x
Διαφήμιση

22 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:08:16:26 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΕΠΩΝΥΜΩΣ Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

Ποίηση, η αλύτρωτη καταγωγή

E-mail Εκτύπωση

altΤου Γιάννη Λειβαδά

Η λεκτική ιεροφορία αποτελεί τον ισχυρότερο ίσως γνώμονα της νεότερης ποίησης που ανέκυψε από τις κορυφές ενός μέσου όρου, ο οποίος αποτυπώθηκε αδρά μέσω της παρουσίας της κατά την τελευταία δεκαπενταετία.  

Η ιεροφορία αυτή, εμφανίζεται ανεπίγνωστα ή όχι, κατά κόρον στα έργα όσων πραγματεύονται τα πορίσματα των προσεγγίσεών τους καλυμμένοι από την προστατευτική τήβεννο μιας «ανιερότητας». Η ακατασχετολογία δεν ακμάζει μόνο στους κόλπους του λεγόμενου ορθού λόγου, μα και στους οχετούς της εκλεκτής ουσιολογίας.

Υπάρχουν ποιητικά έργα τα οποία, προσώρας, δεν επιδέχονται ανάλογη κριτική, μα δυσανάλογη, για τον απλούστατο λόγο πως παρότι συνθέτουν ένα απτό σύνολο στοιχείων δεν αποτελούν υποχρεωτικά ενότητα, η οποία επί της παρούσης μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της γνωσιακής ρευστότητας.

Υπάρχουν ποιητικά έργα τα οποία, προσώρας, δεν επιδέχονται ανάλογη κριτική, μα δυσανάλογη, για τον απλούστατο λόγο πως παρότι συνθέτουν ένα απτό σύνολο στοιχείων δεν αποτελούν υποχρεωτικά ενότητα, η οποία επί της παρούσης μπορεί να τοποθετηθεί σε κάποιο σημείο της γνωσιακής ρευστότητας, δίνοντας μία δυνατότητα αντιπαραθετικής μελέτης με βάση σύστοιχα ή προκλητά ζητήματα που εμπίπτουν στην κριτική της ποίησης ή, έστω, σε μία αναγκαία ανάθεση ερμηνευτικού καθήκοντος, με σκοπό να ληφθούν διαστάσεις που θα διευκολύνουν την ενσωμάτωσή τους στη γνώριμη «ποιητική πραγματικότητα», ήτοι στη φαντασία των υπόλογων για τις όποιες αναθέσεις και εξουσιοδοτήσεις. Εν ολίγοις, το να είναι κανείς ποιητής μπορεί και να αποτελεί διάπραξη εγκλήματος ενάντια στην ποίηση.

Λες και δεν υπάρχει πόνος και κοροϊδία, κάθε τόσο η ανθρωπότητα φορτώνεται και τους εκβιαστές αυτών των δυο. Και μόνο η σκέψη πως δεν υφίστανται ενιαία αισθητικά σύνολα, αδιάσπαστα τεκμήρια στον κόσμο της ανθρώπινης διάνοιας, τα οποία βρίσκονται σε ατελή αναμονή εντοπισμού των χαμένων συμπληρωμάτων τους, αρκεί για να ανακατανέμονται αδιάλειπτα οι ερμηνείες που τρέφουν τη λεγόμενη πολιτισμική μήτρα.

Μεγάλο μέρος των καταδεικτικότερων επισκέψεων στην επικράτεια των ποιητικών προσφορών, αποδεικνύουν πως η διαπραγματευτικότητα της ποίησης προσφέρεται αφειδώς ως λεία∙ ακόμη και όταν αυτή καταφέρνει να απεγκλωβιστεί από την επιπόλαιη σκοτεινιά, από τον αυτοκαταναγκασμό των ποιητών να αφήσουν πίσω τους ένα έργο για το οποίο δεν θα υπάρχει τρόπος να μην εκτιμηθεί τουλάχιστον ως ποιητικό διάρπαγμα από τα άδεικτα της αλήθειας

Το πως η ποίηση κάθε φορά που ανεβαίνει ένα σκαλί προς το αληθινό, υποχρεώνει το πρώτο της βασικό σκαλί σε περαιτέρω καθίζηση, είναι κάτι το οποίο ελάχιστοι παραδέχονται: όσοι ανήκουν, κατά το έργο τους και όχι κατά τον βαθμό της αναγνώρισής τους, στη γενεά των μοναδικών.

Εφόσον η διάκριση του τίποτα καθίσταται αδύνατη πώς μπορούν ορισμένοι να μιλούν για σαφήνεια όταν αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αίσθηση κρίσεως μες στο σκοτάδι της απάνθρωπης συγκομιδής;

Ακριβώς όπως σ’ αυτόν τον κόσμο οι διαμαρτυρόμενοι πλεονάζουν ενώ οι εφαρμοστές λείπουν∙ σ’ αυτό που ευρύτερα ονομάζεται ποίηση, καμιά αποκάλυψη δεν είναι δυνατή εφόσον δεν έχει γεννηθεί από την απόρριψη των προηγηθέντων κατεστημένων της πόρων. Από την κατάσταση λοιπόν, ουδείς δραπετεύει, μα ακόμη και αν η απόδραση ήτο εφικτή θα ήταν γελοιώδης, πού αλλού μπορεί να βρεθεί κανείς;∙ το ζήτημα, το αυτό, είναι η κατάργηση του υπάρχοντος, ουδόλως η αποφυγή. Κάθε νέα αποκόμιση, δηλαδή, είναι κι ένας επικήδειος πρότερων θέσεων ή πεποιθήσεων∙ η διαύγεια επιτυγχάνεται όταν διακινδυνεύεται η ισορροπία: μετά το δυσχερέστερο του μηδενός η σκέψη και η γλώσσα φαίνεται, σύμφωνα με τα κυκλοφορούνται έργα, πως δεν λειτουργούν ως παραστάτες της ποίησης μα ως νεκροθάφτες της αλήθειας.

Εφόσον η διάκριση του τίποτα καθίσταται αδύνατη πώς μπορούν ορισμένοι να μιλούν για σαφήνεια όταν αυτή δεν είναι τίποτα παραπάνω από μια αίσθηση κρίσεως μες στο σκοτάδι της απάνθρωπης συγκομιδής; Τα δεδομένα μας είναι μονίμως ξεπερασμένα, η απελπισία δεν είναι λιγότερο μάταιη από τα αντίθετά της∙ το απόλυτο χαραμίζεται καθώς απορρίπτει κάθε απόπειρα εκμαίευσης νοήματος από τη μοίρα μας.

Ο άνθρωπος κατανοεί την ατομικότητα μέσω αντίστιξης με την καθολικότητα ενός ορισμού, ο οποίος είναι λογικά καταστροφικός: ο εγκωμιασμός της ομορφιάς είναι ή άρνηση του θανάτου, η πραγματικότητα του πνεύματος διέπεται από αναλήθειες. Ο άνθρωπος ατυχής, η μοίρα του επιτυχημένη ως θλιβερή πορεία στην οποία αποδίδεται μονάχα η δική του αγωνία. Κάθε προσπάθεια προσέγγισης της αλήθειας είναι τρομερή μα δεν παύει να είναι ξεκαρδιστική.

alt

Το γεγονός πως η ζωή δεν έχει νόημα είναι το πρώτο και τελευταίο βήμα προς τη συνειδητοποίηση πως δεν γίνεται να αποκτήσει νόημα∙ μα γίνεται να βιωθεί με νόημα.

Η παραμικρή απόξεση της επιφάνειας του κενού το οποίο τον καθρεφτίζει, επιδεινώνει την κατάστασή του ενώ ταυτόχρονα ευεργετεί τον αιώνιο εξορισμό του μέσα σ’ αυτό. Επομένως δεν υφίσταται άλλη εκπλήρωση εκτός από εκείνη του θανάτου, στον οποίο κορυφώνεται το νόημα της ερμηνείας του είναι. Το γεγονός πως η ζωή δεν έχει νόημα είναι το πρώτο και τελευταίο βήμα προς τη συνειδητοποίηση πως δεν γίνεται να αποκτήσει νόημα∙ μα γίνεται να βιωθεί με νόημα.

Ο άνθρωπος αποκτά ευπρέπεια μόνο σαν αναγνωρίσει την εξουσία και την υπεροχή του παραλόγου της φύσης που τον διέπει, το οποίο συχνά επικαλείται ψευδώς ώστε να συνεχίσει την τρομακτική του πορεία προς την τελείωση της γελοιότητάς του, κάτωθεν του ακατάληπτου νοήματος του οποίου η προσπάθεια σύλληψης αποτελεί το μέγιστο όμως τραγελαφικό επίτευγμά του. 

Η ύπαρξη ανήκει στη σφαίρα της κοσμικής διαστροφής∙ η γέννηση προϋποθέτει τον θάνατο και ο θάνατος προϋποθέτει την ανθρώπινη κατάσταση – εντούτοις μπορεί κανείς απλά να γυρίζει πλευρό έως ότου ξυπνήσει. Το αφηρημένο παράλογο αναστρέφεται και παραιτείται για να αναλάβει το συγκεκριμένο παράλογο, με το συγκεκριμένο να αναστρέφεται και να παραιτείται με τη σειρά του, σε μία αλυσιδωτή μεταβίβαση νοήματος δίχως νόημα. Δεν αρκεί όμως να παίζει κανείς επικινδύνως με τις λέξεις, δεν αρκεί να ανακατεύεται με τις λέξεις, δεν αρκεί να μην ανακατεύει τις λέξεις σ’ αυτό το τραγικό ξέσπασμα διαπιστώσεων που αρκούν μόνο ως την επόμενη συντριβή: με κάθε διανοητική επιζήτηση ο υπαρκτικός πόνος αναζωογονείται.

Η ανθρώπινη ιστορία δεν είναι παρά μία διαρκής μέθη από το κρασί της υπέρτατης παλινωδίας. Η ανθρωπότητα απλώς οφείλει να παραμένει υπό την επήρεια αυτής της μέθης. Για κάθε απόπειρα απαλλαγής θα απαιτείτο μία εκκίνηση η οποία μοιάζει αφύσικο να πραγματοποιηθεί.

Στην ποίηση τα πάντα αποτελούν είδη υπό εξαφάνιση, τα πάντα εδράζονται μακριά από το πνεύμα των κοινωνιών, παρότι η ελάχιστη έως ανύπαρκτη επιρροή της καταλήγει σε αυτές και αμβλύνεται, μέσα σε λοιπές πολιτισμικές και πολιτικές συνδιαμορφώσεις, ώστε να φανεί «χρήσιμη».

Μεταξύ εκλείψεων και συγχύσεων ο άνθρωπος φυτοζωεί πνευματικά γιατί παρά τις ανέκλειπτες αποσπάσεις, εκείνη η απόσπαση που θα τον συγκεντρώσει σε μια υπεξαίρεση προσωπικού χρόνου, είναι ανέφικτη.

Ο κοινωνικός κοπαδισμός έχει καταστήσει την ενοχή του κίνητρο της ελευθερίας του: κυρίευση από ανάγκη αναπήδησης, στιγμιαίας ατένισης καθοδόν προς το εξαγνισμένο νεκροταφείο. Πρόκειται για μία  συνέπεια, λοιπόν, η οποία καθιστά τη ζωή ανεκτή γι’ αυτό που δεν είναι, διότι μια άλλη συνέπεια ενέχει τον κίνδυνο να την καταστήσει ανυπόφορη γι’ αυτό που είναι.

Μεταξύ εκλείψεων και συγχύσεων ο άνθρωπος φυτοζωεί πνευματικά γιατί παρά τις ανέκλειπτες αποσπάσεις, εκείνη η απόσπαση που θα τον συγκεντρώσει σε μια υπεξαίρεση προσωπικού χρόνου, είναι ανέφικτη: έχει πάρει το μάθημά του∙ μετά την υπεξαίρεση θα νιώσει πραγματικά τι σημαίνει συμπαντική τρομοκρατία, τι σημαίνει πλήρης αναστολή των όρων με τους οποίους βιώνει το πως είναι διανοητικά ζωντανός.

H ευθύνη της ύπαρξης καταλήγει στον άνθρωπο εφόσον έχει μιανθεί από το καλωσόρισμα στη σύμβαση και την υποταγή. Η καταστροφή μας έχει επιτελεστεί με τη γέννηση και η κατάλυσή μας ολοκληρώνεται με μια δυνατότητα άποψης ή κρίσης. Εάν η παρεκτροπή της ύπαρξης είναι ανώφελη, τότε κάθε πίστη εκτός από αποτυχημένη είναι και άδικη. Ο άνθρωπος υποβάλλεται ακόμη και όταν προσπαθεί να επινοήσει τη διέγερσή του μέσα από την αλλοίωση, ακόμη και όταν αλλοιώνεται από τις εκλάμψεις του: ελευθερώνεται μόνο σαν παραιτείται από την ελευθερία του όχι για να παραιτηθεί μα για να αποκαταστήσει το περιεχόμενό της.

Η ποίηση δεν υπερβαίνει απλώς τον χρόνο στον οποίο εμφανίζεται μα και το διανοητικό περιεχόμενο που τη δημιούργησε. Η ουσία της επιστρέφει αντανακλώμενη από τις κενότητες του μέλλοντος που προκαλεί. Το προκλητό της μέλλον, απόδειξη της διάρκειας του θανάτου της, δεν είναι το μέλλον όσων γράφουν «στίχους» ή άλλων, εκείνη η νοσηρή αίσθηση συνέχειας, δηλαδή, η οποία μπορεί να είναι παραγγελμένη, συνταγογραφημένη, όμως δεν είναι αληθινή. Ας εξηγήσω το γιατί.

alt

Οι άνθρωποι όπως το συνηθίζουν και σε άλλα πράγματα, προσδίδουν στην ποίηση ιδιότητες και δυνάμεις που δεν διαθέτει και ταυτοχρόνως απαξιώνουν τις πραγματικές της δυνάμεις και τις πραγματικές της ιδιότητες.

Η ποίηση, δεν παίζει ρόλο, δεν πραγματοποιεί κάποια νοηματοδότηση, αντιθέτως, προσκομίζει κενότητα στο υπάρχον κενό. Κι αυτό όχι από ανάγκη, από αισθητικό ή πνευματικό εξαναγκασμό, μα επειδή, όντας ποίηση, απολύει το περιεχόμενο από το οποίο διαπνεόταν ώστε να αποκτήσει εκ νέου περιεχόμενο. Υπ’ αυτούς τους όρους σήμερα η ποίηση είναι μία δυσεύρετη τέχνη η οποία όσο εξελίσσεται τόσο προκαλεί μια αγωγιμότητα προς τους αποδέκτες της η οποία, μέχρι να αναγνωριστεί η σημασία της, βιώνεται ως εξαιρετικά δυσχερής. Οι άνθρωποι όπως το συνηθίζουν και σε άλλα πράγματα, προσδίδουν στην ποίηση ιδιότητες και δυνάμεις που δεν διαθέτει και ταυτοχρόνως απαξιώνουν τις πραγματικές της δυνάμεις και τις πραγματικές της ιδιότητες.

Η ποίηση αναμοσχεύεται, διαφοροποιείται, δίχως σταματημό∙ ώστε να γλιτώνει από τις καθηλωτικές, δηλαδή γαληνευτικές, επιδράσεις που γεννά η εξέλιξή της. Αυτό το γλίτωμα φέρνει περισσότερο σε θανατικό παιχνίδι παρά σε διαφυγή από την κατάστασή της∙ και είναι όντως παιχνίδι, ένα παιχνίδι που αρνείται τη διαφυγή καθώς και τα βδελυρά της οφέλη. Αυτό το επισημαίνω εκτός του αισθητικού σχετικισμού, στον οποίο συμπλέουν, ως επί το πλείστον, οι τυπωμένες σελίδες με τους ανθρώπους που γράφουν στίχους, καθώς και οι τυπωμένες σελίδες με εκείνους που τις ξεφυλλίζουν∙ όσα συμβαίνουν στο πεδίο αυτό συμβαίνουν αποκλειστικά σε αυτό. Αναφέρω την προηγούμενη φράση για να δηλωθεί κατά τρόπο ξεκάθαρο πως η περάτωση μίας ποίησης είναι παντελώς αδύνατη καθώς δεν μπορεί να είναι υπαγορεύσιμη, από κάποιο ποιητικό πνεύμα, ούτε να είναι τελειωμένη ως ποιητική τοποθέτηση η οποία ξεπερνά προσωρινά, στιγμιαία, ή έστω περιοδικά, μια ανεπιθύμητη πραγματικότητα που σφύζει από ηθικά ή και πνευματικά διδάγματα. Κάτι τέτοιο αφορά την ποίηση με την ευρεία της, κωμικο-γλαφυρή χρηστικότητα.

Η ποίηση όσο λιγότερο διαρθρώνεται από τις ιδιότητες κάποιας ταυτότητας, από πολώσεις και διχοστασίες, τόσο πιο σημαντική είναι. Κατ’ αυτόν τον τρόπο, ο οποίος είναι καθόλα εμπειρικός, αποκτά τα εχέγγυα για να προσεγγίζει το σφάλμα που την αποκαλύπτει ως ποίηση, το οποίο ταυτοχρόνως εκθέτει την κενοδοξία των λογοτεχνικών προνοήσεων που απαιτούν να την καταστήσουν εκδοχή της κοινωνικής παρακμής.

Από τις πρώτες απόπειρες κατατοπιστικής παρουσίασης της οργανικής αντιμετάθεσης, αποσαφήνισα πως η γραπτή και η τυπωμένη ποίηση αποτελούν μία δευτερεύουσα και μία τριτεύουσα, αντιστοίχως, ολοκλήρωση. Η ποίηση δημιουργείται και δημιουργεί πριν και άνωθεν αυτών των δύο ολοκληρώσεων, οι οποίες είναι μεν αναγκαίες και αποκαλυπτικές, υφίστανται όμως αλλιώς: δεν διαθέτουν σημείο και όρους επανεκκίνησης όπως η ποίηση∙ μπορεί να μην έχουν παρέλθει, όμως έχουν προέλθει ανεπιστρεπτί.

Το ποίημα λοιπόν, δεν είναι εκπόνηση έκφρασης ή απόδοσης, και πολύ περισσότερο, δεν χαρακτηρίζεται από προϋποθετικές συνάψεις, δεν είναι δε, ερμηνεία∙ ο ερμηνευτικός ρόλος, όπως και ο αποδοτικός, ακυρώνουν την ποίηση ως περιεχόμενο και ως ενέργεια.

Το ποίημα λοιπόν, δεν είναι εκπόνηση έκφρασης ή απόδοσης, και πολύ περισσότερο, δεν χαρακτηρίζεται από προϋποθετικές συνάψεις, δεν είναι δε, ερμηνεία∙ ο ερμηνευτικός ρόλος, όπως και ο αποδοτικός, ακυρώνουν την ποίηση ως περιεχόμενο και ως ενέργεια∙ αυτό είναι ήδη επισημασμένο σε προηγούμενα δοκίμια, μα εδώ γίνεται ενδεικτικό ενός επιπλέον νοήματος. Η εν λόγω αντιμετάθεση είναι οργανική διότι πρωτίστως αφορά το ποιητικό όργανο, τον ποιητή και όχι τα οργανικά συστατικά που συνθέτουν τη γραφή της.  

Η οργανική αντιμετάθεση αποτελεί εξέλιξη της ποίησης, πρόκειται για  νέα γέννηση στον χώρο της ποιητικής τέχνης, για γέννηση ανολοκλήρωτη. Διέπεται από επόμενες γραφές, παρατηρήσεις και επιδόσεις. Η οργανική αντιμετάθεση είναι αντιφατική και ανακόλουθη προς την κειμενική της παρουσία και αυτό συμβαίνει διότι η απουσία της προσδιορίζεται εγγενώς, και μόνο ως κυλιόμενο σημείο επανέναρξης, ενώ η παρουσία της αποτελεί σημείο εξαπάτησης. Η οργανική αντιμετάθεση, λειτουργεί αφετέρου.

Η αλήθεια δεν υποθάλπεται τόσο εύκολα όσο ο τρόμος της αλήθειας. Η ακυρολεξία προέρχεται από την ακυροπραξία∙ δεν είναι λίγα τα πτώματα που επιδίδονται σε μεγάλες καριέρες, μήτε λίγοι οι ζωντανοί που ο άθλος τους δεν είναι τίποτε παραπάνω από μία δημοφιλή έμπνευση.  

Η επικράτεια της ποίησης, εάν μπορούμε να την ονομάσουμε έτσι, είναι ως επί το πλείστον μία επικράτεια κενοστεφούς σύνθλιψης, έως ότου διακρίνει κανείς πως η μοναξιά της είναι αφόρητα ειλικρινής. 

* Ο ΓΙΑΝΝΗΣ ΛΕΙΒΑΔΑΣ είναι ποιητής. 
Τελευταίο του βιβλίο, η ποιητική συλλογή «Χάικου 1991-2008» (εκδ. Εκάτη).

→ Όλα τα εικαστικά που συνοδεύουν την ανάρτηση είναι του Hans Hartung.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Συμφοραὶ ὑπὸ ποιητῶν συγκείμεναι»: από την υλοποίηση στο ενδεχόμενο

«Συμφοραὶ ὑπὸ ποιητῶν συγκείμεναι»: από την υλοποίηση στο ενδεχόμενο

Του Γιάννη Λειβαδά

Έκρινε ο Γιώργος Μανιάτης, σ’ εκείνες τις επιστολές προς τον Γιάννη, τη σύγκλιση τρόπων, υποδηλώσεων και πορισμάτων, ως κύκλο εκτιμήσεων με ολοκληρωμένο το σχήμα και τη σημασία της αξιολόγησής του, ...

Πέρα από την επιφάνεια: η φωτογραφία ως τέχνη

Πέρα από την επιφάνεια: η φωτογραφία ως τέχνη

Σκέψεις για την αναγνώριση της φωτογραφίας ως σημαίνουσας μορφής δημιουργικής έκφρασης.

Του Γιάννη Πολυβώτη

Σε αντίθεση με τη γέννηση άλλων γλωσσών ή μορφών τέχνης, η φωτογραφία ...

Η καταδίκη της μνήμης

Η καταδίκη της μνήμης

Του Κυριάκου Χαλκόπουλου

Ότι η ζωή πολλών διάσημων λογοτεχνών τους επέβαλε να κρατούν λεπτές ισορροπίες ανάμεσα στα βαθύτερα, καλλιτεχνικά τους ενδιαφέροντα και στις απαιτήσεις της καθημερινότητας, είναι γνωστό. Βρίσκει κανείς πολλά παραδείγματα στα αυτοβ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτά είναι τα Εθνικά Βραβεία Λογοτεχνίας των ΗΠΑ για το 2019

Αυτά είναι τα Εθνικά Βραβεία Λογοτεχνίας των ΗΠΑ για το 2019

Η Susan Choi, η Sarah M. Broom και ο αγαπητός και στη χώρα μας László Krasznahorkai ήταν μεταξύ των πέντε βραβευμένων με το Εθνικό Βραβείο Βιβλίου (National Book Award), που επιλέγουν κάθε χρόνο τα καλύτερα βιβλία που κυκλοφόρησαν στις ...

Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Προδημοσίευση τριών ποιημάτων του Διονύση Μαρίνου από την ποιητική του συλλογή «Ποτέ πια εμείς», που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

π...

Θόδωρος Σούμας: «Στο ερωτικό γαϊτανάκι κανείς δεν έχει ψυχική γαλήνη»

Θόδωρος Σούμας: «Στο ερωτικό γαϊτανάκι κανείς δεν έχει ψυχική γαλήνη»

Συνομιλία με τον Θόδωρο Σούμα με αφορμή τη νουβέλα του «Το ημερολόγιο ενός αδέξιου εραστή» (εκδ. Βακχικόν).

Της Σώτης Τριανταφύλλου

Θοδωρή, γνωριζόμαστε τριάντα πέντε χρό...

Διαφήμιση