23 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:59:11 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ «Ακούστε τις πανάρχαιες λέξεις που ξαναζωντανεύει η σημερινή μας γλώσσα»

«Ακούστε τις πανάρχαιες λέξεις που ξαναζωντανεύει η σημερινή μας γλώσσα»

E-mail Εκτύπωση

kiourtsakis-photo2Μια σε βάθος συζήτηση με τον Γιάννη Κιουρτσάκη με αφορμή το τελευταίο του βιβλίο, το δοκίμιο Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου (εκδ. Πατάκη).

Του Κώστα Κατσουλάρη

Ο Γιάννης Κιουρτσάκης έχει εδώ και χρόνια αφιερωθεί σε μια προσπάθεια ανάλυσης και κατανόησης των ποικίλων και αντιφατικών τάσεων που διέπουν τη σχέση της χώρας μας με τη Δύση, επιτυγχάνοντας μια σύνθεση που ενσωματώνει τον κοσμοπολιτισμό και τον αντιεθνικισμό σε μια νέα αντίληψη της «ελληνικότητας», με άξονα την πίστη στην ποιητική δύναμη της γλώσσας και στη γονιμοποιητική δύναμη της παράδοσης.

Σε αυτό τον άξονα κινείται το παρόν συνθετικό δοκίμιο, Γυρεύοντας στην εξορία την πατρίδα σου, με το δεύτερο πρόσωπο στο τίτλο να μαρτυρά το διαλογικό ύφος του έργου, στο οποίο ο αφηγητής (ο σκεπτόμενος νους που μας μιλάει, ο συγγραφέας) απευθύνεται διαρκώς σε μια ποικιλία από «άλλους», προλαβαίνοντας αντιρρήσεις, ενσωματώνοντας παρατηρήσεις, διατυπώνοντας έναν λόγο, εν τέλει, γλυκύ και παρηγορητικό.

K.K.: Το βιβλίο σας αρθρώνεται σε τρία μέρη, που επικοινωνούν μεταξύ τους με πολλαπλούς τρόπους. Απλοποιώντας, αναγκαστικά, θα έλεγα ότι στο πρώτο μέρος, με τον τίτλο «Εξορία», επιχειρείται μια επισκόπηση σε πλάτος και βάθος της «κρίσης», κάνοντας παράλληλα κριτική τόσο στον εθνικισμό όσο και στον εκσυγχρονισμό, όπως εκφράστηκε πολιτικά. Ωστόσο, αυτό που πάνω απ' όλα συγκράτησα από τα πολλά κι άκρως ενδιαφέροντα που λέτε αφορά την συλλογική μας αδυναμία (ή απροθυμία) να συνταιριάξουμε τα αρχαϊκά στοιχεία που φέρουμε μέσα μας από την παράδοσή μας με τα προτάγματα της νεωτερικότητας (χρηστή διοίκηση, τήρηση των νόμων, πίστη στον ορθό λόγο κ.λπ). Πώς λύνεται αυτός ο γόρδιος δεσμός; Μήπως, αναρωτιέμαι, όταν σε τραβάνε δυο άλογα από δυο μεριές (αν αυτή η εικόνα είναι ακριβής), για να επιβιώσεις δεν έχεις άλλη λύση από το να «κόψεις» το νήμα με το ένα άλογο, που στη συγκεκριμένη περίπτωση θα ήταν μάλλον ο «αρχαϊκός εαυτός»;

Γ.Κ.: Νομίζω πως αν κόβαμε το νήμα με τον «αρχαϊκό» μας εαυτό (αν υποτεθεί πως κάτι τέτοιο είναι εφικτό), δεν θα ήμασταν αυτό που είμαστε. Τούτο αληθεύει ακόμη και για τους πιο «προηγμένους» Βορειοευρωπαίους –τους Γερμανούς, τους Άγγλους, τους Σκανδιναβούς– ο ψυχισμός των οποίων είναι ένα κράμα νεωτερικών και αρχαϊκών νοοτροπιών. Δείτε πώς, κάτω από την επιφάνεια της αυστηρά πειθαρχημένης και μηχανοποιημένης συμπεριφοράς τους, αναδύονται κάθε τόσο στοιχεία αρχαϊσμού, άλλοτε γόνιμα, όπως είναι το «μέσα πλούτος» κάθε εθνικής παράδοσης, άλλοτε καταστροφικά – η ταυτοτική αναδίπλωση, η ξενοφοβία, η μισαλλοδοξία, η χουλιγκανική βία...

Αυτός ο διχασμός, που διαπερνά λίγο πολύ τον καθένα από εμάς, φωτίζει εν μέρει και τη σημερινή μας κρίση, οι ρίζες της οποίας πηγαίνουν πολύ βαθύτερα στο χρόνο από τη Μεταπολίτευση όπου συνηθίσαμε να τις εντοπίζουμε: στην ίδια την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μάλλον ακόμη πιο μακριά.

Το ιδιαίτερο πρόβλημα μ' εμάς, τους Νεοέλληνες, είναι ότι, ενώ περηφανευόμαστε πως η χώρα μας είναι η μάνα της Ευρώπης, δεν έχουμε γνωρίσει από πρώτο χέρι την ευρωπαϊκή νεωτερικότητα ως συνισταμένη μιας αλληλουχίας κοινωνικών μετασχηματισμών που ξεκινούν από την Αναγέννηση και τη Μεταρρύθμιση και φτάνουν ώς τις μέρες μας, περνώντας από τη βιομηχανική επανάσταση και την εδραίωση ισχυρών κρατικών θεσμών θεμελιωμένων σε μακροχρόνιες εθνικές ή τοπικές παραδόσεις. Το αποτέλεσμα ήταν ο διχασμός ανάμεσα στο βαθύ αρχαϊκό μας εαυτό και στα οράματα εξευρωπαϊσμού που θρέφουμε από τον καιρό της Ανεξαρτησίας. Αυτός ο διχασμός, που διαπερνά λίγο πολύ τον καθένα από εμάς, φωτίζει εν μέρει και τη σημερινή μας κρίση, οι ρίζες της οποίας πηγαίνουν πολύ βαθύτερα στο χρόνο από τη Μεταπολίτευση όπου συνηθίσαμε να τις εντοπίζουμε: στην ίδια την ίδρυση του ελληνικού κράτους και μάλλον ακόμη πιο μακριά. Κι ας αλλάξαμε στο μεταξύ πολύ, προς το καλύτερο (δείτε, λόγου χάρη, πώς καταφέραμε, ύστερα από εκατόν πενήντα χρόνια πολιτειακών ανωμαλιών, να έχουμε ένα κοινοβουλευτικό πολίτευμα που λειτουργεί επί σαράντα χρόνια παρ' όλους τους κλυδωνισμούς της πολιτικής ζωής), αλλά και προς το χειρότερο (δείτε πώς αλλοιώθηκε το συλλογικό μας ήθος, στην περίοδο της πλαστής ευμάρειας).

«Να αλλάξουμε ως Έλληνες»

Σίγουρα δεν υπάρχει Έλληνας που να μην επιθυμεί –θεωρητικά– να στεριώσουν και στη χώρα μας χρηστή διοίκηση, τήρηση των νόμων, γνήσιο κράτος δικαίου, αξιοκρατία, ορθολογική οργάνωση της οικονομίας κ.λπ. Το κακό είναι ότι εμείς οι ίδιοι υπονομεύουμε αυτά τα ζητήματα με τα «αρχαϊκά» καμώματά μας. Αυτό δείχνει, θαρρώ, αρκετά ότι, και αν το θέλουμε, δεν μπορούμε να ξεριζώσουμε ένα οργανικό μέρος του εαυτού μας. Μπορούμε, όμως, όπως το έδειξε η Ιστορία, να το συνταιριάξουμε βαθμιαία με τις ανάγκες των καιρών, επιχειρώντας μιας ειλικρινή αυτοκριτική και καλλιεργώντας τις υπαρκτές μας αρετές: την επιχειρηματικότητα και τη δημιουργικότητα που δεν μας έλειψαν ποτέ, όσο δεν καταπνίγονταν από τους διχασμούς και την κακοδαιμονία που δέρνουν την κοινωνία μας. Γι' αυτό γράφω ότι το κρίσιμο ζητούμενο δεν είναι να αλλάξουμε τους Έλληνες, όπως απαιτούν φορτικά οι ντόπιοι και ξένοι τεχνοκράτες, αλλά να αλλάξουμε ως Έλληνες. Κάτι που χρειάζεται βέβαια καιρό και δεν μπορεί να γίνει μέσα στον παροξυσμό της κρίσης, ενώ ο χρόνος και οι δανειστές μας πιέζουν ανυπόφορα – ακόμα μια από τις τραγικές μας αντιφάσεις.

Ούτε η πιστή προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα είναι πανάκεια ούτε ο «αρχαϊσμός» αποτελεί κατάρα

Από το άλλο μέρος, δεν πρέπει να ξεχνάμε ότι για την παρούσα κατάντια της οικονομίας και της κοινωνίας μας φέρει βαριά ευθύνη και η σημερινή «οικονομίστικη» Ευρώπη. Άμεσα, με τη στρεβλή αρχιτεκτονική του ευρώ που, αντί να συμβάλει στη σύγκλιση των οικονομιών Βορρά και Νότου –διακηρυγμένο σκοπό όλων των ευρωπαϊκών θεσμών και συνθηκών– έκανε πιο αγεφύρωτο το χάσμα που τις χωρίζει. Έμμεσα, αλλά πιστεύω ακόμα πιο βαθιά, με τη διάδοση του καταναλωτικού τρόπου ζωής που επικράτησε μεταπολεμικά στην Ευρώπη και που υιοθετήσαμε αστόχαστα εμείς οι Νεοέλληνες. Όλα τούτα δεν επιβάρυναν μόνο το ήδη βαρύ χρέος μιας χώρας τόσο εξαρτημένης από τις εισαγωγές της όσο η δική μας· τροφοδότησαν την αυταπάτη μιας ψεύτικης ευημερίας και ενίσχυσαν την εγχώρια διαφθορά που πήρε πρωτόγνωρες διαστάσεις στα χρόνια της βαθύτατα διαβρωμένης από την παντοδυναμία του χρήματος παγκόσμιας πια οικονομίας.

Να γιατί υποστηρίζω πως ούτε η πιστή προσαρμογή στα ευρωπαϊκά πρότυπα είναι πανάκεια ούτε ο «αρχαϊσμός» αποτελεί κατάρα – αντίθετα, κάποτε μπορεί να είναι ευλογία. Αυτό μας φέρνει στα επόμενα μέρη του βιβλίου που –σωστά το λέτε– επικοινωνούν πολλαπλά με το πρώτο: θα έλεγα πως κάθε μέρος φωτίζει τα άλλα και φωτίζεται από εκείνα.

K.K.: Στο δεύτερο μέρος του βιβλίου, με τον τίτλο «Ευλογία», διατυπώνετε την υπόθεση ότι η γλώσσα παραμένει αυτό που μας συνέχει ως ταυτότητα, ενώ παράλληλα φαίνεται να αναπτύσσετε μια, θα την έλεγα, «μεταφυσική της γλώσσας», με την έννοια ότι την προσεγγίζετε τόσο με θρησκευτική ευλάβεια όσο και με σωτηριολογικές προσδοκίες. Αυτά, την ίδια στιγμή που κυρίαρχη τάση μεταξύ των «ειδικών» φαίνεται να είναι η «απλοποίηση» της ελληνικής γλώσσας (ως παρακολούθημα της εισαγωγής του μονοτονικού συστήματος), ενώ ακόμη και απόψεις για υιοθέτηση του λατινικού αλφαβήτου είχαν ακουστεί. Από την άλλη, η εμμονή σε μια γλώσσα που μιλιέται από μια χούφτα ανθρώπους μέσα στην παγκοσμιοποιημένη εποχή μας, μήπως μαρτυρά καθήλωση, άρνηση της αναπόφευκτης «προόδου»;

Ακούστε τις πανάρχαιες λέξεις που ξαναζωντανεύει η σημερινή μας γλώσσα: φως, ουρανός, ήλιος, γη, θάλασσα, τόπος, κόσμος... Αλλά επίσης: ιδέα, θεωρία, πράξη, ποίηση, μεταφορά, συζήτηση, διάλογος, αγορά, εκκλησία, δημοκρατία, πόλις, πολιτική... Λέξεις φαινομενικά αφηρημένες που κρύβουν όμως πάντα στην ετυμολογική τους ρίζα μια διαυγέστατη αναφορά σε κάποιο εντελώς συγκεκριμένο, άμεσα αισθητό νόημα ή πράγμα.

Γ.Κ.: Ας διευκρινίσω προκαταρκτικά ότι στη γλώσσα δεν βλέπω το σύστημα σημείων που μελετούν οι γλωσσολόγοι, αλλά την πρωταρχική ποίηση των λαών, την οποία δημιουργεί συλλογικά και διαχρονικά κάθε ανθρώπινη κοινότητα (συν)ομιλητών οπουδήποτε γης – στη δική μας περίπτωση ο ελληνικός κόσμος, όπως διαμορφώθηκε από τότε που πρωτομίλησε ελληνικά ώς σήμερα. Αυτή η ποίηση –δηλαδή μια ξεχωριστή αίσθηση του κόσμου, όπως σαρκώνεται και ακούγεται στη μουσική της γλώσσας– με ενδιαφέρει γιατί είναι το απόσταγμα ενός ιδιαίτερου ψυχισμού που διαιωνίζεται πέρα από την αέναη εξέλιξη των τύπων. Γι' αυτό, δεν επιμένω τόσο στη γραμματική και στη σύνταξη όσο στις λέξεις που ανθίζουν και σήμερα στα χείλη μας με το ίδιο νόημα που είχαν πριν από τρεις χιλιάδες χρόνια ή με ένα άλλο. Ακούστε τις πανάρχαιες λέξεις που ξαναζωντανεύει η σημερινή μας γλώσσα: φως, ουρανός, ήλιος, γη, θάλασσα, κύμα, τόπος, κόσμος... Αλλά επίσης κάποιες άλλες: ιδέα, θεωρία, πράξη, ποίηση, μεταφορά, συζήτηση, διάλογος, αγορά, εκκλησία, δημοκρατία, πόλις, πολίτης, πολιτική... Λέξεις φαινομενικά αφηρημένες που κρύβουν όμως πάντα στην ετυμολογική τους ρίζα μια διαυγέστατη αναφορά σε κάποιο εντελώς συγκεκριμένο, άμεσα αισθητό νόημα ή πράγμα. Αυτά δεν δείχνουν μόνο ότι τα ελληνικά δεν έπαψαν ποτέ να μιλιούνται στη διάρκεια των αιώνων και ότι, επομένως, είναι μια γλώσσα ζωντανή (αντίθετα, λόγου χάρη, από τα λατινικά). Φανερώνουν και κάτι άλλο, ασύγκριτα πιο σπουδαίο: ότι αυτή η γλώσσα, όπως μπορούμε να την ακούσουμε εμείς, οι σύγχρονοι ομιλητές της, καλύτερα από τους εμβριθείς αλλόγλωσσους κλασικούς φιλολόγους ( κι ας είμαστε μπροστά τους νάνοι όταν πασχίζουμε να συλλαβίσουμε ένα αρχαίο κείμενο), είναι, ακόμη σήμερα, μια γλώσσα οικουμενική, τουλάχιστον δυνάμει.

«Λέξεις που ζητούν να τις αναζωογονήσουμε»

Θέλετε παραδείγματα; Όταν ένας Έλληνας χωρικός των ημερών μας λέει ότι πηγαίνει στην αγορά, έχει προπάντων κατά νου τον τόπο όπου θα συναντηθεί και θα συνομιλήσει με τους συγχωριανούς του. Όταν μας λέει πως απάντησε στο δρόμο έναν φίλο, εννοεί πως τον συνάντησε – μια παμπάλαια σημασία που μας βοηθάει να νιώσουμε καλύτερα ότι κάθε μας απάντηση (= απόκριση) στο ερώτημα του άλλου είναι πρώτα μια συνάντηση μαζί του (αυτό ακριβώς δεν είναι ουσιαστικά ο διάλογος: η πρόσωπο με πρόσωπο συνάντηση του ανθρώπου με τον άνθρωπο;). Όταν συζητούμε με κάποιον, ποια άραγε ιδέα κατασταλάζει στο μυαλό μας παρά ότι ζητούμε μαζί μ' εκείνον κάτι; Όταν λέμε ιδέα ή θεωρία δεν αφουγκραζόμαστε μήπως στον κρυμμένο μυχό αυτών των «αφηρημένων» λέξεων κάτι ορατό, κάτι που βλέπουμε ή θωρούμε ή, έστω, μπορούμε κάποτε να ιδούμε; Όταν μιλάμε για οικονομία, πώς να μην ακούσουμε τον οίκο να συνομιλεί με τον νόμο; Παρόμοια όταν προφέρουμε τη νεωτερική και διεθνική λέξη οικολογία που, για τον Έλληνα, ανακαλεί αμέσως την ιδέα ενός λόγου για το σπίτι του. Και πώς να μην ακούσουμε στη λέξη δημοκρατία το κράτος, δηλαδή την εξουσία, του δήμου, δηλαδή του λαού; Θα μπορούσα να συνεχίσω επ' αόριστον.

Σκεφτείτε ποια λυτρωτική πνευματική επανάσταση θα ζούσε ο κόσμος μας αν, κάθε φορά που μιλούσαμε για οικονομία, εννοούσαμε τον «νόμο» του «οίκου» μας, σήμερα που οίκος μας έχει γίνει όλη η οικουμένη, αντί να έχουμε συνεχώς στη σκέψη μας την αχαλίνωτη ανομία του χρήματος που μας δυναστεύει.

Συλλογίζομαι, λοιπόν, πως λέξεις σαν αυτές –πολλές από τις οποίες είναι πια, έτσι κι αλλιώς, κοινό κτήμα όλων των λαών του κόσμου, έστω με την αφηρημένη σημασία τους– ζητούν από εμάς τους σημερινούς Έλληνες ομιλητές, που μπορούμε να τις ακούσουμε με αυτόν τον συγκεκριμένο τρόπο, να τις αναζωογονήσουμε. Θέλω να πω: όχι απλώς να ξαναβρούμε το πρωταρχικό αρχαίο νόημά της, που τόσο δεινοπαθεί στον σύγχρονο κόσμο (αυτό μπορούν να το κάνουν, καλύτερα ίσως και από εμάς, πολλοί ξένοι ελληνιστές). Αλλά, προπάντων, να ανακαλύψουμε και να δείξουμε το καινούργιο νόημα που φώλιαζε ήδη στην αρχή τους, όπως μας το φανερώνουν αναδρομικά οι σημερινοί καιροί. Αυτό δεν θα ήταν άραγε μια πολύτιμη υπηρεσία που θα μπορούσαμε να προσφέρουμε σε αναρίθμητους συνανθρώπους μας ανά τον κόσμο, η συντριπτική πλειονότητα των οποίων δεν σκαμπάζει γρυ ούτε από αρχαία ελληνικά; Σκεφτείτε, για παράδειγμα, ποια λυτρωτική πνευματική επανάσταση θα ζούσε ο κόσμος μας αν, κάθε φορά που μιλούσαμε για οικονομία, εννοούσαμε τον νόμο του οίκου μας, σήμερα που οίκος μας έχει γίνει όλη η οικουμένη, αντί να έχουμε συνεχώς στη σκέψη μας την αχαλίνωτη ανομία του χρήματος που μας δυναστεύει. Ή αν, μιλώντας για αγορά, εννοούσαμε πρώτα τον τόπο όπου, καθώς είπα, οι άνθρωποι ανταλλάσσουν τα λόγια τους, πριν από τα εμπορεύματά τους, και όχι την ηλεκτρονικά τηλεκατευθυνόμενη κερδοσκοπική ατοπία που ακούει στο όνομα «αγορές», η οποία κοντεύει να γίνει το μνήμα της δημοκρατίας, εκεί που η αγορά υπήρξε η μήτρα της.

«Μια ανθρώπινη ουτοπία»

Ιδού τι εννοώ μιλώντας για τη δυνάμει οικουμενικότητα της γλώσσας μας: ότι οι αρχαϊκές και πάντα νέες λέξεις της μπορούν να δείξουν μέσα στο θολό παρόν μας τον δρόμο κάποιου μέλλοντος. Ουτοπία; Χωρίς άλλο. Όμως, χωρίς τον μπούσουλα αυτής της ανθρώπινης ουτοπίας, ο δυτικός πολιτισμός, που ενστερνίστηκε αλλά και διαστρέβλωσε στην πορεία του τούτες τις λέξεις, θα παρακμάσει οριστικά. Από αυτή την άποψη, λίγο ενδιαφέρει αν τα ελληνικά μιλιούνται από μια χούφτα ανθρώπων, ή αν η εμμονή στο βαθύ νόημα των λέξεων είναι άρνηση της «προόδου». Σίγουρα δεν είναι, αν με αυτό τον όρο εννοούμε την ποιοτική βελτίωση της ανθρώπινης ζωής. Αν πάλι εννοούμε τον ανεξέλεγκτο γιγαντισμό της τεχνοοικονομίας, πολύ φοβάμαι ότι η «πρόοδος», έστω κι αν φαίνεται σήμερα αναπόφευκτη, θα φέρει, αργά ή γρήγορα, την αυτοκαταστροφή. Σκεφτείτε τη Χιροσίμα – ή τη Φουκουσίμα.

Όχι, η πύλη του οικουμενικού πολιτισμού τον οποίο έχουμε ανάγκη στην παγκοσμιοποιημένη επαρχία μας (μια παράξενη και χαώδης επαρχία στερημένη από οποιαδήποτε πνευματική πρωτεύουσα) δεν θα ανοίξει πια με το κλειδί της προόδου αυτού του είδους. Τα «κλειδιά» που χρειαζόμαστε είναι άλλα – ας πούμε, η ελευθερία, η δικαιοσύνη, η δημιουργία, ο πολιτισμός... Τέτοια προσδοκούν οι άνθρωποι.

Yiannis-Kiourtsakis 700-final

K.K.: Στο τρίτο μέρος, με τον τίτλο «Προσδοκία» ασκείτε δριμύτατη κριτική στις νεωτερικές κοινωνίες, με μια τάση εστίασης στην «αντικαπιταλιστική κριτική», την ίδια στιγμή που παραδέχεστε (αλλά δεν «στέκεστε») ότι τα κομμουνιστικά εγχειρήματα εξελίχθηκαν σε ολοκληρωτικά και υπήρξαν καταστροφικά. Βλέποντας ότι από τη μία δεν ευαγγελίζεστε μια κομμουνιστική κοινωνία ενώ από την άλλη ισχυρίζεστε ότι ο σύγχρονος καπιταλισμός οδηγεί σε μεγάλα κοινωνικά και ανθρωπολογικά αδιέξοδα, θα υπέθετε κανείς ότι, χωρίς να το ομολογείτε ρητά, είστε μάλλον κοντά στα οικολογικά, πράσινα κινήματα. Και περισσότερο μάλιστα κοντά σε αυτά που αρνούνται να δουν θετικά την έννοια της «ανάπτυξης», τους οπαδούς της «αποανάπτυξης». Σας ερμηνεύω σωστά ή φιλοσοφία σας δεν «χωράει» σε κανένα συλλογικό πολιτικό πρόγραμμα;

Γ.Κ.: Αν η κριτική μου εστιάζεται σήμερα κυρίως στο καπιταλιστικό σύστημα, είναι γιατί αποτελεί το μόνο που επέζησε παγκοσμίως (ακόμη και στην «κομμουνιστική» Κίνα). Αυτό ορίζει τον τρόπο που ζούμε όλοι. Επομένως, η «κριτική» μου είναι και αυτοκριτική, αφού μετέχω κι εγώ, ως νεωτερικός άνθρωπος, σε αυτόν τον απάνθρωπο τρόπο. Ωστόσο, ας μη λησμονούμε ότι και ο πάλαι ποτέ «υπαρκτός σοσιαλισμός», όπως άλλωστε και ο φασισμός, μοιράστηκαν με τον καπιταλισμό την ίδια τυφλή πίστη στην πρόοδο, σε ποικίλες εκδοχές: χειραφέτηση των λαών ή του ατόμου, αύξηση του συλλογικού πλούτου, ανάπτυξη των παραγωγικών δυνάμεων, δικτατορία του προλεταριάτου, αταξική κοινωνία, δημιουργία του Νέου (φυλετικά «καθαρού») Ανθρώπου... Σήμερα ξέρουμε ότι τέτοια μεγαλεπήβολα και παραδεισιακά οράματα γέννησαν κάποτε την κόλαση: τα στρατόπεδα του βιομηχανικά προγραμματισμένου μαζικού θανάτου.

Πώς να πιστέψουν στην πρόοδο οι νέοι της Ευρώπης που καταλαβαίνουν ότι η ζωή που τους περιμένει θα είναι πολύ πιο δύσκολη από εκείνη των γονιών τους; Πώς να πιστέψουμε όλοι στην πρόοδο, όταν ολόκληρες ήπειροι λιμοκτονούν, χώρες μεταβάλλονται σε πεδία πολέμου και ο πλανήτης απειλείται από μια πρωτοφανή οικολογική καταστροφή; 

Αλλά και όταν ο κόσμος μας ορφάνεψε από αυτές τις «μεγάλες αφηγήσεις», πάλι η «πρόοδος» νοούμενη ως διαρκώς αυξανόμενη υλική ευημερία υπήρξε –το υπαινίχθηκα– το έμβλημα του μεταπολεμικού οικονομικού «θαύματος». Αυτό ήταν το κεντρικό –και, φοβάμαι, το τελευταίο– κοινό νόημα που συνείχε τις ευρωπαϊκές κοινωνίες. Και σήμερα που το κράτος πρόνοιας κλονίζεται ακόμα και στις πλουσιότερες χώρες, η «πρόοδος» κοντεύει να γίνει ένα ιδεολόγημα χωρίς αντίκρισμα. Όχι μόνο καμιά σοβαρή φιλοσοφία δεν θεμελιώνεται πια, απ' όσο ξέρω, σε τούτη την έννοια, αλλά και όλο περισσότεροι άνθρωποι έχουν χάσει την πίστη τους σε αυτήν. Πώς να πιστέψουν στην πρόοδο οι νέοι της Ευρώπης που καταλαβαίνουν ότι η ζωή που τους περιμένει θα είναι πολύ πιο δύσκολη από εκείνη των γονιών τους; Πώς να πιστέψουμε όλοι στην πρόοδο, όταν ολόκληρες ήπειροι λιμοκτονούν, χώρες μεταβάλλονται σε πεδία πολέμου και ο πλανήτης απειλείται από μια πρωτοφανή οικολογική καταστροφή; Αυτά εξηγούν τη βαθιά καχυποψία των λαών απέναντι στους ηγέτες τους που δηλώνουν αισιόδοξοι για το αύριο, καθώς και την άνοδο των «πράσινων» και άλλων εναλλακτικών κινημάτων. Ωστόσο, δεν είμαι σε θέση να πω αν το πρόταγμα της «αποανάπτυξης», όσο κι αν γοητεύει, μπορεί να πραγματωθεί στο ορατό μέλλον (πώς να κατανοήσει αυτή την ιδέα ο μέσος άνθρωπος της πτωχευμένης χώρας μας –και ακόμη περισσότερο ο πεινασμένος του Τρίτου Κόσμου– που δεν λαχταράει τίποτε περισσότερο από την ανάπτυξη;) ή αν θα μείνει εσαεί μια χίμαιρα. Το μόνο βέβαιο είναι ότι η ανάπτυξη, όπως την εννοούμε, θα σκοντάψει –σκοντάφτει ήδη– πάνω σ' έναν τοίχο.

«Το δοκίμιό μου είναι λογοτεχνικό»

Το βλέπετε: τα σημερινά κοινωνικά και ανθρωπολογικά μας αδιέξοδα είναι τόσο ασφυκτικά ώστε κανένας από εμάς δεν μπορεί να πει ποια είναι η λύση. Δεν μπορούμε πια να προσδοκούμε έναν Μεσσία, παρεκτός αν το ίδιο το γένος των ανθρώπων γίνει ο «μεσσίας» του – αν δηλαδή υπάρξει μια επαρκής συλλογική αφύπνιση ατόμων και λαών. Πώς, λοιπόν, η ταπεινή «φιλοσοφία» μου θα μπορούσε να προσφέρει οποιοδήποτε πολιτικό πρόγραμμα; Πολύ περισσότερο που δεν διεκδικώ επιστημονικές ή φιλοσοφικές περγαμηνές. Το δοκίμιό μου, αν και αποτολμά μια γενικότερη θεώρηση των πραγμάτων, είναι λογοτεχνικό – οι «ιδέες» του ξεπηδούν από προσωπικά βιώματα και από τον πόνο για την παρούσα κατάσταση του τόπου, αλλά και για την κατάσταση των ανθρώπων στον σημερινό κόσμο. Αυτές οι ιδέες είναι ζυμωμένες με τη γλώσσα που τις διατυπώνει· γι' αυτό, βρίσκονται συνεχώς υπό διαμόρφωση, σε ένα αέναο γίγνεσθαι, κάπως σαν τα πρόσωπα ενός μυθιστορήματος – όπως εκείνα, έτσι κι αυτές χρειάζονται να ολοκληρωθούν από τον αναγνώστη. Προπάντων εκθέτω την α-πορία μου για όσα μας συμβαίνουν. Και γυρεύω από τους αναγνώστες να συ-ζητήσουμε, δηλαδή –θα το ξαναπώ– να ζητήσουμε μαζί κάποιο κοινό νόημα, έστω και αν διαφωνούμε σε πολλά. Έτσι, το βιβλίο πήρε αυθόρμητα μια διαλογική μορφή που είναι αχώριστη από το περιεχόμενό του. Άλλωστε οι απόψεις για τη διαλογικότητα της ελληνικής γλώσσας που αναπτύσσω δεν προέκυψαν από θεωρητικές μελέτες (η φιλολογική και γλωσσολογική παιδεία μου είναι ισχνή). Αναδύθηκαν από τη λογοτεχνική δουλειά μου πάνω στη γλώσσα ή, μάλλον, από την κρυφή δουλειά της γλώσσας μέσα στη σκέψη και την ψυχή μου, όσο έγραφα τα μυθιστορήματα και τα δοκίμιά του.

KIOURTSAKHS OLA

K.K.: Ένα από τα πιο πρωτότυπα και ουσιαστικά σημεία στη σκέψη σας μου μοιάζει ο τρόπος που αναγνωρίζετε τον «πολιτισμό» και στη σχέση του με την «κουλτούρα». Ορίζετε τον Πολιτισμό ως μια σειρά από διαδικασίες μέσα από τις οποίες οι κοινωνίες παράγουν νόημα. Με αυτή την παραδοχή, καταλήγετε στο παράδοξο εκ πρώτοις μα εύλογο συμπέρασμα ότι ο σημερινός «πολιτισμός» σκοτώνει ο ίδιος τον πολιτισμό. Πώς βγαίνει κανείς από αυτό τον φαύλο κύκλο;

Το πρόβλημα ανακύπτει από τον σημερινό εκτροχιασμό μιας αυτονομημένης τεχνοοικονομίας, η οποία, καθώς ανάγεται σε αυτοσκοπό, αποκομμένο από τις άλλες σφαίρες της κοινής ζωής, γεννάει ένα κενό νοήματος, συλλογικού και προσωπικού. 

Γ.Κ.: Όλες οι προνεωτερικές πολιτισμικές παραδόσεις (οι «κουλτούρες»), αλλά και ο νεωτερικός δυτικός πολιτισμός ώς τον περασμένο αιώνα, έδιναν στους ανθρώπους που συμμετείχαν, συνειδητά ή ασύνειδα, στη δημιουργία τους κάποιο νόημα ζωής –το είδαμε μόλις– περισσότερο ή λιγότερο κοινό. Το πρόβλημα ανακύπτει από τον σημερινό εκτροχιασμό μιας αυτονομημένης τεχνοοικονομίας, η οποία, καθώς ανάγεται σε αυτοσκοπό, αποκομμένο από τις άλλες σφαίρες της κοινής ζωής, γεννάει ένα κενό νοήματος, συλλογικού και προσωπικού. Αυτό το κενό προσπαθούν να καλύψουν όπως όπως αναρίθμητοι άνθρωποι όταν κυνηγούν μανιωδώς το χρήμα ή παραδίδονται αμαχητί στον καταναλωτισμό και τον ηδονισμό, με όλα όσα μια τέτοια στάση ζωής συνεπάγεται: τον ναρκισσισμό, τον εγωκεντρισμό, τον κυνισμό – τελικά, τον μηδενισμό. Να τι εννοώ όταν γράφω πως «ο πολιτισμός σκοτώνει τον πολιτισμό». Συγκρίνετε έναν «λύκο» της Wall Street –τούτον τον χαρακτηριστικό ανθρωπολογικό τύπο του τεχνοοικονομικού πολιτισμού– με οποιονδήποτε αρχαϊκό βοσκό ή ψαρά της Μεσογείου. Το πιο δραματικό είναι ότι έτσι παράγεται ένας νέος κόσμος ερήμην των ανθρώπων, που αδυνατούν πια να ελέγξουν την τυφλή πορεία των πράξεων και των έργων τους. Για να το πω και αλλιώς: σήμερα, οι πρωτοφανείς στην Ιστορία τεχνικοκατασκευαστικές μας ικανότητες έχουν τρομακτικά υπερβεί τις πνευματικές. Κάτι χειρότερο: οι πνευματικές μας ικανότητες εξασθενούν όταν εγκλωβιζόμαστε στο εφήμερο παρόν μιας πληθωριστικής παραγωγής άχρηστων, εν πολλοίς, αντικειμένων, πληροφοριών και εικόνων που μας βυθίζουν όλο και πιο πολύ σε μιαν εικονική «πραγματικότητα». Έτσι, υπονομεύονται η ουσιαστική μας κατανόηση αυτών που όντως μας συμβαίνουν, η ιστορική μας μνήμη και η πνευματική δημιουργία.

Όπως φαίνεται στο βιβλίο, βιώνω οδυνηρά αυτή την απώλεια νοήματος, όταν παρατηρώ τους συνανθρώπους μου στην Ελλάδα και, ίσως ακόμα περισσότερο, στη δυτική Ευρώπη. Αυτό γεννάει συχνά στον αναγνώστη την εντύπωση μιας βαθιάς νοσταλγίας για το παρελθόν. Δεν θα το αρνηθώ. Ωστόσο, επειδή γνωρίζω με απόλυτη, για μια φορά, βεβαιότητα ότι είναι εντελώς αδύνατο να επιστρέψουμε εκεί (το θέμα του αδύνατου νόστου διατρέχει όλη τη λογοτεχνική δουλειά μου), αισθάνομαι ότι αυτή η –αδιέξοδη– νοσταλγία μετουσιώθηκε με το πέρασμα του χρόνου σε γόνιμη νοσταλγία μέλλοντος, κεντρισμένη όχι από κάποια πρότυπα του παρελθόντος, αλλά από την πρόκληση που το παρελθόν απευθύνει σ' εμάς, τους ανθρώπους του παρόντος.

«Λαχτάρα για νόημα»

kiourtsakis-exoriaΠοια είναι αυτή η πρόκληση; Συλλογίζομαι κάποιες ανθρωπολογικές σταθερές όλων των προηγούμενων πολιτισμών που χρειάζεται να ανακαλύψουμε από την αρχή με τον τρόπο της δικής μας εποχής, αν θέλουμε αληθινά να ζήσουμε μια ανθρώπινη ζωή. Πρώτα, τη συνείδηση των ορίων της φύσης και του ανθρώπου, σ' έναν καιρό που αυτά παραβιάζονται βάναυσα με ολέθριες συνέπειες και για τη φύση και για τον άνθρωπο. Αυτό προϋποθέτει να μην στερέψει ο προαιώνιος διάλογος του πολιτισμού με τη φύση, ιδωμένη όχι ως αντικείμενο ιδιοκτησίας και εκμετάλλευσης αλλά ως ζωντανό υποκείμενο. Ας μην ξεχνάμε ότι η φύση δεν βρίσκεται μόνο έξω, αλλά και μέσα στον άνθρωπο. Και τι είναι, κατά βάθος, ο πολιτισμός αν όχι ο μετασχηματισμός της φύσης από τον άνθρωπο – επομένως, κάτι που αναβρύζει επίσης πρώτα από τη φύση; Συναφής είναι η συναίσθηση της θνητότητάς μας ενάντια στις ψευδαισθήσεις «αθανασίας» που καλλιεργεί η σύγχρονη βιογενετική. Και, αχώριστα από αυτήν, η επίγνωση ότι η σχέση μας με τον άλλον δεν είναι ένα απλό πάρε δώσε δύο ατόμων, αλλά ο θεμελιακός, ιδρυτικός δεσμός που δημιουργεί τον εαυτό μας του οποίου ο «άλλος» είναι συστατικό στοιχείο. Κι όταν λέω σήμερα ο «άλλος» εννοώ όλους τους άλλους: «δικούς μας» και «ξένους», ζωντανούς και νεκρούς, γονιούς, προγόνους και απογόνους, ακόμα κι όσους είναι αγέννητοι, αφού και αυτοί θα ξαναζωντανέψουν αύριο με τον δικό τους καινούργιο τρόπο αυτό που υπήρξαμε κι αυτά που δημιουργήσαμε εμείς. Άραγε έτσι δεν θα αποφεύγαμε την αυταπάτη της αυτάρκειας του «εγώ» μας – ενός ακοινώνητου, τελικά, εγώ, που είναι έτοιμο να διαλυθεί μέσα στη μάζα; Και όλα τούτα δεν θα μας βοηθούσαν να ξεδιψάσουμε τη λαχτάρα για νόημα που σιγοκαίει στην ψυχή του καθενός μας; Αλλά φοβάμαι πως είπα περισσότερα απ' όσα ξέρω. Ας το επαναλάβω: δουλειά μου δεν είναι να δίνω απαντήσεις, αλλά να θέτω ερωτήματα στον εαυτό μου και στους άλλους.

K.K.: Αποδίδετε κάποιες εκρήξεις κοινωνικής βίας, με παράδειγμα τα πρόσφατα βίαια γεγονότα του Λονδίνου, στην απώλεια του «κοινού νοήματος», στην απώλεια του αισθήματος της κοινότητας. Στην Ελλάδα είχαμε της μεγάλες κοινωνικές αναταραχές, όπου το στοιχείο της τυφλής βίας υπήρξε για πολλούς έντονο και ανησυχητικό. Πολλοί τότε αναρωτήθηκαν: Από πού προέκυψε τόση βία, μέσα από τα καλοαναθρεμμένα μας παιδιά των προαστίων; Θα συσχετίζατε τις δυο περιπτώσεις, τα «απολιτικά» επεισόδια του Λονδίνου με τα «πολιτικά» επεισόδια του αθηναϊκού κέντρου των ετών 2008 έως 2012; Επισημαίνω ότι τον Φεβρουάριο της τελευταίας χρονιάς πυρπολήθηκαν ακόμη και κινηματογράφοι στο κέντρο της Αθήνας, στο όνομα μάλιστα μιας αντίληψης ενάντια στα «μαζικά πολιτιστικά προϊόντα»...

Αποκαλύπτεται, θαρρώ, ένα έλλειμμα του συνανήκειν, πάει να πει η απουσία κοινού νοήματος στις κοινωνίες μας.

Γ.Κ.: Οι εκρήξεις βίας στις δυτικές πρωτεύουσες ξεκινούν κατά κανόνα από τα γκέτο των «απόκληρων» λαϊκών προαστίων που ζουν παιδιά που αισθάνονται ξένα στην ίδια τους τη χώρα, κι ας έχουν συχνά την ιθαγένειά της. Αντίθετα, στην Ελλάδα, ξεκίνησαν κάποτε «από τα καλοαναθρεμμένα μας παιδιά», όπως σωστά επισημαίνετε. Ωστόσο, τα σύνορα ανάμεσα στα «απολιτικά» και στα «πολιτικά» επεισόδια είναι ρευστά, καθώς μια «τυχαία» εξέγερση μπορεί καθ' οδόν να πολιτικοποιηθεί και, αντίστροφα, μια διεκδίκηση με πολιτικό περιεχόμενο (όπως το μαρτυρούν κάποια εύστοχα γκράφιτι στους τοίχους της Αθήνας) να γίνει «απολιτική», όταν γλιστράει στην τυφλή και αδιέξοδη βία. Αλλά, και στις δύο περιπτώσεις, αποκαλύπτεται, θαρρώ, ένα έλλειμμα του συνανήκειν, πάει να πει η απουσία κοινού νοήματος στις κοινωνίες μας. Το πιο ακραίο και συγκλονιστικό παράδειγμα μας το δίνουν τόσοι νέοι της δυτικής Ευρώπης που, χωρίς καν να είναι μουσουλμάνοι, φεύγουν στη Μέση Ανατολή και γίνονται τζιχαντιστές πρόθυμοι να σφάξουν τους χθεσινούς συμπατριώτες τους. Δεν θα μπορούσαμε να βρούμε πιο εύγλωττη μαρτυρία για την άβυσσο νοήματος που ρημάζει τον δυτικό κόσμο. 

ΤΑ ΒΒΛΙΑ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΚΙΟΥΡΤΣΑΚΗ

politeia-link

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
«Θέλησα να αποτυπώσω τον αιώνα μου»

«Θέλησα να αποτυπώσω τον αιώνα μου»

Ο Βασίλης Βασιλικός μιλάει στον Κώστα Κατσουλάρη για τους beats, τον Καζαντζάκη, τον αυθόρμητο αθηναϊκό Δεκέμβρη.

Στις αρχές του χρόνου, η εφημερίδα «Gardian» δημοσί...

«Το χέρι ποτέ δεν τρέχει τόσο γρήγορα όσο η φαντασία»

«Το χέρι ποτέ δεν τρέχει τόσο γρήγορα όσο η φαντασία»

Του Κώστα Κατσουλάρη

Κυκλοφόρησε πριν από λίγες μέρες, σε εκ νέου επιμελημένη έκδοση, το δεύτερο μυθιστόρημα του Αλέξη Πανσέληνου ...

«Είμαι ψυχρός μελετητής, δεν παρασύρομαι σε μύθους»

«Είμαι ψυχρός μελετητής, δεν παρασύρομαι σε μύθους»

Συζήτηση με τον Γιώργο-Ίκαρο Μπαμπασάκη, με αφορμή την κυκλοφορία κατά τον τελευταίο χρόνο τριών βιβλίων του για σημαντικά καλλιτεχνικά κινήματα και εμβληματικές προσωπικότητες.

Του Κώστ...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

Για την παράσταση Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία, του Roger Vitrac, σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν, στη σκηνή της Φρυνίχου.

Του Νίκου...

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

Είναι μια γεμάτη χρονιά φέτος για τον Δημήτρη Καραντζά. Μετά το τέλος των παραστάσεων της «Δωδέκατης Νύχτας» στο Εθνικό Θέατρο, ανέβασε στις αρχές Φεβρουαρίου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων την «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Από τις 20 Φεβρουαρίου επαναλαμβάνει την...

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube