x
Διαφήμιση

25 Ιουνιου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:22:32:45 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΕΠΩΝΥΜΩΣ Κώστας Ταχτσής: ανταπόκριση από το μέλλον

Κώστας Ταχτσής: ανταπόκριση από το μέλλον

E-mail Εκτύπωση

altΣκέψεις για τον Κώστα Ταχτσή με αφορμή το μυθιστόρημά του «Το τρίτο στεφάνι».

Της Σοφίας Ιακωβίδου

Ο Σεφέρης τον είχε ξεχωρίσει ήδη από τα ποιήματά του, ενώ ο Εμπειρίκος, καθώς ο Ταχτσής διάβαζε σε στενό κύκλο κάποια από τα πρώτα κεφάλαια του Τρίτου στεφανιού ενόσω το έγραφε, πετάχτηκε ψηλά ενθουσιασμένος φωνάζοντας: «είναι μια σύγχρονη ελληνική ιλαροτραγωδία!». Ο συγγραφέας χρειάστηκε ωστόσο να το εκδώσει με δικά του έξοδα και το έργο θα άρχιζε να γίνεται γνωστό σχεδόν μια δεκαετία αργότερα και μάλιστα αρχικά μέσα από τις φυλακές, από στόμα σε στόμα, καθώς οι γυναίκες των κρατουμένων (πολιτικών κυρίως) έψαχναν να τους πάνε κάτι διασκεδαστικό να διαβάσουν.

«Το μυθιστόρημα αυτό πάλλεται από μια βαθύτερη αίσθηση του χιούμορ, που αρκετά σπάνια ανευρίσκεται στην ελληνική λογοτεχνία, και το συντάσσει πλάι σε μακρινούς, μεγάλους προδρόμους του είδους, όπως ο Ροΐδης και ο Καβάφης».
(Ρόντρικ Μπήτον)

Από τότε βέβαια όλα είναι ιστορία, για την ακρίβεια... μέλλον. Παρέμενε επί μακρόν ένα από τα πιο πολυδιαβασμένα μυθιστορήματα στην Ελλάδα μεταπολεμικά – μαζί με Τα ματωμένα χώματα της Δ. Σωτηρίου και τη Ζωή εν τάφω του Στρ. Μυριβήλη. Συγχρόνως πρόκειται για ένα από τα βιβλία από τα οποία αντλούν πιο συχνά οι γλωσσολόγοι λήμματα για την ελληνική γλώσσα για τις έρευνές τους. Οι ακαδημαϊκές περγαμηνές ωχριούν όμως μπροστά στο απολαυστικό του αναγνώσματος. Αυτό που οι κρατούμενοι στις φυλακές διαπίστωναν σχεδόν πρώτοι, η ιστορία της λογοτεχνίας θα το έγραφε πολλά χρόνια αργότερα: «το μυθιστόρημα αυτό πάλλεται από μια βαθύτερη αίσθηση του χιούμορ, που αρκετά σπάνια ανευρίσκεται στην ελληνική λογοτεχνία, και το συντάσσει πλάι σε μακρινούς, μεγάλους προδρόμους του είδους, όπως ο Ροΐδης και ο Καβάφης» (Ρόντρικ Μπήτον). Πώς πετυχαίνει κανείς αυτού του είδους το λογοτεχνικό τζακ ποτ, να καλύπτει ένα έργο τόσο ευρεία γκάμα αναγνωστών; Κι αν κάποτε κατέκτησε αυτό το στάτους γιατί να διαβάζουμε αυτόν τον συγγραφέα σήμερα;

Η σήμερον ως αύριο και ως χθες

Αν σήμερα πλήθος συρρέει μέσα και έξω από χώρους όπου δίνονται διαλέξεις με τίτλους όπως «Μεγαλώνοντας μέσα στην ελληνική οικογένεια» και «Να παντρευτεί κανείς ή να μην παντρευτεί» και τα ομότιτλα βιβλία του Ματθαίου Γιωσαφάτ δεν παύουν να ξεπουλούν τη μία έκδοση μετά την άλλη, μία εναλλακτική πραγμάτευση των ίδιων ζητημάτων, σε εξίσου απλή και ευθύβολη γλώσσα με εκείνην του ψυχίατρου αλλά σε σπαρταριστό ύφος, με τη μορφή μυθοπλασίας, μπορεί να βρει κανείς στο Τρίτο στεφάνι. Αλλά και στα Ρέστα, το επόμενο βιβλίο του Ταχτσή, όπου το ίδιο υλικό έχει χυθεί σε άλλη φόρμα, στο διήγημα, μόνο που η ταύτιση του γράφοντα δεν είναι εδώ με γυναίκα, όπως στο Τρίτο στεφάνι, αλλά με παιδιά και εφήβους. Ο ειρωνικός βέβαια τίτλος των διηγημάτων προοικονομούσε ήδη το πώς θα διαβάζονταν: ως τα απομεινάρια μιας μεγάλης, συνθλιπτικής επιτυχίας. Δεν διαβάζουμε εξάλλου εμείς τα μεγάλα βιβλία, εκείνα μας έχουν ήδη διαβασμένους/ες. Και φυσικά δεν διστάζουν να έρθουν σε μετωπική σύγκρουση με τα θέσφατα της (ελληνικής εν προκειμένω) κοινωνίας: την οικογένεια, και δη τον πυλώνα της, τις μητέρες. Όση κρίση κι αν διέρχονται προ πολλού οι θεσμοί του γάμου και της οικογένειας, δεν παύει η καθεμιά και ο καθένας να τους επιδιώκει, με τον τρόπο του, για τον εαυτό του, και οι άλλοι να τους «αναμένουν» από εκείνους. Κι ας αποτυγχάνουν, όπως η Νίνα, που θα κάνει τρεις γάμους.

alt
Το εξώφυλλο της 1ης έκδοσης, 1962
 
 
 

Ο γάμος δεσμεύει τις ελευθερίες και μακιγιάρει με τις δέουσες κοινωνικές αποχρώσεις τις επιθυμίες, δεν παύει όμως να συνάπτεται ή να συντηρείται με γνώμονα το συμφέρον (η Νίνα δεν παντρεύεται εκείνον που αγαπούσε αλλά τρεις άλλους που θα την κάλυπταν οικονομικά και κοινωνικά. Ακόμη και σήμερα σε αρκετές χώρες η οικονομική κρίση έχει κάνει ζευγάρια που έχουν χωρίσει να προσπαθούν να εξακολουθούν να μένουν μαζί για τα παιδιά και για να μοιράζονται τα έξοδα). Αλλά το μυθιστόρημα προχωράει και σε άλλες γκρίζες αλήθειες: μπορεί να δεχόμαστε ότι το οιδιπόδειο κάνει τις μητέρες να υπεραγαπούν τα αγόρια και τις κόρες να είναι ερωτευμένες με τον πατέρα τους, δυσκολευόμαστε όμως να δεχτούμε πως μια μάνα κάνει διακρίσεις ανάμεσα στα παιδιά της –όχι μόνο ως προς το φύλο– αλλά και πως μπορεί να αγαπάει άσχημα, ανεξέλεγκτα ή και καταστροφικά. Στο έργο η Νίνα κατηγορεί τη μητέρα της πως με την παθολογική αγάπη που είχε στον αδερφό της Ντίνο τον κατέστρεψε. Την ίδια ακριβώς δομή διαπιστώνει στην κυρα-Εκάβη, καθώς κι εκείνη εκθειάζει την ομορφιά του γιου της Δημήτρη, που κι εκείνος έχει ομοφυλοφιλικές σχέσεις όπως ο Ντίνος αλλά επιπρόσθετα είναι πολλαπλώς παρεκκλίνουσα περίπτωση (ναρκωτικά, κλοπές κ.ά.). Και η Ελένη από τη μεριά της, η κόρη της κυρα-Εκάβης, την κατηγορεί πως με τα αντίστοιχα καμώματά της ως προς τον εγγονό της Άκη (που όποιος έχει διαβάσει Το τρίτο στεφάνι αβίαστα θα τον ταύτιζε με τον ίδιο τον συγγραφέα) θα τον κατέστρεφε κι εκείνον. Αντιλαμβανόμαστε πως οι αλλεπάλληλοι αναδιπλασιασμοί στην πλοκή καταδεικνύουν πιθανότατα αίτια για την ψυχογένεση της ομοφυλοφιλίας.

Τα βασικά dramatis personae αντιστοιχούν άλλωστε ευδιάκριτα σε πρόσωπα της οικογένειας του Ταχτσή και ο ίδιος σε αυτοβιογραφικά κείμενά του το επιβεβαίωσε: η «Εκάβη» αντιστοιχεί στη γιαγιά του, η «Ελένη» στη μητέρα του, ο «Δημήτρης» και ο «Θόδωρος» στους δύο θείους με τους οποίους μεγάλωσε, τον «κακό» και τον «καλό», εκείνον που είχε σχέσεις με τον κόσμο του Τύπου και από τους οποίους έλκει καθεμιά από τις δικές του αντίστοιχες δύο πλευρές κ.ο.κ. 

Η κατεξοχήν όμως όψη του πραγματικού που κεντράρεται εδώ δεν είναι μόνο το πού βρίσκεται ο ίδιος μέσα στο έργο του και πού οι άλλοι, κι ας προσιδιάζουν τα αυτοβιογραφικά του τεχνάσματα στα μεγαλύτερα ονόματα του διεθνούς λογοτεχνικού στερεώματος.

Η Νίνα, δια στόματος της οποίας γίνονται αυτοί οι συσχετισμοί, δεν φέρει μόνο πολλαπλά γνωρίσματα του ίδιου του Ταχτσή (ήθελε να γίνει δικηγόρος όπως εκείνος, που παράτησε στο δεύτερο έτος τη Νομική, αγαπά τη λογοτεχνία, το σινεμά, τις ιδέες του Φρόυντ) αλλά και μια μορφή του ονόματός του (Κωνσταντίνα→Ντίνα→Νίνα). Τα δύο γράμματα, εκείνο που φαίνεται (Ν) και εκείνο που κρύβεται (Τ, το αρχικό του πατρωνύμου του) ο Ταχτσής τα διαμοιράζει ακολούθως σε πολλαπλά πρόσωπα στο σύνολο του έργου του που σχετίζονται με την ομοφυλοφιλία ή (και) την πορνεία (όπως ο «Ντίνος», ο αδερφός της Νίνας, «ο κ. Ν.» στα Ρέστα κ.ο.κ ενώ το όνομα Νίνα χρησιμοποιούσε και ο ίδιος στην «άλλη» του ζωή όπως φαίνεται στην αυτοβιογραφία του).

Η κατεξοχήν όμως όψη του πραγματικού που κεντράρεται εδώ δεν είναι μόνο το πού βρίσκεται ο ίδιος μέσα στο έργο του και πού οι άλλοι, κι ας προσιδιάζουν τα αυτοβιογραφικά του τεχνάσματα στα μεγαλύτερα ονόματα του διεθνούς λογοτεχνικού στερεώματος. Είναι επίσης οι ουσιαστικοί ρόλοι, η διανομή τους, οι σχέσεις, οι διάλογοι, το κατεξοχήν θέατρο που πλάθει τον καθένα: το πώς διαμορφώνεται στην αλληλεπίδρασή του με την οικογένεια. Ίσως γι’ αυτό –σε συνδυασμό πάντα με τη γλώσσα– το δραματικό στοιχείο στο έργο να είναι τόσο έντονο, αβίαστο, παλμικό. Έτσι θα μιλούσε η ζωή αν μιλούσε, έγραψε για τον Ταχτσή ένας ξένος κριτικός, θυμίζοντας κάτι που είχε υποστηριχθεί για την Άννα Καρέννινα του Τολστόι. Μπορεί στο μυθιστόρημα να περνά μοναδικά και η μεγάλη εικόνα, τα κοινωνικά τεκταινόμενα, η Ιστορία (κυρίως η Κατοχή, ο Εμφύλιος, επεισοδιακά ο Βενιζέλος και ο Μεταξάς) αλλά στο προσκήνιο είναι οι μικρές ιστορίες ενός εκάστου, ο εμφύλιος που φέρουμε, ιδιαίτερα οι Έλληνες, μέσα μας. Η Ιστορία θα λέγαμε πως βιώνεται από τους περισσότερους από εμάς όπως περιέγραψε ο Τζον Λένον το παρόν: «εκείνο που μας συμβαίνει καθώς κάνουμε άλλα σχέδια».

* Η ΣΟΦΙΑ ΙΑΚΩΒΙΔΟΥ είναι Επίκουρη Καθηγήτρια Νεοελληνικής Λογοτεχνίας στο Δημοκρίτειο Πανεπιστήμιο Θράκης.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΚΩΣΤΑ ΤΑΧΤΣΗ

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι

Η αυτογνωσιακή αποξένωση του γίγνεσθαι

Του Γιάννη Λειβαδά

Στην ποίηση υπάρχουν μόνο προλεγόμενα. Σημειώνω σε χρόνο κατά τον οποίο συμβάλλω, σε χρόνο κατά τον οποίο η μεταβατικότητα διανύει την απώλεια της υπόστασής της, την απόκτηση νέας υπόστασης και την απώλειά της∙ πως η ποίηση ως γλώσσα εμ...

Η νοσταλγία του Εαυτού: Η ποίηση σήμερα

Η νοσταλγία του Εαυτού: Η ποίηση σήμερα

Του Γιώργου Βέη

Προτείνω εισαγωγικά να ξαναδιαβάσουμε τα εξής: «Η κριτική των έργων της λογοτεχνικής επικαιρότητας είναι το είδος της κριτικής που με γοητεύει ξεχωριστά. Έχει ρίσκο, απαιτεί διόραση και συνιστά πάνω απ’ όλα έκφ...

Κριτική vs γνώμη

Κριτική vs γνώμη

Σκέψεις και επισημάνσεις για τα κριτικά κείμενα λογοτεχνίας στα μπλογκ και στα μέσα κοινωνικής δικτύωσης, με αφορμή τη συζήτηση «Διαδίκτυο και κριτική λογοτεχνίας» που διοργάνωσε το bookpress.gr, την Παρασκευή 10 Μαΐου, στο πλαίσιο της 16ης ΔΕΒΘ.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Βάσια Τζανακάρη γράφει...

10 ΧΡΟΝΙΑ ΒΙΒΛΙΑ: Η Βάσια Τζανακάρη γράφει...

Πεζογράφοι και ποιητές εύχονται στην Book Press με ένα διήγημα ή ένα ποίημα γραμμένο ειδικά για τους αναγνώστες μας. Μια λέξη τα ενώνει: «δέκα». Σήμερα, η Βάσια Τζανακάρη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Χορταστική μουσική βραδιά με τη Γιούτζα Γουάνγκ στο Ηρώδειο

Χορταστική μουσική βραδιά με τη Γιούτζα Γουάνγκ στο Ηρώδειο

Μια χορταστική συναυλία, γεμάτη από υπέροχη συμφωνική μουσική, απολαύσαμε τη Δευτέρα 17 Ιουνίου 2019 στο Ωδείο Ηρώδου του Αττικού στο πλαίσιο του Φεστιβάλ Αθηνών και Επιδαύρου.

Της Χρύσας Στρογγύλη...
«Το βασίλειό μου για ένα άλογο»

«Το βασίλειό μου για ένα άλογο»

Για την παράσταση «Η τραγωδία του βασιλιά Ριχάρδου Γ'» του Ουίλλιαμ Σαίξπηρ σε σκηνοθεσία Χρήστου Θεοδωρίδη, από θεατρική ομάδα «Ορχήστρα των Μικρών Πραγμάτων», η οποία παρουσιάστηκε στο Φεστιβάλ Αθηνών.

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube