία, όταν προκαλεί το νόημα και την λειτουργία της και δεν επισκέπτεται απλώς το υπάρχον φιλοσοφικό υλικό, είναι συνάμα μια νεόδμητη, ή ορθότερα...

Ανιχνεύοντας το λογοτεχνικό τοπίο στη Βόρεια Μακεδονία

Ανιχνεύοντας το λογοτεχνικό τοπίο στη Βόρεια Μακεδονία

Της Έλενας Χουζούρη

Τα Σκόπια –η πρωτεύουσα της Βόρειας Μακεδονίας– θα μπορούσε να είναι μια γραφική βαλκανική πόλη με φυσικές ομορφιές και κυρίαρχο χαρακτηριστικό τον Βαρδάρη ποταμό, που τη διασχίζει, καθώς και την παλιά συνοικί...

Το βρετανικό crime fiction και τα κοινωνικά αίτια της δυσφορίας με την Ευρώπη

Το βρετανικό crime fiction και τα κοινωνικά αίτια της δυσφορίας με την Ευρώπη

Τα κοινωνικά αίτια και η ψυχοπαθολογία των βρετανών πολιτών που θέλουν η χώρα τους να φύγει από την Ευρώπη, μέσα από ορισμένα πρόσφατα βρετανικά αστυνομικά μυθιστορήματα που μας βοηθούν να μην μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων. 

Της ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η αέναη επιστροφή της μνήμης

Η αέναη επιστροφή της μνήμης

Για το βιβλίο του Ηλία Μαγκλίνη «Είμαι όσα έχω ξεχάσει» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Μάνου Κοντολέων

Αν η Ιστορία αναζητά τους ηγέτες που διαχειρίζονται τα γεγ...

Μορφές ολοκληρωτισμού στον εικοστό αιώνα

Μορφές ολοκληρωτισμού στον εικοστό αιώνα

Για τα βιβλία των Καρλ Γιόακιμ Φρήντριχ «Ολοκληρωτική δικτατορία» (μτφρ. Γιάννης Καραπαπάς, εκδ. Τροπή) και Καρλ Ντίτριχ Μπράχερ «Η εποχή των ιδεολογιών» (μτφρ. Γιάννης Καραπαπάς, εκδ. Τροπή).

Του Μύρωνα Ζαχα...

Λευκό φως

Λευκό φως

Της Γεωργίας Γιαννοπούλου

Κουλουριασμένη σε μια άκρη του κελιού δίπλα στον σπασμένο νιπτήρα χώνει το κεφάλι όσο πιο βαθιά μπορεί στα πόδια. Οι λυγμοί της αθόρυβοι. Διάφανοι και επαναλαμβανόμενοι σαν τις σταγόνες π...