«Η λογοτεχνία είναι η θρησκεία μου»

Εκτύπωση

amanda-390Η Σώτη Τριανταφύλλου συνομίλησε με την Αμάντα Μιχαλοπούλου με αφορμή το μυθιστόρημα Η γυναίκα του θεού που κυκλοφόρησε πρόσφατα από τις εκδόσεις Καστανιώτη, «ένα περιπετειώδες φιλοσοφικό μυθιστόρημα για την αναζήτηση της αγάπης και το νόημα της ζωής.»

 

Περίγραψέ μας το βιβλίο σου σε τρεις-τέσσερις αράδες: Μια γυναίκα... παντρεύεται τον Θεό...

Είναι, πράγματι, ένα βιβλίο για τη συμβίωση του Θεού με τη γυναίκα του. Οι δυο τους είναι ένα ζευγάρι με αντικρουόμενες επιθυμίες και μυστικά. Ένα ζευγάρι σαν όλα τα άλλα. Το ασυνήθιστο στην περίπτωσή τους είναι η καταγωγή του Θεού, η υπερβολική πνευματικότητα και η έλλειψη κοινωνικής ζωής. Οι μεγάλες απαιτήσεις που έχουν ο ένας από τον άλλο θα τους οδηγήσουν σε διαψεύσεις, μεγάλα διαστήματα μοναξιάς και σε ένα απροσδόκητο τέλος που μοιάζει με νέα αρχή.

Πώς βλέπεις τα ζητήματα της θρησκευτικής πίστης σήμερα; Έχεις, θα λέγαμε, μεταφυσικές ανησυχίες; Πώς προέκυψε αυτή η έρευνα για το θείο;

Όπως έλεγε και ο John Gardner, δεν υπάρχει συγγραφέας χωρίς μεταφυσική πίστη. Νομίζω ότι αυτή η άποψη συμπυκνώνεται κωμικοτραγικά στη φράση του Μάρκες «δεν πιστεύω στον Θεό αλλά τον φοβάμαι». Η ακόμη και στη φράση του Τζόις «πόσο μισώ τον Θεό και τον θάνατο», από τις επιστολές του στη Νόρα. Όπως ξέρουμε το βαθύ μίσος φανερώνει ενδιαφέρον, όσο και η αγάπη. Από αυτή την άποψη λοιπόν όλοι ενδιαφερόμαστε για το θείο – ασκεί πάνω μας μια μαγνητική επιρροή.

Πιστεύεις σε κάτι στο οποίο δεν πίστευες μέχρι τώρα; Υπήρξε κάποιο διανοητικό γεγονός που άλλαξε τον τρόπο με τον οποίον βλέπεις τη ζωή και τον θάνατο;

Με τα χρόνια γίνομαι όλο και πιο εύπιστη. Πιστεύω σε ένα πράγμα και στο απολύτως αντίθετό του. Μέσω της λογοτεχνίας έχω εθιστεί να πιστεύω στις πιο αλλόκοτες ιστορίες, στα πιο εξωφρενικά συστήματα πίστης. Κατά κάποιον τρόπο, αυτή είναι η θρησκεία μου.

Όσο περνά ο καιρός, στρέφεσαι σε πιο πειραματικές μορφές που έχουν, αν δεν κάνω λάθος, κεντρικό τους αντικείμενο την ίδια τη λογοτεχνία. Η γυναίκα του θεού είναι, περισσότερο από κάθε άλλο σου βιβλίο, ένα φιλοσοφικό ανάγνωσμα. Πώς προέκυψε αυτή η ιδέα;

Εγώ τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης είχα πάψει να ονειρεύομαι.

Ειλικρινά δεν ξέρω. Νομίζω ότι συχνά σκαλίζω το συλλογικό υποσυνείδητο προσπαθώντας να βρω εκεί μια παρηγορητική ιστορία. Πριν από χρόνια έγραψα μια σειρά παιδικών βιβλίων για την εγγονή του Αη Βασίλη και θυμάμαι ακόμη το ρίγος αυτής της παιδιάστικης επινόησης. Και τότε, όπως και τώρα, με ενδιέφερε η σχέση μας με τα μυθικά πρόσωπα – και τι πιο μυθικό από τον ίδιο το Θεό; Παίρνω κάτι που ανήκει σε όλους και προσπαθώ απεγνωσμένα να το κάνω δικό μου.

Παρουσιάζεις μια ανθρωπομορφική, ιουδαιο-χριστιανική εκδοχή του θεού. Και μαζί σουρεαλιστική... Για μένα, που έχω διαβάσει όλα σου τα βιβλία, μου φαίνεται μια φυσική εξέλιξη. Ωστόσο, κάνεις ένα υφολογικό και, κυρίως, θεματολογικό, άλμα. Μπορείς να σχολιάσεις αυτό που λέω ή αραδιάζω χαζομάρες; 

Δεν υπάρχει πιο ωραίο πράγμα για ένα συγγραφέα από την πρωταρχική απορία του αναγνώστη του. Δεν συμφωνείς κι εσύ ως συγγραφέας, Σώτη; Αλλά και για τον αναγνώστη δεν ισχύει το ίδιο; Η αίσθηση ότι ο συγγραφέας του βιβλίου που διαβάζεις σε οδηγεί κάπου που έχεις ξαναβρεθεί, σε ένα μέρος που προτιμάς να ξεχάσεις επειδή δεν σε συμφέρει να το θυμάσαι, αλλά το κάνει ύπουλα και ταυτόχρονα ειλικρινά για να σου θυμίσει αυτό που κατά βάθος σε απασχολεί: ότι είσαι θνητός και δεν ξέρεις τι είναι αυτό το παράξενο, υπέροχο πράγμα που ονομάζουμε ζωή. Ο ήλιος, τα σύννεφα, το σώμα. 

Η λογοτεχνία μάς κάνει πάντα να αναρωτιόμαστε πώς ζούμε και γιατί ζούμε έτσι και όχι κάπως αλλιώς. Μας θυμίζει ότι δεν ονειρευόμαστε αρκετά και κάνει το όνειρο κατεπείγουσα διαδικασία. Εγώ τα πρώτα χρόνια της οικονομικής κρίσης είχα πάψει να ονειρεύομαι. Χρειαζόμουν ένα όνειρο μέσα στο οποίο θα μπορούσα να ζήσω. Το όνειρό μου ήταν ο Θεός και η γυναίκα του. Οι δυο τους με έσωσαν από τη μελαγχολία, ίσως ακόμη κι από την τρέλα.

Επίσης, διατηρείται ένα άλλο γνώρισμά σου, οι λογοτεχνικές και φιλοσοφικές αναφορές, τις οποίες ενσωματώνεις με θαυμαστό τρόπο στο κείμενό σου.

Δεν μπορούσα ν' ανοίξω εφημερίδα τα τελευταία χρόνια, η ζωή εκεί έμοιαζε με περίγελο της ζωής, η πραγματικότητα είχε εξισωθεί με δάνεια και σωρούς χαρτονομισμάτων.

Αυτό που καταλαβαίνω με τα χρόνια είναι ότι οι αναφορές ενσωματώνονται μόνο αν είναι βιωμένες απορίες. Μετά από χρόνια διάβασα ξανά φιλοσοφία με βουλιμία, ψάχνοντας παρηγοριά. Δεν μπορούσα ν' ανοίξω εφημερίδα τα τελευταία χρόνια, η ζωή εκεί έμοιαζε με περίγελο της ζωής, η πραγματικότητα είχε εξισωθεί με δάνεια και σωρούς χαρτονομισμάτων. Ίσως γι αυτό ο Θεός και η γυναίκα του ζουν σε ένα δωμάτιο με στοίβες λογοτεχνικών βιβλίων. Ήθελα να μιλήσω επειγόντως για το δικό μου νόμισμα που ήταν και είναι η λογοτεχνία. Για να μη βλέπω τη ματαίωση στα πρόσωπα των ανθρώπων κυκλοφορούσα στο μετρό θωρακισμένη πίσω από το βιβλίο μου. Δεν άντεχα ούτε στιγμή να υψώσω το βλέμμα μου στους άλλους, να αναμετρηθώ με τη θλίψη τους που ήταν και δική μου θλίψη. Έφτασα στο σημείο να περπατάω στους δρόμους διαβάζοντας. Είχα να το κάνω από την εφηβεία μου. Μια μέρα η επιφοίτηση ήρθε με τρόπο φυσικό: να που πιστεύω σε κάτι και να που η πίστη σώζει, σκέφτηκα. Πιστεύω στη λογοτεχνία. Στο σημειωματάριό μου έγραψα μερικές σκέψεις που αργότερα βρήκαν τη θέση τους στο μυθιστόρημα: "Στη λογοτεχνία ο ουρανός είναι πιο φωτεινός, οι άνθρωποι πιο κατανοητοί στις προθέσεις τους, τα φαγητά πιο ορεκτικά, όσο για τον έρωτα στου τρυπάει την καρδιά. Η ζωή θέλει να σου πει: έτσι θα ήμουν αν έπαιρνα τον εαυτό μου στα σοβαρά". Ήθελα να ξαναπάρω τη ζωή μου στα σοβαρά. Και ο μόνος τρόπος για να την τιμήσω μέσα σ' αυτόν τον συρφετό ήταν να κλειστώ στα βιβλία. Και να στραφώ σε εκείνους που αγαπώ, ώστε να εφαρμόσω στην πράξη την πίστη μου στη λογοτεχνία, στην καλοσύνη και στην γενναιοδωρία.

Ελπίζω να μην διαβάσουν τη Γυναίκα του θεού οι θρησκομανείς και αγανακτήσουν! Παρ' όλ' αυτά, το βιβλίο σου μου φαίνεται «ευσεβές». Μια αλληγορία γύρω από τη δημιουργία του κόσμου, το υπερπέραν, τον θάνατο, την αγάπη.

Η ευσέβεια που λες προέρχεται από το γεγονός ότι δεν περιγελώ καμιά μορφή πίστης εφόσον δεν υπηρετεί τη μισαλλοδοξία. Ο μόνος στόχος μου ήταν η απόλαυση. Να ξαναθυμηθώ τι σημαίνει να γράφεις και να αντλείς χαρά από όλη αυτή την κοσμογονία. Ζώντας σε μια χώρα που νεκρώνεται βάλθηκα να δημιουργήσω με πείσμα, με λύσσα πάνω στα συντρίμμια. Σκέφτηκα πως ήρθε η ώρα να φτιάξουμε ένα νέο κίνημα, τον μετα-ρομαντισμό.

Η κρίση μου θύμισε τι σημαίνει να ορθώνεις το ανάστημά σου στα Αγρίμια που θέλουν να σε φάνε. Μοιάζει σαν να παραδίνεσαι, αλλά είσαι καλά οχυρωμένος, στραμμένος μέσα σου. Σκέφτεσαι και κάνεις το καλό, ξέρεις ότι δεν μπορείς ν' αλλάξεις τον κόσμο, μπορείς όμως ν' αλλάξεις τον εαυτό σου. Στην αρχή έλεγα: δεν μπορώ να γράψω, τίποτα δεν έχει νόημα, η ζωή είναι φριχτή, οι άνθρωποι ψάχνουν στα σκουπίδια. Αλλά κι εγώ τι έκανα; Τα σκουπίδια μου σκάλιζα. Γκρίνιαζα για όλα κι έκανα αυτό που μας ζητούν να κάνουμε: φοβόμουν. Πληκτρολογούσα λέξεις όπως άλλοι πληκτρολογούν αριθμούς στην ταμειακή. Εννοώ μηχανικά, χωρίς χαρά. Είχα φτάσει σε αυτό το αξιοθρήνητο σημείο όπου έγραφα από αίσθηση καθήκοντος ή από γραφομανία. Συνθέτοντας το κεφάλαιο της δημιουργίας του κόσμου έπιασα τον εαυτό μου να μουρμουρίζει ένα σκοπό. Τραγουδούσα! Όχι για να γοητεύσω, ή για να είμαι κοινωνική - ούτε καν για να αποδείξω στον εαυτό μου ότι είμαι καλλίφωνη ή ότι ξέρω αρκετά τραγούδια. Ήταν η χαρά της ζωής, ατόφια, όπως τη θυμόμουν παιδί. Η θρησκεία ως παιδική ουσία της ανθρωπότητας, ως ευχαριστία της ύπαρξης. Μια αξεπέραστη στιγμή. Σαν να ήμουν στην παραλία με το κουβαδάκι. Και το σύμπαν τριγύρω μου μια στοργική αγκαλιά.

Ξέρεις ότι δεν είμαι εναντίον του ελιτισμού – ό,τι και να σημαίνει αυτός ο ταλαιπωρημένος όρος. Νομίζω όμως ότι αυτό το βιβλίο απευθύνεται, θα λέγαμε, σε λίγους – σαν τα δύσκολα σταυρόλεξα. Εσύ τι πιστεύεις;

Εγώ πιστεύω ότι είναι ένα βιβλίο για όλους. Οι άνθρωποι συναντιούνται στο σημείο που τους απασχολεί παράφορα η φύση τους. Ασφαλώς προσπαθούν να ξεχάσουν και να ζήσουν στην επιφάνεια του εαυτού τους, όμως δεν γλυτώνεις εύκολα από το βάθος. Σκεπάζεις το πηγάδι, αλλά ξέρεις ότι υπάρχει. Κι αν κάποιος σηκώσει το σκέπασμα και ρίξει εκεί λίγο φως, δεν μπορείς να πάρεις το βλέμμα σου. Αρκεί ο συγγραφέας να μη θέλει να διδάξει, να μη σου δείχνει με το ζόρι αυτό που υποτίθεται ότι πρέπει να δεις. Βλέπεις όσο θέλεις, όσο αντέχεις.

Θα σου δώσω ένα απλό πραγματολογικό παράδειγμα. Ο Θεός έχει στο γραφείο του τη σκάλα του Βίτγκενσταϊν. Όποιος ξέρει τη θεωρία για τη σκάλα που εγκαταλείπεται όταν επιτελέσει τον σκοπό της, μπράβο του. Όποιος δεν ξέρει, βλέπει απλώς μια σκάλα. Και λοιπόν; Πειράζει; Το σύμβολο δεν ενέχει την ουσία του; Πρέπει να μιλήσω για το Tractatus 6.54; Όχι. Εγώ φτιάχνω το γραφείο του Θεού, το γεμίζω βιβλία και βάζω στην άκρη μια σκάλα. Όποιος θέλει, θ' ανέβει.

mixalopoulouΗ γυναίκα του θεού
Αμάντα Μιχαλοπούλου
Εκδόσεις Καστανιώτη
Σελ. 240, τιμή € 12,78
 
politeia-link
 
 
 

 

 

 

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΑΜΑΝΤΑΣ ΜΙΧΑΛΟΠΟΥΛΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μάρω Βαμβουνάκη: «Δίχως άνθρωπο ή Θεό, ο καθένας μας συρρικνώνεται και μαραζώνει»

Μάρω Βαμβουνάκη: «Δίχως άνθρωπο ή Θεό, ο καθένας μας συρρικνώνεται και μαραζώνει»

«Όμως εγώ πιστεύω στην αιωνιότητα, στον Λόγο πως με τον θάνατο περνάμε στην όντως ζωή. Θέλω να πιστεύω τουλάχιστον...» Μάρω Βαμβουνάκη 

Της Στεφανίας Τζακώστα...

Γιάννης Καλπούζος: «Δάσκαλοί μου υπήρξαν οι παραμυθάδες του χωριού μου»

Γιάννης Καλπούζος: «Δάσκαλοί μου υπήρξαν οι παραμυθάδες του χωριού μου»

Συνέντευξη με τον Γιάννη Καλπούζο, με αφορμή το τελευταίο του μυθιστόρημα «ἐρᾶν - Βυζαντινά αμαρτήματα» (εκδ. Ψυχογιός). 

Της Στεφανίας Τζακώστα

«Η εικό...

Στέφανος Δάνδολος: «To τίμημα όταν γράφεις Ιστορία είναι η μοναξιά»

Στέφανος Δάνδολος: «To τίμημα όταν γράφεις Ιστορία είναι η μοναξιά»

Μια συζήτηση με τον Στέφανο Δάνδολο με αφορμή το νέο του μυθιστόρημα «Φλόγα και άνεμος – Κυβέλη & Γεώργιος Παπανδρέου» το οποίο κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Της Στεφανίας Τζακώστα...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Δεν μεταφράζουμε λέξεις!

Δεν μεταφράζουμε λέξεις!

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Έλεγα σε προηγούμενο άρθρο μου ότι συμβαίνει κάμποσες φορές αναγνώστες μιας μετάφρασης να έχουν ενστάσεις για την απόδοση της μιας ή της άλλης λέξης. Όσοι διαμαρτύρονται μάλιστα συνήθως έχουν και μια τριβ...

Τι κάνει ο μεταφραστής

Τι κάνει ο μεταφραστής

Tου Κώστα Κουτσουρέλη

Συμβαίνει συχνά. Ο μεταφραστής που μένει πιστός στη μορφή του πρωτότυπου ποιήματος, που κρατάει λ.χ. το μέτρο ή την ομοιοκαταληξία του, να δέχεται κριτική (καλόπιστη συνήθως) ότι προδίδει το «νόημά» του....

Για τη μετάφραση

Για τη μετάφραση

Του Γιώργου Βέη

Ο Ezra Pound, ως γνωστόν, αρεσκόταν να μεταφράζει Κομφούκιο από το σινικό πρωτότυπο χωρίς να ομιλεί ή να γράφει τη γλώσσα των μανδαρίνων. Πρόκειται για δήθεν μετάφραση, παρανόηση, παράφραση ή επινόηση κειμένου;
...