Michael Kleeberg

Εκτύπωση

kleeberg260Στον Γιάννη Παλαβό

Ο συγγραφέας Michael Kleeberg είναι εδώ και είκοσι πέντε χρόνια μια από τις πιο ενδιαφέρουσες φωνές της γερμανικής λογοτεχνίας. Μυθιστοριογράφος και διηγηματογράφος, ο Kleeberg διαπλέκει στο έργο του τη συλλογική Ιστορία και μνήμη με τις προσωπικές ιστορίες καθημερινών ανθρώπων. 

Η οξυδέρκεια του βλέμματός του σε συνδυασμό με μια ιδιάζουσα αίσθηση του χιούμορ και την έφεσή του στον φορμαλιστικό πειραματισμό καθιστούν τα κείμενά του ιδιαίτερα ελκυστικά. Το πιο σημαντικό, ωστόσο, χαρακτηριστικό της γραφής του είναι, ίσως, ότι επαναφέρει στο προσκήνιο ένα αίτημα συχνά ξεχασμένο, όταν συζητάμε για υψηλών αξιώσεων λογοτεχνία – αναφερόμαστε στο αίτημα της απόλαυσης:Ο Kleeberg υφαίνει κείμενα που πληρούν όλες τις προδιαγραφές μιας λογοτεχνίας αξιώσεων, τόσο από άποψη αισθητικής διαπραγμάτευσης όσο και ως προς τις θεματικές περιοχές στις οποίες ανοίγεται (μνήμη, Ιστορία, ταυτότητα)∙ την ίδια στιγμή, τα κείμενα διαβάζονται συχνά απνευστί ακόμα και από μη μυημένους αναγνώστες χωρίς –για να δανειστούμε τον στίχο του Άκη Πάνου– «να νιώθουμε τίποτα φτηνό». Δεν είναι τυχαίο ότι το TLS έγραψε ότι «Ο Michael Kleeberg αποδεικνύει περίτρανα πως δεν χρειάζεται πια να μεμψιμοιρούμε για την κατάσταση της σύγχρονης γερμανικής λογοτεχνίας».

Ο Kleeberg γεννήθηκε στη Στουτγκάρδη το 1959. Σπούδασε πολιτικές επιστήμες και οπτική επικοινωνία στο Πανεπιστήμιο του Αμβούργου. Τη δεκαετία του ’80 έζησε για μεγάλα διαστήματα σε διάφορες ευρωπαϊκές πρωτεύουσες, μεταξύ των οποίων η Ρώμη, το Βερολίνο και το Άμστερνταμ. Το 1986 μετοίκησε στο Παρίσι, όπου και διηύθυνε μια διαφημιστική εταιρεία ως το 1994. Πλέον, ο Kleeberg μένει στο Βερολίνο.

Από το 1984 έχει δημοσιεύσει 8 μυθιστορήματα, 2 συλλογές διηγημάτων κι ένα βιβλίο ταξιδιωτικής λογοτεχνίας. Ο Kleeberg είναι επίσης μεταφραστής από τα αγγλικά και τα γαλλικά. Έχει μεταφράσει στα γερμανικά Proust, Huysmans και Dos Passos. 

Λέγεται ότι υπάρχουν δύο μεγάλες ομάδες διηγηματογράφων: εκείνοι που νιώθουν εγγύτερα στην ποίηση (και ενδεχομένως επέλεξαν τη φόρμα του διηγήματος επειδή αισθάνονται ανεπαρκείς ως ποιητές)· και εκείνοι που βρίσκονται πλησιέστερα στο μυθιστόρημα και τις μεγάλες αφηγήσεις. Συμφωνείτε με αυτήν την κατηγοριοποίηση; Πού τοποθετείτε τον εαυτό σας ως διηγηματογράφο;

Ειλικρινά, είναι η πρώτη φορά που ακούω αυτή την κατηγοριοποίηση. Και μου φαίνεται εξίσου παράλογη με τις περισσότερες κατηγοριοποιήσεις. Αν ήθελα να γράψω ποίηση, θα το έκανα χωρίς να με απασχολεί η σχέση της με την πεζογραφία. Ξεκίνησα ως διηγηματογράφος σε ηλικία 17 ετών, λίγο μόνο αφότου είχα αρχίσει να παίρνω την ανάγνωση στα σοβαρά. Ήμουν επηρεασμένος κυρίως από τον Χέμινγουεϊ και αντιλαμβανόμουν το διήγημα ως μια φόρμα για να μάθει κανείς να γράφει. Σύντομα έμαθα ότι το διήγημα διαθέτει τους δικούς του κανόνες και, πάνω απ΄ όλα, τη δική του κατακτημένη αυτονομία ως λογοτεχνικό είδος καθ’ όλα ισάξιο με άλλες φόρμες (όπως το μυθιστόρημα) και ανεξάρτητο από αυτές, όπως και ότι απαιτεί από τον συγγραφέα του διαφορετικά εργαλεία και δομές.

Ποιες είναι, επιγραμματικά, οι αρετές που καθιστούν αξιανάγνωστο ένα διήγημα, σε αντιπαραβολή με εκείνες που κάνουν αξιόλογο ένα μυθιστόρημα;

Γνώση, αφαίρεση, συμπύκνωση, συνεκδοχή, και η μαγεία και η δύναμη ενός ιδιαίτερου ύφους και χειρισμού της γλώσσας και της ζωής (δεν θα μπορούσα να πω τι έχουν κοινό μεταξύ τους τα διηγήματα του Απντάικ και του Κάφκα, για παράδειγμα – ωστόσο «λειτουργούν» με τους δικούς τους, απολύτως ξεχωριστούς, τρόπους). Οι αρετές αυτές αφορούν όλη την πεζογραφία, είτε συζητάμε για το διήγημα είτε για το μυθιστόρημα. Η διαφορά είναι απλώς το είδος της δουλειάς. Ένας συνθέτης δεν συνθέτει συμφωνίες με τον ίδιο τρόπο που συνθέτει σονάτες. Ακόμα κι αν έχω στραφεί στο μυθιστόρημα, συχνά γράφω διηγήματα. Η ιδέα ορίζει τη φόρμα. Όταν, μετά τα είκοσι πέντε μου, έφυγα από τη Γερμανία και έζησα σε πόλεις όπως το Άμστερνταμ και κυρίως το Παρίσι, ανακάλυψα το χρόνο. Και καθώς αυτό με συνάρπασε, ασχολήθηκα περισσότερο με το μυθιστόρημα, γιατί το μυθιστόρημα είναι το ιδανικό όχημα για να περιγράψει κανείς τις συνέπειες του χρόνου στους ανθρώπους.

Στην ιστοσελίδα σας αναφέρετε, ανάμεσα στις αγαπημένες σας ταινίες, τον Μελισσοκόμο του Θόδωρου Αγγελόπουλου και τον Μεγάλο Λεμπόφσκι των αδελφών Κοέν. Μου φαίνεται πως αυτή η δημιουργική σύντηξη του μάλλον απαισιόδοξου βλέμματος προς τη ζωή με την ειρωνική ματιά που πηγάζει από τις underground και pop υποκουλτούρες αποκαλύπτει αρκετά για το έργο σας.

Αυτό πιθανόν να ισχύει. Από νωρίς ανακάλυψα ότι, είτε μας αρέσει είτε όχι, η ζωή είναι ένα μείγμα τραγωδίας και κωμωδίας. Ως συγγραφέας, θα ένιωθα ότι δεν θα ήμουν ειλικρινής με την πραγματικότητα, αν εστίαζα αποκλειστικά σε μία από τις δύο αυτές πτυχές παραλείποντας την άλλη. Ό,τι είναι τραγωδία για μένα, θα μπορούσε να προκαλέσει δυνατό γέλιο στον γείτονά μου και το αντίστροφο. Υπάρχει, για να το θέσω κάπως σχηματικά, όχι μόνο ένα ροζ «κιτς», αλλά και ένα «μαύρο» κιτς, και πάντοτε πίστευα ότι, προκειμένου κανείς να συλλάβει την «condition humaine», πρέπει να καταδείξει την παραδοξότητα της ύπαρξής μας αναμειγνύοντας το μαύρο με το άσπρο.

Κάποιος κριτικός κινηματογράφου περιέγραψε κάποτε το Ταξίδι του Κικουτζίρο του Τακέσι Κιτάνο ως μια ταινία «Σοφή, λυπημένη, αστεία, υπέροχη». Αυτό είναι το προσωπικό αίσθημα του γράφοντος από την ανάγνωση των βιβλίων σας. Νιώσατε ποτέ ότι υπήρξε κάποια κριτική ή έστω ένας αφορισμός από μια κριτική που να ανακεφαλαιώνει το έργο σας;

Σας ευχαριστώ ιδιαίτερα για τα λόγια σας. Χαράσσω μια διαχωριστική γραμμή ανάμεσα στην συνήθη δημοσιογραφική κριτική μιας εφημερίδας και την εργασία των μελετητών. Αν και ποτέ δεν έχω δει εκπροσώπους της πρώτης κατηγορίας να συλλαμβάνουν περισσότερο από το 15% όσων λαμβάνουν χώρα στα βιβλία μου, εκτιμώ πολύ τη δουλειά ορισμένων μελετητών που διαθέτουν τον χρόνο και την ευφυΐα τους για να σκάψουν βαθύτερα γύρω από ένα ευρύτερο φάσμα θεμάτων σχετικά με το έργο μου.

Πέρα από το προσωπικό σας ενδιαφέρον για το έργο τους, ποιο είναι το νήμα που συνδέει τους ποικίλους συγγραφείς που έχετε μεταφράσει στα γερμανικά; Είναι μια κοινή κοσμοθεωρία ή μια κοινή προσέγγιση της γλώσσας και της τέχνης της γραφής;

Λυπάμαι που θα σας απογοητεύσω: στις περισσότερες περιπτώσεις, το μόνο νήμα είναι τα χρήματα - φυσικά, με ελάχιστες εξαιρέσεις, όπου δέχθηκα (ή αρνήθηκα) προσφορές από εκδότες προκειμένου να μεταφράσω ένα βιβλίο. Ασφαλώς και δέχομαι να μεταφράσω ένα βιβλίο αν μου φαίνεται έστω και λίγο ενδιαφέρον, όμως κάποτε δέχθηκα να μεταφράσω μια πέρα για πέρα ανοησία, μόνο και μόνο για να πάρω κάποια χρήματα παραπάνω τα οποία χρειαζόμουν. Ωστόσο, δεν είναι αυτή η περίπτωση για τη νέα μου μετάφραση του Προυστ. Την πρότεινα σ’ έναν εκδότη, διότι ήμουν πεπεισμένος ότι θα μπορούσα να κάνω μια μετάφραση καλύτερη από την υπάρχουσα. Και πέρα από το ότι κέρδισα κάποια χρήματα και αρκετή αναγνώριση από αυτή, ήταν για μένα ένα δωρεάν μάθημα στο πώς γράφτηκε ένα από τα σημαντικότερα πεζογραφικά έργα του 20ου αιώνα. Χρειάστηκα ενάμιση χρόνο και συστηματικό διάβασμα σύγχρονης αμερικανικής λογοτεχνίας για να συνέλθω από τον Προυστ και να ξαναβρώ τον εαυτό μου (με καινούριο τρόπο).

Ένα από τα πιο συνήθη θέματα συζήτησης ανάμεσα στους έλληνες συγγραφείς σήμερα είναι κατά πόσο διδάσκεται η λογοτεχνία σε πανεπιστήμια και σεμινάρια. Τι γνώμη έχετε; Έχετε λάβει μέρος σε ανάλογα σεμινάρια, είτε ως διδάσκων είτε, παλαιότερα, ως μαθητής;

Φοβάμαι ότι είμαι ένας θλιβερός γερο-ξεκούτης. Όχι, ειλικρινά δε νομίζω ότι μπορείς να μάθεις τα ουσιώδη σε μαθήματα δημιουργικής γραφής και σε πανεπιστήμια (τα οποία γνωρίζουν άνθηση και στη Γερμανία επίσης). Η μαθητεία μου έλαβε χώρα (και συνεχίζει ακόμα) με τη συνεχή, συνεχή ανάγνωση (κι επίσης με το να μεγαλώνω και να κατανοώ καλύτερα την ανθρώπινη φύση). Πιστεύω ότι η πραγματικά ενδιαφέρουσα λογοτεχνία αρχίζει ακριβώς από το σημείο όπου κανείς υπερβαίνει όλους τους κανόνες που διδάσκονται γύρω από την τέχνη της γραφής (πώς να συνθέτεις ένα κείμενο, πώς να αναπτύσσεις την πλοκή, πώς να γράφεις διαλόγους κλπ). Ασφαλώς και πρέπει να κατέχει κανείς καλά τους κανόνες, προκειμένου να τους υπερβεί με τον ορθό τρόπο. Όμως ειλικρινά πιστεύω ότι ούτε ο Οδυσσέας ούτε το Αναζητώντας το χαμένο χρόνο του Προυστ ούτε Το μαγικό βουνό του Τόμας Μαν ούτε ο Άνθρωπος χωρίς ιδιότητες θα γίνονταν δεκτά σ’ ένα σεμινάριο δημιουργικής γραφής. 

Από την άλλη, έχω καταλάβει ότι εκείνο που κερδίζει κανείς από τέτοια πράγματα είναι διασυνδέσεις. Είναι πρωτίστως θέμα networking. Αποκτάς συναδέλφους (είσαι λιγότερο μόνος, αν αυτό είναι πλεονέκτημα), αποκτάς τις καλύτερες διασυνδέσεις με δημοσιογράφους, εκδότες, επιμελητές κλπ. Κι αν δεν μάθεις να γράφεις καλή λογοτεχνία, οπωσδήποτε μαθαίνεις να γράφεις καλές περιλήψεις και να προωθείς το έργο σου. Έτσι οι απόφοιτοι τέτοιων σχολών καταφέρνουν να εκδίδουν πολύ ευκολότερα απ’ ό,τι η γενιά μου. Από την άλλη, δεν έχω διαβάσει μέχρι τώρα κάτι πραγματικά εξαιρετικό από κάποιον απ’ αυτούς.

Η Γερμανία είναι ηγετική δύναμη της Ευρωπαϊκής Ένωσης. Ωστόσο, απ’ όλη την Ευρώπη, ακούγονται φωνές διαμαρτυρίας γύρω από το πώς χειρίστηκε μέχρι στιγμής η χώρα σας την οικονομική κρίση. Η Αριστερά παντού στην Ευρώπη – περιλαμβανομένης και της Γερμανίας– μιλά για έλλειμμα πολιτικής θέλησης να δοθεί λύση στο αυξούμενο πρόβλημα και κατηγορεί τη γερμανική κυβέρνηση για παντελή έλλειψη αλληλεγγύης. Ποια είναι η δική σας θέση;

Πρόκειται για ένα πολύ πολύπλοκο θέμα για να δώσω μια απάντηση σε λίγες λέξεις. Αφήστε που είναι ένα ζήτημα που δεν κατανοώ σε όλες του τις παραμέτρους (αλλά από την άλλη, ποιος το κατανοεί;). Το δικό μου όραμα για την Ευρώπη ήταν πάντοτε περισσότερο πολιτικό παρά οικονομικό. Για παράδειγμα, πάντοτε με ενδιέφερε μια Ευρώπη με μια ενιαία εξωτερική πολιτική αντί για μια Ευρώπη που θα ήταν μια απέραντη ζώνη ελεύθερου εμπορίου.

Το μόνο πράγμα για το οποίο είμαι βέβαιος είναι ότι το βασικό συμφέρον των φίλων της Γερμανίας στην Ε.Ε. (όπως η Γαλλία) ήταν ανέκαθεν να εξασθενήσουν την οικονομική της υπεροχή προκειμένου να φέρουν βόλτα τη δική τους οικονομική δυσπραγία. Για ένα πολύ μεγάλο χρονικό διάστημα, η Γερμανία επέλεγε να πληρώνει οποιονδήποτε αποκλειστικά και μόνο λόγω ένοχης συνείδησης (διότι είναι η Γερμανία), διασφαλίζοντας παράλληλα ότι απομένει αρκετό απόθεμα χάρη στην ικανότητα και της σκληρή της δουλειά.

Αρχικά, το λάθος ήταν ότι έγιναν δεκτοί στην Ευρωζώνη διάφοροι, χωρίς εγγυήσεις υπεύθυνης πολιτικής. Η δική μου Ε.Ε. θα ήταν μικρότερη και οι δεσμεύσεις προκειμένου να γίνει κανείς δεκτός θα ήταν αυστηρότερες. Ασφαλώς, αυτή δεν είναι μια ρεαλιστική πολιτική επιλογή, ακόμη κι αν η επιλογή αυτή έπεφτε στο τραπέζι στο μέλλον.

Το μεγάλο πρόβλημα είναι ότι το παγκόσμιο οικονομικό σύστημα έχει ξεφύγει τελείως από κάθε πολιτικό έλεγχο – και δεν βλέπω καμιά πολιτική βούληση για να αλλάξει η κατάσταση.

Για τους συγγραφείς που προτίθενται να σκάψουν βαθιά στις διάφορες πτυχές της οικονομίας, πρόκειται για ένα από τα πιο ενδιαφέροντα θέματα.

Ποια είναι η καλύτερη και ποια η χειρότερη συμβουλή που μπορεί να δώσει ένας έμπειρος συγγραφέας σ’ έναν νεότερο;

Η καλύτερη: αν νιώθεις ότι πρέπει να το κάνεις, τότε κάν’ το, αλλά μετά μην παραπονιέσαι και μη νιώθεις ότι η κοινωνία σου χρωστάει επειδή είσαι κωλο-καλλιτέχνης. Αν δεν είσαι ικανός ή διατεθειμένος να αντέξεις τις συνέπειες της ελευθερίας, αυτό δεν κάνει για σένα. Η χειρότερη: προσπάθησε να ευχαριστήσεις οποιονδήποτε εκτός από τον εαυτό σου.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Συνομιλία με τη Νορβηγή συγγραφέα Μάγια Λούντε περί cli-fi, μελισσών, οικογενειακών σχέσεων, σχέσεων αγάπης αλλά και απώλειας με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ιστορία των μελισσών» (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Κλειδάριθμος).  

...

Ίαν ΜακΓιούαν: «Όταν το γέλιο συναντά την απόγνωση, εκεί βρίσκεται η λογοτεχνία»

Ίαν ΜακΓιούαν: «Όταν το γέλιο συναντά την απόγνωση, εκεί βρίσκεται η λογοτεχνία»

Συνομιλία με τον Ίαν ΜακΓιούαν: Περί «κατσαρίδων» της πολιτικής, σάτιρας και άλλων δαιμονίων, όπως το Brexit.

Της Ελένης Κορόβηλα

Αυτή την εβδομάδα ...

Χανς Γιοάχιμ Λανγκ: «Συμφιλίωση με το παρελθόν δεν μπορεί να υπάρξει»

Χανς Γιοάχιμ Λανγκ: «Συμφιλίωση με το παρελθόν δεν μπορεί να υπάρξει»

Συνέντευξη με τον γερμανό δημοσιογράφο-ερευνητή Hans-Joachim Lang, με αφορμή το βιβλίο του «Οι γυναίκες του μπλοκ 10 - Ιατρικά πειράματα στο Άουσβιτς» (μτφρ. Νίκη Αναστασιάδη-Αϊντενάιερ, πρόλογος: Τζέκυ Μπενμαγιόρ, University Studio Press)

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Συνομιλία με τη Νορβηγή συγγραφέα Μάγια Λούντε περί cli-fi, μελισσών, οικογενειακών σχέσεων, σχέσεων αγάπης αλλά και απώλειας με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ιστορία των μελισσών» (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Κλειδάριθμος).  

...

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Έντονη διαμαρτυρία ανθρώπων των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης για την πρόσφατη έκδοση βιβλίου με «συνεντεύξεις» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
 
 Θεέ μου, φύλαγ...
Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Για την παράσταση «Τα 7 κουτιά της Πανδώρας» του Βασίλη Ζιώγα, σε σκηνοθεσία της Φαίης Τζανετοπούλου, με τη Βάνα Πεφάνη και τον Γιώργο Στριφτάρη, η οποία παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στο «Από Κοινού Θέατρο» μέχρι και τις 28 Νοεμβρίου.

...