x
Διαφήμιση

19 Ιουλίου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:11:45:11 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΛΛΗΝΕΣ Χρήστος Χρυσόπουλος

Χρήστος Χρυσόπουλος

E-mail Εκτύπωση

φωτ. Γ. Καμπούρης

Συνέντευξη στον Κώστα Αγοραστό

φωτ. Γ. Καμπούρης

Μια συζήτηση με τον Χρήστο Χρυσόπουλο για το κέντρο της Αθήνας του σήμερα αναπόφευκτα περνάει και μέσα από τους δρόμους της γραφής. Το τελευταίο του βιβλίο "Φακός στο στόμα" (εκδ. Πόλις) είναι μια καταγραφή των διαδρομών που ακολούθησε ο συγγραφέας τόσο περπατώντας όσο και γράφοντας.

Καινούργιο βιβλίο με θέμα την Αθήνα μέσα από μια ντοκιμαντερίστικη ματιά. Πείτε μου πώς γεννήθηκε η ιδέα γι’ αυτό το βιβλίο.

Η δική μου έγνοια είναι για την επικαιρότητα (urgency) και την κοινωνικότητα (agency) που προσδοκούμε σήμερα από τη λογοτεχνία. Όπως εξηγώ και στον Επίλογο του βιβλίου, η συγκυρία της Αθήνας με έστρεψε μακριά από την καθαρόαιμη μυθοπλασία. Κατά κάποιον τρόπο, η πόλη με «τράβηξε από το μανίκι». Και το τράβηγμα αυτό έγινε σε συγκεκριμένο χρόνο και τόπο. Πρόκειται για το επεισόδιο με τον φακό στο στόμα που περιγράφω στο τέλος του βιβλίου, αργά ένα βράδυ του περασμένου Οκτωβρίου στη γωνία Νίκης και Μητροπόλεως, και το οποίο πρόσφερε και τον τίτλο.

Από εκείνη τη στιγμή ξεκίνησε η σκέψη ότι ο αποτελεσματικός χρονικογράφος πρέπει να γράφει σήμερα επιδιώκοντας να συλλάβει την πολλαπλότητα (ακόμα και την αντιφατικότητα) των πραγμάτων. Ας είναι αυτή μια νέα μορφή του χρονικού. Ένα χρονικό που συνδυάζει την καταγραφή, το δοκίμιο και τη μυθοπλασία. Το να λέμε ότι ο εκάστοτε συγγραφέας «παρουσιάζει μια εκδοχή» (εν προκειμένω τη δική του Αθήνα) δεν σημαίνει πολλά πράγματα. Αυτό γινόταν ανέκαθεν στη λογοτεχνία. Για μένα η επίκαιρη λογοτεχνία είναι η πληθώρα των νοημάτων. Επικαιρότητα σημαίνει πολυσημία. Επαναλαμβάνω, ακόμα και αντιφατικότητα. Ο Αμερικανός φιλόσοφος Ρίτσαρντ Ρόρτυ το έλεγε το εξής: «Κατέχουμε λιγότερες αλήθειες από τους πατεράδες μας, αλλά διαθέτουμε ασυγκρίτως περισσότερα εργαλεία». Καλούμαστε, λοιπόν, να αντικαταστήσουμε την πίστη στην (έστω υποκειμενική) ματιά με τον (απρόσωπο) πληθυντικό στοχασμό: να επιδιώκουμε την «ανοιχτότητα» και τη διακινδύνευση.

Συνεπώς, η σκέψη μου για την Αθήνα δεν γίνεται με βαθμούς αληθείας. Ο «Φακός» έχει ντοκιμαντερίστικη ματιά, αλλά όχι αμιγώς. Όχι μόνο. Δεν περιορίζεται στο τεκμήριο, στην καταγραφή. Δεν έχει ως φιλοδοξία μια τελεσίδικη εικόνα της πόλης. Η σκέψη εδώ ανήκει (απροσδόκητα;) στον Χέγκελ: «Το λογοτεχνικό έργο αναφέρεται σε μια τάξη (weltanschauung) που παράγει το ίδιο και εντός της οποίας ξεδιπλώνεται». Με άλλα λόγια, ο Χέγκελ μάς προειδοποιεί ότι το δραστικό λογοτεχνικό έργο αποτελεί ένα υποκειμενικό πεδίο στο οποίο μπορούμε να εισέλθουμε μόνον αφότου απαρνηθούμε τη θεωρία και την πράξη της δικής μας καθημερινής ζωής και σκέψης.

Ας το πω αλλιώς: Στην περίβλεπτη θέση του διαβάτη όλοι μπορούν να βρεθούν, όμως τι μπορεί ο καθένας να δει από εκείνο το σημείο; Εδώ τοποθετώ τη σπουδαιότερη διάκριση. Ως μια μετάβαση από την «ταυτότητα» στη «διαφορά». Το στοίχημα έγκειται στην ανοιχτή ερμηνεία – όχι στην αληθοφάνεια.

Θα αναρωτηθούν κάποιοι: «Τι απομένει τότε σε ένα χρονικό που παραιτείται του δικαιώματος να επικαλείται κάποια αντικειμενικότητα;». Εγώ λέω ότι δεν έχει χαθεί τίποτα. Το ενδιαφέρον είναι ότι αυτή ακριβώς η τελεολογική «έλλειψη» (μια έλλειψη αλήθειας ή τέλους κάνει το κείμενο να «λέει» περισσότερα από όσα θα μπορούσε να φανταστεί ο συγγραφέας του ή από όσα εμπεριέχονται στις τελικές του διατυπώσεις. Το προικίζει μια πλουσιότερη πραγματικότητα. Είναι αυτό που ο Keats ονομάζει «fine excess».

Όπως καταλαβαίνει κανείς διαβάζοντας το τελευταίο σας βιβλίο, περπατάτε πολύ μέσα στην πόλη. Λέτε σε ένα σημείο: «Όταν περπατώ, δεν ψάχνω για κάτι νέο. Δεν γυρεύω την έκπληξη. Αδιαφορώ αν διασχίζω συνέχεια τους ίδιους δρόμους, ξανά και ξανά. Η επανάληψη είναι πολυτιμότερη από την ανακάλυψη. Περπατώ με τον ίδιο τρόπο που παρατηρώ. Παρατηρώ με τον ίδιο τρόπο που γράφω». Παρατήρηση, ενδοσκόπηση και γραφή. Μιλήστε μου για τη σχέση σας μαζί τους.

Θα ξεκινήσω την απάντησή μου αντιστρέφοντας τη σειρά: Γραφή > Ενδοσκόπηση > Παρατήρηση, επειδή η λογοτεχνία έχει για μένα μια αυτογνωστική λειτουργία, είναι ο τρόπος με τον οποίο εξερευνώ το περιβάλλον μου και αντλώ γνώση. Είναι η αφετηρία και όχι ο προορισμός. Συνεπώς, ο «Φακός» είναι γραμμένος από έναν συγγραφέα που συναιρεί τις ιδιότητες του διαβάτη, του χρονικογράφου, του φωτογράφου, του κατοίκου της Αθήνας, όχι με σκοπό να αποτυπώσει, αλλά με σκοπό να ανακαλύψει τη σχέση που αναπτύσσει ο ίδιος με την πόλη υπό αυτές τις ιδιότητες.

Την ίδια στιγμή, νομίζω ότι η πεζογραφία μου, συνεπώς και ο τρόπος με τον οποίο σκέφτομαι για τη λογοτεχνία και ενδοσκοπώ γίνονται ολοένα και περισσότερο μεταιχμιακοί. Εδώ αναφέρομαι στο δεύτερο σημείο που θίγετε: την ενδοσκόπηση. Η γραφή και η σκέψη ισορροπούν ανάμεσα στο πρόσωπο και στο έργο, ανάμεσα στο πρόσωπο του συγγραφέα και στα πρόσωπα της μυθοπλασίας, ανάμεσα στο υπαινικτικό και στο σαφές, ανάμεσα στο αληθινό και στο επίπλαστο, ανάμεσα στα είδη. Γι’ αυτό και η δομή των βιβλίων μου γίνεται κάπως περίπλοκη και τα κείμενα παραμένουν ουσιαστικά ακατάτακτα - υβριδικά. Δεν ξέρω αν αυτή είναι μια ικανοποιητική απάντηση. Σε τελική ανάλυση η μεγαλύτερη δυσκολία στο βιβλίο αυτό προήλθε από την υπαρξιακή στάση ενός προσώπου που παρατηρεί και αυτοπαρατηρείται.

Κι έτσι καταλήγω στο τελευταίο σημείο σας: στην παρατήρηση. Ο αφηγητής του «Φακού», ο διαβάτης, επιδιώκει να μεταμορφωθεί σε ένα ποιητικό πρόσωπο που συγχωνεύεται με την πόλη. Η σκέψη του είναι η επιθυμία ενός πλάνητα που θέλει να εξαφανιστεί, να γίνει –όπως λέει ο ίδιος– μια αντανάκλαση σε μια βιτρίνα. Η αφήγηση δεν τον βιογραφεί, όπως δεν βιογραφεί και την Αθήνα. Ο «Φακός» επίτηδες δεν επιγράφεται ένα χρονικό «της Αθήνας», αλλά ένα χρονικό «για την Αθήνα». Τα περιστατικά είναι αφορμές ώστε να διατυπωθεί μια σκέψη για το τι σημαίνει να ζεις στην πόλη με το μυαλό γεμάτο λέξεις ή βρίσκοντας καταφύγιο πίσω από αυτές.

Περπατώντας στην πόλη συναντήσατε και πολλούς άστεγους. Μιλήσατε με κάποιους από αυτούς. Ποιον προσωπικό σας μύθο σας κατέρριψαν;

Δεν νομίζω ότι καταρρίφθηκε κάποιος μύθος. Αν μη τι άλλο, επιβεβαιώθηκαν υποψίες που είχα ήδη. Οι συνομιλίες αυτές, τρεις με τον ίδιο άνθρωπο, τον οποίο ονομάζω Α., δεν ξεκίνησαν εμπρόθετα, προέκυψαν αυθόρμητα και προσπάθησα να μη μυθοποιήσω ούτε το πρόσωπο αυτό, ούτε την κουβέντα μας. Εντούτοις η παράθεσή τους ήταν απολύτως εμπρόθετη και είχε «δραματουργική» σκοπιμότητα. Όπως συνέβη και με τις φωτογραφίες που περιέχονται στο βιβλίο, η συνομιλία με τον Α. επιλέχτηκε για να επιτευχθεί μια απαραίτητη διαλεκτική μετάθεση.

Ας εξηγηθώ. Πιστεύω, ότι καθώς ξεδιπλώνεται η αφήγηση στο βιβλίο, η σκέψη του συγγραφέα-αφηγητή γίνεται ολοένα και περισσότερο διστακτική απέναντι στην πραγματικότητα που βιώνει. Η σύμβαση για την «αναβολή της δυσπιστίας» υπονομεύεται. Το κείμενο σταδιακά γίνεται περισσότερο αφηρημένο, σκεπτικιστικό ή αμφίθυμο. Η περιγραφικότητα δίνει τη θέση της στο «τεχνούργημα». Σε αυτό το σημείο η συνομιλία με τον Α. –όπως και οι φωτογραφίες καθώς και τα δύο εμβόλιμα ειδησάρια– καθίστανται οι αμεσότερες και πιο «τεχνητές» εκδοχές της μυθοπλασίας.

Η συνομιλία (που δεν επικυρώνει το πρωτοπρόσωπο κείμενο, ούτε εξηγείται από αυτό) επαναδομεί την πραγματικότητα και τη μετατρέπει σε μια εικόνα. Μια «φέτα ζωής» (slice-of-life). Τοποθετεί τον αναγνώστη στη θέση του παρατηρητή. Στην ουσία, βέβαια, πρόκειται για μια ιδιότυπη αμνησία, επειδή λησμονούμε ότι τα «τεκμήρια» κατασκευάζονται κι αυτά από εμάς τους ίδιους για να μας κατευθύνουν μέσα στον κόσμο. Αδυνατώντας να τα αποκωδικοποιήσουμε ως «τεχνητά», τα αντιλαμβανόμαστε ως άχρονα δείγματα (ή μάλλον δειγματοληψίες) του πραγματικού κόσμου και έτσι γινόμαστε οι ίδιοι υποχείριά τους. Η φαντασία έχει ήδη τότε αντικατασταθεί από την ψευδαίσθηση.

alt

Λέτε επίσης: «Η μοίρα του διαβάτη είναι να δημιουργεί ιδεατούς κόσμους όπου συγκατοικούν αληθινοί άνθρωποι και επινοημένοι χαρακτήρες. Η μοίρα του συγγραφέα είναι να επιστρέψει από την περιπλάνηση πασχίζοντας να τους διασώσει όλους ή όσους μπορέσει». Ουσιαστικά, μπορούμε να πούμε, ότι το βιβλίο αυτό γράφτηκε στο κεφάλι σας, όσο περπατόυσατε στην Αθήνα κι έπειτα μπήκε στο χαρτί;

Όχι, το βιβλίο γράφεται πάντοτε σε παρελθόντα χρόνο. Όπως έχει πει ο φιλόσοφος Γουίλιαμ Τζέημς: «Ο αόριστος σηματοδοτεί μια τέχνη». Αυτό που εννοώ είναι ότι η περιπλάνηση ολοκληρώνεται στην αναπόληση. Αυτό μάλιστα δηλώνεται ευθαρσώς στον «Φακό» και επίσης υποδεικνύεται από την επιλογή και τη διαδοχή των τριών αποσπασμάτων που επιλέχτηκαν ως προμετωπίδες. Τα τρία αυτά παραθέματα υπογραμμίζουν τα στάδια παραγωγής του «Φακού» με τη σειρά που τα διατυπώσατε στην πρώτη  ερώτησή σας, προτού την αντιστρέψω: Παρατήρηση > Ενδοσκόπηση > Γραφή.

Σε πρώτη θέση η Παρατήρηση (αυτό που ο συγγραφέας-διαβάτης διαπιστώνει) μέσα από το παράθεμα του Βάλτερ Μπένγιαμιν: «Όσο πιο συχνά καταχωρίζονται τα σοκ στη συνείδηση, τόσο λιγότερο θα πρέπει να περιμένει κανείς μια τραυματική επίδρασή του».

Σε δεύτερη θέση η ενδοσκόπηση (ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας τοποθετεί τον εαυτό του στην πόλη) μέσα από το παράθεμα του Γιώργου Ιωάννου: «Το καλύτερο απ’ όλα είναι να συχνάζεις εκεί χωρίς να σε ξέρουν, να παρατηρείς χωρίς να σε προσέχουν, να μιλάς χωρίς να δεσμεύεσαι».

Στην τρίτη θέση, η μέθοδος της γραφής (ο τρόπος με τον οποίο ο συγγραφέας επιστρέφει στο βίωμα) μέσα από το παράθεμα της Susanne Gannon: «Το υποκείμενο και το αντικείμενο της γραφής συγχωνεύονται στο σώμα, τις σκέψεις, τα αισθήματα του συγγραφέα στον συγκεκριμένο χώρο και χρόνο».

Λέτε κάπου: «Η περιπλάνηση δεν γίνεται ποτέ στη σιωπή. Ο διαβάτης συνομιλεί διαρκώς με τον εαυτό του». Περπατάτε στην πόλη πάντα μόνος;

Όχι, αυτό που θέλω να πω είναι ότι ο συγγραφέας στοιχειώνεται διαρκώς από τα φαντάσματα της γραφής. Είτε βρίσκεται μόνος είτε όχι, είναι διαρκώς πεπλεγμένος σε έναν εσωτερικό διάλογο. Αυτό συμβαίνει είτε γράφει είτε όχι. Ή μάλλον θα πρέπει να πούμε ότι η δουλειά του συγγραφέα συνεχίζεται ακόμα και όταν εκείνος δεν γράφει. Γι’ αυτό και στην πρώτη φράση του βιβλίου γράφω: «…εγκατέλειψα το δωμάτιο που γράφω, το δωμάτιο των φαντασμάτων, και κατέβηκα τις σκάλες για να βγω στον δρόμο…». Μόνο που ακόμα και στον δρόμο ο συγγραφέας ακολουθείται από τα ίδια φαντάσματα.

Αυτή η σκέψη έχει πολλαπλή σημασία για μένα. Δεν είναι μόνο ότι στην πόλη κυκλοφορούν πλέον άνθρωποι-φαντάσματα, αλλά και ότι ο συγγραφέας είναι διαρκώς υποκείμενος στη φασματολογία (hauntology) για την οποία μιλά ο Ντεριντά στα «Φαντάσματα του Μαρξ»: από παντού τον στοιχειώνουν λέξεις και κείμενα. Δεν μπορεί να αποφύγει την επίδραση, βρίσκεται σε διαρκή αγωνία. Γι’ αυτό και αστοχούν όσοι αναζητούν στη λογοτεχνία το αυθεντικό αίσθημα, όπως κάνουν συχνά όσοι δεν είναι οι ίδιοι συγγραφείς. Επειδή αγνοούν την ωραία προειδοποίηση που έχει εκφράσει η συγγραφέας Eva Sallis: «Η επιδίωξη της αυθεντικότητας είναι καταστροφική και κάνει τους συγγραφείς να ψεύδονται».

Τα δικά μου παραδείγματα είναι πρακτικές οικειοποίησης και αναφοράς, όπως εκείνες του Μπένγιαμιν και του Αντόρνο, δευτερευόντως και του Ρόρτυ. Και οι τρεις βασίστηκαν σε μια «μεταπρακτική» μέθοδο. Κινητοποίησαν κατά βούληση ποικίλες αναφορές οι οποίες, όπως λέει ο Μπένγιαμιν: «μοιάζουν με τους ληστές των δρόμων που επιτίθενται στους διαβάτες κλέβοντας τις μύχιες πεποιθήσεις τους». Δεν είναι άλλωστε παράξενο ότι και οι τρεις χαρακτηρίστηκαν ως φιλόσοφοι «από δεύτερο χέρι». Ετούτος είναι ένας χαρακτηρισμός απολύτως φιλοφρονητικός στα δικά μου αυτιά.

alt

«Είναι δύσκολο να επιζείς στη σημερινή Αθήνα και αυτό δημιουργεί την αναγκαιότητα κάποιας μορφής βίας». Πώς αντιμετωπίζετε τη βία (όχι απαραίτητα την εγκληματική) στην καθημερινότητα του κέντρου της Αθήνας;

Η Αθήνα δεν είναι μια καθολική δυστοπία. Όπως λέω και στο βιβλίο: «μερικές φορές, κάποιο καθαρό πρωινό, νωρίς όταν ο ήλιος είναι ακόμη χαμηλά, μοιάζει ν’ αρκεί μια βόλτα κάτω από τον Παρθενώνα». Την επόμενη στιγμή, όμως, στην αμέσως επόμενη γωνία, σου στήνουν καρτέρι η εγκατάλειψη και η θλίψη. Αυτή είναι η δυσκολία της Αθήνας. Και είναι γεγονός ότι η πόλη έχει γίνει βίαιη και σε πολλά σημεία επικίνδυνη.

Εντούτοις αυτό είναι κάτι που δεν με ξενίζει. Νομίζω πως όταν μιλά κανείς για τη ζωή στην πόλη δεν πρέπει να ξεχνά ότι η αστική εμπειρία είναι σχεδόν συνυφασμένη με την ατομικότητα, με την ανάγκη της περιφρούρησής της και με την πραγματικότητα της παραβατικότητας. Είναι το τίμημα της ιδιωτικότητας που πρέπει να πληρώσει κανείς για να ζει στη μητρόπολη. Το κέντρο της μεγαλούπολης δεν είναι απλώς όπως όλη η υπόλοιπη πόλη μόνο κεντρικότερο, δεν είναι όπως ένα προάστιο μόνο πυκνότερο, είναι ένα πεδίο πολύ πιο περίπλοκο και γι’ αυτό υποκρύπτει ανταγωνισμούς, για τους οποίους ο καθένας που ζει εδώ οφείλει να είναι υποψιασμένος. Η επιστροφή σε ένα πλαστό παρελθόν όπου «αφήναμε τις πόρτες ξεκλείδωτες» είναι μια φενάκη.

Από τη μεριά μου η επιδίωξη είναι να παραμείνω σε εγρήγορση. Να προστατευτώ από τη βία (όχι μόνο την εγκληματική). Να διατηρήσω αλώβητη την περιέργεια και την ευθυκρισία ενός νου που προσπαθεί, στο μέτρο των δυνατοτήτων του, να κατανοήσει και να ερμηνεύσει δίχως βολικές κατηγοριοποιήσεις, τελεσίδικες κρίσεις, εμπεδωμένα στερεότυπα και προκαταλήψεις.

Αυτή η θέση ισορροπίας είναι ιδιαίτερα δύσκολη, επειδή γύρω μας βασιλεύουν ο ανορθολογισμός, η μονόδρομη σκέψη, η έλλειψη συλλογικής συνείδησης. Αυτό που με τρομάζει περισσότερο είναι η ανάδυση φαινομένων με το πρόθεμα «αυτο-»: αυτοδικία, αυτοπροστασία, αυτονόμηση κ.λπ., όπως λ.χ. τα πρόσφατα στην περιοχή του Αγίου Παντελεήμονα (τι ειρωνεία των ονομάτων…).

Σημειώνω από κάπου αλλού: «Δεν μπορεί και δεν επιτρέπεται να είναι κανείς αφελής ή εσφαλμένα νοσταλγικός όταν μιλά για τη ζωή στην πόλη». Η Αθήνα του Ιωάννου και του Κουμανταρέα, του Ταχτσή και του Κοτζιά, η Αθήνα της Μήτσορα, της Καραπάνου και του Δημητρίου, πόσο διαφέρουν από τη δική σας Αθήνα;

Η διάκριση σε αυτή την απάντηση θα αφορά δύο επίπεδα: την κειμενική Αθήνα και την Αθήνα του σήμερα.

Η δική μου Αθήνα των βιβλίων ξεδιπλώνεται σε τρία βιβλία: στον «Περίκλειστο κόσμο» (2003), στον «Βομβιστή του Παρθενώνα» (2010) και στον «Φακό στο στόμα» (2012). Το διακριτικό της στοιχείο (ως πόλης-κείμενο) είναι το βλέμμα ενός Μετανεωτερικού / Βρόμικου Ρεαλισμού (Postmodern / Dirty Realism)[1].

Αυτό το βλέμμα δεν εστιάζει μόνο στον τόπο όπου εκτυλίσσονται οι λογής ιστορίες, ούτε στα πρόσωπα που παρελαύνουν στα βιβλία, ούτε στις περιστάσεις. Η πηγή του λόγου είναι η υποκειμενική φαινομενολογία του συγγραφέα. Γι’ αυτό η δική μου Αθήνα των βιβλίων (ακόμα και η Αθήνα του «Φακού») δεν αποτελεί συνέχεια της πραξιακής ζωής, δεν είναι μια imago mundi, αλλά παράγεται μέσω μιας λογοτεχνικής διαδικασίας.

Ίσως να γίνεται σαφέστερο αυτό σε ένα απόσπασμα από το τελικό κεφάλαιο του «Περίκλειστου κόσμου»: «Μερικές φορές τα προσφυγικά μοιάζουν ψεύτικα. Οι διαβάτες θυμίζουν κομπάρσους, οι δρόμοι θαρρείς ότι είναι χάρτινοι. Φοβάσαι να ανεβείς στο πεζοδρόμιο γιατί φαίνεται εύθραυστο, έτοιμο να υποχωρήσει κάτω από το βάρος του πρώτου βήματος. Τα δέντρα είναι κομμένα από φορμάικα, δεν μπορείς να στηριχτείς επάνω τους. Ο ουρανός είναι μια γαλάζια τεντωμένη ζελατίνα. Η πλατεία θυμίζει παιδικό παιχνίδι». [Π.Κ. σελ. 218-219].

Τώρα, όσον αφορά τη σημερινή Αθήνα, νομίζω το πιο ανησυχαστικό στοιχείο της πραγματικότητας είναι οι άνθρωποι που ζουν δίχως στέγη. Μπορεί να μοιάζει μπανάλ, κοινότοπο, αλλά δεν μπορώ να ξεφύγω από την εικόνα ενός σώματος που ξαπλώνει στο πεζοδρόμιο, έκθετο και εμφανώς απροστάτευτο, σχεδόν παραιτημένο. Επιστρέφω σε αυτό κάθε φορά που μου ζητούν να μιλήσω, ακόμα και με τον κίνδυνο να γίνω κουραστικός ή γραφικός. Η πρόσφατη βαρβαρότητα που σπρώχνει έναν άνθρωπο ή μάλλον τόσο πολλούς να διαβιούν στον δρόμο είναι ανυπόφορη. Και εδώ ακολουθώ τη διάκριση του Τζόρτζιο Αγκάμπεν ανάμεσα στον «βίο» και στη «γυμνή ζωή»: οι άστεγοι δεν ζουν απλώς στο δρόμο, αλλά αναγκαστικά επιτελούν σε δημόσια θέα όλες τις δραστηριότητες που συνιστούν τον προσωπικό βίο. Από τις πλέον ενδόμυχες ή προσωπικές έως τις πλέον συλλογικές. Αυτή η βία που σε αναγκάζει να χάνεις, που σου αποστερεί το δικαίωμα στο ιδιωτικό είναι απάνθρωπη. Κάνει τη ζωή αβίωτη. Και φέρνει τόσο κοντά την ετυμολογική συνάφεια: βία - βίος.

«Η περιπλάνηση δεν γίνεται με βήματα των ποδιών. Η διαδρομή είναι συνώνυμη της επινόησης». Επινοούμε την πόλη που ζούμε;

Ναι. Και μάλιστα όχι μόνο την πόλη. Επινοούμε γενικότερα την πραγματικότητα εντός της οποίας ζούμε και γι’ αυτό, αν κάποια στιγμή διαταραχθεί η συμβολική της τάξη ή η συνέχειά της, αισθανόμαστε άμεσα απειλούμενοι. Άλλωστε η πόλη δεν είναι μια άκαμπτη κατασκευή, όπως το σκηνικό ενός θεάτρου. Η πόλη δεν είναι καν τα αντικείμενα, έμψυχα ή μη (άνθρωποι, ζώα, κτίρια, καταστήματα, δρόμοι κ.λπ.). Η πόλη είναι πρωτίστως μια έκφανση του τρόπου με τον οποίο σχετιζόμαστε μεταξύ μας και με τον περιβάλλοντα χώρο. Καθετί που βλέπουμε στην πόλη (καλό ή κακό) είναι η φανέρωση ενός τρόπου, μιας σχέσης, μιας συνδιαλλαγής. Την πόλη την επινοούμε καθημερινά και συλλογικά με τρόπο χαοτικό, συνειρμικό, ασυναίσθητο.

Επιστρέφοντας στη δική μου πραγματικότητα και στον τρόπο με τον οποίο εγώ βιώνω / επινοώ την Αθήνα, έρχεται στον νου μου το παράδειγμα του «μονομανούς». Δηλαδή ενός προσώπου που βιώνει την ύπαρξή του και τον κόσμο, άρα και την πόλη, μέσα από μια κυρίαρχη ιδιότητα (ή μια ιδεοληψία), η οποία τον ορίζει καθ’ ολοκληρίαν (θα έλεγα ότι σε μερικές περιπτώσεις τον δυναστεύει). Αυτή είναι μια συνθήκη που αφορά και τη λογοτεχνία μου, επειδή η δική μου αναπόδραστη πραγματικότητα, η δική μου μονομανία είναι η γραφή. Σε κάθε βιβλίο, λοιπόν, η διερώτηση είναι: Τι συμβαίνει όταν κάποιος προσλαμβάνει, ερμηνεύει και βιώνει τον κόσμο μέσω μιας μοναδικής, κυρίαρχης παραμέτρου; Με ποιον τρόπο μια τέτοια επιβολή αλλάζει τη θέση και τον ορισμό του τι είναι αληθινό και τι φανταστικό;

Στην περίπτωση του «Βομβιστή του Παρθενώνα» το παράδειγμα είναι εκείνο του δράστη Χ. Κ. και της εμμονής του με τη συμβολική εξουσία και την ιδεολογική διαμάχη παράδοσης - νεωτερικότητας. Στη «Σουνυάτα» το παράδειγμα είναι εκείνο του Αντωνίου Περλ, ενός προσώπου που διακατέχεται από μια μεταφυσική εμμονή που καταλήγει στη θεοδικία. Στον «Μανικιουρίστα» η ιδεολογία και η μεταφυσική αντικαθίστανται από την αισθητική. Ο Φίλιππος Ντόσταλ αναζητά (και εξουσιάζεται) από μια ιδιότυπη έκφραση της ομορφιάς. Μαγεύεται από την ανατομική ποικιλότητα και την εκφραστικότητα των χεριών. Στο «Φανταστικό μουσείο» το παράδειγμα επικεντρώνεται στο πρόσωπο του δημιουργού. Στον «Περίκλειστο κόσμο» η εξουσιαστική δύναμη είναι ο χώρος, το τοπίο. Στη «Λονδρέζικη μέρα της Λώρας Τζάκσον» το παράδειγμα είναι εκείνο της ίδιας της Λώρας και της ανάγκης που αισθανόταν για μια οριστική απάντηση στο οντολογικό ερώτημα.

Στην περίπτωση του «Φακού» η επιβολή ήταν αυτό το «τράβηγμα του μανικιού» για το οποίο μίλησα παραπάνω. Ένα αίσθημα που εξέλαβα για πρώτη φορά ως τώρα με την επιτακτικότητα του επείγοντος. Αισθάνθηκα ότι η λογοτεχνία έχει αυτόν τον καιρό την υποχρέωση να θέσει ένα ίχνος στον χρόνο. Η εμμονή του προσώπου που αποκαλύπτεται πίσω από τον «Φακό» είναι η εμμονή της περιπλάνησης και του βλέμματος. Ο συγγραφέας του «Φακού» βγαίνει στην πόλη ως «άρπαγας» εντυπώσεων. Το «πρέπει» και η «αναφορά» ήταν δύο κομβικές λέξεις για την αφετηρία γραφής του βιβλίου.

Γι’ αυτό αποφάσισα ότι ο «Φακός» θα γραφτεί με μια τριπλή διακινδύνευση: 1) Πρώτη φορά έγραψα για κάτι τόσο «κοντινό» σε μένα χρονικά. 2) Πρώτη φορά άφησα τόσο ελεύθερο το συγγραφικό ένστικτο, ώστε να παραδώσω προς έκδοση ένα κείμενο δίχως να το αφήσω να ωριμάσει. 3) Πρώτη φορά έγραψα ένα πρωτοπρόσωπο κείμενο στο οποίο αναγνωρίζομαι εγώ ως το υποκείμενο (και όχι ένας χαρακτήρας).

Άλλη μια φράση από το βιβλίο: «Ο διαβάτης δεν μπορεί παρά να είναι αστός». Κύριε Χρυσόπουλε, θα μπορούσατε να ζείτε στην επαρχία;

Εδώ η απάντηση είναι λακωνική. Όχι επί μακρόν.


[1]. Ήδη από χρόνια έχουν προταθεί πολλαπλές ερμηνευτικές πλατφόρμες «νέων ρεαλισμών»: dirty realism, fantastic realism, documentary realism, drama-doc realism, critical realism, experimental realism, minimalist neo-realism, reconstructive postmodernism or postmodern realism [Granta #8, Dirty Realism, Granta Books, 1999].

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Υπεύθυνοι «σειρών»: οι άνθρωποι πίσω από αγαπημένα μας βιβλία

Υπεύθυνοι «σειρών»: οι άνθρωποι πίσω από αγαπημένα μας βιβλία

Επτά υπεύθυνοι νέων (ή και λιγότερο νέων) εκδοτικών σειρών απαντούν στις ερωτήσεις μας και δίνουν το στίγμα τους αλλά και το πλαίσιο μέσα στο οποίο κινείται η κάθε «σειρά».

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Γιώργος Συμπάρδης: «Στη μεταπολεμική πεζογραφία λείπουν οι απλοί οικογενειάρχες»

Γιώργος Συμπάρδης: «Στη μεταπολεμική πεζογραφία λείπουν οι απλοί οικογενειάρχες»

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Γιώργο Συμπάρδη με αφορμή το μυθιστόρημά του «Αδέλφια» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Κώστα Αγοραστού

Ολιγογράφος αλλά με διακριτό τ...

Μανώλης Ανδριωτάκης: «Αξιόλογοι άνθρωποι, φέρονται εντελώς ανώριμα στο διαδίκτυο»

Μανώλης Ανδριωτάκης: «Αξιόλογοι άνθρωποι, φέρονται εντελώς ανώριμα στο διαδίκτυο»

Συνέντευξη με τον συγγραφέα και δημοσιογράφο Μανώλη Ανδριωτάκη με αφορμή το βιβλίο του «Ο αλγόριθμος της σοφίας – Για χρήστες εξυπνότερους από τις συσκευές τους» (εκδ. Κριτική).

Του Κώστα Αγοραστού

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

«Είδα το παρελθόν να επιστρέφει»

Για την ποιητική συλλογή του Διονύση Στεργιούλα «Καθόλου ποιήματα» (εκδ. Νησίδες) και την επανέκδοση της μοναδικής ποιητικής συλλογής της Ανθούλας Σταθοπούλου «Νύχτες αγρύπνιας» (εκδ. Οδός Πανός), με εισαγωγή του Διονύση Στεργιούλα.

...
Βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, μαρτυρίες: στο μυαλό ξεχωριστών ανθρώπων

Βιογραφίες, αυτοβιογραφίες, μαρτυρίες: στο μυαλό ξεχωριστών ανθρώπων

14 βιογραφίες, αυτοβιογραφίες και μαρτυρίες από την πρόσφατη βιβλιοπαραγωγή + 1 βιβλίο με συνεντεύξεις ξεχωριστών προσώπων. 

Επιμέλεια: Στεφανία Τζακώστα

Β...

«Δημιουργώντας ένα ελληνογερμανικό διαπολιτισμικό δίκτυο»

«Δημιουργώντας ένα ελληνογερμανικό διαπολιτισμικό δίκτυο»

Η Έλενα Χουζούρη συνομίλησε με τον Τέο Βότσος και τη Μιχαέλα Πρίντσινγκερ, τους συντονιστές του 1ου Ελληνογερμανικού Εργαστηρίου, το οποίο πραγματοποιήθηκε στο πλαίσιο της 16η Δ.Ε.Β.Θ.

Της ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube