x
Διαφήμιση

18 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:12:54:10 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΣΤΗΛΕΣ ΕΠΩΝΥΜΩΣ Φάκελος Μυθιστόρημα: τι αναζητάμε;

Φάκελος Μυθιστόρημα: τι αναζητάμε;

E-mail Εκτύπωση

novel in greeceTου Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Η εφημερίδα «Το Βήμα» ξεκίνησε και ολοκλήρωσε μια σειρά άρθρων (24.7.2016 – 11.9.2016) με άξονα το νεοελληνικό μυθιστόρημα και τη στάθμη της παραγωγής του, υπό τον τίτλο Φάκελος μυθιστόρημα, με την επιμέλεια της Λαμπρινής Κουζέλη. Το θέμα είναι όντως πολύ σημαντικό, καθώς η ποιότητα της πεζογραφίας και της ποίησής μας δείχνει και την ποιότητα της ελληνικής κουλτούρας στο παγκόσμιο γίγνεσθαι, το οποίο αποτελεί παλαίστρα πολιτισμικών διαγκωνισμών και χρηματιστήριο λογοτεχνικών μετοχών (Pascale Casanova). 

Τα ερωτήματα τέθηκαν από τη δημοσιογράφο Λαμπρινή Κουζέλη εξ αρχής στο φύλλο της 24ης Ιουλίου και πάνω σ’ αυτά (ή τα παρεμφερή τους) πρέπει να οργανωθεί η συζήτηση.

Υπάρχει νεοελληνικό μυθιστόρημα;

Kανείς απ’ όσο ξέρω δεν έχει αμφισβητήσει την ύπαρξη νεοελληνικού μυθιστορήματος δύο αιώνες μετά τα πρώτα δείγματά του.

Καταρχάς, τίθεται το ερώτημα αν υπάρχει νεοελληνικό μυθιστόρημα. Το ερώτημα είναι παράδοξο γιατί κανείς απ’ όσο ξέρω δεν έχει αμφισβητήσει την ύπαρξη νεοελληνικού μυθιστορήματος δύο αιώνες μετά τα πρώτα δείγματά του. Κανείς δεν αμφέβαλε για τη μεγάλη παραγωγή, για την παρουσία συστηματικών μυθιστοριογράφων, για έργα που άφησαν το στίγμα τους τόσο στη λογοτεχνική Ιστορία όσο και στην κοινωνική ζωή του τόπου, για την ακόμα και τώρα ανάδειξη σημαντικών πενών. Το μυθιστόρημα στην Ελλάδα, ακολουθώντας τη διεθνή τάση που το θέλει όλο και περισσότερο να αποτελεί ναυαρχίδα της λογοτεχνίας, έχει εγκαθιδρυθεί, γράφεται, εκδίδεται, διαβάζεται περισσότερο από τα άλλα είδη, και κανείς δεν αμφισβητεί την ποσότητα και τις ορατές κορυφές του, από τον 19ο αιώνα (όπως έδειξαν ο Νάσος Βαγενάς και η Σοφία Ντενίση, 31.7.2016) μέχρι τη μεταπολεμική εποχή (όπως έδειξε με τα παραδείγματα που ανέφερε η Ερασμία-Λουίζα Σταυροπούλου, 7.8.2016) και τις τελευταίες δεκαετίες (Δημοσθένης Παπαμάρκος, 4.9.2016). Όλα αυτά πιστοποιούν το αυτονόητο, ότι δηλαδή έχουμε πολλά (καλά μέχρις ενός σημείου) μυθιστορήματα από τον 19ο ώς και τον 21ο αιώνα.

Υπάρχει καλό ελληνικό μυθιστόρημα;

Επομένως, το σωστό ερώτημα είναι αν υπάρχει σημαντικό (αξιόλογο, ποιοτικό, υψηλού επιπέδου) ελληνικό μυθιστόρημα. Σ’ αυτό το πυρηνικό ερώτημα μπορούμε να αναγνωρίσουμε δύο επιμέρους σκέλη που διασαφηνίζουν αυτό το «σημαντικό», συγκρίνοντάς το αφενός με τα άλλα είδη και αφετέρου με το μυθιστόρημα εκτός Ελλάδος. Επομένως, έχουμε δύο ζητούμενα: α) είναι το ελληνικό μυθιστόρημα καλύτερο από -ή εξίσου καλό με- το διήγημα ή την ποίηση; β) είναι το ελληνικό μυθιστόρημα εφάμιλλο των ξένων; Οι απαντήσεις σ’ αυτά τα ερωτήματα θα διαμορφώσουν και την τελική απάντηση για την ποιότητα του ελληνικού μυθιστορήματος, τόσο στον μέσο όρο του όσο και στις κορυφές του.

Στο α' ζητούμενο η άποψη περί υπεροχής της μεγάλης φόρμας στηρίζεται σε μια (ά)ρητη παραδοχή που αξίζει να διερευνηθεί: το μυθιστόρημα είναι απαιτητικότερο είδος από τη μικρή φόρμα, πιο σύνθετο, απαιτεί μεγαλύτερη δεξιότητα και γι’ αυτό είναι ανώτερο από το διήγημα. Όντως, το πετυχημένο μυθιστόρημα χρειάζεται να χτιστεί πάνω σε αυστηρή –πολυεπίπεδη– δομή, που να συντονίζει επεισόδια, σχόλια, σκηνικά, χαρακτήρες, αφηγηματικές τεχνικές κ.λπ. σε ένα άρτιο σύνολο, αλλά και να συλλαμβάνει και να πραγματεύεται μια γενικότερη ιδέα, ένα μεγάλο αφήγημα, στη μικροκλίμακα ή στη μακροκλίμακα, μια γενική ερμηνευτική αρχή που να δίνει εξηγήσεις πάνω σε μεγάλα προβλήματα της ανθρωπότητας. Επομένως, η πολυπλοκότητα της μεγάλης φόρμας σε σχέση με τη μικρή την κάνει πιο συναρπαστική, πιο πανοραμική, πιο πετυχημένη στο να αποδώσει τη γενική εικόνα του ανθρώπου, της κοινωνίας ή της οικουμένης.

Τόσο το διήγημα όσο και το μυθιστόρημα αποτελούν δυο εξίσου δυναμικές μορφές πεζού λόγου, από τις οποίες η καθεμιά ρίχνει το βάρος της σε άλλες αισθητικές ισορροπίες.

Αντίθετα, οι υποστηρικτές του διηγήματος τονίζουν ότι αυτό είναι εξίσου απαιτητικό όχι στη (μεγάλη) δομή, αλλά στην πυκνότητα, στη γλωσσική ευστοχία, στην οργανική σχέση μορφής και περιεχομένου. Κι εγώ μαζί τους θα ήθελα να υποστηρίξω ότι το διήγημα δεν υστερεί, γιατί το κριτήριο δεν μπορεί να είναι μόνο η πλοκή, αλλά και η εκρηκτική πυκνότητα, η εστίαση στο καίριο, η γρήγορη και κρουσιφλεγής δράση κάθε έργου. Επομένως, δεν ισχύει ούτε ότι το μυθιστόρημα απλώνεται φλύαρο και νανουριστικό, αλλά ούτε ότι το μικρό είναι και ευκολότερο (βλ. και την ομιλία μου «Φάκελος: Διήγημα. Η μικρή φόρμα αντιστέκεται... στην επικράτεια του μυθιστορήματος» («Πολύεδρο» Πάτρας, 17.6.2016), που θα δημοσιευτεί προσεχώς στο ψηφιακό περιοδικό chronos.fairead.net). Τόσο το διήγημα όσο και το μυθιστόρημα αποτελούν δυο εξίσου δυναμικές μορφές πεζού λόγου, από τις οποίες η καθεμιά ρίχνει το βάρος της σε άλλες αισθητικές ισορροπίες.

