Μαρία Κουγιουμτζή

Εκτύπωση

alt Συνέντευξη στον Κώστα Αγοραστό

Δεύτερο βιβλίο για τη Μαρία Κουγιουμτζή, με τίτλο Γιατί κάνει τόσο κρύο στο δωμάτιό σου; (εκδ. Καστανιώτη). Όσοι έχουν διαβάσει την πρώτη της συλλογή διηγημάτων Άγριο Βελούδο θα εντοπίσουν και εδώ τις ίδιες αρετές. Πρωτογενές υλικό, βιωματική γραφή και ήρωες που έλκουν την καταγωγή τους από μια άλλη εποχή. Να θυμίσουμε ότι το πρώτο της βιβλίο πήρε το βραβείο διηγήματος του περιοδικού Διαβάζω και του Ιδρύματος Κώστα και Ελένης Ουράνη της Ακαδημίας Αθηνών.

Αν και έχετε εκδώσει το πρώτο σας βιβλίο μόλις πριν από τρία χρόνια, γράφετε από τις αρχές τις δεκαετίας του ’70 και κείμενά σας (διηγήματα και ποιήματα) αρκετές φορές έχουν δημοσιευτεί σε λογοτεχνικά περιοδικά (η λέξη, Πάροδος, Εντευκτήριο). Αισθανθήκατε ότι έπρεπε να συγκεντρώσετε και να εκδώσετε αυτές τις ιστορίες για να αποδεσμευτείτε από το δραματικό φορτίο που εμπεριέχουν;

Ως το 2005 έγραφα περιστασιακά, μετά που πήρα λάπτοπ κι άρχισα να γράφω συστηματικά. Όμως το κυριότερο έναυσμα ήταν όταν δημοσίευσα το διήγημα «Άγριο Βελούδο» στο Εντευκτήριο και οι φίλοι με «έσπρωξαν» στο να σκεφτώ στα σοβαρά να εκδώσω βιβλίο. Το πρώτο βιβλίο το οφείλω κυριολεκτικά στην τρυφερή πίεση των Γιώργου Κορδομενίδη, Φιλιώς Κύρου, Τάσου και Λίνας Χατζητάτση, Μαριέτας Καραγιάννη και  Κάρολου Τσίζεκ, Ορέστη Αλεξάκη και Μαρίας Κέντρου–Αγαθοπούλου, Μάρκου Μέσκου, Χλόης Κουτσουμπέλη και Ευτυχίας Λουκίδου, της Μαρίας Καρδάτου, του φίλου μου Τάσου Καλούτσα και, χωρίς να τη γνωρίζω προσωπικά, της κριτικού Μάρης Θεοδοσοπούλου. Ο Ντίνος Χριστιανόπουλος και ο αδελφός μου βέβαια με παρότρυναν, ήδη από τα δεκαοχτώ μου χρόνια. Όμως το τσακ που γύρισε τον διακόπτη μέσα μου το έκαναν μερικές παρατηρήσεις του Γιώργου Κορδομενίδη που κυριολεκτικά μου άνοιξαν τα μάτια. Του το οφείλω.

Το καινούργιο σας βιβλίο περιλαμβάνει 35 διηγήματα. Ποιος είναι ο συνδετικός ιστός όλων αυτών των ιστοριών;

Ο συνδετικός κρίκος των διηγημάτων αυτών είναι ο πόνος. Ο σταυρός που σηκώνει κάθε άνθρωπος. Κανείς δεν γλιτώνει απ’ αυτόν. Κατά κάποιον τρόπο όλοι μας ανεβαίνουμε ένα Γολγοθά.

Οι ήρωές σας, τις περισσότερες φορές, είτε έχουν μια παραβατική συμπεριφορά είτε ξεχωρίζουν για κάποιο σωματικό τους ελάττωμα, είτε δυσκολεύονται να ενταχθούν στο περιβάλλον τους. Μιλήστε μου για το πώς γεννιέται συνήθως ο ήρωας της κάθε μιας ιστορίας σας.

Οι ήρωες έχουν γεννηθεί από το περιβάλλον στο οποίο μεγάλωσα και από τα αναγνώσματά μου. Έζησα στις φτωχογειτονιές της δυτικής Θεσσαλονίκης, στα λεγόμενα εβραϊκά σπίτια, μάλλον στάβλοι πρέπει να ήταν, γιατί δεν είχαν ούτε κουζίνα ούτε τουαλέτα, τα φτιάξαμε μόνοι μας. Η μητέρα μου, πρόσφυγας από την ανατολική Θράκη, εγκαταστάθηκε με τους γονείς της πρώτα στη Νέα Καλλικράτεια, τότε ήταν χωράφια, εκείνη δέκα δώδεκα χρόνων, έπαθε τύφο απ’ τα ποντίκια και τα φίδια. Ευτυχώς ήταν απ’ αυτούς που γλίτωσαν, ο παππούς μου έλεγε πως της έφερνε πάγο με το γαϊδουράκι για να της ημερέψει τον πυρετό.  Μετά τους έδωσαν κλήρο στην Άνω Πόλη όπου έμεινε ως τον γάμο της και την γέννηση του αδελφού μου. Πάνω στα τρία χρόνια έμεινε χήρα, ο άντρας της πέθανε από φυματίωση, που θέριζε εκείνη την εποχή, και βγήκε στα καπνά να δουλέψει. Στην απεργία του ’36 χτυπήθηκε και νοσηλεύτηκε για λίγες μέρες. Μετά από δέκα χρόνια γνώρισε τον δικό μου πατέρα, έφυγε απ’ το Επταπύργιο και κατέβηκε στις δυτικές συνοικίες όπου γέννησε εμένα. Ο πατέρας μου δεν ήθελε τον αδελφό μου, δεκατριών χρόνων τότε, και η μητέρα μου, μην μπορώντας φυσικά να αποχωριστεί το παιδί της, τον έδιωξε. «Το Πόδι», το διήγημα στο πρώτο βιβλίο, είναι δική της και δική μου πραγματική ιστορία.

Στη γειτονιά λοιπόν που μεγάλωσα, κυρίως ήταν πρόσφυγες, ταλαιπωρημένοι, αγράμματοι, αφημένοι στον κόσμο των ενστίκτων. Η συμπεριφορά τους και οι ιστορίες τους χαράχτηκαν μέσα μου. Γίνονταν βίαια πράγματα. Μια φίλη της μητέρας μου πάθαινε σεληνιασμό και τότε ο αδελφός της, νηστικός σεξουαλικά, έβρισκε ευκαιρία και τη βίαζε. Το έλεγε κλαίγοντας στη μητέρα μου. Παρ’ όλα αυτά, έβλεπα μια λάμψη μέσα στα μάτια της, μια τρελή γυαλάδα που μου έλεγε πως το απολάμβανε. Ένας γείτονας κυνηγούσε με το τσεκούρι τη γυναίκα του γιατί άλλαζε εσώρουχο πριν βγει, ενώ η δύστυχη, βουτηγμένη στα μαύρα, πήγαινε στον τάφο του γιου τους, αλλά εκείνος δεν την πίστευε.

Βέβαια, δεν θέλω να γράφω αυτά που έγιναν, εμπνέομαι άσχετα απ’ αυτά, κυρίως από την παγκόσμια σκληρότητα, από τη λεηλασία των αδυνάτων, όμως αυτά που έζησα εισχωρούν μεταμφιεσμένα μέσα στα διηγήματα.

Τα διηγήματα του νέου σας βιβλίου γράφτηκαν μετά το Άγριο Βελούδο ή προϋπήρχαν;

Το δεύτερο βιβλίο γράφτηκε σχεδόν παράλληλα και μετά το πρώτο.

Πού ζουν οι ήρωές σας πριν μπουν στα βιβλία σας;

Φαντάζομαι στο υποσυνείδητό μου. Ο Λίγκε, π.χ., αρρωσταίνει από τύφο, όπως και η μητέρα μου. Στις «Ξαδέρφες» τα πρόσωπα ήταν παιδικές μου φίλες που χάθηκαν πρόωρα.

altΤι είναι αυτό που αγαπάτε περισσότερο στους ήρωές σας;

Αυτό που χαρακτηρίζει τους ήρωές των δύο  βιβλίων είναι το πάθος τους για τη ζωή και για τον θάνατο. Τα αγαπούν και τα δυο εξίσου. Ζουν τον εαυτό τους, πιστοί στη φύση τους, κι ας καταστραφούν. Έτσι κι αλλιώς το ίδιο τέλος μάς περιμένει όλους. Η μητέρα μου έλεγε: τι Τρίτη, τι Τετάρτη. Πιστεύω πως οι άτυχες προσπάθειες της μητέρας μου, όσο ήταν έγκυος, να με ρίξει -ήταν τα χρόνια δύσκολα– εγγράφηκε στα χρωμοσώματά μου. Εξού και το διήγημα «Μητέρα» στο πρώτο βιβλίο.

Γράφετε εύκολα κ. Κουγιουμτζή;

Μια εικόνα, μια λέξη, με παρασύρει, ανοίγω το λάπτοπ κι αρχίζω να γράφω χωρίς να έχω οργανώσει την ιστορία, χωρίς να ξέρω πού θα με  βγάλει. Είναι κάτι σαν έρωτας, δεν ξέρω τι μου γίνεται. Ας πούμε, όταν άρχισα να γράφω τη «Δασκάλα», είχα μονάχα την εικόνα των ατμών από τα σύννεφα και τους ανθρώπους που κάθονταν στο καφενείο βυθισμένοι σ’ αυτούς τους ατμούς, απ’ όπου ξαφνικά εμφανίζεται ένας ξένος, τυλιγμένος κι αυτός μέσα στην ομίχλη, χωρίς να ξέρω τι θα τον κάνω, πού θα καταλήξει. Δεν ξέρω ποτέ το τέλος μιας ιστορίας. Έρχεται μόνο του, το φέρνουν οι λέξεις. Μαθαίνει να γράφει κανείς γράφοντας, αν μαθαίνει ποτέ. Το τέλος είναι συνήθως σκληρό γιατί με κατακλύζει ο θυμός από την σκληρότητα των ανθρώπων και δη των ανεπτυγμένων χωρών. Πρέπει με το αίμα του κανείς να κερδίσει το αυτονόητο, αν ποτέ κερδηθεί, την ανθρώπινη αξιοπρέπεια, το σεβασμό στη ζωή του και στις ανάγκες του. Βλέπουμε και σήμερα τον παραλογισμό και το λουτρό αίματος σχεδόν απαθείς. Ο κόσμος αλλάζει ή μάλλον τον αλλάζουν. Μετατρέπουν σιγά σιγά τον άνθρωπο σε υποζύγιο. Οι σύγχρονοι δούλοι είναι με γραβάτα και κοστούμι.

Πολλά διηγήματα δεν κάνουν βέβαια ένα μυθιστόρημα. Τι θα σας έκανε να ασχοληθείτε με τη συγγραφή ενός μυθιστορήματος;

Το μυθιστόρημα το λατρεύω, αλλά το θεωρώ το δυσκολότερο είδος. Με τριγυρνά η επιθυμία να το δοκιμάσω. Έχω αρχίσει ένα, αλλά δεν ξέρω αν θα τα βγάλω πέρα.

Διαβάζοντας το βιβλίο σας είχα την αίσθηση ότι αγαπάτε πολύ την ποίηση, τις εικόνες και τα αισθήματα που δημιουργούνται μέσα από τους λιγοστούς στίχους ενός ποιήματος. Με τα μικρής έκτασης διηγήματά σας σαν να προσπαθείτε να πετύχετε το ίδιο. Είναι έτσι;

Ναι, σωστά αισθανθήκατε. Τα διηγήματα μικρού μήκους είχαν ξεκινήσει όταν ήμουν είκοσι χρόνων κι έκανα συγγραφικές ασκήσεις καθ’ υπόδειξη του Ντίνου Χριστιανόπουλου, ένα είδος λογοτεχνικού ημερολογίου. Τα διηγήματα «Το κοντάρι» και «Οι γριές» του πρώτου βιβλίου είχαν γραφεί τότε. Τον Ντίνο τον γνωρίζω από δεκαπέντε χρόνων, ήταν φίλος του αδελφού μου. «Η εποχή των ισχνών αγελάδων» με είχε συναρπάσει. Η μεταφορά των θρησκευτικών προσώπων στη σύγχρονη καθημερινότητα μέσα από την ερωτική παραφορά, μου είχε ανοίξει ένα δρόμο αποκαλυπτικό, όπως ακριβώς ο Καβάφης, καθώς και η επιμονή στον μύθο, που είχε ο Πεντζίκης. Θυμάμαι που μου είχε διηγηθεί ο τελευταίος πώς ρώτησε ένα συγγενικό του παιδάκι αν ήθελε ένα πραγματικό ή ένα φανταστικό αυτοκινητάκι και το παιδί είχε απαντήσει ένα πραγματικό. Κρίμα, είπε ο Πεντζίκης, αυτό θα σου χαλάσει γρήγορα, το άλλο ίσως ποτέ.

Ποιοι είναι οι συγγραφείς που αγαπάτε και έχουν επηρεάσει το γράψιμό σας;

Οι συγγραφείς που με έχουν επηρεάσει είναι πολλοί, κυρίως ξένοι. Όμως εκείνη που κάνει την ψυχή μου να διαστέλλεται είναι η ποίηση. Πέρασα τα νεανικά μου χρόνια με την ποίηση της Ζωής Καρέλλη, της αχώριστης φίλης μου Μαρίας Κέντρου-Αγαθοπούλου και της Μαριέτας Καραγιάννη. Όμως, πέρα απ’ αυτές, εκείνη που φουρτούνιασε το είναι μου, που άλλαξε την αντίληψή μου για τον άνθρωπο, τα αισθήματά του και τον κόσμο, αυτή που διεύρυνε τη θεώρησή μου, που απαγχόνισε τον ρομαντισμό μου, που έκανε πιο αιχμηρή και ταυτόχρονα ανεκτική τη ματιά μου είναι η ποίηση της Κικής Δημουλά. Η βιοσοφία της μου γύρισε το μέσα έξω. Η ερωτική της γλώσσα με διεγείρει συγγραφικά. Σαν να χύνεται στο μυαλό και στις αισθήσεις μου ένα παραισθησιογόνο που, ενώ εντείνει το πάθος για ζωή, ταυτόχρονα ξεσκεπάζει τις προθέσεις που κρύβονται πίσω τους, οι ανάγκες μας και η ευάλωτη ανθρώπινη φύση. Οι ωραίες προθέσεις είναι ένα ανεξάντλητο θέλω. Και μερικά ποιήματα της Ντίκινσον και του Εντσενσμπέρκερ. Φυσικά, υπάρχει μια ατέλειωτη σειρά Ελλήνων σύγχρονων ποιητών που θαυμάζω και αγαπώ.

Έχετε διαβάσει τελευταία κάποιο βιβλίο νέου συγγραφέα που να σας συνεπάρει;

Μου αρέσει πολύ ο Χρυσόπουλος και η Μπουραζοπούλου. Δεν τους ξέρω τους υπόλοιπους κι έτσι μένω στο απλώς αρέσω. Από την ποίηση των νεότερων γοητεύομαι ιδιαίτερα από την ορμητική φαντασία της Χλόης Κουτσουμπέλη και τον σαρκασμό και την πρωτοτυπία του Βασίλη Αμανατίδη.

Με την πρώτη σας συλλογή διηγημάτων (Άγριο Βελούδο, εκδ. Καστανιώτη) κάνατε αίσθηση, αρχικά στους αναγνώστες που αναζητούν καλούς νέους συγγραφείς και έπειτα στους δημοσιογράφους που θέλουν να ασχοληθούν με καινούργια και αξιόλογα ονόματα. Πότε αισθανθήκατε τον εαυτό σας συγγραφέα;

Δεν τον αισθάνθηκα ποτέ. Μου αρέσει να γράφω, όπως μου αρέσει ακόμα περισσότερο να διαβάζω. Αν δεν υπήρχε η παρότρυνση των φίλων, δεν θα ολοκλήρωνα κανένα βιβλίο και τώρα που τα βλέπω, δεν είμαι σίγουρη αν τα έγραψα εγώ. Η συγγραφή ενός βιβλίου είναι ένας έρωτας κι ένα παιχνίδι, γίνεται σχεδόν αυτοβούλως από μια ενδογενή επιθυμία, καθόλου διαφορετική απ’ αυτήν του επιστήμονα, του εφευρέτη, του επαγγελματία, του συλλέκτη. Το βιβλίο είναι κι αυτό ένα προϊόν. Απευθύνεται στη φαντασία και στην ανάγκη αναβάθμισης ή ανάπλασης αυτών που ζούμε κι αυτών που δεν ζούμε. Ως ένα σημείο ένα καλό βιβλίο διαμορφώνει το ήθος της σκέψης αλλά όχι της συμπεριφοράς. Δεν γινόμαστε καλύτεροι, απλώς πιο υποψιασμένοι. Όσοι ασχολούνται με τις τέχνες έχουν διαρκή και άμεση επαφή με τις πιο ανεκπλήρωτες ανάγκες του ανθρώπου και γι’ αυτό είναι πιο δημοφιλείς. Ενώ παραμένουν αφανείς αυτοί που έχουν εφεύρει, επί παραδείγματι, το πλυντήριο ρούχων και πιάτων, που κάνουν τόσο εύκολη την ζωή μας. Είναι γιατί δεν υπάρχουν πίσω τους άνθρωποι να δούμε, ενώ σ’ ένα βιβλίο, σ’ έναν πίνακα, σ΄ ένα αρχιτεκτόνημα, ο άνθρωπος είναι πανταχού παρών. Ένα πλυντήριο δεν διαμορφώνει τη σκέψη σου, δεν καλμάρει τη μελαγχολία σου, αλλά σου αφήνει χρόνο να ασχοληθείς, αν θέλεις, με ένα βιβλίο. Εγώ με ένα βιβλίο ξαναγεύομαι ζωή.


ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Θανάσης Ντινόπουλος: «Ο εγκέφαλος μας κάνει αυτό που είμαστε»

Θανάσης Ντινόπουλος: «Ο εγκέφαλος μας κάνει αυτό που είμαστε»

Συνέντευξη με τον καθηγητή Θανάση Ντινόπουλο, με αφορμή το βιβλίο του «Ας μιλήσουμε για τον εγκέφαλο – Από τους νευρώνες στη συμπεριφορά» (εκδ. University Studio Press).

Της Στεφανίας Τζακώστα

...
Χριστιάνα Λαμπρινίδη: «Η λογοτεχνία είναι έμφυλη και όταν τη γράφεις και όταν τη διαβάζεις»

Χριστιάνα Λαμπρινίδη: «Η λογοτεχνία είναι έμφυλη και όταν τη γράφεις και όταν τη διαβάζεις»

Μια συνέντευξη με τη Χριστιάνα Λαμπρινίδη, με αφορμή τη συμμετοχή της στο αφιέρωμα «Η άνθρωπος: Φύλο και Λογοτεχνική Performance» στη 16η ΔΕΒΘ.

Της Παυλίνας Μάρβιν

...
Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό»

Φώτος Λαμπρινός: «Η νέα γενιά ονειρεύεται έναν κόσμο εντελώς διαφορετικό»

Σύντομη συζήτηση με τον Φώτο Λαμπρινό με αφορμή το πρόσφατο αυτοβιογραφικό βιβλίο του «Παλαμηδίου 10» (εκδ. Καστανιώτη).

Της Σώτης Τριανταφύλλου

...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Για το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα στην Πάτρα

Για το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα στην Πάτρα

Μερικά σχόλια για το βιβλίο του Κωστή Κορνέτη «Τα παιδιά της δικτατορίας» (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Πόλις).

Του Δημήτρη Κ. Βεργίδη

Ο Κορνέτης, στο π...

Η ενιαία τιμή ενδυναμώνει και προστατεύει την αγορά του βιβλίου

Η ενιαία τιμή ενδυναμώνει και προστατεύει την αγορά του βιβλίου

Εντυ­πω­σια­κά ήταν τα απο­τε­λέ­σμα­τα της ανε­ξάρ­τη­της έρευ­νας που διε­νερ­γή­θη­κε για λο­γα­ρια­σμό της Γερ­μα­νι­κής Ένω­σης Εκ­δο­τών και Βι­βλιο­πω­λών (Börsenverein des Deutschen Buchhandels).

Η εν λό­γω έρευ­να ως στό­χο εί­χε ν...

Είναι «επικίνδυνοι» οι συγγραφείς;

Είναι «επικίνδυνοι» οι συγγραφείς;

Με αφορμή το βιβλίο του Κώστα Αρκουδέα «Επικίνδυνοι συγγραφείς» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Διαβάζοντας κανείς το «μυθιστόρημα» του...