Στέφανος Δάνδολος

Εκτύπωση

alt

Στον Κώστα Αγοραστό

Με το νέο του μυθιστόρημα, "Η Χορεύτρια του Διαβόλου" (εκδ. Ψυχογιός) να βρίσκεται ήδη στις προθήκες των βιβλιοπωλείων, μιλήσαμε με τον Στέφανο Δάνδολο για το καινούργιο του βιβλίο, την περιπέτεια της γραφής καθώς και για αγαπημένους του συγγραφείς.

 

Κύριε Δάνδολε, μόλις κυκλοφόρησε το καινούργιο σας μυθιστόρημα «Η Χορεύτρια του Διαβόλου». Πείτε μας, με δυο λόγια, τι συμβαίνει στο βιβλίο;

Η ιστορία ξεκινάει από το Λονδίνο το 1936, τις μέρες που τα στρατεύματα του Χίτλερ εισβάλλουν στη Ρηνανία. Ένας διάσημος Αμερικανός συγγραφέας – ο οποίος είναι και κατάσκοπος της Γερμανικής Καγκελαρίας στα σαλόνια της λονδρέζικης αριστοκρατίας– αντικρίζει τυχαία μέσα στο πλήθος την μυθική χορεύτρια Σολάνζ Νταλμόν, τη γυναίκα που είχε ερωτευθεί παράφορά το 1907 στη Κωνσταντινούπολη και την οποία θεωρούσε νεκρή εδώ και πολλά χρόνια. Το ένοχο παρελθόν του, τα μυστικά που κρύβει πίσω από την ταυτότητά του, καθώς και οι οδυνηροί συμβιβασμοί μιας ολόκληρης ζωής, τον σπρώχνουν σε μια αγωνιώδη περιπέτεια στο σκότος της εποχής, με φόντο έναν αφηγηματικό καμβά που περιλαμβάνοντας το πώς άρχισαν όλα, διατρέχει μισό αιώνα ευρωπαϊκής Ιστορίας.

Κοσμοπολίτικο και συνάμα αρκετά προσωπικό και εξομολογητικό. Με φόντο την Κωνσταντινούπολη, την Αθήνα, το Παρίσι και όχι μόνο, οι ήρωές σας βιώνουν με έντονο τρόπο την εποχή τους. Πόσο μελετήσατε για να τους στήσετε και να τους δώσετε μυθιστορηματική υπόσταση;

Ξεψάχνισα παλιές εφημερίδες, μελέτησα χάρτες, διάβασα βιβλία –βιογραφίες και μυθιστορήματα–, ενώ είδα και δεκάδες ταινίες του μεσοπολέμου. Γενικά η έρευνα στάθηκε επίμονη και επίπονη, σε βαθμό που δεν μπορούσα να ησυχάσω. Ευτυχώς, είχα ήδη την υποδομή γύρω από την εποχή λίγο πριν και μετά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο, γιατί εδώ και πολλά χρόνια με ενδιαφέρει η συγκεκριμένη περίοδος. Πάντως, το πιο δύσκολο κομμάτι της δουλειάς ήταν το γράψιμο, όχι η έρευνα. Όταν γράφεις ένα μυθιστόρημα όπου ο αφηγητής δεν μιλάει για το τότε από το σήμερα, αλλά μιλάει για το τότε ζώντας στο τότε, οφείλεις να επικεντρώσεις τα πάντα στο πώς η αφήγηση θα μοιάζει απόλυτα αυθεντική. Αυτό ήταν που με απασχολούσε διαρκώς.

Οι δολοπλοκίες και οι συνωμοσίες που συναντάμε στο βιβλίο σας «μοιάζουν» σε σημεία με αυτό που ζούμε στις μέρες μας. Ήταν μέσα στους στόχους σας να «ανακαλύψετε» τη ρίζα των δεινών που ζούμε σήμερα;

Σε ό,τι αφορά τη δική μου συγγραφική υπόσταση, το ιστορικό μυθιστόρημα δεν έχει και τόσο ενδιαφέρον εάν αδυνατεί να σου μεταφέρει κάποιες συνάφειες με το σήμερα. Ναι, είναι ένα ταξίδι στο χρόνο, μια απόδραση για τον αναγνώστη, αλλά για όσους μπορούν να αντλήσουν δεύτερες και τρίτες αναγνώσεις, πρέπει να έχει βαθιές φλέβες κάτω από τη σάρκα. Οι φλέβες αυτές στη «Χορεύτρια του Διαβόλου» είναι το υπόστρωμα της Ιστορίας του εικοστού αιώνα και ο τρόπος με τον οποίο, μέσα από αυτό το υπόστρωμα, η κουλτούρα της πολιτικής διαβρώθηκε από την τοκογλυφική διάσταση της οικονομίας. Πάντα, όταν γράφω ένα ιστορικό μυθιστόρημα, έχω στο μυαλό μου τις συνάφειες με το σήμερα. Τον «Νέρωνα», για παράδειγμα, τον ξεκίνησα επηρεασμένος από την 11η Σεπτεμβρίου και τον συνέθεσα με τρόπο που να είναι σαφής η παραβολή της δικής του εξουσίας με τα δρώμενα που βιώνουμε εμείς στον καιρό μας.

altΤι ήταν αυτό που στάθηκε ως αφορμή για να γράψετε τη «Χορεύτρια του Διαβόλου»;

Ήθελα να γράψω ένα ερωτικό μυθιστόρημα που να ξετυλίγεται στα μάτια του αναγνώστη πότε σαν φιλμ νουάρ –με μυστήριο και σκιές– και πότε σαν μια επική ταινία με ωραίες τοποθεσίες, δεκάδες κομπάρσους, κοστούμια εποχής, ήρωες διφορούμενους και διχασμένους. Τώρα που στο σκέφτομαι, υποθέτω πως αναζητούσα μια διέξοδο από την πνιγηρή πραγματικότητα της σύγχρονης Ελλάδας. Πάντως, στο μυαλό μου είχα την προβληματική συγγραφέων που λατρεύω, όπως του Γκράχαμ Γκριν και του Τζόζεφ Κόνραντ, με τη διαφορά όμως ότι ήθελα να πάρω αυτή την προβληματική και να τη φέρω στα μέτρα του σύγχρονου μυθιστορήματος, υιοθετώντας ως φόρο τιμής προς τη κλασσική λογοτεχνία ένα κομψό στυλ αφήγησης. Το πνεύμα του Χένρι Τζέιμς και του Ε.Μ. Φόρστερ, η οπτική ποίηση του Ντέιβιντ Λυν, τα τραγούδια της Βέρα Λυν, η Αθήνα του αρχιτέκτονα Τσίλερ – όλα αυτά, και πολλά ακόμα, στάθηκαν μικρές ή μεγάλες αφορμές για να γεννηθεί το βιβλίο.

Στα μυθιστορήματά σας έχετε ασχοληθεί με έφηβους ήρωες, με εμμονικούς αναγνώστες καθώς και με υπαρκτά πρόσωπα, εκτός των άλλων. Πόσο μεγάλη πρόκληση αποτελεί ο ήρωάς σας κάθε φορά που ξεκινάτε ένα καινούργιο μυθιστόρημα;

Ο ήρωας είναι η μεγαλύτερη πρόκληση. Να χτίσεις χαρακτήρες που δεν είναι χάρτινοι, που είναι πειστικοί. Αυτοί είναι η καρδιά του έργου. Χωρίς ολοκληρωμένους ήρωες καμιά ιστορία δεν μπορεί να σταθεί. Οι ήρωες των δικών μου βιβλίων είναι διχασμένοι ανάμεσα στο καλό και στο κακό, επειδή έτσι είμαστε στη ζωή μας, πελαγοδρομούμε, υποκύπτουμε, αντιστεκόμαστε. Δεν μου αρέσουν οι μονοδιάστατοι χαρακτήρες στη λογοτεχνία, επειδή απλά δεν πιστεύω ότι υπάρχουν μόνο καλοί και μόνο κακοί. Ένας κακός έχει και το καλό μέσα του, και το αντίθετο. Αυτό συμβαίνει και στη «Χορεύτρια του Διαβόλου». Το στοίχημα για μένα είναι να μην ενδίδω, χάριν ευκολίας, σε επιπόλαιες γενικεύσεις, σε στερεότυπα που πιστεύω ότι προδίδουν συγγραφική βιασύνη ή ελαφρότητα.

Έχετε κατά νου τον αναγνώστη στον οποίο θέλετε κάθε φορά να απευθύνεστε;

Μα δεν είναι διαφορετικός κάθε φορά. Θα ήταν ανώριμο να γράφεις κάτι καινούργιο έχοντας κατά νου έναν άλλο αναγνώστη. Όλοι οι συγγραφείς, πιστεύω, έχουμε μια εικόνα του ιδεατού μας αναγνώστη. Και ελπίζουμε να τον συγκινούμε και να του κρατάμε το ενδιαφέρον διότι χωρίς αυτόν, πολύ απλά, δεν υπάρχουμε. Δεν μας καθορίζει, βέβαια. Αλλά μπορεί, αν τον χρησιμοποιήσουμε σωστά στο κεφάλι μας, να μας βοηθήσει. Όπως μπορεί, εξάλλου, και να μας οδηγήσει σε κακοτοπιές. Είναι θέμα διαχείρισης. Αλλά ναι, σκέφτομαι πάντα τον ιδεατό μου αναγνώστη. Τον καθιστώ συμμέτοχο του μόχθου μου.

Παρακολουθείτε τη σύγχρονη βιβλιοπαραγωγή; Υπάρχουν μυθιστορήματα συναδέλφων σας που έχετε ξεχωρίσει;

Οι συμπάθειές μου είναι γνωστές, έχω μιλήσει επανειλημμένα για συγγραφείς που αγαπώ. Τους τελευταίους μήνες –από τότε που σταμάτησα να γράφω την «Χορεύτρια»– έχω διαβάσει πολύ ωραία, αλλά και πολύ μέτρια βιβλία. Από την πρόσφατη ελληνική λογοτεχνία, μερικά από τα βιβλία που ξεχωρίζω είναι το «Μυστικό της Έλλης» του Θόδωρου Γρηγοριάδη, το «Για το όνειρο πώς να μιλήσω» της Ελένης Πριοβόλου, το «Χαστουκόδεντρο» του Άρη Μαραγκόπουλου, το οι «Καβαφικοί φόνοι» του Θοδωρή Παπαθεοδώρου, το «Η λευκή ρεβάνς» της Αργυρώ Μαντόγλου και το «Η πιο κρυφή πληγή» του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Από ξένα, διάβασα το υπέροχο «Τζόζεφ Άντον» του Σλαμάν Ρούσντι, τον καταπληκτικό «Εντιμότατο μαθητή» του Τζον Λε Καρέ και την εξαιρετική «Χημεία των Δακρύων» του Πίτερ Κάρει.

Αν και γράφετε, τα τελευταία χρόνια, πολυσέλιδα μυθιστορήματα έχετε αποδεχτεί την πρόσκληση για να συμμετέχετε σε θεματικές συλλογές διηγημάτων. Σε ποια φόρμα αισθάνεστε πιο οικεία;

Κάθε φόρμα έχει τη γοητεία της και τις απαιτήσεις της, αλλά δε νομίζω ότι είμαι μάστορας στο διήγημα. Διαβάζεις, ας πούμε, ένα διήγημα του Σωτήρη Δημητρίου και λες μέσα σου, αυτός ο άνθρωπος γεννήθηκε για να γράφει διηγήματα. Εγώ χρειάζομαι χώρο και όχι μόνο αισθάνομαι πιο οικεία τη φόρμα του μυθιστορήματος, αλλά τη θεωρώ και πιο γοητευτική στον τρόπο με τον οποίο δουλεύω. Το μυθιστόρημα για μένα δεν είναι μόνο γράψιμο. Το γράψιμο είναι το τελευταίο. Το μυθιστόρημα είναι χτίσιμο, σχεδιασμός, είναι ένα μεγάλο κτίριο με πολλές πόρτες όπου συχνά χρειάζεσαι διαφορετικά κλειδιά. Όλη αυτή η διαδικασία, με την έρευνα, τα στάδια της παραγωγής, την επιλογή των υλικών, με ταξιδεύει και με κρατάει σε εγρήγορση. Μου αρέσει να δουλεύω αργά, έχοντας βάλει στόχο έναν μακρινό ορίζοντα. Και το μυθιστόρημα μού παρέχει αυτή την πολυτέλεια.

Τι σηματοδοτεί την επιτυχία για εσάς;

Η αίσθηση ότι κατάφερα να ταξιδέψω τον αναγνώστη σε μια ιστορία που τελικά είχε ανάγκη να βιώσει.

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Θανάσης Ντινόπουλος: «Ο εγκέφαλος μας κάνει αυτό που είμαστε»

Θανάσης Ντινόπουλος: «Ο εγκέφαλος μας κάνει αυτό που είμαστε»

Συνέντευξη με τον καθηγητή Θανάση Ντινόπουλο, με αφορμή το βιβλίο του «Ας μιλήσουμε για τον εγκέφαλο – Από τους νευρώνες στη συμπεριφορά» (εκδ. University Studio Press).

Της Στεφανίας Τζακώστα

...
Χριστιάνα Λαμπρινίδη: «Η λογοτεχνία είναι έμφυλη και όταν τη γράφεις και όταν τη διαβάζεις»

Χριστιάνα Λαμπρινίδη: «Η λογοτεχνία είναι έμφυλη και όταν τη γράφεις και όταν τη διαβάζεις»

Μια συνέντευξη με τη Χριστιάνα Λαμπρινίδη, με αφορμή τη συμμετοχή της στο αφιέρωμα «Η άνθρωπος: Φύλο και Λογοτεχνική Performance» στη 16η ΔΕΒΘ.

Της Παυλίνας Μάρβιν

...
Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό»

Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό»

Σύντομη συζήτηση με τον Φώτο Λαμπρινό με αφορμή το πρόσφατο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Παλαμηδίου 10» (εκδ. Καστανιώτη).

Της Σώτης Τριανταφύλλου

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Σε χάρτινο ποτήρι

Σε χάρτινο ποτήρι

Της Μαρίας Ιωαννίδου

Όταν κοιμάσαι μες τη πόλη, ακούς πολλά, διάφορα. Κοιμάσαι μέσα στο στομάχι της κι ακούς αυτά που καταπίνει, άλλα τα χωνεύει και άλλα όχι. Ό,τι δεν αντιλαμβάνονται όποιοι έρχοντα...

Ο James Davidson στην Αθήνα για το βιβλίο του «Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως»

Ο James Davidson στην Αθήνα για το βιβλίο του «Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως»

Τη Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου, στις 19:30, στο Μουσείο Ηρακλειδών στο Θησείο, ο James Davidson θα δώσει το «παρών» στην παρουσίαση του βιβλίου του «Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως» (μτφρ. Λύο Καλοβυρνάς, εκδ. Αλεξάνδρεια).

...

Για το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα στην Πάτρα

Για το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα στην Πάτρα

Μερικά σχόλια για το βιβλίο του Κωστή Κορνέτη «Τα παιδιά της δικτατορίας» (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Πόλις).

Του Δημήτρη Κ. Βεργίδη

Ο Κορνέτης, στο π...