Η εποχή μας βέβαια επιζητεί, μέσα στη συσσώρευση λόγων και κειμένων, τον μεγάλο λόγο που θα αποδώσει την πραγματικότητα που ζούμε και θα αναδείξει τα κύρια χαρακτηριστικά της ως τρόπο σκέψης και πολιτισμικής βολιδοσκόπησης. Επομένως, παγκοσμίως το μυθιστόρημα έχει κερδίσει σε αίγλη, σε κριτική αποτίμηση και σε αναγνωστική αποδοχή, ακριβώς επειδή μπορεί να αποκρυσταλλώσει τον νεωτερικό κόσμο και να λεκτικοποιήσει τη σύγχρονη ματιά. Και πέρα απ’ αυτήν την κριτική εξήγηση το ευρύ κοινό προτιμά το μυθιστόρημα, τόσο επειδή τα διηγήματα κάθε συλλογής βάζουν συνεχώς τον αναγνώστη σε μια κοπιώδη νέα αρχή, όσο και επειδή το μυθιστόρημα πλάθει ένα μυθοπλαστικό σύμπαν πολυδιάστατο που περιλαμβάνει πολλά είδη και τάσεις, ικανό να συντροφεύσει τον αποδέκτη για ώρες ή και μέρες, εντάσσοντάς τον σε ένα σταθερό πλαίσιο ανάγνωσης που δεν απαιτεί επανεκκινήσεις (Αλεξάνδρα Μπίζη, 4.9.2016).

Αντίστοιχα, όμως, η αποσπασματικότητα που διακρίνει πολλά σύγχρονα μυθιστορήματα, η επικέντρωση στο μικρό ως κλίμακα του μεγάλου, η πολύπλοκη περιεκτικότητα του διηγήματος, η καλειδοσκοπική εικόνα του κόσμου που δίνουν συλλογές διηγημάτων (όπως αναφέρει και ο Κ. Σπαθαράκης, 14.8.2016), η εμβάθυνση την οποία επιτυγχάνει η νουβέλα κ.ά. φέρνουν και τη μικρή φόρμα στο ίδιο σημείο εκκίνησης, ικανή να σταθεί στο σύγχρονο γίγνεσθαι. Κάθε είδος, επισημαίνει ο Δημοσθένης Παπαμάρκος (4.9.2016), «εκφράζει μια διαφορετική συγγραφική προσέγγιση τόσο θεματικά όσο και εκφραστικά», κάθε είδος αποδίδει αλλιώς τον κόσμο που μας περιβάλλει.

Τι γίνεται τώρα με το ελληνικό μυθιστόρημα στο παγκόσμιο σκηνικό; Έχουμε διακρίσεις, ώστε να προβάλλουμε την ελληνική μυθιστοριογραφία ως πεδίο διεθνούς καταξίωσης παράλληλα με την ποίηση όπου έχουμε αποκτήσει «καλό όνομα»;

Τι γίνεται τώρα με το ελληνικό μυθιστόρημα στο παγκόσμιο σκηνικό; Έχουμε διακρίσεις, ώστε να προβάλλουμε την ελληνική μυθιστοριογραφία ως πεδίο διεθνούς καταξίωσης παράλληλα με την ποίηση όπου έχουμε αποκτήσει «καλό όνομα»; Η ποίηση έχει ταυτιστεί με τη σύγχρονη Ελλάδα στο εξωτερικό, τόσο με τα δύο Νόμπελ (Γιώργος Σεφέρης, Οδυσσέας Ελύτης) όσο και με τον Κωνσταντίνο Καβάφη που αναγνωρίζεται παγκοσμίως αλλά και με ανθολογίες, νεότερους ποιητές, ποιήματα, ονόματα και τίτλους που μεταφράζονται και ακούγονται στην αλλοδαπή. Η πεζογραφία, από τις εκτιμήσεις που καταγράφονται, τόσο στο μυθιστόρημα όσο και στο διήγημα, δεν αξιολογείται σε ανάλογα υψηλές θέσεις (όχι ως προς τους μέσους όρους, όπου δεν υστερούμε [Ελισάβετ Κοτζιά, 14.8.2016], αλλά ως προς τις αξιοσημείωτες κορυφές του): ναι ο ξακουστός Νίκος Καζαντζάκης, ναι ο Πέτρος Μάρκαρης στο αστυνομικό είδος και σκόρπια βιβλία διαφόρων που μεταφράζονται με πολύ κόπο, αλλά δεν κατακτούν εύκολα τους ξένους κριτικούς και αναγνώστες.

Βεβαίως, όπως εκτιμά η Έρ. Σταυροπούλου (7.8.2016), «είναι αφελές να συγκρίνουμε τους νεοέλληνες συγγραφείς με τα μεγαλύτερα ονόματα της παγκόσμιας λογοτεχνίας, γιατί κανένας συγγραφέας […] δεν γράφει ανεξάρτητα από την εποχή και τον τόπο του». Οι επιφυλάξεις που μπορεί να ακουστούν απέναντι σ’ αυτήν την κατά βάση σωστή θέση είναι, αφενός, πώς γίνεται και η ποίησή μας σε τέτοια σύγκριση, αφού κι εκεί ισχύουν τα ίδια δεδομένα, μπορεί και εξάγεται, και, αφετέρου, αν μπορούμε να συγκριθούμε με χώρες ανάλογης (περιφερειακής) δυναμικής.

Θα έλεγα ότι, επειδή το μυθιστορηματικό είδος είναι παγκοσμίως καταξιωμένο έναντι του διηγηματικού, γι’ αυτό και το ελληνικό μυθιστόρημα επιζητείται περισσότερο από το διήγημα, σε αναλογικό βαθμό. Αυτό δεν σημαίνει ότι η πεζογραφία μας έχει ενταχθεί σε έναν ευρύτερο Κανόνα, ο οποίος θεωρεί τα ελληνικά κείμενα αξιόλογα και σημαντικά. Ενδεικτικά του όποιου σύγχρονου ενδιαφέροντος αναφέρω την Ιωάννα Μπουραζοπούλου που με το μυθιστόρημά της «Τι είδε η γυναίκα του Λωτ» απέσπασε βρετανικό βραβείο στην κατηγορία της επιστημονικής φαντασίας, ενώ τα διηγήματα του Χρήστου Οικονόμου αναγνωρίζονται στο εξωτερικό (αγγλική και γερμανική μετάφραση), διότι αποδίδουν εύστοχα τη νεοελληνική κρίση, προ αυτής αλλά και μέσα σ’ αυτήν.

***

Γενικά, η μυθιστορηματική υστέρηση λαμβάνεται ως δεδομένη με ρητές και υπόρρητες παραδοχές ότι η ποιότητα του μυθιστορήματος δεν είναι τόσο υψηλή. Οι περισσότεροι αρθρογράφοι δηλώνουν θεωρητικά ότι δεν είναι τόσο αρνητικά τα πράγματα, αλλά συνάμα αναζητούν τα αίτια της παραδεχθείσας χαμηλής στάθμης. Συνεπώς, το ερώτημα της Λ. Κουζέλη μετασχηματίζεται ως εξής: γιατί δεν έχουμε να επιδείξουμε υψηλή μυθιστορηματική παραγωγή;

Η απάντηση που έχει παραδοσιακά δοθεί είναι ότι, επειδή η γένεση του μυθιστορήματος συνδέεται με την άνοδο της αστικής τάξης και την κοσμοθεωρία που αυτή εκφράζει, το είδος δεν έχει να επιδείξει αξιόλογα έργα στην Ελλάδα ακριβώς λόγω του ελλιπούς εξαστισμού της χώρας, η οποία είναι κατά βάση οργανωμένη με άλλες προνεωτερικές δομές. Το θέτει στο τραπέζι η Λ. Κουζέλη και το επιβεβαιώνει ο Ν. Βαγενάς (31.7.2016), χωρίς να το σχολιάζει.

Άλλες κοινωνίες, όπως η λατινοαμερικάνικη του 20ου αιώνα ή η ρώσικη του 19ου, δεν είχαν αναπτυγμένη αστική συνείδηση, αλλά αντίθετα με τα αναμενόμενα καλλιέργησαν με επάρκεια το μυθιστορηματικό είδος.

Η Αγγέλα Καστρινάκη (7.8.2016) (που δίνει από τις πιο ολοκληρωμένες και καίριες απαντήσεις στα ερωτήματα του «Βήματος», έστω κι αν εστιάζει στο Bildungsroman, αλλά όσα λέει, τηρουμένων των αναλογιών, ισχύουν και για το μυθιστόρημα ευρύτερα) βλέπει την ελλιπή αστική συνείδηση από άλλη σκοπιά. Επισημαίνει ότι η απουσία αριστοκρατίας που θα αποτελούσε τον στόχο της ανερχόμενης αστικής τάξης είναι πιο σημαντική, γιατί στέρησε από τους αστούς συγγραφείς ένα μέτρο σύγκρισης κι έναν πήχυ-στόχο, τον οποίο θα ξεπερνούσαν αν ανέπτυσσαν μια ολοκληρωμένη μυθιστορηματική παραγωγή. Εξάλλου, όπως επισημαίνει η Ελ. Κοτζιά (14.8.2016) και επαναλαμβάνει ο Χρήστος Αστερίου (21.8.2016), άλλες κοινωνίες, όπως η λατινοαμερικάνικη του 20ου αιώνα ή η ρώσικη του 19ου, δεν είχαν αναπτυγμένη αστική συνείδηση, αλλά αντίθετα με τα αναμενόμενα καλλιέργησαν με επάρκεια το μυθιστορηματικό είδος.

Μια δεύτερη πειστική εξήγηση που δίνει η Αγ. Καστρινάκη είναι ότι στην Ελλάδα έλειπε κι ίσως λείπει ακόμα ο ατομισμός, που θα έδινε ώθηση σε προσωπικές φιλοδοξίες και θα ξεπερνούσε τις συλλογικές δομές που δεν επιτρέπουν τη συγγραφική συνείδηση να δράσει. Το αίσθημα εγωτισμού, που δεν αναπτύχθηκε επαρκώς για διάφορους λόγους στην ελληνική κοινωνία, αφαίρεσε από τους μυθιστοριογράφους τη δυνατότητα να προτάξουν ένα «εγώ» φιλόδοξο, μέρος μιας ανερχόμενης δυναμικής, διεκδικητικό και ενεργητικό. Γενικότερα, οι φιλοδοξίες, πιστεύει δίκαια η Καθηγήτρια Νεοελληνικής Φιλολογίας, είτε απέναντι στην αριστοκρατία είτε απέναντι στη Δύση δίνουν στόχο και εντείνουν τις δυνάμεις των ανθρώπων, λογοτεχνικές ή άλλες, να ξεπεράσουν το πάγιο και σταθερό. Γι’ αυτό εστιάζει και στην απουσία ισχυρών καταπιεστικών μηχανισμών που να κινητοποιήσουν το εγώ να αντιταχθεί, να ενεργοποιήσει λεκτικούς τρόπους, να ορθώσει το ανάστημά του, και το μυθιστόρημα είναι ένα τέτοιο μέσο αντίστασης και απελευθέρωσης.

Θέλω να συμπληρώσω μερικές επιπλέον πιθανές εξηγήσεις που έρχονται να προστεθούν στις προτεινόμενες, μη ξεχνώντας ότι το θέμα είναι πολυπαραγοντικό και καμιά εξήγηση δεν μπορεί να ισχύει ερήμην των άλλων.

Από τη μία, είναι σε διάφορους τομείς εγνωσμένη η αδυναμία του Νεοέλληνα να ελέγξει μια μεγάλη σύνθεση, να συναρμόσει τα επιμέρους στοιχεία και να διοικήσει μια μεγάλη ομάδα ατόμων. Έτσι, δεν μπορεί εύκολα να πειθαρχήσει, να συντονίσει, να συζεύξει τα πολλά ετερόκλητα στοιχεία που χρειάζεται ένα μυθιστόρημα και ταυτόχρονα να συλλάβει το γενικό, έχοντας στον νου του το σύνολο και τα μέρη, την ευρεία εικόνα και τις πολλές λεπτομέρειες. Αυτή η συνθετική αδυναμία οφείλεται στη στενή θέαση του κόσμου την οποία μαθαίνει ο Έλληνας, που δεν του αφήνει περιθώρια να δει το μεγάλο κάδρο. Η οικογένεια και η ματιά της, το βλέμμα της κοινότητας, το ελλαδικό πεδίο δεν επιτρέπει τις ευρείες, παγκόσμιες, συνολικές οπτικές· αντίθετα, η ευρύτητα του κράτους ή της αυτοκρατορίας και ακόμα περισσότερο η διεθνής θέαση της αποικιοκρατικής πολιτικής με τις υπερπόντιες ενατενίσεις καθιστά τους Άγγλους και τους κατοίκους της Κοινοπολιτείας, τους Γάλλους με τις αφρικανικές αποικίες τους, τους Ισπανούς και τους Πορτογάλους με τις λατινοαμερικάνικες εκτάσεις, ακόμα και τους Ρώσους με την απέραντη αυτοκρατορία τους ή και τους Γερμανούς με τις παγγερμανικές βλέψεις τους ικανούς να συνθέσουν μυθιστορήματα που εκπληρώνουν αυτά τα οράματα για κυριαρχία, ευρυγώνιο βλέμμα και πανοπτική σχέση με τον κόσμο.

Αυτό που παρατηρώ εξίσου είναι πως οι Έλληνες έχουν μεγαλώσει με νοοτροπία φυγόκεντρων τάσεων, καθώς δεν έμαθαν ποτέ (από το σχολείο;) να πειθαρχούν σε άξονες, σε συλλογιστικές πορείες, σε μακροπρόθεσμους στόχους. Έτσι, αδυνατούν να οργανώσουν ένα πολύπλευρο αλλά κεντρομόλο πεζό κείμενο, που να θέτει όλα τα πλούσια υλικά σε έναν πολυσέλιδο, πολύπτυχο, πολυπρόσωπο κορμό. Δίνουν συχνά εύκολες απαντήσεις, γρήγορες λύσεις, αλλά δεν εμβαθύνουν, δεν έχουν μάθει να σκάβουν και να αναζητούν κάτι πέρα από το επιφανειακό, ή, όταν εμβαθύνουν, το κάνουν μόνο κάθετα και όχι ταυτόχρονα σε τρισδιάστατη προοπτική.

Δεν έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε πολυπρισματικά, δεν έχουμε εξοικειωθεί με την ουσία του διαλόγου που προϋποθέτει τη θέαση του δίκιου του άλλου και την αναθεώρηση της δικής μας αυταρέσκειας, αλλά βλέπουμε κοντόθωρα το δικό μας χωράφι, με έμφαση στη ζωή μας και στην αδιάλλακτη γνώμη μας.  

Μια τρίτη αιτιολόγηση είναι η ελληνική προσοχή και εμμονή στη γλώσσα, εξαιτίας της υπερ-τρισχιλιετούς ιστορίας της, της ποιητικής παράδοσης, της ιδεολογικής φόρτισης που κουβαλάει κάθε μορφή της ελληνικής, από την αρχαιοελληνική και την καθαρεύουσα μέχρι τη δημοτική και τις πάμπολλες διαλέκτους της. Αυτή η γλωσσική επεξεργασία έκανε την ελληνική γραφίδα να καλλιεργήσει εξαιρετικά την ποίηση, να δουλέψει τη μικρή πεζογραφική φόρμα, να φιλοτεχνήσει το διήγημα και το πεζό που επιζητεί τη λεπτοδουλειά, τη γλωσσική αισθαντικότητα και τον υφολογικό ποικιλμό.

Να συμπληρώσω το δογματικό εγώ του Έλληνα, που δεν του επιτρέπει να δει πολύπλευρα, όπως απαιτείται από το μυθιστορηματικό είδος. Ο Μιχαήλ Μπαχτίν επιμένει ότι βασικό χαρακτηριστικό του μυθιστορήματος, με πρότυπο τον Φ. Ντοστογιέφσκι, είναι η πολυφωνία, η παρουσία δηλαδή διαφορετικών τρόπων σκέψης και γλωσσών (πολυγλωσσισμός), η οποία συνθέτει ένα πολύπτυχο πεδίο ανθρώπων και ιδεών. Στην Ελλάδα όμως «έχουμε πολύ λίγα πολυφωνικά, πολυεπίπεδα, πολυεστιακά μυθιστορήματα», όπως αναφέρει πολύ καίρια –σε όλες τις παρατηρήσεις της– η Ελ. Κοτζιά (14.8.2016). Αυτό ίσως οφείλεται στο ότι δεν έχουμε μάθει να σκεφτόμαστε πολυπρισματικά, δεν έχουμε εξοικειωθεί με την ουσία του διαλόγου που προϋποθέτει τη θέαση του δίκιου του άλλου και την αναθεώρηση της δικής μας αυταρέσκειας, αλλά βλέπουμε κοντόθωρα το δικό μας χωράφι, με έμφαση στη ζωή μας και στην αδιάλλακτη γνώμη μας. Έτσι, είμαστε καλοί στις αυτοβιογραφικές αφηγήσεις, όπως ευνοεί το μικρό διήγημα που συνοψίζει φέτες ζωής ή τα έντονα βιωματικά αφηγήματα, που σε καμία όμως περίπτωση δεν μπορούν να περιλάβουν στο μερικό το γενικό.

Και τέλος, σαν υποσημείωση σε όλα τα άλλα, οφείλω να θέσω το ζήτημα των υποστηρικτικών δομών, όπως είναι οι επιμελητές και το ευρύτερο εκδοτικό σύστημα, τα σπίτια λογοτεχνίας, τα σεμινάρια δημιουργικής γραφής, η σοβαρή αυστηρή βιβλιοκριτική, η γενικότερη κρατική στήριξη, η προώθηση των ελληνικών βιβλίων στο εξωτερικό, η οργάνωση κ.λπ. Όλα αυτά, αν λειτουργούσαν θα μπορούσαν να στηρίξουν, το απαιτητικό μυθιστόρημα που, πέρα από γερή πένα, θέλει και βαθιά εξωτερικά βλέμματα, σύμβουλους αναθεώρησης και δομές ενίσχυσης.

Υπάρχει ελληνικό εθνικό μυθιστόρημα;

Ένα ακόμη ερώτημα που τέθηκε από τη δημοσιογράφο του «Βήματος» παράλληλα με τα δύο προηγούμενα είναι αν υπάρχει ένα ή περισσότερα μυθιστορήματα που να συνοψίζουν και να ερμηνεύουν τον νεοελληνικό βίο και αν υπάρχει ένας μυθιστοριογράφος που να πάρει τον τίτλο του «εθνικού» όπως αντίστοιχα υπάρχουν εθνικοί ποιητές (Σολωμός, Παλαμάς).

Το μυθιστόρημα που θα πληροί όλους ή τους περισσότερους πιθανούς όρους είναι δύσκολο να εμφανιστεί και να οριστεί.

Έχουν ακουστεί κατά καιρούς πολλά ονόματα πεζογράφων και τίτλοι μυθιστορημάτων, από τον Αλέξανδρο Παπαδιαμάντη έως τον Στρατή Τσίρκα κι από τον Νίκο Καζαντζάκη μέχρι τον Θανάση Βαλτινό. Κανένα από αυτά ή άλλα ονόματα δεν κερδίζει την έστω μερική αποδοχή, πόσω μάλλον την απόλυτη, και γι’ αυτό φαίνεται ότι το ερώτημα μένει ώς την ώρα εκκρεμές: το μυθιστόρημα που θα πληροί όλους ή τους περισσότερους πιθανούς όρους (να είναι πολυδιάστατο και πολυφωνικό, να εκφράζει την ελληνική ζωή, να περιλαμβάνει την αυτοεικόνα του Έλληνα, να αντέχει στον χρόνο χάρη και στις αισθητικές του αρετές κ.λπ.) είναι δύσκολο να εμφανιστεί και να οριστεί. Σε αντίθεση με την ποίηση η οποία μπορεί να συνοψίσει τέτοια στοιχεία, το μυθιστόρημα ή ο πεζογράφος που σε πολλά του έργα θα το πετύχει δεν αναγνωρίζεται ακόμα στο σύγχρονο σκηνικό.

Ο «Φάκελος Μυθιστόρημα», όπως τον οργάνωσαν οι υπεύθυνοι του «Βήματος», θέτει και εν μέρει απαντά σε βασικά ερωτήματα που αφορούν στη σύγχρονη ελληνική πεζογραφία. Το ζητούμενο δεν είναι να αποδειχθεί ποιος υπερτερεί (η μικρή ή η μεγάλη φόρμα), ούτε αν παράγουμε πάντα καλά δείγματα στην ποίηση ή στην διηγηματογραφία, αλλά να γίνει αντιληπτό ποιες προδιαγραφές θέτει κάθε είδος και πώς το καθένα εκφράζει την κοσμοαντίληψή μας ως λαού και πολιτισμού (εκ παιδείας και όχι εκ φύσεως ή εκ μεταφυσικής επιφοίτησης, όπως υπαινίσσεται ο Δ. Παπαμάρκος, 4.9.2016), αλλά και την ικανότητά μας να τη συλλάβουμε και να την αισθητοποιήσουμε. 

* Ο ΓΙΩΡΓΟΣ Ν. ΠΕΡΑΝΤΩΝΑΚΗΣ είναι Διδάκτορας Νεοελληνικής Φιλολογίας και κριτικός βιβλίου.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Βιβλιοπαρουσίαση και βιβλιοκριτική: αδελφές ή ανταγωνίστριες;

Βιβλιοπαρουσίαση και βιβλιοκριτική: αδελφές ή ανταγωνίστριες;

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Κανονικά, πρόκειται για δύο διακριτές μορφές κειμένων που αναμετρώνται με το βιβλίο και το προβάλλουν στο κοινό. Κανονικά, η βιβλιοκριτική και η βιβλιοπαρουσίαση υπηρετούνται από διαφορετικούς ανθρώπ...

Ο λόγος για το λόγο της κριτικής

Ο λόγος για το λόγο της κριτικής

Aπόπειρα για μια αρχή διαλόγου 

Του Νικήτα Παρίση

Τελικά, μας χρειάζονται και τα θεωρητικά κείμενα. Αυτά που έχουν το ωραίο άρωμα του μεστού δοκιμιακού ...

Ο ρόλος του κριτικού λογοτεχνίας

Ο ρόλος του κριτικού λογοτεχνίας

Σκέψεις και επισημάνσεις για το ρόλο του κριτικού λογοτεχνίας σήμερα.

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Όποιος νομίζει ότι ο ρόλος του κριτικού είναι απλώς μεσολαβητικός κι ο βιβλιοκριτικό...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Συνομιλία με τη Νορβηγή συγγραφέα Μάγια Λούντε περί cli-fi, μελισσών, οικογενειακών σχέσεων, σχέσεων αγάπης αλλά και απώλειας με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ιστορία των μελισσών» (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Κλειδάριθμος).  

...

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Έντονη διαμαρτυρία ανθρώπων των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης για την πρόσφατη έκδοση βιβλίου με «συνεντεύξεις» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
 
 Θεέ μου, φύλαγ...
Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Για την παράσταση «Τα 7 κουτιά της Πανδώρας» του Βασίλη Ζιώγα, σε σκηνοθεσία της Φαίης Τζανετοπούλου, με τη Βάνα Πεφάνη και τον Γιώργο Στριφτάρη, η οποία παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στο «Από Κοινού Θέατρο» μέχρι και τις 28 Νοεμβρίου.

...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube