x
Διαφήμιση

21 Νοεμβριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:13:59:40 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΣΥΝΟΜΙΛΙΕΣ «Ένα τίποτα που γίνεται κάτι»

«Ένα τίποτα που γίνεται κάτι»

E-mail Εκτύπωση

kyriakidis 700Η Ευαγγελία Ανδριτσάνου συνομίλησε με τον Αχιλλέα Κυριακίδη, ένα απόγευμα, στην αυλή του Βιβλιοπωλείου Πλειάδες, για λογοτεχνία,  μουσική και  άλλα... πεζά.

Της Ευαγγελίας Ανδριτσάνου

Είναι αυθόρμητος και γεμάτος χυμούς. Νιώθεις ότι τον περιβάλλει μια εύκρατη ατμόσφαιρα, γελάει αβίαστα, χορταστικά, ζει έντονα κάθε συναίσθημα. Το βλέπεις στην οξύτητα που έχει το βλέμμα του, το ακούς στον ορμητικό τρόπο που μιλάει, που επαναλαμβάνει ορισμένες φράσεις, σαν μία φορά να μη φτάνει για να αποδώσει τις υψηλές θερμοκρασίες των αισθημάτων του.

Αγαπώ εδώ και χρόνια τον τρόπο που ξέρει να γεύεται τη γλώσσα, τους συνδυασμούς των υλικών του που μαγειρεύουν κείμενα απολαυστικά και θρεπτικά – είτε πρωτότυπα είτε «μεταφράσματα», όπως (ορθά) τα αποκαλεί. Μου αρέσει η τόλμη και η ικανότητά του να περνάει από τη μία τέχνη σε άλλη, από τη λογοτεχνία στον κινηματογράφο, και να τις παντρεύει μοναδικά.

«Έρχομαι όπου μου πεις!» δήλωσε ο Αχιλλέας, και πράγματι φτάνει στο ραντεβού μας, στο βιβλιοπωλείο Πλειάδες της Αλεξάνδρας Μπίζη και του Άλκη Τεμπονέρα στο Παγκράτι, ακριβής σαν Βρετανός. Είναι Ιούλιος, το μεσημέρι είναι καυτό, τα τζιτζίκια κάνουν μεγάλη φασαρία, ο Άλκης τού φτιάχνει έναν μικρό εσπρέσο. Ο Αχιλλέας παραπονιέται για έναν πόνο στο πόδι, κουτσαίνει ελαφρά, ρωτάει πού έχω αφήσει τα παιδιά μου, ποιος θα τους βάλει να φάνε – απρόσμενα μπαίνουμε κατευθείαν σε θέματα ζωής. Μιλάει για τις τρεις κόρες του, για τις τρεις εγγονές του, αλλά και για το φάσμα του θανάτου, για την αρρώστια. Απορούμε κι οι δύο πόσο εύθραυστη είναι η ζωή και μαζί πόσο ανθεκτική.

«Λοιπόν, καλά είμαστε, καλά είμαστε. Μια χαρά, μια χαρά» συνοψίζει με κέφι. «Η δουλειά είναι, Ευαγγελία, που με σώζει, η πνευματική δουλειά. Είναι η χαρά, η δημιουργικότητα... να κάνεις οτιδήποτε, από το να μαζεύεις γραμματόσημα, μύγες, να γράφεις, να συνθέτεις, οτιδήποτε εσύ θεωρείς δημιουργικό. Να μαζεύεις από κάτω τα χαλικάκια για να καθαρίσει ο κήπος σου. Εγώ κρατάω την ισορροπία μου κάνοντας συνέχεια πετάλι, δουλεύοντας συνεχώς είτε δικά μου κείμενα είτε μετάφραση – δεν θυμάμαι αν το ’χω πει εγώ ή αν το ’χω κλέψει από κάπου, αλλά η ζωή είναι σαν το ποδήλατο: άμα σταματήσεις να κάνεις πετάλι, χάνεις την ισορροπία σου και πέφτεις... Δεν μπορώ να κάτσω».

Αλβανία, Κωνσταντινούπολη, Κάιρο, Αθήνα

Ρωτώ για τη σύντροφό του, την Ιωάννα, που σαν «δοκιμαστής αυτοκρατόρων» παίρνει την πρώτη γεύση απ’ όλα τα βιβλία του.

ΕΑ: Τι κάνει η Ιωάννα όσο ο Αχιλλέας δουλεύει; Διαμαρτύρεται καμιά φορά;

ΑΚ: Όχι! Ίσα ίσα! Χαίρεται και η Ιωάννα. Η Ιωάννα είναι σπουδαίος άνθρωπος και σπουδαίος σύντροφος. Παντρευτήκαμε το ’75, αλλά πριν απ’ αυτό υπήρχε μια σχέση συγγενική, είμαστε δεύτερα ξαδέλφια. Εκείνη ζούσε στην Κωνσταντινούπολη και ήρθε στα είκοσί της στην Ελλάδα. Τότε γνωριστήκαμε, αρχίσαμε να κάνουμε παρέα, γιατί είμαστε συνομήλικοι, «κι ύστερα ήρθε ο έρωτας». [γελάει]

Ο παππούς μου ξεκίνησε από την Αλβανία, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και σπούδασε μαγειρική. Όταν βρήκε δουλειά, φώναξε και την αδελφή του από την Αλβανία, την πάντρεψε στην Πόλη κι εκείνος έφυγε έπειτα στην Αίγυπτο με την οικογένειά του. Εγώ γεννήθηκα στην Αίγυπτο.

ΕΑ: Κι εσύ έχεις καταγωγή από την Κωνσταντινούπολη;

ΑΚ: Όχι. Ο παππούς μου ξεκίνησε από την Αλβανία, πήγε στην Κωνσταντινούπολη και σπούδασε μαγειρική. Όταν βρήκε δουλειά, φώναξε και την αδελφή του από την Αλβανία, την πάντρεψε στην Πόλη κι εκείνος έφυγε έπειτα στην Αίγυπτο με την οικογένειά του. Εγώ γεννήθηκα στην Αίγυπτο. Στην Αίγυπτο ο παππούς έφτασε να είναι αρχισέφ σ’ ένα μεγάλο ξενοδοχείο κι έκανε πέντε παιδιά, μεταξύ των οποίων και τον πατέρα μου, ο οποίος ήταν σπουδαίος βαρύτονος στην όπερα του Καΐρου. Και το DNA πέρασε στην κόρη μου την Ειρήνη – λίγο και μέσα από μένα, όπως διαπίστωσες.

Γελάει με το ανοιχτόκαρδο, τρανταχτό του γέλιο. Αναφέρεται σε μια βραδιά που παρουσίασε μετά μουσικής το βιβλίο του Μουσική και άλλα πεζά στη σειρά εκδηλώσεων Booknotes της Μαρίας Γιαγιάννου. Δεν καταφέρνω να συγκρατηθώ και τον πειράζω:

ΕΑ: Ήταν πολύ ωραίο που τραγούδησες και με τόση άνεση! Μου κάνει εντύπωση, γιατί, αν έχεις πατέρα βαρύτονο, κόρη σοπράνο, γαμπρό τενόρο, με τι θάρρος εσύ και τόλμη και θράσος…;

ΑΚ: Και να σκεφτείς πως δεν ήταν προγραμματισμένο. Στην πρόβα, μου λέει αυτό το σπουδαίο παιδί, ο Διαμαντής που έπαιζε την κιθάρα: «Εδώ θα παίξουμε του Σαββόπουλου το Περιβόλι». Α, αυτό θα το πω εγώ, λέω, και μάλιστα στην έναρξη. Ούτε η Ιωάννα ήξερε πως θα τραγουδούσα. Το σημείο που λέει «και υπέφερα κι αρρώστησα και πέρασα πολλά, τώρα όμως πλάι σου και πάλι περπατώ» της το απηύθυνα, επειδή ξέρει τι έχω τραβήξει… Έβαλε τα κλάματα.

Γκέτο, αντι-γκέτο

Τον ρωτώ τι γλώσσες άκουγε μέσα κι έξω απ’ το σπίτι του στο Κάιρο, όπου έζησε ώς τα δεκατέσσερά του. Λέει πως μέσα στο σπίτι μιλούσαν μόνο ελληνικά, εκτός απ’ την Αιγύπτια που βοηθούσε τη μητέρα του στις δουλειές του σπιτιού.

ΕΑ: Και στο σχολείο;

ΑΚ: Πήγαινα σ’ ένα πάρα πολύ καλό σχολείο, την Αμπέτειο. Και από μια Ελληνίδα καθηγήτρια, που ήρθε αποσπασμένη από το υπουργείο, πήρα καταπληκτικές βάσεις ελληνικών, τα ελληνικά που καμαρώνω ότι ξέρω πολύ καλά τα οφείλω σ’ αυτή τη γυναίκα. Ελληνικά, αρχαία ελληνικά, τις βάσεις της γλώσσας. Εκτός από τα ελληνικά, κάναμε κάθε μέρα μία ώρα αραβικά, μία ώρα γαλλικά και μία αγγλικά.

ΕΑ: Η πολυγλωσσία ήταν ενταγμένη στο σχολείο.

ΑΚ: Και στη ζωή, Ευαγγελία, και στη ζωή. Στο Κάιρο υπήρχε ένα περίφημο αντι-γκέτο μεταξύ των ξένων που ζούσαν στην Αίγυπτο. Ιδίως για τους Έλληνες της Αιγύπτου που ήταν μικροαστοί και αρκετά ρατσιστές, το γκέτο ήταν οι Αιγύπτιοι, όχι οι ξένοι. Θυμάμαι τη μητέρα μου να μου λέει: «Όχι, δεν θα παίξεις με τα αραπάκια!» – έτσι τα λέγανε. Και καθώς δεν μιλούσαμε με τους Άραβες, οι επαφές με τους μαγαζάτορες, με τους ανθρώπους στις διάφορες δουλειές γίνονταν στα γαλλικά. Σε καλά μαγαζιά και εστιατόρια θα μιλούσες γαλλικά, αν έβλεπες αμερικάνικη ταινία στο σινεμά θα ήταν υποτιτλισμένη σε δύο αράδες, αραβικά πάνω και γαλλικά από κάτω. Γι’ αυτό είναι γλωσσομαθείς οι Αιγυπτιώτες.

Ενώ έγραφα και μιλούσα άπταιστα τα αραβικά, είχα πάρει μάλιστα ένα βραβείο σε έκθεση στα αραβικά, τώρα δεν θυμάμαι παρά δέκα λέξεις. Είναι κρίμα, δεν τα εξάσκησα ποτέ.

ΕΑ: Και οι γονείς σου είχαν λοιπόν αυτήν την πολυγλωσσία;

ΑΚ: Ναι. Ο πατέρας μου μιλούσε πολύ καλά γαλλικά και αγγλικά, γι’ αυτό και, όταν ήρθε στην Ελλάδα, βρήκε δουλειά μεταφραστή στα Ναυπηγεία του Σκαραμαγκά. Ο πατέρας μου, πέρα απ’ το ότι τραγουδούσε ερασιτεχνικά στην Όπερα του Καΐρου, δούλευε και στη Μobil Οil της Αιγύπτου – γραφιάς δηλαδή. Το ’60, με τους διωγμούς, είπαν στον πατέρα μου: «Μπορείς να μείνεις στη δουλειά σου, δεν έχουμε κανένα πρόβλημα μ’ εσένα, αλλά θα πάρεις την αιγυπτιακή υπηκοότητα», κι ο πατέρας μου –βλακωδώς; από εθνική υπερηφάνεια;– είπε όχι. Ήταν βέβαια και η εποχή που ο αδελφός μου θα ερχόταν στην Αθήνα να σπουδάσει, οπότε σηκωθήκαμε και φύγαμε.

ΕΑ: Πώς ήταν η μετάβαση αυτή για εσένα, πώς την έζησες;

ΑΚ: Καλά, πολύ καλά, δεν είχα κανένα πρόβλημα.

ΕΑ: Την ξέρατε την Ελλάδα; Ερχόσαστε τα καλοκαίρια;

ΑΚ: Είχαμε έρθει ένα ταξίδι την προηγούμενη χρονιά, για να διερευνήσει λίγο το έδαφος ο πατέρας μου, κι είχαμε περάσει ένα μάλλον τουριστικό δεκαπενθήμερο. Αλλά ήταν μια χαρά. Κυρίως στο σχολείο που πήγα ήταν πολύ ωραία, στο Γυμνάσιο Ζωγράφου.

Τον ρωτώ αν του έλειψαν οι φίλοι και οι γνωριμίες του Καΐρου, αν αισθάνθηκε λύπη. Απαντάει όχι. Λίγο πριν πρόλαβε να μου πει πως δεν είχε παίξει ποτέ έξω, στον δρόμο, σε αλάνα με παρέες. Εξαιτίας του «αντι-γκέτο» ήταν υποχρεωμένοι να πηγαίνουν σπίτι-σχολείο, σχολείο-σπίτι, κι αν ήθελαν να παίξουν με τους συμμαθητές έκαναν επίσκεψη ο ένας στον άλλον. Δεν εκφράζει πόνο για την απώλεια των φίλων των παιδικών του χρόνων, λυπάται όμως για την απώλεια της γλώσσας:

ΑΚ: Και μαζί με τις φιλίες τις κάτω χάθηκε και η γνώση μου των αραβικών και πολύ λυπάμαι γι’ αυτό. Ενώ έγραφα και μιλούσα άπταιστα τα αραβικά, είχα πάρει μάλιστα ένα βραβείο σε έκθεση στα αραβικά, τώρα δεν θυμάμαι παρά δέκα λέξεις. Είναι κρίμα, δεν τα εξάσκησα ποτέ, ενώ ο αδελφός μου, τέσσερα χρόνια μεγαλύτερος, ο οποίος χρειάστηκε να δουλέψει ως μηχανολόγος σε αραβόφωνες χώρες, τα καλλιέργησε κι ακόμα τα μιλάει πολύ καλά.

alt

Κι εμάς το μόνο που μας έρχεται στο μυαλό είναι η μουσική

ΕΑ: Ετοιμαζόμουν να σε ρωτήσω με ποιον από τους δύο γονείς συνδέεις την αγάπη σου για τη γλώσσα. Όπως συνδέεις με τον πατέρα σου τη σχέση σου με τη μουσική, αναρωτιόμουν αν μέσα στο σπίτι υπήρχε κάποιος με ιδιαίτερη αγάπη για τη γλώσσα.

ΑΚ: Όχι. Δεν ήταν καθόλου πνευματικό το περιβάλλον στο σπίτι. Δηλαδή, τα πρώτα μου σοβαρά βιβλία, Λουντέμη, Καζαντζάκη, Ντοστογιέφσκι –ό,τι διαβάζαμε τότε– τα πρωτοδιάβασα δεκατεσσάρων-δεκαπέντε χρονών εδώ, στην Ελλάδα. Εκεί, τίποτα. Καμία πνευματικότητα.

Μιλώντας για πνευματικότητα ο νους του πηγαίνει στην αγάπη του πατέρα του για την τέχνη του, τη μουσική.

ΑΚ: Ο πατέρας μου αναγκάστηκε να σταματήσει νωρίς το τραγούδι, παρόλο που ήταν ανερχόμενο αστέρι της όπερας, τον έκοψε ο πόλεμος και η εγκυμοσύνη της μητέρας μου στον αδελφό μου. Ενώ είχε πάει στη Σκάλα να κάνει οντισιόν στον Τοσκανίνι και ο Τοσκανίνι του είπε «Ωραία, μ’ αρέσεις, σε θέλω. Πήγαινε πίσω να φέρεις και την οικογένεια», τον μπλόκαρε ο πόλεμος. Κι αυτό του δημιούργησε τρομερό τραύμα. Το μόνο που ακούγαμε στο σπίτι καμιά φορά ήταν οι όπερες που άκουγε εκείνος στο ραδιόφωνο κι έκλαιγε.

Δεν χρειάζεται να τον ρωτήσω, προχωρεί μόνος του να μου μιλήσει για τη σχέση του με τους γονείς του.

Με τον πατέρα μου έγινα φίλος, ιδίως αφού ήρθαμε εδώ και μετά. Υπήρχε ένας κρυφός κώδικας, ο οποίος ξεκλειδώθηκε όταν εκείνος πια είχε γεράσει κι εγώ είχα ήδη αρχίσει να κάνω οικογένεια.

ΑΚ: Με τη μάνα μου υπήρχε μια σχέση μητέρας-παιδιού: τρυφερότητα, αγάπη, στοργή, αλλά μέχρι εκεί. Με τον πατέρα μου έγινα φίλος, ιδίως αφού ήρθαμε εδώ και μετά. Υπήρχε ένας κρυφός κώδικας, ο οποίος ξεκλειδώθηκε όταν εκείνος πια είχε γεράσει κι εγώ είχα ήδη αρχίσει να κάνω οικογένεια. Είχα κάνει τα δύο πρώτα μου παιδιά και τον έφερνα σπίτι και ακούγαμε μαζί μουσική, τραγούδια. Αλλά πάνω που πραγματικά είχα αρχίσει να αισθάνομαι τη μαγεία αυτής της σχέσης γιου και πατέρα, έπαθε εγκεφαλικό κι έπεσε σε κώμα απ’ το οποίο δεν συνήλθε ποτέ. Σ’ ένα διήγημά μου, το «Μοτέτα για φυλακισμένους», έχω γράψει: «Τα σωληνάκια σού σταλάζουν χρόνο μα δεν φτάνει, κι εμάς το μόνο που μας έρχεται πάντα στο μυαλό είναι η μουσική». Πήγαινα στο νοσοκομείο και του μιλούσα, του κράταγα το χέρι... Κόπηκε απότομα εν τη γενέσει της αυτή η σχέση και λυπάμαι γι’ αυτό, το ’χω μετανιώσει πολύ.

ΕΑ: Θα ’θελες κάτι να ’χε γίνει διαφορετικά; Το μετανιώνεις ή λυπάσαι;

ΑΚ: Μετανιώνω... λυπάμαι… αλλά δεν φταίω σε κάτι, όχι.

Μένουμε λίγο σιωπηλοί μ’ αυτή τη λύπη.

Σοβαρά παιχνίδια 

Τον ρωτώ αν θυμάται με τι είδους παιχνίδια καταπιανόταν ως παιδί και ως έφηβος.

ΑΚ: «Παιχνίδια!;» απορεί κι απορώ με τη σειρά μου με την απορία του.

ΕΑ: Ρωτάω για τα παιχνίδια, γιατί με τη γλώσσα φαίνεται ότι παίζεις!

ΑΚ: Παίζω, ναι.

ΕΑ: Και το απολαμβάνεις.

ΑΚ: Δεν θυμάμαι τι παιχνίδια... Σκάκι ίσως; Σκάκι έπαιζα!

ΕΑ: Σοβαρό παιχνίδι.

ΑΚ: Ναι, σοβαρό παιχνίδι το σκάκι. Monopoly παίζαμε με τους φίλους...

ΕΑ: Κι άλλο σοβαρό παιχνίδι, με λεφτά και λοιπά.

ΑΚ: Ναι, πολλά λεφτά. [γελάει] Δεν θυμάμαι άλλα.

ΕΑ: Τι είχες πιο πολλή ανάγκη, να παίζεις μόνος ή με φίλους;

Η αγάπη μου για το σινεμά ξεκίνησε από το Κάιρο. Πηγαίναμε κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή και βλέπαμε τα πάντα! Έχω δει όλες τις ταινίες της δεκαετίας του πενήντα... Υπήρχαν καταπληκτικά σινεμά στο Κάιρο. Παίζανε ταινίες πρώτης προβολής.

ΑΚ: Έπαιζα μόνος μου. Έπαιζα, θυμάμαι, σκηνές από ταινίες φαντασίας μπροστά στον καθρέφτη, κονταρομαχίες και τέτοια, τον Ιβανόη, ρόλους που βλέπαμε σε ταινίες, γιατί πηγαίναμε πολύ σινεμά. Η αγάπη μου για το σινεμά ξεκίνησε από το Κάιρο. Πηγαίναμε κάθε Σάββατο και κάθε Κυριακή και βλέπαμε τα πάντα! Έχω δει όλες τις ταινίες της δεκαετίας του πενήντα... Υπήρχαν καταπληκτικά σινεμά στο Κάιρο. Παίζανε ταινίες πρώτης προβολής. Ξαναπήγα στο Κάιρο πριν από δώδεκα χρόνια. Με γοήτευσε αυτή η πόλη – δεν ξέρω αν έχεις πάει. Είναι μια μικρή οικουμένη, ένας κόσμος ολόκληρος. Εκατομμύρια στους δρόμους. Και τι καλοί άνθρωποι! Όταν περπατάς στον δρόμο και βλέπεις κάποιον να κάθεται με την κελεμπία του και να τρώει τα φαλάφελ του στο πεζοδρόμιο, του λες «Γεια σου», κι εκείνος σου λέει «’τφάνταλ», δηλαδή «κόπιασε»… και το εννοεί!

Μία από τις ερωτήσεις που θα του έκανα οπωσδήποτε αργότερα, είναι πώς καταφέρνει να είναι τόσο θετικός και γενναιόδωρος, ιδίως με τους νεότερους. Μπορεί να τον έχει καθορίσει από μικρό αυτή η ατμόσφαιρα του Καΐρου;

ΑΚ: Είμαι γενναιόδωρος; Δεν ξέρω γιατί είμαι. Πώς μπορεί να πει κανείς γιατί είναι κάτι; Πάντως, εδώ που τα λέμε, αυτά τα δεκατέσσερα χρόνια της Αιγύπτου δεν είναι ένα κεφάλαιο της ζωής μου για το οποίο μπορώ να πω ότι μου διέπλασε τον χαρακτήρα. Όχι ότι δεν τα αγάπησα κι ότι δεν έχω καλές αναμνήσεις, αλλά ο χαρακτήρας μου εδώ φτιάχτηκε.

Αναφέρεται σ’ αυτό το «κάτι που τον έτρωγε μέσα του» στην εφηβεία να διαβάσει Ντοστογιέφσκι, να διαβάσει Λουντέμη, Σαμαράκη και κάποτε, τέλος, τον Βασιλικό.

ΑΚ: Ναι, ναι! Ο Βασιλικός είναι μέντορας, Το Aγγέλιασμα ήταν ένα από τα αποκαλυπτικά κεφάλαια της ζωής μου. Είδα πώς μπορεί κανείς να μιλήσει διαφορετικά απ’ τον άλλον γι’ αυτό το μπουκάλι νερό [δείχνει το μικρό μπουκάλι νερό που ζεσταίνεται πάνω στο τραπεζάκι]. Κι αυτό τελικά είναι η λογοτεχνία, το ύφος: πώς βλέπει καθένας διαφορετικά και πώς αποδίδει αυτό που βλέπει στο χαρτί. Κι ο Σαμαράκης, με τον ανθρωπισμό του, με συγκινούσε πολύ. Τώρα δεν μπορώ να διαβάσω Σαμαράκη, ούτε Λουντέμη.

alt

«Μα εσείς δεν έχετε γράψει ποτέ ποιήματα;»

ΕΑ: Εσύ πότε θυμάσαι τον εαυτό σου να αρχίζει να γράφει πραγματικά;

ΑΚ: Πρέπει να ’ταν όταν μπήκα στο Πανεπιστήμιο, όταν τέλειωσα το σχολείο. Τότε άρχισα να γράφω. Κάποιος ρώτησε μια φορά: «Μα εσείς δεν έχετε γράψει ποτέ ποιήματα;». Του απάντησα: «Φυσικά και έχω γράψει! Για ποιον με περάσατε;». [τρανταχτό γέλιο]

ΕΑ: Το έχεις πει κιόλας ότι τα πρώτα πράγματα που έγραψες ήταν «ατυχή ποιήματα»!

ΑΚ: Ατυχέστατα!

ΕΑ: Ποιος το λέει αυτό;

ΑΚ: Εγώ το λέω αυτό! [γέλιο] Μάλιστα, τώρα τελευταία ανακάλυψα σε κάποιο συρτάρι μερικά απ’ τα ποιήματα που είχα γράψει τότε – Θεέ μου! Θυμάμαι, το πρώτο μου ποίημα που δημοσιεύτηκε ποτέ, ήταν ένα ποίημα δύο στίχων που το έστειλα σ’ ένα περιοδικό –δεν θυμάμαι πώς το έλεγαν– και μου απάντησαν: «Α, είναι πάρα πολύ ωραίο, θα το δημοσιεύσουμε» και το είδα δημοσιευμένο και τρελάθηκα! [εννοεί από χαρά] Το ποίημα είναι γελοίο, ήταν τότε με τις αντιπολεμικές μου εξάρσεις κι αυτά... Λεγόταν «Ανάμεσα σε δυο γουλιές espresso», καλή ώρα, και οι στίχοι ήτανε: «Λοιπόν, τι λέγαμε; / Α ναι, για τη νέα πυρηνική βόμβα»! [γέλιο]

ΕΑ: Όμως, εκ των υστέρων, αυτό το δίστιχο έχει κάτι πολύ δικό σου.

ΑΚ: Ναι, έχει αυτό το στακάτο.

ΕΑ: Και την οικονομία.

ΑΚ: Την οικονομία, ναι.

ΕΑ: Σκέφτομαι πως όλα σου τα κείμενα έχουν μια τέτοια οικονομία, όπως ένα ποίημα. Δεν μπορείς ν’ αφαιρέσεις ούτε μία λέξη.

ΑΚ: Χαίρομαι που το λες αυτό.

ΕΑ: Και τα σύντομα πεζά από τις Διεστραμμένες Ιστορίες που διαβάστηκαν εκείνη τη βραδιά των Booknotes ακούστηκαν σαν ποίηση, χωρίς να θεωρούνται ποίηση.

ΑΚ: Μα πια τα όρια είναι συγκεχυμένα. Δεν ξέρω τι είναι ποίημα, τι είναι πεζό, τι γράφω τελικά...

ΕΑ: Πώς γράφεις αυτά που γράφεις και που δεν ξέρεις τι είναι;

ΑΚ: Κατ’ αρχάς, γράφω πάντα έξω, συνήθως σε cafés, ενώ κρατάω σημειώσεις όπου μπορείς να φανταστείς: πακέτα τσιγάρων, χαρτοπετσέτες, αποδείξεις καφενείων…

ΕΑ: Με στυλό, δηλαδή, και μετά; Μεταφέρεις στο pc, στο laptop;

ΑΚ: Ναι. Παλιά, στη γραφομηχανή. Τώρα, στο laptop. Γίνεται η σύνθεσις όλων αυτών των σημειώσεων, και μετά αρχίζει η αφαίρεση: ό,τι πρέπει να φύγει και μπορεί να φύγει χωρίς να τρωθεί η ευστάθεια του κειμένου, η αντοχή των υλικών του.

ΕΑ: Γι’ αυτό στα κείμενά σου τίποτα δεν είναι περιττό.,

ΑΚ: Μακάρι να είναι έτσι όπως το λες, ανεξάρτητα αν ένα κείμενο (ή κι ένα βιβλίο ακόμα) μπορεί να είναι ολόκληρο περιττό!

ΕΑ: Διάβαζα ξανά την Κωμωδία προηγουμένως...

ΑΚ: Το αγαπημένο μου βιβλίο.

ΕΑ: Εκεί έχεις και μακροπερίοδο λόγο σε κάποια σημεία, ωστόσο δεν αισθάνεται κανείς ότι διαβάζει μακρές περιόδους, γιατί πάλι η σύνθεση έχει πολύ μεγάλη οικονομία.

ΑΚ: Α, χαίρομαι και μ’ αυτή σου τη διαπίστωση, γιατί, παρόλο που είμαι του ευσύνοπτου και του καίριου, μ’ αρέσει και ο μακροπερίοδος λόγος, αρκεί να γίνεται με κάποιο σκεπτικό. Πάντως, αλλιώς είναι γραμμένη η Κωμωδία, αλλιώς είναι γραμμένο το 360, αλλιώς είναι γραμμένα τα μικρά κομμάτια της Μουσικής και, ιδίως, οι Διεστραμμένες ιστορίες, που είναι σαν ταινίες πολύ μικρού μήκους γυρισμένες σε μονοπλάνο.

ΕΑ: Ωστόσο, υπάρχει ένας Αχιλλέας Κυριακίδης από πίσω, ο οποίος είναι εκεί σε όλες αυτές τις εκδοχές.

ΑΚ: Αυτό είναι το καλύτερο κομπλιμέντο που μπορεί να κάνει κανένας σ’ έναν συγγραφέα και το χειρότερο που μπορεί να κάνει σ’ έναν μεταφραστή. [γέλιο] Αλίμονο αν διαβάζεις μια μετάφραση και αναγνωρίσεις τον μεταφραστή από το ύφος! Αυτό είναι η εσχάτη προδοσία και όχι αν η μετάφραση δεν είναι κατά λέξιν ή δεν ξέρω τι!

Να βρω τη σκυτάλη για να περάσω στη δεύτερη, στην τρίτη ζωή...

ΕΑ: Επομένως, όταν κόβεις-ράβεις-επεξεργάζεσαι, έχεις και κάποια αίσθηση σωστού και λάθους με μία έννοια ή όχι; Υπάρχει κάποιο κριτήριο;

ΑΚ: Ναι· την έχεις. Όχι τόσο του σωστού ή του λάθους, όσο του επαρκούς. Βέβαια, ώς τη μέρα που θα πάρεις το βιβλίο στα χέρια σου και θα ανακαλύψεις φρεσκοτυπωμένες όλες τις ανεπάρκειες και τις αδυναμίες.

ΕΑ: Και πότε τελειώνεις; Πότε σταματάς να το δουλεύεις και λες «Εντάξει, τώρα είναι έτοιμο για έκδοση»;

ΑΚ: ----Όταν θεωρείς ότι αυτή η επάρκεια σε καλύπτει, ότι εκείνη τη στιγμή δεν μπορείς να κάνεις τίποτ’ άλλο, έχεις πει αυτά που ήθελες να πεις.

ΕΑ: Γράφεις εύκολα; Πάντως, δεν έχεις εκδώσει πολλά, κι αυτά που έχεις εκδώσει δεν είναι πολυσέλιδα…

Χαίρομαι όταν μου βρίσκουν κάποια défauts, κάποια μικροελαττώματα. Μ’ αρέσει αυτό. Αν μη τι άλλο, σημαίνει πως τίμησαν το βιβλίο με πολύ προσεκτικό βλέμμα. Κυρίως αυτό που με γοητεύει πολύ είναι η διαφορετική ερμηνεία.

ΑΚ: Γράφω πολύ δύσκολα και με διαλείμματα που, καμιά φορά, παραείναι μεγάλα. Η Κωμωδία, το πιο φιλόδοξο βιβλίο μου, αν μη τι άλλο από πλευράς σχεδιασμού και δομής, και το μακροσκελέστερο που έχω γράψει ώς τώρα, πραγματεύεται τις τέσσερις διαφορετικές ζωές που θα μπορούσε να έχει ζήσει ένας άνθρωπος της ηλικίας μου, της γενιάς μου, μέσα στα δικά μας συγκεκριμένα κοινωνικά, ιστορικά και γεωγραφικά πλαίσια – μ’ άλλα λόγια, στην Ελλάδα με τα ερείπια του Πολέμου και του Εμφυλίου, την Ελλάδα του 114, της Αποστασίας, της τραγωδίας της Χούντας, της μελαγχολίας της Μεταπολίτευσης. Η πρώτη «ζωή» γράφτηκε σχετικά γρήγορα, τον Αύγουστο του 2009, και μετά… μπλοκάρισμα: μου ήταν αδύνατον να βρω τη σκυτάλη που θα με βοηθούσε να περάσω στη δεύτερη «ζωή» κι από κει στην τρίτη και στην τέταρτη. Τη βρήκα τον… επόμενο Αύγουστο! Και μετά από δύο μήνες, το ας-το-πούμε χειρόγραφο πήγε στον εκδότη. Να μια ωραία και, ταυτόχρονα, πολύ λυπητερή στιγμή.

ΕΑ: Γιατί λυπητερή; Επειδή το αποχαιρετάς;

ΑΚ: Ναι. Είναι πάρα πολύ ωραίο που το ’χεις κάνει, αισθάνεσαι ένα λίγωμα αλλά και, ταυτόχρονα, είναι σαν να αποχαιρετάς έναν παλιό φίλο που δεν ξέρεις πότε θα τον ξαναδείς και κυρίως πώς θα τον ξαναδείς. Πώς θα ’ναι αυτό το βιβλίο όταν το διαβάσεις μετά από καιρό; Ή μάλλον, πώς θα είσαι εσύ όταν το ξαναδιαβάσεις…

ΕΑ: Πώς τα πας με τις κρίσεις των άλλων για τα βιβλία σου;

ΑΚ: Χαίρομαι όταν μου βρίσκουν κάποια défauts, κάποια μικροελαττώματα. Μ’ αρέσει αυτό. Αν μη τι άλλο, σημαίνει πως τίμησαν το βιβλίο με πολύ προσεκτικό βλέμμα. Κυρίως αυτό που με γοητεύει πολύ είναι η διαφορετική ερμηνεία.

ΕΑ: Αν κάποιος το διαβάσει και βρει εκεί κάτι άλλο απ’ αυτό που θεωρείς εσύ ότι έγραψες;

ΑΚ: [με πάθος] Τρελαίνομαι! Κι αν μου πουν, λόγου χάρη, «α, τι ωραίο αυτό το κεφάλαιο με τον κόκκινο αναπτήρα που συμβολίζει τη ρωσική επανάσταση!», άνετα μπορώ ν’ απαντήσω: «Όχι, δεν το ’χα σκεφτεί αυτό». Και μεγαλοφυής να είναι κάποια ιδέα, δεν έχω πρόβλημα να πω ότι δεν την είχα σκεφτεί.

ΕΑ: Σου καθρεφτίζουν δυνατότητες και προεκτάσεις που δεν ήξερες ότι τις είχες.

ΑΚ: Ναι, ναι. Κι είναι πολύ γοητευτικό αυτό. Ένα από τα δικά μου (όχι και τόσο απόκρυφα) Ευαγγέλια είναι και η φράση του Ίνγκμαρ Μπέργκμαν «Προσπαθώ να καταλάβω τις ταινίες μου».

ΕΑ: Χρειάζεσαι όμως μια στοιχειώδη ασφάλεια για να το χαρείς αυτό, να μην κλονίζεσαι, να ξέρεις ποιος είσαι. Αναρωτιέμαι τι είναι αυτό που σε κάνει όχι μόνο να νιώθεις πως δεν απειλείσαι, αλλά και, αντιθέτως, να αξιοποιείς αυτό που σου λένε.

ΑΚ: Δεν ξέρω. Δύσκολη ερώτηση. Όχι γενναιοδωρία, δεν είναι αυτή η λέξη. Η γενναιοδωρία είναι προς τα έξω. Αυτό που θέλω να πω είναι κάτι αντίστοιχο με τη γενναιοδωρία στον τρόπο που εισπράττεις κάποια πράγματα. Πιθανόν να το έχω αυτό.

ΕΑ: Ξαναγυρίζοντας στη φράση του Μπέργκμαν, σε ενδιαφέρει να σε καταλαβαίνουν;

ΑΚ: Με ενδιαφέρει να καταλάβουν ότι έχω… έντιμες προθέσεις, ότι δεν τους κοροϊδεύω, ότι έγραψα κάτι έτσι όπως το έγραψα γιατί μόνο έτσι έκρινα ότι μπορούσα να το γράψω.

Γι’ αυτό αγαπώ πολύ το Facebook

Τις περισσότερες φορές στο Facebook θα μιλήσω για βιβλία που διαβάζω. Τι έχω να ζηλέψω και τι έχω να χάσω; Δεν είναι η απόλυτη τσιγκουνιά και η απόλυτη μικροψυχία να κρύψεις ότι κάτι σου άρεσε;

ΕΑ: Εδώ ήταν που είχα σκοπό να σε ρωτήσω από πού πηγάζει η γενναιοδωρία σου απέναντι στους νέους. Πηγαίνεις στις παρουσιάσεις τους, τους τιμάς, ακούς τα έργα τους, εκφράζεις πληθωρικά τον ενθουσιασμό σου.

ΑΚ: Δεν ξέρεις τι χαρά μού δίνει! Γι’ αυτό αγαπώ πολύ το Facebook, γιατί μου δίνει αυτή την ευκαιρία. Δεν μ’ ενδιαφέρουν οι αναρτήσεις που κάνω ούτε οι αναρτήσεις άλλων. Δεν μ’ ενδιαφέρουν τα σχόλια, παρόλο που τα κάνω έτσι, για να συνδέομαι με την επικαιρότητα και να μπορώ να εκφράσω μια αγανάκτηση. Τις περισσότερες φορές στο Facebook θα μιλήσω για βιβλία που διαβάζω. Τι έχω να ζηλέψω και τι έχω να χάσω; Δεν είναι η απόλυτη τσιγκουνιά και η απόλυτη μικροψυχία να κρύψεις ότι κάτι σου άρεσε;

ΕΑ: Τελικά, μήπως τη στάση σου απέναντι στη γνώμη των άλλων για σένα και τον ενθουσιασμό σου για το έργο άλλων μπορούμε να τα αποδώσουμε σε μια γενικότερη κοινωνική άνεση που έχεις; Μπορεί δηλαδή να ξέρεις πώς να συμπεριφέρεσαι, επειδή μεγάλωσες στην αστική ομογένεια της Αιγύπτου;

ΑΚ: Όχι, δεν συνδέεται τόσο μ’ αυτό όσο με το ότι αγαπώ πάρα πολύ τους ανθρώπους. Αγαπώ τον ανώνυμο με τον οποίο διασταυρώνομαι στον δρόμο, που κάθεται στο πλαϊνό τραπεζάκι του café, που είναι συνεπιβάτης μου στο λεωφορείο. Αυτοί με εμπνέουν – κακά τα ψέματα. Λέω καλημέρα σε όλο τον κόσμο.

ΕΑ: Μήπως οφείλεται και στο ότι χόρτασες αποδοχή στην οικογένειά σου; Τώρα μπαίνω και σε χωράφια που αφορούν και τη δουλειά μου την ψυχοθεραπευτική. Μπορείς να πεις: «Εγώ αισθανόμουν ότι με αποδέχονταν οι γονείς μου, η οικογένειά μου, δεν αισθάνθηκα ποτέ ότι με αμφισβητούσαν ή δεν έβλεπαν την αξία μου»;

Εδώ ο Αχιλλέας με αιφνιδιάζει για άλλη μία φορά. Τονίζει με έμφαση ότι εισέπραττε πάντοτε αποδοχή από την οικογένειά του και ρωτάει: «Μα πόσοι μπορούν να το πουν αυτό, πως είχαν προβλήματα αποδοχής από την οικογένεια;». Κι αμέσως ξεσπάει σ’ ένα χορταστικό τρανταχτό γέλιο.

alt

Τίποτα που γίνεται Κάτι

Με πληγώνει πάρα πολύ η αχαριστία. Όχι ότι επιζητώ την ευγνωμοσύνη όταν γράφω καλά λόγια για ένα βιβλίο. Τη δική μου χαρά επιζητώ.

ΕΑ: Επομένως δεν νιώθεις ότι ο άλλος που σε πλησιάζει έρχεται να σου πάρει κάτι, να σε πλήξει με κάποιον τρόπο.

ΑΚ: Όχι, καθόλου. Και γι’ αυτό δεν έχω μισήσει άνθρωπο. [σκέφτεται λίγο] Ίσως έναν μόνο, ο οποίος με αδίκησε πολύ και με πλήγωσε πολύ. Αλλά δεν θέλω να πάθει κακό, απλώς δεν θέλω να τον ξαναδώ στα μάτια μου. Ώς εκεί φτάνει η οργή μου. Με πληγώνει πάρα πολύ η αχαριστία. Όχι ότι επιζητώ την ευγνωμοσύνη (για να γυρίσω σε προηγούμενη ερώτησή σου) όταν γράφω καλά λόγια για ένα βιβλίο. Τη δική μου χαρά επιζητώ. Κι αυτές τις μέρες ειδικά λυπάμαι, γιατί έχω μπλέξει με μια μετάφραση, του βιβλίου του Κορτάσαρ Το κουτσό, κι ενώ έχω μαζέψει τέσσερα-πέντε βιβλία για τα οποία θέλω πραγματικά να γράψω έστω μία φράση στο Facebook, δεν προλαβαίνω. Διάβασα ένα διήγημα του Σκαμπαρδώνη από την τελευταία του συλλογή και ούρλιαζα από την απόλαυση. Μπαίνει ένας στη θάλασσα να ψαρέψει αθερίνες. Κι είναι στο νερό μέχρι εδώ και κοιτάει τις αθερίνες. Μπορείς να γράψεις ένα διήγημα με αυτό το θέμα και να είναι θρίλερ; Είναι θρίλερ, με την έννοια ότι σκεφτόμουν «Θεέ μου, στην επόμενη σελίδα πώς θα περιγράψει αυτό το κοπάδι με τις αθερίνες; [γελάει] Πόσο διαφορετικά θα το περιγράψει;» Και όμως, το περιγράφει διαφορετικά, βρίσκει κάτι άλλο να πει, και μετά κάτι άλλο! Και πώς έφευγαν οι αθερίνες και πώς μαζεύονταν γύρω του και πώς με ένα βήμα τις έδιωχνε. Ένα αριστούργημα, ένα κομψοτέχνημα αφήγησης. Και στο κάτω κάτω, τι είναι η τέχνη; Σε πολλές περιπτώσεις, ένα Τίποτα που γίνεται Κάτι.

Η περιγραφή του μου γεννά μαζεμένα ένα σωρό ερωτήματα. Διαλέγω να επιστρέψω στη σχέση του με τη γλώσσα.

Ένα παιχνίδι που σε πάει στον ουρανό

ΕΑ: Διαβάζοντας κανείς τα κείμενά σου, έχει μια αίσθηση ότι σ’ αρέσει να παίζεις παιχνίδια με τη γλώσσα, σ’ αρέσει η γεύση των λέξεων...

ΑΚ: Όσο δεν φαντάζεσαι!

ΕΑ: ...και συγχρόνως κάνεις ευφυέστατη χρήση του λόγου, αξιοποιείς στο έπακρο τους μηχανισμούς της γλώσσας. Ήθελα, λοιπόν, να σε ρωτήσω για την ευφυΐα, για το ευφυολόγημα, για το ΟuLiPo.

ΑΚ: Ααα.... Θα τελειώσουμε τα μεσάνυχτα! [τρανταχτό γέλιο]

ΕΑ: Καλά, μη μου πεις πολλά γι’ αυτούς, όμως προϋπήρξε άραγε μια δική σου προδιάθεση ευφυούς χρήσης της γλώσσας;

Στο «Κουτσό» του Κορτάσαρ, που δεν ήταν ουλιπιανός, το παιχνίδι δεν γίνεται με τη γλώσσα αλλά… με το ίδιο το παιχνίδι του τίτλου, ένα παιχνίδι που το πρώτο του τετράγωνο –διάβαζε κεφάλαιο; φράση; λέξη;– λέγεται Γη, και το τελευταίο Ουρανός. Ένα παιχνίδι που, αν το παίξεις καλά, σε πάει στον ουρανό.

ΑΚ: Φαίνεται πως ναι, γιατί, όταν ανακάλυψα το ΟuLiPo, είπα: «Εδώ είμαστε». Το παιχνίδι με τη γλώσσα ως αυτοσκοπός πολλές φορές, ως άσκηση, ως πείραμα, αλλά, τις περισσότερες, ως όχημα εξερεύνησης εννοιών, ιδεών, αισθημάτων. Στο Κουτσό του Κορτάσαρ, που δεν ήταν ουλιπιανός, το παιχνίδι δεν γίνεται με τη γλώσσα αλλά… με το ίδιο το παιχνίδι του τίτλου, ένα παιχνίδι που το πρώτο του τετράγωνο –διάβαζε κεφάλαιο; φράση; λέξη;– λέγεται Γη, και το τελευταίο Ουρανός. Ένα παιχνίδι που, αν το παίξεις καλά, σε πάει στον ουρανό.

ΕΑ: Αν μας δοθεί η ευκαιρία, θα μιλήσουμε πιο αναλυτικά για το Κουτσό που…

ΑΚ: … ήταν ένα μεγάλο μεταφραστικό μου απωθημένο, μαζί με το Under the Volcano, το Sound and the Fury, το L’Éducation sentimentale, και κατά την ταπεινή μου γνώμη ένα από τα τρία μεγάλα μοντερνιστικά μυθιστορήματα του 20ού αιώνα μαζί με τον Οδυσσέα του Τζόις και το Ζωή οδηγίες χρήσεως του Περέκ. Κι αν κάνω λάθος –δεν είμαι φιλόλογος– ας πω «μία από τις τρεις μεγάλες μυθιστορηματικές τοιχογραφίες του 20ού αιώνα».

ΕΑ: Μου μίλησες πριν για τις σωστές βάσεις ελληνικών που πήρες στο σχολείο στην Αίγυπτο. Αυτή είναι η τεχνική διάσταση της γλώσσας. Η συναισθηματική, όμως; Αγαπιέται μια γλώσσα; Την αγαπάς την ελληνική γλώσσα;

ΑΚ: Τη λατρεύω. Είναι ένα από τα, δυστυχώς όχι πολλά, ελληνικά πράγματα που αγαπώ. Και δεν την αγαπώ μόνο επειδή είναι η γλώσσα μου, η γλώσσα στην οποία σκέφτομαι, στην οποία γράφω, στην οποία γελάω και κλαίω, αλλά και επειδή ανέκαθεν με γοήτευε, με συνάρπαζε η σοφία με την οποία δομήθηκε. Αρχαιόθεν.

ΕΑ: Και ποιο πρόσωπο σου έρχεται στο νου, αν σκεφτείς την ελληνική γλώσσα και τη σχέση σου μαζί της;

ΑΚ: Πρόσωπο... Τι εννοείς; Κάποιου συγγραφέα;

ΕΑ: Μπορεί, ας πούμε, να σου έρχεται στο νου το πρόσωπο της μητέρας σου; Το ρωτώ γιατί κάποτε, ετοιμάζοντας μια παρουσίαση, είχα πάρει μερικές μίνι συνεντεύξεις από φίλους και γνωστούς, συγγραφείς, μεταφραστές, ψυχοθεραπευτές, ηθοποιούς, κι εκεί φάνηκε ότι υπήρχε πολύ μεγάλη σχέση ανάμεσα στην αγάπη για τη γλώσσα και στη σχέση με τη μητέρα.

ΑΚ: Δεν ξέρω...

ΕΑ: Μπορεί και να μην ισχύει για εσένα, δεν ισχύει για όλους.

ΑΚ: Δεν μπορώ να σου απαντήσω, δεν μπορώ να το συνδέσω με κάποιο πρόσωπο.

Στο σημείο αυτό γίνεται μια ασυνήθιστη παύση στον χειμαρρώδη λόγο του Αχιλλέα Κυριακίδη. Τον έχει ακινητοποιήσει η αναφορά στις πρώτες μου σπουδές στη Γλωσσολογία. Είναι σαν να ’χει βάλει μια νοστιμιά στο στόμα του που την πιπιλάει αργά και ηδονικά:

ΑΚ: Γλωσσολόγος, ε; Πωπω! Δέος. Μ’ αυτό θ’ ασχοληθώ στην επόμενη ζωή μου. Με μαγεύει το μυστήριο της γένεσης, της εδραίωσης και της εξάπλωσης των γλωσσών. Με μαγεύουν οι δισημίες των λέξεων. Με μαγεύει η ετυμολογία που δουλεύει πονηρά προς δύο και, καμιά φορά, περισσότερες κατευθύνσεις. Κι όπου μπορώ το αξιοποιώ αυτό. «Ανοίκειος αλλά όχι ανοίκειος» έχω γράψει σ’ ένα διήγημα για να χαρακτηρίσω πώς αισθάνεται ο Μπόρχες έναν άγνωστο που τον πλησιάζει.

ΕΑ: Ως προς αυτό, η μετάφραση δεν είναι ένα εκπληκτικό εργαλείο; Ένα μουσικό όργανο, πήγα να πω, γιατί σου δίνει τη δυνατότητα να παίζεις με όλα αυτά.

Λατρεύω τους συγγραφείς που δεν φοβούνται το χιούμορ. Θεωρώ το χιούμορ πολύ βασικό στοιχείο σε μια μυθοπλασία. Και πιο πολύ το χιούμορ που υποσκάπτει, που διαβρώνει, σαν υπόγειο ρεύμα. Το μαύρο χιούμορ του Κάφκα, την ύπουλα αιχμηρή ειρωνεία του Μπόρχες, το λεπτεπίλεπτο χιούμορ του Τσέχου Κούντερα (ο Γάλλος Κούντερα δεν μου αρέσει).

ΑΚ: Ναι, αλλά στη μετάφραση έχεις ένα πατρόν, έχεις τον άλλον, ο οποίος σου επιβάλλει έναν τρόπο. Σκέφτομαι τον Εσνόζ – τώρα βγαίνει ένα καινούργιο του βιβλίο που μετέφρασα, εκπληκτικό, γεμάτο χιούμορ. Λατρεύω τους συγγραφείς που δεν φοβούνται το χιούμορ. Θεωρώ το χιούμορ πολύ βασικό στοιχείο σε μια μυθοπλασία. Και πιο πολύ το χιούμορ που υποσκάπτει, που διαβρώνει, σαν υπόγειο ρεύμα. Το μαύρο χιούμορ του Κάφκα, την ύπουλα αιχμηρή ειρωνεία του Μπόρχες, το λεπτεπίλεπτο χιούμορ του Τσέχου Κούντερα (ο Γάλλος Κούντερα δεν μου αρέσει). Με συγγραφείς που δεν σκάει το χείλι τους… ή μάλλον το χέρι τους, πλήττω αφόρητα. Σάλμαν Ρουσντί, ας πούμε. Με τίποτα!

ΕΑ: Η μετάφραση λοιπόν σου δίνει τη δυνατότητα ν’ αναπτύξεις όλη τη δεξιοτεχνία και την κατακτημένη βαθιά γνώση των μηχανισμών της γλώσσας.

ΑΚ: Της ελληνικής γλώσσας, της γλώσσας στην οποία μεταφράζεις.

ΕΑ: Ναι. Αφού βέβαια καταλάβεις πώς λειτουργεί η λέξη στη γλώσσα του πρωτοτύπου.

ΑΚ: Διαγιγνώσκεις και μεταφέρεις, ναι. Γι’ αυτό πιστεύω ότι μόνο ένας συγγραφέας μπορεί να είναι και (καλός) μεταφραστής.

ΕΑ: Ναι, αλλά το αντίστροφο δεν ισχύει: υπάρχουν συγγραφείς που δεν είναι καλοί μεταφραστές.

ΑΚ: Δεν είναι, αλλά και κανείς δεν τους ζητάει να είναι.

ΕΑ: Σκεφτόμουν, λοιπόν, ότι η έγνοια σου για τη φόρμα, η έγνοια σου να μην προδώσεις τον συγγραφέα, ούτε να τον βελτιώσεις, όπως είπες πρόσφατα σε μια τηλεοπτική συνέντευξη…

ΑΚ: Προς Θεού! Δεν βελτιώνεις, υπηρετείς, είσαι υπήκοος του συγγραφέα!

ΕΑ: Όλα αυτά μου δίνουν την αίσθηση ότι γενικά είναι σημαντικός για εσένα ο έλεγχος. Τα ψειρίζεις τα πράγματα.

ΑΚ: Πάρα πολύ. Στη μετάφραση, πολύ περισσότερο απ’ ό,τι στο γράψιμο. Στο γράψιμο έχεις το άλλοθι ότι «δικό μου είναι, το κάνω ό,τι θέλω». Το άλλο δεν είναι δικό σου. Το άλλο είναι δικό του.

ΕΑ: Δικό του, ναι, αλλά δεν θα ’ρθει εκείνος να σου πει: «Γιατί το ’γραψες έτσι;».

ΑΚ: Δεν έχει σημασία. Εγώ τον αισθάνομαι δίπλα μου, πίσω μου, πάνω απ’ τον ώμο μου. Και να μου λέει όλη την ώρα: «Εεπ! Τι κάνεις εκεί; Γιατί με προδίδεις τώρα; Γιατί μου το κάνεις αυτό;».

alt

Αυτός ο καθαρά γυναικείος ζόφος

Ας πούμε, παρόλο που την αγαπώ πάρα πολύ, δεν νομίζω πως θα μετέφραζα ποτέ Βιρτζίνια Γουλφ. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα ν’ αποδώσω αυτόν τον καθαρά γυναικείο ζόφο. Ενώ ζω ανάμεσα σε γυναίκες και λατρεύω τη Γυναίκα, τη θαυμάζω, την εκτιμώ, δεν μπορώ να πω ότι την ξέρω, ξέρω πώς σκέφτεται, ξέρω την ψυχολογία της.

ΕΑ: Λέμε «αυτός» κι «αυτός», μιλώντας για τον συγγραφέα, και ψάχνοντας στο μεταφραστικό σου... μητρώο βρήκα ότι έχεις μεταφράσει δεκάδες άνδρες συγγραφείς, αλλά μόνο τρεις γυναίκες: Laurence Cossé, Patricia Engel, Perla Suez.

Εκπλήσσεται κι ο ίδιος που έχει μεταφράσει τόσο λίγες. «Σοβαρά;» ρωτάει και γελάει με την καρδιά του.

ΕΑ: Τι έχεις να πεις γι’ αυτό;

ΑΚ: Τι να πω εγώ, ένας άνθρωπος με τρεις κόρες και τρεις εγγονές; [γελάει] Φαίνεται πως το 3 διέπει τη ζωή μου.

ΕΑ: Και τρεις γυναίκες συγγραφείς – φτάνει, κλείσαμε...

ΑΚ: Φτάνει, κλείσαμε, ναι. [τρανταχτό γέλιο]

ΕΑ: Είναι, πάντως, εντυπωσιακό. Μπορεί βέβαια να είναι λιγότερες οι γυναίκες συγγραφείς που σου ταιριάζουν. Γιατί συχνά επιλέγεις εσύ τι θα μεταφράσεις, έτσι δεν είναι;

ΑΚ: Ενενήντα εννιά τα εκατό.

ΕΑ: Μήπως λοιπόν οι άντρες παίζουν περισσότερο;

ΑΚ: Ναι, οι γυναίκες είναι πιο δραματικές. Ας πούμε, παρόλο που την αγαπώ πάρα πολύ, δεν νομίζω πως θα μετέφραζα ποτέ Βιρτζίνια Γουλφ. Δεν ξέρω αν θα μπορούσα ν’ αποδώσω αυτόν τον καθαρά γυναικείο ζόφο. Ενώ ζω ανάμεσα σε γυναίκες και λατρεύω τη Γυναίκα, τη θαυμάζω, την εκτιμώ, δεν μπορώ να πω ότι την ξέρω, ξέρω πώς σκέφτεται, ξέρω την ψυχολογία της. Είναι το ίδιο που μου συμβαίνει με τη γιαπωνέζικη κουλτούρα. Μου είναι εντελώς ξένη, κι ας έχω αγαπήσει πολλές γιαπωνέζικες ταινίες, πολλούς Γιαπωνέζους σκηνοθέτες, κυρίως τον Μιζογκούτσι και τον Όζου. Το ίδιο και με τους Κινέζους. Για να μην πω: ακόμα χειρότερα.

ΕΑ: Βλέπεις, λοιπόν, τις γυναίκες σαν ένα άλλο σύμπαν; Σαν μιαν άλλη κουλτούρα με την οποία δεν είσαι σε τόσο στενή επαφή όσο, ας πούμε, με τη λατινοαμερικάνικη;

ΑΚ: Ναι, αισθάνομαι ένα δέος απέναντι στη γυναίκα ως γυναίκα. Άρα αυτό μεταφέρεται και ως προς τη γυναίκα συγγραφέα, την οποία δύσκολα μπορώ να κουμαντάρω. Έχω διαβάσει φοβερά πράγματα από γυναίκες, αλλά δεν ξέρω πώς να τις υπηρετήσω. Δεν μπορώ να τις φανταστώ πώς σκέφτονται. Καταλαβαίνεις; Ενώ τον Περέκ με τη γάτα πάνω στον ώμο του...

ΕΑ: Αυτό μου δείχνει πόσο βαθιά νιώθεις ότι χρειάζεται να μπεις στον άλλον για να τον μεταφράσεις.

ΑΚ: Είπες κάτι πριν που είναι πολύ σωστό, ότι αισθάνεσαι πως δεν παίζουν οι γυναίκες. Ναι, δεν παίζουν, είναι πολύ σοβαρές. Γιατί έχουν επίγνωση (ή θα έπρεπε να έχουν επίγνωση) της τελειότητάς τους. Η γυναίκα είναι το τέλειο πλάσμα.

ΕΑ: Τι ρόλους μας αποδίδετε, οι άντρες!

ΑΚ: Και μόνο το θαύμα της τεκνογονίας…

ΕΑ: Πράγματι υπάρχει ένα δέος από τους άντρες γι’ αυτή την ικανότητα των γυναικών, αλλά ίσως περισσότερο, σκέφτομαι, για την ανθεκτικότητα του σώματος που μπορεί να γίνει φωλιά για ένα ή δύο ή και τρία έμβρυα και να τα θρέψει.

ΑΚ: Εμένα αυτό που μου προκαλεί δέος είναι η ψυχική ανθεκτικότητα της γυναίκας. Ο τρόπος με τον οποίο η γυναίκα μου αντιμετώπισε μια θεομηνία που είχε επιπέσει στην οικογένειά μας. Ενώ εγώ ήμουν στα πρόθυρα της κατάρρευσης, εκείνη βράχος, μητέρα, σύζυγος – «Όχι, δεν θα πάθει τίποτα κανείς». Και δεν έπαθε τίποτα κανείς. Γι’ αυτό ελεεινολογώ τις θρησκείες, τουλάχιστον αυτές που γνωρίζω. Γιατί υποβαθμίζουν τόσο πολύ τη γυναίκα.

ΕΑ: Εκτός από τις μητριαρχικές, τις πολύ ξεχασμένες.

ΑΚ: Οι οποίες έδωσαν τις θέσεις τους βίαια σε θρησκείες που είπαν: «Άντε, να τελειώνουμε με τη γυναίκα». Φρίκη.

ΕΑ: Ωραία αισθάνεται μια γυναίκα όταν σ’ ακούει να τα λες όλα αυτά.

ΑΚ: Χαίρομαι. Και το ξαναλέω για να χαρείς ακόμα πιο πολύ: υποκλίνομαι.

Τρεις αγάπες – τρεις κήποι

Ο πατέρας μου μας άφηνε να μεγαλώνουμε μόνοι μας ή μόνο κάτω απ’ τη φτερούγα της μάνας μου. Δεν μας μεγάλωσε ο πατέρας μου. Υπήρχε μια απουσία του πατέρα μου στο σπίτι.

ΕΑ: Κάπου έχεις πει ότι είσαι υπηρέτης δυο αφεντάδων.

ΑΚ: Της λογοτεχνίας και του κινηματογράφου. Ναι. Θα ήθελα να ήμουν τριών, αλλά...

ΕΑ: Εννοείς και της μουσικής;

ΑΚ: Τρόπος του λέγειν «τριών», γιατί δεν θα ήμουν και της μουσικής, θα ήμουν μόνο της μουσικής.

ΕΑ: Όμως, με τέτοια σχέση που είχε ο πατέρας σου με τη μουσική, απ’ την οποία αναγκάστηκε να παραιτηθεί για χάρη της οικογένειας, τελικά θα το άντεχες εσύ να μπεις στα μουσικά του χωράφια; Μήπως δηλαδή ήταν μια ασυνείδητη επιλογή ψυχικής οικονομίας;

ΑΚ: Δεν ξέρω. Θα μ’ άρεσε αν είχε γίνει, αλλά δεν έγινε. Ο πατέρας μου μας άφηνε να μεγαλώνουμε μόνοι μας ή μόνο κάτω απ’ τη φτερούγα της μάνας μου. Δεν μας μεγάλωσε ο πατέρας μου. Υπήρχε μια απουσία του πατέρα μου στο σπίτι.

ΕΑ: Λες δηλαδή ότι αν εκείνος ήταν πιο πολύ παρών, μπορεί...

ΑΚ: … Μπορεί και να μ’ έβαζε να μάθω πιάνο, ας πούμε.

ΕΑ: Και να ’χες στραφεί στη μουσική.

ΑΚ: Θα ’χα στραφεί, ναι.

ΕΑ: Έχεις πει επίσης πως όταν γράφεις σκέφτεσαι με εικόνες, όταν σκηνοθετείς σκέφτεσαι με λέξεις, κι ότι γενικά έχεις μια αγάπη για το διττό.

ΑΚ: Με συγκινεί και με… τρομάζει –αστειεύομαι– το πόσο ενημερωμένη είσαι για μένα! [γέλιο]

ΕΑ: Σου μεταφέρω τώρα μία ερώτηση από την Αλεξάνδρα των «Πλειάδων»: Αν σου έβαζαν το πιστόλι στον κρόταφο και σου λέγανε, «Διάλεξε, ένα από τα δύο μόνο θα κάνεις», τι θα διάλεγες;

ΑΚ: Λογοτεχνία.

ΕΑ: Ασυζητητί;

ΑΚ: Ασυζητητί.

ΕΑ: Το ίδιο θα διάλεγες και αν σε ρωτούσα όχι πια ως συγγραφέα ή κινηματογραφιστή αλλά ως αναγνώστη ή θεατή;

ΑΚ: Είναι πολύ δεσμευτικό το σινεμά. Οι εικόνες είναι πολύ δεσμευτικές, κλειδώνουν τη φαντασία, εναλλάσσονται αστραπιαία – πού εκείνη η βραδύτητα της ανάγνωσης που επιτρέπει τον στοχασμό! Ελάχιστοι κινηματογραφικοί δημιουργοί έχουν καταφέρει να σπάσουν αυτό το «φράγμα»: ο Ταρκόφσκι, κατ’ εξοχήν. Γι’ αυτό τον λατρεύω. Είναι ο Θεός μου.

ΕΑ: Στην πρώτη σου ταινία, Πύργος – Τάκης Σινόπουλος, που σου ανατέθηκε απρόσμενα και έφτασε να πάρει βραβείο, δεν ήταν μόνο το υλικό σου η ποίηση. Η ίδια η ταινία ήταν ένα ποίημα. Επανέρχομαι λοιπόν: Είσαι ποιητής κατά βάθος.

ΑΚ: Λες; (γέλια) Πάντως έχω γράψει τον εξής αφορισμό, και απορώ που δεν τον θυμήθηκες: «Μόνο οι ποιητές ξέρουν γιατί γράφονται ποιήματα. Δεν είμαι ποιητής». Όσο για την ταινία, είχε όλες τις αδεξιότητες και όλο τον αφελή ενθουσιασμό των πρωτολείων, κι οφείλει πολλά στη μεγάλη αγάπη μου για τον Σινόπουλο, στη φωτογραφία του αγαπημένου μου Νίκου Σμαραγδή και, πάνω απ’ όλα, στις συναρπαστικές φωνές του Δημήτρη Μαρωνίτη και του Δημήτρη Μαυρίκιου που διάβασαν τα ποιήματα. Αλλά για να μην πέσει το σπίτι μου και με πλακώσει, ας πω ότι μου έλυσε τα χέρια κι ένα ωραίο εύρημα, να βάλω ένα αγοράκι να μας ξεναγεί στον Πύργο, εκπροσωπώντας τη μνήμη του ποιητή.

ΕΑ: Ποίημα θεωρώ και την Αλληλουχία των κήπων, μια ταινία που είναι ολόκληρη ένα μονοπλάνο.

ΑΚ: Μα μόνο έτσι μπορούσε να γυριστεί αυτό το καταπληκτικό διήγημα του Κορτάσαρ που είναι μιάμιση σελίδα μόνο. Μόνο έτσι μπορούσα να δώσω τη σύγχυση χώρου και χρόνου, πραγματικότητας και μυθοπλασίας, που καταλήγει σε μια θανάσιμη ενότητα, στον άνθρωπο που διαβάζει τον ίδιο τον επικείμενο θάνατό του. Αυτό μπορούσε να γίνει μόνο με μονοπλάνο και με το διήγημα ν’ ακούγεται από πάνω, σε μιαν ακραία σεβαστική μεταφορά ενός λογοτεχνικού κειμένου στον κινηματογράφο.

ΕΑ: Χωρίς να φανεί περιττό. Εμένα, η σύζευξη λόγου και εικόνας στην Αλληλουχία των κήπων μού έδωσε κάτι καινούργιο, τόσο ως θεατή όσο και ως αναγνώστη.

Αν ένας θέλει να γυρίσει ταινία ένα μυθιστόρημα για να μείνει πιστός στο μυθιστόρημα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη γυρίσει. «Η δίκη» του Όρσον Ουέλς έχει τόση σχέση με τη Δίκη του Κάφκα όση και το βιβλίο του Κάφκα με τη γερμανική δικονομία.

ΑΚ: Ανάλογη περίπτωση είναι και Οι νεκροί, η τελευταία ταινία που γύρισε ο Τζον Χιούστον, αποδίδοντας το διήγημα του Τζόις κυριολεκτικώς κατά γράμμα! Μεγαλοφυής εξαίρεση (στη συνείδησή μου), γιατί η άποψή μου σχετικά με τη μεταφορά λογοτεχνικών κειμένων στον κινηματογράφο είναι μάλλον αιρετική: Αν ένας θέλει να γυρίσει ταινία ένα μυθιστόρημα για να μείνει πιστός στο μυθιστόρημα, δεν υπάρχει κανένας λόγος να τη γυρίσει. «Η δίκη» του Όρσον Ουέλς έχει τόση σχέση με τη Δίκη του Κάφκα όση και το βιβλίο του Κάφκα με τη γερμανική δικονομία.

ΕΑ: Η ταινία είναι αφιερωμένη στις κόρες σου με τη φράση: «Στην Ιουλία, την Ειρήνη και τη Δάφνη. Τι αλληλουχία κήπων κι αυτή!».

ΑΚ: Είναι και η μοναδική. Όλες μου οι άλλες ταινίες (11 τον αριθμό) είναι αφιερωμένες στη γυναίκα μου, σ’ αυτήν «με τα φωνήεντα στο όνομα» που λέει ο Σινόπουλος, στην Ιωάννα. Αλλά την Αλληλουχία των κήπων την αφιέρωσα στους τρεις κήπους που ήρθαν στη ζωή μου.

ΕΑ: Συνήθως, όταν αναφέρεται κάποιος στα παιδιά του, μπορεί να πει «τα λουλούδια μου»... Εδώ, όμως, εσύ δεν μιλάς για απλά λουλούδια, μιλάς για κήπους, καθεμιά δηλαδή είναι ένας ολόκληρος κόσμος!

ΑΚ: Μα ναι! Και τι κόσμος! Κάνεις τρία παιδιά κι είναι καταπληκτικό το πόσο διαφορετικά μεγαλώνει το ένα απ’ το άλλο, πόσο διαφορετικές απόψεις διαμορφώνει καθένα τους, κι ας μεγαλώνουν σε ίδιες συνθήκες, στο ίδιο περιβάλλον. Και διαφορετικά γούστα. Τι είναι το γούστο; Όσο δεν μπορώ να καταλάβω τι είναι ο αέρας, γιατί φυσάει, άλλο τόσο δεν καταλαβαίνω πώς διαμορφώνεται το γούστο. Φαντάζομαι ότι εσύ, εκ της ιδιότητός σου, το ’χεις αναλύσει το θέμα.

ΕΑ: Ως μπαμπάς τι αντάλλαξες με τις κόρες σου καθώς μεγάλωναν;

ΑΚ: Δεν ήμουν πολύ κοντά τους, περισσότερο η γυναίκα μου τις μεγάλωσε. Εγώ ήμουν ο πατέρας για τον οποίο ακούγανε: «Κάντε ησυχία, ο μπαμπάς δουλεύει». Μετά την εφηβική τους ηλικία άρχισα κι εγώ λιγάκι να τις πλησιάζω, καθεμιά τους με ξεχωριστό τρόπο. Και με καθεμιά τους έχω διαφορετική σχέση. Με τη μία πολύ τρυφερή, με την άλλη πιο… συντροφική, με την άλλη πιο πολύ σχέση πατέρα-κόρης, ξέρεις… αυτή την κάθετη σχέση που, δεν λέω, είναι κι αυτή τρυφερή. Το οποίο δεν σημαίνει ότι τη μία την αγαπάω περισσότερο από την άλλη – καθόλου. Δεν ισχύει αυτό, δεν μπορεί να ισχύει. Παρόλο που, ας πούμε, αν μου έρθει ακαριαία η σκέψη «παιδί», αμέσως θα αναδυθεί στο μυαλό μου το πρώτο μου παιδί, η Ιουλία. Όπως σου λένε οι ψυχολόγοι λέξεις και αντιδράς, έτσι: «Παιδί» – «Ιουλία».

ΕΑ: Πώς ήταν εκείνη η πρώτη εμπειρία της πατρότητας;

ΑΚ: Απαράμιλλη, ανεπανάληπτη.

ΕΑ: Αισθάνθηκες απ’ την αρχή ότι ήταν δικό σου εκείνο το πλασματάκι; Γιατί υπάρχουν γονείς που αργούν να το συνειδητοποιήσουν.

ΑΚ: Εγώ δεν άργησα καθόλου. Ούτε με το πρώτο, ούτε με το δεύτερο ή το τρίτο. Να σκεφτείς, μάλιστα, ότι το τρίτο αποφασίσαμε να το κρατήσουμε, εγώ γιατί ήμουν σίγουρος ότι θα ήταν κορίτσι, κι η γυναίκα μου με την ελπίδα ότι θα ’ταν αγόρι. Και νίκησα! Ένα απ’ τα λίγα πράγματα στη ζωή μου στα οποία στάθηκα τυχερός. [γέλιο] Θυμάμαι πως, όταν βγήκε η νοσοκόμα να μου αναγγείλει τη γέννηση της τρίτης κόρης μου, είχε μια στάση άμυνας, μόνο που δεν κρατούσε ασπίδα, αλλά εγώ την αγκάλιασα και τη φιλούσα. Τρελάθηκε η γυναίκα. [γέλιο]

ΕΑ: Κι έτσι, λοιπόν, είσαι ο μόνος άντρας σ’ αυτό το νοικοκυριό.

ΑΚ: Ο μόνος. Ναι, αλλά τώρα μου λείπουν τα παιδιά. Μου λείπουν πολύ.

ΕΑ: Πόσο είναι;

ΑΚ: Η μεγάλη είναι 40, η δεύτερη 38, η μικρή 33.

ΕΑ: Με τα εγγόνια πώς αισθάνεσαι;

ΑΚ: Με τα εγγόνια παίζω περισσότερο. Είμαι πολύ πιο τρυφερός μαζί τους, δηλαδή πολύ πιο τρυφερός απ’ όσο ήμουν με τις κόρες μου, ίσως γιατί με τα εγγόνια συνήθως την ευθύνη την έχει άλλος, άρα εσύ παίζεις πιο άνετα.

alt

Τα «βιβλιαράκια» του Μότσαρτ

Αν δεν το καταλαβαίνει, να μην το γράψει. Να διακόψει τη μετάφραση. Να συμβουλευτεί άλλους. Να ρωτήσει από δω κι από κει. Να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο! [χτυπάει με πάθος το χέρι στο τραπέζι] Αλλά να μην το γράψει! Έχω δει κι αν έχω δει μεταφραστικά εκτρώματα.

ΕΑ: Αν τρεις άνθρωποι σου ζητούσαν να τους δώσεις μια κατεύθυνση με βάση την εμπειρία σου, ένας που τώρα ξεκινάει να γράφει, ένας που τώρα ξεκινάει να σκηνοθετεί κι ένας που τώρα ξεκινάει να μεταφράζει, θα έδινες διαφορετικές κατευθύνσεις, μία συγκεκριμένη για κάθε τέχνη, ή μπορεί να έλεγες ένα πράγμα και στους τρεις;

ΑΚ: Μόνο στη μετάφραση μπορώ να δώσω κατεύθυνση· στα άλλα δεν μπορώ να δώσω ούτε κατεύθυνση ούτε συμβουλή. Γράψε αυτό που θες να γράψεις, έτσι όπως νομίζεις εσύ ότι θα το γράψεις καλύτερα. Τώρα, αν είναι καλό ή όχι, θα κριθεί. Το ίδιο και για το σινεμά. Η μετάφραση, όμως, έχει αυστηρούς κανόνες, δίκην επιστήμης, διδάσκεται. Πρέπει να διδάσκεται. Και η πιο σοφή οδηγία-εντολή που μπορείς να δώσεις σ’ έναν επίδοξο μεταφραστή –επ’ απειλή ανασκολοπισμού αν την παραβεί– είναι να αναρωτιέται. Συνεχώς.

ΕΑ: Α! Να μην είναι σίγουρος γι’ αυτό που νομίζει πως έχει καταλάβει;

ΑΚ: Αν δεν το καταλαβαίνει, να μην το γράψει. Να διακόψει τη μετάφραση. Να συμβουλευτεί άλλους. Να ρωτήσει από δω κι από κει. Να χτυπήσει το κεφάλι του στον τοίχο! [χτυπάει με πάθος το χέρι στο τραπέζι] Αλλά να μην το γράψει! Έχω δει κι αν έχω δει μεταφραστικά εκτρώματα. Κι αν ο μεταφραστής αναρωτιόταν τι διάολο μπορεί να σημαίνει «τα βιβλιαράκια του Μότσαρτ» πριν το βάλει στο χαρτί και το παραδώσει καμαρωτός στον ατυχή εκδότη, κι αν δεν ρωτούσε, δεν θα μάθαινε ποτέ πως livret είναι, βέβαια, το λιμπρέτο μιας όπερας…

Αλίμονό μας αν ξυπνήσουμε

ΕΑ: Η τελευταία μου ερώτηση αφορά αυτό που έχεις γράψει, ότι η πραγματικότητα συνιστά εν τέλει «μια θεσπέσια οργανωμένη μυθοπλασία, ένα δεξιοτεχνικά σκηνοθετημένο όνειρο, από το οποίο αλίμονό μας αν ξυπνήσουμε».

ΑΚ: Είναι λίγο «μπορχικό» αυτό, δηλαδή έχει μέσα πολλά σπέρματα του Μπόρχες.

ΕΑ: Τι θα πάθουμε αν ξυπνήσουμε;

ΑΚ: Αν ήξερα...

ΕΑ: Εννοείς «Γλυκειά η ζωή κι ο θάνατος μαυρίλα» ή κάτι άλλο;

 Γιατί ποιος ξέρει τι βιβλία έχουν να βγουν μετά, και τι ταινίες θα γυριστούν μετά, και τι μουσικές θα γραφτούν μετά που δεν θα τις ακούσω και δεν θα τις ζήσω και δεν θα τις δω. Και ζηλεύω, με την πιο καλόβουλη έννοια του όρου, εκείνους που θα τα ζήσουν αυτά, όπως ζηλεύω και αυτούς που θα δουν, ας πούμε, για πρώτη φορά Ταρκόφσκι.

ΑΚ: Το θέμα είναι όχι τι θα πάθουμε αν ξυπνήσουμε, αλλά τι θα πάθουμε αν ξυπνήσει αυτός που μας ονειρεύεται.

ΕΑ: Αν τελειώσει το όνειρό του;

ΑΚ: Αν τελειώσει το όνειρό του. Στα Κυκλικά ερείπια ο Μπόρχες αυτό κάπως το λέει.

ΕΑ: Έχει σχέση με τον θάνατο δηλαδή.

ΑΚ: Ε, δεν έχει; Ναι. Δε μ’ αρέσει ο θάνατος. Δεν τον θέλω.

ΕΑ: Επειδή αγαπάς τόσο πολύ τη ζωή...

ΑΚ: Ναι, πολύ! Και τους ανθρώπους και όλ’ αυτά.

ΕΑ: Θλίβεσαι;

ΑΚ: Ναι, θλίβομαι, και ξέρεις γιατί; Γιατί ποιος ξέρει τι βιβλία έχουν να βγουν μετά, και τι ταινίες θα γυριστούν μετά, και τι μουσικές θα γραφτούν μετά που δεν θα τις ακούσω και δεν θα τις ζήσω και δεν θα τις δω. Και ζηλεύω, με την πιο καλόβουλη έννοια του όρου, εκείνους που θα τα ζήσουν αυτά, όπως ζηλεύω και αυτούς που θα δουν, ας πούμε, για πρώτη φορά Ταρκόφσκι – νομίζω το έλεγα επίσης σε πρόσφατη συνέντευξη αυτό.

ΕΑ: Μιλάς για τη συγκίνηση της πρώτης φοράς.

ΑΚ: Μιλώ γι’ αυτό που θα νιώσει όποιος δει για πρώτη φορά το Στάλκερ, τη Θυσία, τον Πολίτη Κέιν, το 2001-Η Οδύσσεια του Διαστήματος

ΕΑ: Λοιπόν, σε πληροφορώ ότι δεν έχω δει ποτέ ολόκληρη ταινία του Ταρκόφσκι και θα έχω άμεσα αυτή τη συγκίνηση.

ΑΚ: Κι είσαι ακόμα εδώ;

ΕΑ: Τρέχω! Όμως θέλω τελειώνοντας να αναφερθώ σ’ αυτό που έχει πει ο Larry Gus για το πόσο σημαντική τομή ήταν στη ζωή του η γνωριμία με τα βιβλία σου και τις μεταφράσεις σου. Τόσο σημαντική, ώστε να σου γράψει και τραγούδι! Ούτως ή άλλως, σε κουβαλάμε μέσα μας ως αναγνώστες. Ταξινομώντας πέρσι χωριστά τα πιο αγαπημένα μου βιβλία, απόρησα – κι αυτό μετάφραση του Κυριακίδη κι εκείνο του Κυριακίδη! (στο σημείο αυτό ο Αχιλλέας γελάει με ευχαρίστηση). Που σημαίνει πως μέσα μου υπάρχει μια συνεχιζόμενη σχέση μαζί σου εδώ και χρόνια. Και όσο κι αν παραμένεις πιστός στον συγγραφέα που μεταφράζεις, στη μετάφραση πάντα είσαι με κάποιον τρόπο εσύ, υπάρχεις, δεν μπορείς να μην υπάρχεις, και ευτυχώς που υπάρχεις. Για όλ’ αυτά και για την προθυμία σου να μου παραχωρήσεις αυτή τη συνέντευξη, σ’ ευχαριστώ πολύ. 

* Η ΕΥΑΓΓΕΛΙΑ ΑΝΔΡΙΤΣΑΝΟΥ είναι συγγραφέας και ψυχοθεραπεύτρια.

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΑΧΙΛΛΕΑ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗ

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
 «Έχουμε χρέος να οδηγούμε τις λέξεις πιο πέρα από το σημείο που μας δόθηκαν»

«Έχουμε χρέος να οδηγούμε τις λέξεις πιο πέρα από το σημείο που μας δόθηκαν»

Η Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου συνομιλεί με τον πολυβραβευμένο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη. [Φωτογραφίες: Ρήσος Χαρίσης]

Το 2017 ...

«Αναζητώντας μιαν αλήθεια που γιατρεύει»

«Αναζητώντας μιαν αλήθεια που γιατρεύει»

Συζήτηση με τον ψυχαναλυτή Γεράσιμο Στεφανάτο*, με αφορμή το πρόσφατο βιβλίο του «Κατασκευές της ψυχανάλυσης, κατασκευή του ψυχαναλυτή» (εκδ. Εστία).

Του Κ.Β. Κατσουλάρη...

«Θέλησα να αποτυπώσω τον αιώνα μου»

«Θέλησα να αποτυπώσω τον αιώνα μου»

Ο Βασίλης Βασιλικός μιλάει στον Κ.Β. Κατσουλάρη για τους beats, τον Καζαντζάκη, τον αυθόρμητο αθηναϊκό Δεκέμβρη.

Στις αρχές του χρόνου, η εφημερίδα ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η δηλητηριώδης κωμωδία του Γιώργου Λάνθιμου

Η δηλητηριώδης κωμωδία του Γιώργου Λάνθιμου

Κριτική ανάλυση και αποτίμηση της ταινίας «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» του Γιώργου Λάνθιμου

Του Νίκου Ξένιου

Η κριτική στάθηκε δύσπιστη -και απορώ γιατ...

Μνήμη Δημήτρη Πετσετίδη

Μνήμη Δημήτρη Πετσετίδη

Για την εκδήλωση αποδοχής της δωρεάς προτομής του Σπαρτιάτη λογοτέχνη Δημήτρη Πετσετίδη (1940-2017), στο Μουσείο Νεότερης Σπάρτης, με ομιλίες των λογοτεχνών Θανάση Βαλτινού, Σωτήρη Δημητρίου, Δημήτρη Αλεξίου, καθώς και της μουσειολόγου Γεωργίας Κακούρου-Χρόνη. 

...
7ο Πανόραμα Ελληνικής Τζαζ στη Στέγη

7ο Πανόραμα Ελληνικής Τζαζ στη Στέγη

20 μουσικοί από την Ελλάδα και το εξωτερικό, 5 μουσικά σχήματα και 3 νύχτες εκρηκτικής τζαζ στο 7ο Πανόραμα Ελληνικής Τζαζ στη Στέγη από τις 7 έως τις 9 Δεκεμβρίου 2017.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube