x
Διαφήμιση

20 Σεπτεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:06:14:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΕΠΩΝΥΜΩΣ «Την παρτίδα με τη ζωή δεν την κέρδισε ποτέ κανείς»

«Την παρτίδα με τη ζωή δεν την κέρδισε ποτέ κανείς»

E-mail Εκτύπωση

altΣτη μνήμη του Κωστή Παπαγιώργη που έφυγε από κοντά μας, σαν σήμερα, δυο χρόνια πριν.  

Της Μυρένας Σερβιτζόγλου

Ορισμένοι αποφεύγουν να ταξιδεύουν αεροπορικώς, όχι γιατί φοβούνται τα ύψη, αλλά διότι λατρεύουν τα σύνορα. Την έξαψη του τελευταίου βήματος με το οποίο εξαίφνης βρίσκονται αλλού. Το ίδιο συμβαίνει με σύν-ορους ανθρώπους. Ένα μόνο βλέμμα, ή χαμόγελο και το transit ατελώνιστα έχει συμβεί. Ακόμη πιο σπάνια, αλλά τυχαίνει, είναι η σύν-ορος γραφή. Η γραφή σύνορο, όταν η γραφή δεν εξιστορεί απλώς πέρατα, αλλά λειτουργεί η ίδια ως τέτοια. Μία φράση, ένα βιβλιαράκι, και δεν έχει επιστροφή. 

«Την παρτίδα με την ζωή δεν την κέρδισε ποτέ κανείς», αρέσκετο να γράφει ο Κωστής Παπαγιώργης. Ο θάνατος συνιστά ένα σκάνδαλο για την ανθρωπότητα. Δεν μπαίνει ποτέ μέσα στη ζωή. «Η βαθύτερη απορία του ζωντανού είναι ότι, όσο και αν ψάχνει μέσα του, δε βρίσκει τρόπο να αναμετρηθεί με την απουσία». Δεν είναι τυχαίο ότι όταν ανασηκώνει τα μανίκια του γραφιά, ένα από τα πρώτα θέματα με τα οποία καταπιάνεται είναι αυτό ακριβώς το πέρασμα.

altΤο 1990 εκδίδεται το Ζώντες και Τεθνεώτες, το οποίο έγραψε λόγω «της αρχάριας σχέσης του με τη ζωή και του θανάτου ενός αγαπημένου προσώπου πριν από ένα χρόνο». «Όλα τα κειμενάκια που έχω κάνει έχουν πίσω τους ένα τράνταγμα, θάνατο, ζήλια, μισανθρωπία, αλκοόλ. Σαν να τρως ένα χαστούκι και να λες: Τώρα, με βάση τον πόνο να προλάβω να γράψω».

Για να φτιάξει ένα βιβλίο ο Παπαγιώργης είχε πάντα ανάγκη να τον συγκλονίσει ένα γεγονός. Δεν διάλεγε με φιλολογική άνεση το θέμα. Το καλοκαίρι του 1989 είχε χάσει την μητέρα του. «Ήταν νέα, στα εξήντα πέντε, και δεν έπασχε από τίποτα που να δικαιολογούσε ανησυχίες. Το τηλεφώνημα που έλαβα όμως τα έλεγε όλα: Έλα, η μάνα σου δεν είναι καλά». Αυτή την «άγια γυναίκα» ο Παπαγιώργης δεν πρόλαβε να την φροντίσει. Είχε τα δικά του προβλήματα και πάντα έλεγε ότι θα έρθει μια στιγμή που θα την ευχαριστήσει. Όμως εκείνη βιάστηκε να φύγει με το παράπονο. Τους υπηρέτησε χρόνια, τους αγάπησε και τους στήριξε όπως ξέρουν οι μανάδες. Ένιωθε “ηλίθιος και μικρόψυχος”, αλλά το γεγονός ήταν τετελεσμένο. 

Ο Παπαγιώργης πένθησε την μητέρα του με τον μόνο τρόπο που γνώριζε. Διά της γραφής. «Με τα χείλη που χω σε φιλάω». Μόνο με τον θάνατο της μητέρας του ένιωσε ικανός να γράψει τον Ντοστογιέφσκι. Η δουλειά ήταν πολύ και η φιλολογική φασίνα του είχε φανεί εξαντλητική. Αλλά το βιβλίο αυτό ήταν ο μόνος τρόπος να αφηγηθεί την «μέσα του ιστορία», χωρίς ο ίδιος να πει τίποτα. Αφού, λοιπόν, υπέβαλε εαυτόν στα φιλολογικά κάτεργα του Ντοστογιέφκσι, ένιωσε ότι είχε το δικαίωμα να καθίσει και να φτιάξει ένα λιγοσέλιδο βιβλίο για το ξόδι το νεκρού από το σπίτι.

Το μικρό βιβλιαράκι του Ζώντες και τεθνεώτες αποτελείται από δεκατρία κεφάλαια, και είναι λες και το χέρι που το γράψε δεν βρήκε καταλληλότερο αριθμό για την περίσταση από το δεκατρία. Ο Παπαγιώργης έγραψε συνολικά δεκαοχτώ «βιβλιαράκια», κι έτσι μόνο τα αποκαλούσε «διότι όποιος δεν είδε παλάτι, είδε φούρνο και εθαυμάχτη». «Εξάλλου, αφού όλα τα βιβλία θα δοθούν στην πυρά, γιατί να κουράζουμε τη φωτιά;».

Για το δικό του θάνατο ο θνητός δεν έχει μάτια. «Όραση και γνώση έχει μόνο για το θάνατο των άλλων. Αυτό το δεύτερο πρόσωπο του θανάτου είναι και το μόνο που μας εμφανίζεται».

Στο πρώτο κεφάλαιο, το οποίο μαζί με τα επόμενα έξι συναποτελούν την πρώτη ενότητα, Ο οίκος, ο συγγραφέας αντιμετωπίζει το θέμα κατά πρόσωπο. Ο κανόνας του παιχνιδιού είναι ο εξής: «Ο θάνατος έχει δύο πρόσωπα. Το ένα είναι άφαντο, και δεν το είδε ποτέ κανείς». Για το δικό του θάνατο ο θνητός δεν έχει μάτια. «Όραση και γνώση έχει μόνο για το θάνατο των άλλων. Αυτό το δεύτερο πρόσωπο του θανάτου είναι και το μόνο που μας εμφανίζεται».

«Μελλοντικός νεκρός ο καθένας, κυκλοφορεί ανάμεσα σε μελλοντικούς και αβοήθητους νεκρούς». Μόνο όταν είναι «δικός μας», ο νεκρός δίνει πλήθος σκληρά μαθήματα. «Ό,τι είναι μακριά από την μανίκα μας, περνάει έξω από την καρδιά μας». Για αυτό ο Παπαγιώργης περιπαίζει το «αναπότρεπτο», την «έκπληξη», το «ανερμήνευτο»: «Προς γνώση και συμμόρφωση, κάθε ζωντανός, οφείλει να κυκλοφορεί με έναν αόρατο κουβά γεμάτο κόκαλα. Μόνο τα οστά συνετίζουν, ο αυτισμός του «θα πεθάνω, θα πεθάνω, θα πεθάνω» δεν ωριμάζει κανέναν».

Μετά το πρώτο αποκάρωμα από το θέαμα του αγαπημένου νεκρού, ο συγγραφέας περιγράφει τα έθιμα του νεκρού. Τις μοιρολογίστρες που συνδέουν τα ασύνδετα και τραβάν τον πόνο σαν μαμές, την αγρυπνία στον οίκο του νεκρού, τα κεράσματα. Στις κηδείες, γράφει, πρωτοστατούν τα ξένα χέρια και τα ξένα στόματα.

Στο σημείο αυτό, ο συγγραφέας στέκεται σε μία διάκριση και σχεδόν λαογραφεί. «Ο νεκρός στην πόλη δεν γνωρίζει τις ψυχόρμητες τιμές που γνωρίζει ο νεκρός του χωριού, ακόμη και σήμερα. Ο άνθρωπος της κλειστής κοινωνίας ξέρει να μοιρολογεί, να θρηνεί μακρόσυρτα και να ξαγρυπνά τους πεθαμένους του». «Στην πολυκατοικία, αυτό το κάθετο χωριό, όπου συνήθως δεν γνωρίζει κανείς ποιος φθείρει τον βίο του στη διπλανή πόρτα, μπορεί κανείς να ζει, αλλά όχι να πεθάνει». «Η έξοδος από τη ζωή κατά κύριο λόγο γίνεται αισθητή ως τετελεσμένη έξοδος από τον οίκο. Ο τεθνεώς παύει να είναι οικείος».

«Στην πολυκατοικία, αυτό το κάθετο χωριό, όπου συνήθως δεν γνωρίζει κανείς ποιος φθείρει τον βίο του στη διπλανή πόρτα, μπορεί κανείς να ζει, αλλά όχι να πεθάνει».

Τα επόμενα κεφάλαια ο Παπαγιώργης τα αφιερώνει στο βίωμα του πένθους, τις φενάκες που στήνει η συνείδηση στον εαυτό της για να τα βγάλει πέρα, το καθεστώς των επισκέψεων στο κοιμητήριο και τα πρακτικά καθήκοντα, το φάρμακο κάθε μελαγχολίας. Καθ' όλο το μάκρος, εξαντλεί τη δεξιοτεχνία του στα σχήματα και την ατάκα, λες κι από το λογοτεχνικό του μεράκι θα κρινόταν η αγάπη και η αφοσίωση στο πρόσωπο που κοιμήθηκε τον ύπνο τον ανεξύπνητο.

Στο δεύτερο μέρος, Χορταίνει ο Άδης κόκαλα;, που αποτελείται από τα υπόλοιπα έξι κεφάλαια, ο Παπαγιώργης βρίσκει τον γνώριμό του εαυτό. «Η ρίζα της ευλάβειας, της τελετουργικής σκοτοδίνης που κατατρύχει κάθε θρησκευόμενη και άθρησκη ψυχή, δεν μπορεί να αναζητηθεί πέρα από την ανάκληση των νεκρών». Θρησκεία χωρίς λατρεία των νεκρών δεν μπορεί να υπάρξει. «Η ανάμνηση του νεκρού, και μόνο αυτή, ιδρύει μια οικογενειακή θρησκεία». «Ο Χριστιανισμός είναι η θρησκεία της οικογένειας: του πατρός, του υιού και της θεοτόκου μητρός».

Εν συνεχεία, διατρέχει το «μασκάρεμα» της θρησκείας, την συγκλονιστική μετατόπιση, που συντελέστηκε μέσα στην ιστορία. «Η θρησκεία δεν εμφανίζεται ως θεσμοποίηση του θρήνου για κάποια μέλη κάποιας οικογένειας». «Μέσα στους κόλπους της θρησκείας συντελείται ένας σφετερισμός των νεκρών, μια απαλλοτρίωση των τάφων». Πώς η θρησκεία από θρήνο της οικογένειας καταλήγει σε εδώλιο, σ έναν ιερόσυλο έλεγχο; «Πώς η προαιώνια ευλάβεια στην μνήμη των νεκρών μετατράπηκε σε φόβο για ένα θεό, ανίδωτο και άγνωστο;»

alt

Για το Παπαγιώργη ο θάνατος είναι τρύπα. Και κάθε θρησκεία -με πρώτο τον Πλάτωνα, ο οποίος υποστήριξε ότι δεν υπάρχει θάνατος και η ψυχή είναι αθάνατη-, αυτήν την τρύπα προσπαθεί να κλείσει. Ο Πλάτωνας έλεγε: «Οι ορθώς φιλοσοφούντες αποθνήσκειν μελετώσι». Για τον Παπαγιώργη η θρησκεία είναι μία δυνατότητα - «να μην την πω;». «Είναι όμως διαφορετικό πράγμα να είσαι έμπορος μιας ιδέας, και διαφορετικό να είσαι χρήστης. Το ράσο θεολογεί και εμπορεύεται ιδέες. Με το ράσο δεν ήμουνα ποτέ. Εγώ είμαι μονάχα χρήστης».

«Όταν δια βίου κοιτάζεις κάτι, στο τέλος, αρχίζει και αυτό να σε κοιτάει».

Ο Χάιντεγκερ είχε γράψει ότι η έννοια του ιερού είναι ανώτερη από εκείνη του θείου. Ο Παπαγιώργης δεν παραδίδει αμαχητί τη σχέση με τον νεκρό στη λήθη, στον πολιτικό ελιγμό που συντελέστηκε μέσα στην θρησκεία. «Η σχέση αυτή είναι αρχέγονη και προθεϊστική, ενδέχεται να είναι η λησμονημένη απαρχή κάθε θρησκευτικού συναισθήματος και κάθε πίστης». Για να υποστηρίξει τον συλλογισμό του επιστρέφει στον Όμηρο, τα μόνα κείμενα χαράς που έχει διαβάσει, και όπου όλα παραμένουν απομάγευτα και ιερά.

«Κάθε άνθρωπος έχει μια μικρή ή μεγάλη τρύπα στο κεφάλι του. Όποια δυστυχία κι αν τον κατατρύχει, δοκιμάζεται από πειρασμούς βαθύτητας που δύσκολα μπορεί να εξηγήσει. Η τρύπα στο κεφάλι μεγαλώνει καθώς καίγονται τα παραπετάσματα και ο πάσχων μυούμενος κρυφομαντεύει ένα θαύμα μέσα στο τίποτα». «Όταν δια βίου κοιτάζεις κάτι, στο τέλος, αρχίζει και αυτό να σε κοιτάει». Ο Πασκάλ έλεγε: «Στοιχηματίστε! Αν χάσετε, τι χάνετε; Αν κερδίσετε, κερδίζετε τα πάντα.»

altΤις απόκρυφες συνδέσεις του ανθρώπου με τον νεκρό ο Παπαγιώργης δεν τις παραδίδει στις άρπαγες της θρησκείας. Η σκέψη των νεκρών «είναι η μόνη μας ηθική και θρησκεία». Μόνον αυτές οι ανυπόστατες σκιές προσφέρουν κάποια παραμυθία. Με τον τρόπο αυτό καταφέρνει να περισώσει μέσα του ακέραιο ό,τι του έχει απομείνει. Την ιερή μνήμη της μητέρας του.

Ερωτηθείς ποια είναι για εκείνον η απόλυτη ευτυχία, δεν δίστασε: «Η ανάσταση της μητέρας μου, έστω και για ένα απόγευμα». Ο Παπαγιώργης είχε πολύ μυαλό για να προσμένει Δευτέρα Παρουσία. Γνώριζε ότι η μόνη δυνατή Ανάσταση ήταν δυνατή μέσω της πιο δαιμονικής πράξης που παραχώρησε ο Θεός στον άνθρωπο, τη συγγραφή.

«Αυτό το βιβλίο το έκανα σαν ένα είδος προσευχής για ένα αγαπημένο πρόσωπο. Όπως όταν χάνεις έναν πολύ καλό φίλο και του γράφεις όσα δεν πρόλαβες να του πεις. Γιατί η ηθική μας είναι οι νεκροί και η προσευχή ένας τρόπος να τους θυμόμαστε».

Κι αν τον Ντοστογιέφκσι τον αφιερώνει «στην ιερή μνήμη της μάνας του, ΔΗΜΗΤΡΑΣ», το Ζώντες και τεθνεώτες το αφιερώνει στον φίλο του Πέτρο Τατσόπουλο. Το γιατί ανήκει σε άλλο κεφάλαιο.

«Ανάξιος για τη σιωπή –πάντα βαθύτερη από κάθε σιωπητή-, ο άνθρωπος είναι ανάξιος και για το κλάμα που ξεκινάει σαν σπαραγμός για να καταλήξει ψυχωφελές και ηδονικό σκίρτημα». 

* Η ΜΥΡΕΝΑ ΣΕΡΒΙΤΖΟΓΛΟΥ είναι Σύμβουλος Επικοινωνίας.

** Στην κεντρική εικόνα: Ο Κωστής Παπαγιώργης δια χειρός Χρόνη Μπότσογλου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το βρετανικό crime fiction και τα κοινωνικά αίτια της δυσφορίας με την Ευρώπη

Το βρετανικό crime fiction και τα κοινωνικά αίτια της δυσφορίας με την Ευρώπη

Τα κοινωνικά αίτια και η ψυχοπαθολογία των βρετανών πολιτών που θέλουν η χώρα τους να φύγει από την Ευρώπη, μέσα από ορισμένα πρόσφατα βρετανικά αστυνομικά μυθιστορήματα που μας βοηθούν να μην μένουμε στην επιφάνεια των πραγμάτων. 

Της ...

Αναγνώστες από κούνια: μεγαλώνοντας ευτυχισμένα παιδιά

Αναγνώστες από κούνια: μεγαλώνοντας ευτυχισμένα παιδιά

Σκέψεις για τη μεγαλόφωνη ανάγνωση από τη βρεφική ηλικία και γιατί καθίσταται απαραίτητη σύμφωνα με εξειδικευμένους επιστήμονες. Στις 8 Σεπτεμβρίου δράσεις μεγαλόφωνης ανάγνωσης για παιδιά σε διαφορετικές γλώσσες στο «Πάρκο για το Παιδί & τον Πολιτισμό» (Λάμψα & Τριφυλίας, Αμπελόκηποι)....

Βιρτζίνια Γουλφ: Αντικατοπτρισμοί γραφής και μετάφρασης

Βιρτζίνια Γουλφ: Αντικατοπτρισμοί γραφής και μετάφρασης

Πέντε διηγήματα της Virginia Woolf, σε μετάφραση Βάνιας Σύρμου-Βεκρή από τις εκδόσεις Μπιλιέτο, σε ένα παιχνίδι αντικατοπτρισμών για την ποιητική της Woolf.

Της Ιωάννας Σπηλιοπούλου

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που γνωρίσαμε»

Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό από αυτόν που γνωρίσαμε»

Σύντομη συζήτηση με τον Φώτο Λαμπρινό με αφορμή το πρόσφατο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Παλαμηδίου 10» (εκδ. Καστανιώτη).

Της Σώτης Τριανταφύλλου

...

Το φιλοσοφείν, με απλά λόγια

Το φιλοσοφείν, με απλά λόγια

Έξι καλά ή και κλασικά στο είδος τους βιβλία που μας συστήνουν τη φιλοσοφία και το φιλοσοφείν με πρωτότυπους τρόπους, επιζητώντας το ενδιαφέρον του ευρέως κοινού. 

Του Μύρωνα ...

Αυτά είναι τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2018

Αυτά είναι τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2018

Ανακοινώθηκαν από το Υπουργείο Πολιτισμού τα Κρατικά Βραβεία Λογοτεχνίας 2018 (εκδόσεις 2017), για βιβλία για ενηλίκους όπως και για βιβλία για παιδιά. 

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης 

...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube