x
Διαφήμιση

18 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:20:50 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΠΡΟΣΩΠΑ ΕΛΛΗΝΕΣ ΙΙ Γράφοντας μυθιστόρημα: τέσσερις συγγραφείς εξηγούν κι εξηγούνται

Γράφοντας μυθιστόρημα: τέσσερις συγγραφείς εξηγούν κι εξηγούνται

E-mail Εκτύπωση

altΗ Λουκία Δέρβη, η Τασούλα Επτακοίλη, ο Χρίστος Κυθρεώτης και ο Νίκος Ξένιος μιλάνε για τα νέα τους μυθιστορήματα, για τις δυσκολίες και τις προκλήσεις που αντιμετώπισαν στο πέρασμά τους από τη μικρή ή μεσαία «φόρμα», στο μυθιστόρημα, κάποιοι για πρώτη φορά. 

Του Κώστα Αγοραστού

Σύμφωνα με το Μεγάλο Ηλεκτρονικό Λεξικό Νεοελληνικής Γλώσσας (ΜΗΛΝΕΓ) του Πατάκη το μυθιστόρημα ορίζεται ως το «είδος μυθοπλαστικού λογοτεχνικού έργου, πεζού στη σύγχρονη μορφή του και μεγαλύτερου σε έκταση από το διήγημα ή τη νουβέλα, το οποίο έχει τη μορφή αφήγησης που περιέχει πρόσωπα, εκτείνεται στον χρόνο και εκτυλίσσεται σε κάποιο πραγματικό ή φανταστικό χώρο γύρω από μία άλλοτε σαφή και άλλοτε περισσότερο αφηρημένη υπόθεση».

Μια συλλογή διηγημάτων είναι η συνηθέστερη επιλογή για έναν πρωτοεμφανιζόμενο συγγραφέα. Η έκταση ενός μυθιστορήματος, η σύνθεση της πλοκής, το χτίσιμο των χαρακτήρων, οι αφηγηματικές τεχνικές, μοιάζουν να είναι –και είναι– παράμετροι που απαιτούν υψηλή τεχνογνωσία, έτσι ώστε το τελικό αποτέλεσμα να είναι όσο το δυνατόν πιο άρτιο. Ο Τσέζαρε Παβέζε έχει πει: «Όταν γραφτεί η πρώτη γραμμή ενός αφηγήματος, έχουν ήδη επιλεγεί τα πάντα, και το ύφος και ο τόνος και η τροπή των γεγονότων. Με δεδομένη την πρώτη γραμμή, δεν χρειάζεται παρά υπομονή: όλα τα υπόλοιπα πρέπει και μπορεί να βγουν από αυτήν».

Ρωτήσαμε τέσσερις συγγραφείς –καθένας τους έρχεται από διαφορετική αφετηρία–, με αφορμή τα νέα τους μυθιστορήματα, για την επιλογή του θέματός τους, τον αρχικό «σπόρο» του βιβλίου τους και τις αναγνωστικές τους προτιμήσεις.


 Λούκια Δέρβη: «Το θέμα υπαγορεύει το είδος» 
Θέα Ακρόπολη (εκδ. Μεταίχμιο)

Το πρώτο σας βιβλίο (Κακός χαρακτήρας, εκδ. Μελάνι) ανήκει στην κατηγορία της «μικρής φόρμας», είναι μια συλλογή διηγημάτων. Είχατε αντιληφθεί το μέγεθος της δυσκολίας ενός μυθιστορήματος και οδηγηθήκατε στα διηγήματα ή επιλέξατε τη μικρή φόρμα γιατί τα διηγήματα και οι νουβέλες είναι πιο ψηλά στις αναγνωστικές σας προτιμήσεις;

H πρώτη μου λογοτεχνική απόπειρα ήθελα να γίνει στο είδος του διηγήματος, ένα είδος που ανέκαθεν αγαπούσα πολύ, για να δοκιμάσω τις αντοχές μου ως πεζογράφος αφενός και γιατί τα θέματα που πραγματευόμουν εκείνη την εποχή ήταν πολλά και ετερόκλητα αφετέρου. Το ύφος επίσης από διήγημα σε διήγημα άλλαζε, η αφήγηση επίσης άλλαζε αλλά και η εστίαση και η οπτική γωνία (άλλοτε πρωτοπρόσωπα και άλλοτε τριτοπρόσωπα διηγήματα). Πρέπει να πω όμως, πως αισθανόμουν μια σιγουριά, πως πατούσα στέρεα πάνω στο είδος της μικρής φόρμας μέσω του οποίου ήθελα να εκφραστώ αρχικά και στη συνέχεια να περάσω στη μεγάλη φόρμα.

altΠείτε μας με λίγα λόγια την ιστορία και το θέμα του νέου σας μυθιστορήματος, Θέα Ακρόπολη. Ποια ήταν η στόχευσή σας;

Στο καινούργιο μου μυθιστόρημα Θέα Ακρόπολη, θέλησα να ζωντανέψω την ατμόσφαιρα ενός πεντάστερου, πολυτελούς ξενοδοχείου, το καλοκαίρι μιας εποχής ευμάρειας που πέρασε (της δεκαετίας του ΄90). Καθώς έγραφα το βιβλίο συνειδητοποίησα πόσο πολύ μοιάζουν τα ξενοδοχεία με θέατρα και οι υπάλληλοί τους με ηθοποιούς, ενώ ένα πλήθος άλλοι, το τεχνικό προσωπικό, που φροντίζει την εύρυθμη λειτουργία της σκηνής από τα παρασκήνια, παραμένει αθέατο και άγνωστο στους περισσότερους από μας. Αυτόν τον αόρατο κόσμο των παρασκηνίων θέλησα να προσεγγίσω μαζί με μικρά μυστικά του επαγγέλματος αλλά και την τόσο διαφορετική καθημερινότητα των εργαζομένων από αυτήν των επώνυμων και μη πελατών του ξενοδοχείου, σε μια γραμμική αφήγηση, βασισμένη στους χαρακτήρες.

Μπορείτε να θυμηθείτε ποιος ήταν ο «σπόρος» του μυθιστορήματός σας; Μια φράση, ένας χαρακτήρας, μια εικόνα;

Το θυμάμαι πολύ καλά. Ο «σπόρος» του Θέα Ακρόπολη ήταν η Θέκλα, η ιδιόρρυθμη καμαριέρα που πρωταγωνιστεί δίπλα στον Μάκη, τον καλύτερο και πιο ευσυνείδητο ρεσεψιονίστ του ξενοδοχείου. Αν και ο Μάκης είναι ο πρωταγωνιστής της ιστορίας, η αρχική σύλληψη ήταν η Θέκλα, μια απλή γυναίκα με τις ιδιοτροπίες, τα μυστικά της, την πικρή οικογενειακή ιστορία και μια ενδιαφέρουσα –θέλω να ελπίζω– προσωπικότητα.

Πριν από κάποια χρόνια, το 2013, γράψατε το Group Therapy (εκδ. Μελάνι), ένα βιβλίο που στέκεται στο όριο της νουβέλας και του μυθιστορήματος. Γράφοντας το τελευταίο σας μυθιστόρημα ήταν το θέμα του ή η συγγραφική εμπειρία σας που σας οδήγησε στο να κατασταλάξετε στη «μεγάλη φόρμα»; Ποια πιστεύετε ότι είναι αυτά τα στοιχεία που «δένουν» το βιβλίο, κατατάσσοντάς το στο μυθιστόρημα;

Ως πεζογράφος αυτή είναι και η βαθύτερη φιλοδοξία μου: να γράφω καλά βιβλία που να τα απολαμβάνουν οι αναγνώστες.

Ας ξεκινήσω με έναν γενικό κανόνα. Πως ένα κείμενο που ξεπερνάει τις 39.000 λέξεις κατατάσσεται αυτόματα στο είδος του μυθιστορήματος. Υπάρχει όμως και ένα άλλο –εξίσου σημαντικό− κριτήριο: το περιεχόμενο. Yπό τις παραπάνω προϋποθέσεις το Group Therapy είναι σαφώς ένα μυθιστόρημα. Το ξέρετε πολύ καλά, το θέμα υπαγορεύει το είδος, αν αυτό θα είναι σύντομο ή πιο εκτενές, καθώς και οι χαρακτήρες και η πλοκή του. Όπως το Group Therapy το 2013, έτσι και το Θέα Ακρόπολη τώρα, είναι μυθιστορήματα πολυπρόσωπα, με παράλληλες ιστορίες που εξελίσσονται προς ένα κοινό τέλος. Νουβέλα είναι, καθαρά, οι Ομπρέλες στον ουρανό (εκδ. Μελάνι, 2009) και ως νουβέλα ξεκίνησα να τη γράφω.

Διακινδυνεύοντας έναν χαρακτηρισμό, θα λέγατε ότι τοποθετείστε συγγραφικά στους «διηγηματογράφους» ή τους «μυθιστοριογράφους»; Ως αναγνώστρια πού αισθάνεστε πιο κοντά;

Διαβάζω βιβλία, καλά βιβλία, ανεξαρτήτως είδους. Χαίρομαι να διαβάζω καλά βιβλία, είναι η μεγαλύτερη, η καλύτερή μου απόλαυση. Ως πεζογράφος αυτή είναι και η βαθύτερη φιλοδοξία μου: να γράφω καλά βιβλία που να τα απολαμβάνουν οι αναγνώστες.


 Τασούλα Επτακοίλη: «Σε κάθε οικογένεια υπάρχουν ήρωες» 
Κέρμα στον αέρα (εκδ. Καστανιώτη)

Το πρώτο σας βιβλίο (Το άλλο μου ολόκληρο, εκδ. Πατάκη) δεν ανήκει στο είδος της μυθοπλασίας, είναι η καταγραφή μιας επώδυνης κατάστασης, της απώλειας του συζύγου σας. Σκεφτήκατε να καταφύγετε στη βοήθεια της μυθοπλαστικής αφήγησης (δηλ. στην πεζογραφία) ή αποτελούσε μονόδρομο η «κατά μέτωπο» εξιστόρηση των γεγονότων;

Δεν το σκέφτηκα το συγκεκριμένο βιβλίο, το ένιωσα. Το περιεχόμενό του είναι το ημερολόγιο που κρατούσα τον πρώτο χρόνο χωρίς τον Κώστα. Μιλούσα σ' εκείνον, έχοντας την ψευδαίσθηση ότι επικοινωνούμε. Το έγραψα για μένα, δηλαδή. Ήταν ο ατμός που έπρεπε να βρει διέξοδο και να βγει από μέσα μου, για να μην γίνει έκρηξη. Δεν σκόπευα να το εκδώσω. Κατόπιν προτροπής της αδελφής μου και πολύ στενών φίλων μου, το σκέφτηκα καλά, το παίδεψα πολύ μέσα μου, πήρα βαθιά ανάσα και αποφάσισα να γίνει βιβλίο, γιατί ίσως έτσι βοηθούσα άλλους ανθρώπους που βίωναν τον ίδιο πόνο αλλά δεν είχαν τρόπο να τον εκφράσουν. Ίσως τους έδινα «φωνή». Αισθάνομαι ότι έκανα καλά.

altΠείτε μας με λίγα λόγια την ιστορία και το θέμα του νέου σας βιβλίου, του μυθιστορήματος Κέρμα στον αέρα (εκδ. Καστανιώτη). Ποια ήταν η στόχευσή σας;

Ακολουθώ την πορεία μιας οικογένειας, μέσα από δέκα πρόσωπα – «φωτίζοντας» μια μέρα στη ζωή καθενός, από τα βουνά της Αλβανίας, στη Σάμο του Εμφυλίου και της Χούντας, στον Πειραιά και στην Αυστραλία και ξανά πίσω στην Αθήνα. Από τις προσδοκίες της Μεταπολίτευσης στις διαψεύσεις της κρίσης και στη νέα μετανάστευση. Δεν ξέρω αν επρόκειτο για συνειδητή στόχευση, αυτό που προσπάθησα πάντως ήταν, πρώτον, να «ακουμπήσουν» οι μικρές ιστορίες, των πρωταγωνιστών, πάνω στη μεγάλη Ιστορία, της Ελλάδας, μέσα σ' αυτές τις οκτώ δεκαετίες. Και, δεύτερον, να πως στους αναγνώστες πως όλοι έχουμε την ίδια αφετηρία: από το κλάμα ερχόμαστε. Το αφόρητο μας γεννάει, μας πλάθει. Μόνο που όταν είμαστε μπροστά του, ενστικτωδώς αποστρέφουμε από αυτό το βλέμμα μας. Κι όταν το έχουμε πλέον περάσει, η αγωνία μας είναι πώς θα το απαλείψουμε από τη μνήμη μας. Αν κάτι συνδέει τα δέκα άτομα για τα οποία μιλώ στο Κέρμα στον αέρα, αν υπάρχει ένα αόρατο νήμα που τα ενώνει, είναι ο πόνος που ένιωσαν σε κάποιες στιγμές της ζωής τους και πώς βγήκαν από τις Συμπληγάδες του: πιο σοφοί και πιο δυνατοί, καλύτεροι άνθρωποι. Και, φυσικά, κοινός παρονομαστής είναι και η αγάπη τους, η οποία, όπως αποδεικνύεται, δεν χάνεται ακόμα κι όταν όλα έχουν καταρρεύσει.

Μπορείτε να θυμηθείτε ποιος ήταν ο «σπόρος» του μυθιστορήματός σας; Μια φράση, ένας χαρακτήρας, μια εικόνα;

Όλοι έχουμε την ίδια αφετηρία: από το κλάμα ερχόμαστε. Το αφόρητο μας γεννάει, μας πλάθει.

Μια φωτογραφία που βρήκα πριν από λίγα χρόνια στο σπίτι μας στη Σάμο: της τριαντάχρονης γιαγιάς μου, χήρας ήδη, με τους δυο γιους της, τον πατέρα μου και τον θείο μου, στα τέλη της δεκαετίας του '40. Τα ρούχα τους ήταν φτωχικά –περνούσαν πολύ δύσκολα μετά τον θάνατο του παππού μου– αλλά το βλέμμα τους είχε τόση υπερηφάνεια και αξιοπρέπεια, που συγκινήθηκα. Σκέφτηκα πως σε κάθε οικογένεια υπάρχουν ήρωες, που μπορεί να μην κάνουν ηρωικές πράξεις, με την συνήθη έννοια, αλλά κάνουν απίστευτες υπερβάσεις: σαν τα αγριόχορτα, που με λαχτάρα ξεμυτίζουν από την πιο μικρή χαραμάδα στην άσφαλτο και θεριεύουν εκεί όπου τίποτ' άλλο δεν θα μπορούσε να επιβιώσει. Γι' αυτό και πιστεύω πως πολλοί από τους αναγνώστες θα αναγνωρίσουν οικεία τους πρόσωπα και καταστάσεις στις σελίδες του βιβλίου.

Το Κέρμα στον αέρα διαρθρώνεται σε δέκα κεφάλαια, δέκα ιστορίες ηρώων, οι οποίοι ανήκουν σε μια οικογένεια, έτσι όπως αυτή εξελίσσεται μέσα στα χρόνια. Γράφοντας το βιβλίο είχατε στο μυαλό σας ότι γράφετε ένα μυθιστόρημα ή μια συλλογή διηγημάτων; Ποια είναι αυτά τα στοιχεία τελικά, που «δένουν» το βιβλίο, κατατάσσοντάς το στο μυθιστόρημα;

Μία ιστορία είναι επί της ουσίας, απλώς ξεδιπλώνεται μέσα από δέκα πρόσωπα: καθώς το ένα διαδέχεται το άλλο, από το 1940 μέχρι σήμερα, μαθαίνουμε τι έχει μεσολαβήσει στο μεταξύ, ποια γεγονότα έχουν συμβεί, ευχάριστα ή δυσάρεστα, ποιες σχέσεις έχουν διαρραγεί, ποιες έχουν γίνει ακόμα πιο δυνατές, μετράμε απώλειες και καταγράφουμε νέες παρουσίες. Μυθιστόρημα, λοιπόν.


Χρίστος Κυθρεώτης: «Η αντικειμενικότητα δεν έχει καμία σχέση με τη λογοτεχνία» 
Εκεί που ζούμε (εκδ. Πατάκη)

Το πρώτο σας βιβλίο (Μια χαρά, εκδ. Πατάκη) ανήκει στην κατηγορία της «μικρής φόρμας», είναι μια συλλογή διηγημάτων. Είχατε αντιληφθεί το μέγεθος της δυσκολίας ενός μυθιστορήματος και οδηγηθήκατε στα διηγήματα ή επιλέξατε τη μικρή φόρμα γιατί τα διηγήματα και οι νουβέλες είναι πιο ψηλά στις αναγνωστικές σας προτιμήσεις;

Είχα αντιληφθεί τη δυσκολία του μυθιστορήματος με τον δύσκολο τρόπο: αποτυγχάνοντας να γράψω μερικά. Τα διηγήματα του Μια χαρά γράφτηκαν ανάμεσα σε αυτές τις αποτυχίες, ανάμεσα σε πρόωρες εκτυπώσεις, διαγράμματα πλοκής και σημειώσεις που δεν οδήγησαν πουθενά. Όμως δεν προσέγγισα τα διηγήματα ως λύση ανάγκης, ούτε ως μικρότερα μυθιστορήματα. Είναι διαφορετική φόρμα, με διαφορετική λογική, και ήταν αυτό που μπορούσα να κάνω καλύτερα σε εκείνη τη φάση.

altΠείτε μας με λίγα λόγια την ιστορία και το θέμα του νέου σας μυθιστορήματος, Εκεί που ζούμε (εκδ. Πατάκη). Ποια ήταν η στόχευσή σας;

Είναι η ιστορία μιας μέρας του Αντώνη Σπετσιώτη, η ιστορία της καθημερινότητάς του, αλλά και η ιστορία μιας εποχής χωρίς ιστορίες. Στόχος μου ήταν μέσα από τον συγκεκριμένο χαρακτήρα να καταγραφεί ένα συγκεκριμένο κλίμα, διανοητικό και συναισθηματικό, που δέσποσε για πολλά χρόνια στην Ελλάδα. Όχι να αντιπροσωπευτεί, απλώς να καταγραφεί, και μάλιστα με τον τρόπο της λογοτεχνίας, δηλαδή υποκειμενικά. Νομίζω πως η αντικειμενικότητα δεν έχει καμία σχέση με τη λογοτεχνία.

Μπορείτε να θυμηθείτε ποιος ήταν ο «σπόρος» του μυθιστορήματός σας; Μια φράση, ένας χαρακτήρας, μια εικόνα;

Οι επιμέρους ιδέες υπήρχαν και δουλεύονταν νοερά για χρόνια, μέχρι που συνειδητοποίησα πως όλο αυτό το «υλικό» θα μπορούσε να συμβαίνει στον ίδιο άνθρωπο, και σε μία μέρα. Θα έλεγα πως «σπόρο», και πάντως σίγουρα «συναισθηματικό υπόδειγμα», του βιβλίου αποτέλεσε η χαμηλών τόνων συγκίνηση της καθημερινότητας, αυτό το συναίσθημα που βιώνουμε συχνά όλοι όταν δεν συμβαίνει «τίποτα», με μυθιστορηματικούς όρους. Ήθελα να γράψω ένα μυθιστόρημα διαποτισμένο από αυτό το συναίσθημα.

Γράψατε ένα «χορταστικό» μυθιστόρημα όπου συναντούμε όλα τα βασικά «τεχνικά» χαρακτηριστικά του είδους (πλοκή, κεντρικό ήρωα, δευτερεύοντες χαρακτήρες, αφηγηματικές τεχνικές, κ.α.). Προσωπικό βίωμα, έρευνα και προσεκτική δουλειά στο κείμενό σας. Πόσο διαμόρφωσε το τελικό αποτέλεσμα καθένα από τα παραπάνω ή κάποιο άλλο χαρακτηριστικό;

Αναζητώ την καλή γραφή οπουδήποτε μπορεί να βρεθεί: σε μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια.

Πολλά από τα περιβάλλοντα του Εκεί που ζούμε είναι βιωμένα: το επαγγελματικό, η αθηναϊκή γεωγραφία κ.λπ. Σε αυτού τους είδους τα μυθιστορήματα χρειάζεται πολλή δουλειά, αν μη τι άλλο διότι πρέπει να αποφύγεις τον κίνδυνο να θεωρήσεις πως αυτό που προϋποτίθεται για σένα –ως βίωμα, συναίσθημα, ακόμα και γνώση– προϋποτίθεται και για τον αναγνώστη. Και βέβαια, στη συνέχεια έρχεται και όλη η συνηθισμένη δουλειά: το γράψιμο και ξαναγράψιμο αρκετών σκηνών, οι προσθαφαιρέσεις και μετακινήσεις, οι νεκροί χρόνοι που σου επιτρέπουν να ξαναδείς νηφάλια το αποτέλεσμα, όλα πράγματα που μου πήραν πολύ περισσότερο χρόνο από την πρώτη γραφή του βιβλίου. Από την άλλη, δεν απαιτήθηκε ιδιαίτερη έρευνα – με την εξαίρεση ορισμένων ειδικών θεμάτων.

Διακινδυνεύοντας έναν χαρακτηρισμό, θα λέγατε ότι τοποθετείστε συγγραφικά στους «διηγηματογράφους» ή τους «μυθιστοριογράφους»; Ως αναγνώστης πού αισθάνεστε πιο κοντά;

Ως αναγνώστης αναζητώ την καλή γραφή οπουδήποτε μπορεί να βρεθεί: σε μυθιστορήματα, διηγήματα, δοκίμια, ακόμα και στην ανεπίσημη προφορική πρόζα των σόσιαλ μίντια. Συγκριτικά όμως διαβάζω πολύ περισσότερα μυθιστορήματα, οπότε και συγγραφικά νιώθω πιο άνετα στη μεγάλη φόρμα.


Νίκος Ξένιος: «Το ανεκπλήρωτο και το ατελέσφορο του ήρωα με συγκινούσε και με προβλημάτιζε» 
Τα σπλάχνα (εκδ. Κριτική)

Το πρώτο σας βιβλίο (Το άχτι, εκδ. Φαρφουλάς) ανήκει στην κατηγορία της «μικρής φόρμας», είναι μια συλλογή διηγημάτων. Είχατε αντιληφθεί το μέγεθος της δυσκολίας ενός μυθιστορήματος και οδηγηθήκατε στα διηγήματα ή επιλέξατε τη μικρή φόρμα γιατί τα διηγήματα και οι νουβέλες είναι πιο ψηλά στις αναγνωστικές σας προτιμήσεις;

Δεν θεωρώ πως το μυθιστόρημα έχει μεγαλύτερο βαθμό δυσκολίας από το διήγημα και τη νουβέλα: κατά την άποψή μου πρόκειται για άλλο είδος δυσκολίας, η αντιμετώπιση της οποίας προϋποθέτει την ολοκλήρωση ενός κύκλου ζωής. Μάλλον αυτός είναι ο λόγος για τον οποίο δημοσίευα διηγήματα μέχρι να ολοκληρωθεί το μυθιστόρημά μου, μαζί με τα αλλεπάλληλα σπιράλ που μου επεφύλασσε η ζωή μου. Η σφαίρα του μυθιστορήματος στάθηκε πολύ αυστηρή μαζί μου, κρατώντας ερμητικά κλειστές τις θύρες της για πολλά χρόνια. Αντιθέτως, οι αναγνωστικές μου προτιμήσεις δεν είναι ιδιαίτερα αυστηρές: περιλαμβάνουν, δε, κυρίως μυθιστορήματα. 

altΠείτε μας με λίγα λόγια την ιστορία και το θέμα του νέου σας μυθιστορήματος, Τα σπλάχνα (εκδ. Κριτική). Ποια ήταν η στόχευσή σας;

Προ ετών άρχισα να γράφω την ιστορία ενός ανθρώπου που, χωρίς να το καταλάβει, απομονώθηκε από τον κόσμο γύρω του. Σταδιακά η ιστορία εξακτινώθηκε σε πολλά παράλληλα επίπεδα: στη ζωή της συζύγου του ήρωα, στη σχέση του ήρωα με τον γιο του, στην καριέρα του, στις καλλιτεχνικές του ευαισθησίες, στην αντίδρασή του προς τα προοδευτικά κινήματα της εποχής του. Ο ήρωας άρχισε να σχηματοποιείται στο μεταξύ, ενώ –περιέργως– μεγάλωνε σε έναν κόσμο που άλλαζε ραγδαία. 

Κι έτσι, ενώ η εκκίνηση έγινε από ένα εκλυτικό γεγονός της παιδικής ηλικίας του Άλκη Δομέστικου, ουσιαστικά η εξιστόρηση άπλωσε το υφάδι της στον σωρό των γεγονότων που άλλαξαν τη μορφή της Ευρώπης όσο ο Άλκης Δομέστικος μεγάλωνε. Ο ίδιος μόνον ακροθιγώς επηρεαζόταν από όλα αυτά – ή τουλάχιστον έτσι νόμιζε, γιατί η ουδετερότητά του ήταν φαινομενική, και η αθωότητά του επίσης. Η αρχική πρόθεση του έργου μου –το να αφηγηθώ την ιστορία ενός αγέλαστου ανθρώπου που δεν είναι σε θέση να συνάψει μιαν ανθρώπινη σχέση– εξελίχθηκε, απρόσμενα, στη σκιαγράφηση της προσωπικότητας ενός εκκολαπτόμενου φασίστα. Και κάλυψε τη διάρκεια όλου του εικοστού αιώνα. 

Μπορείτε να θυμηθείτε ποιος ήταν ο «σπόρος» του μυθιστορήματός σας; Μια φράση, ένας χαρακτήρας, μια εικόνα;

Ο σπόρος ήταν μια φράση που είχα καταγράψει κάποια στιγμή πριν από αρκετά χρόνια, μια φράση που με συγκινούσε βαθύτατα και που, πάνω-κάτω, έλεγε τα εξής: «...στην προσπάθειά του να συνάψει κάτι σαν σχέση... κάτι του τακιμιού». Το ανεκπλήρωτο, το ατελέσφορο αυτής της προσπάθειας του ήρωά μου ήταν το στοιχείο που με συγκινούσε και με προβλημάτιζε. Αλλά ήταν, παράλληλα, αυτό το στοιχείο που θα μπορούσε κανείς να χαρακτηρίσει ως την κυρίως παθογένεια του ήρωά μου. Από αυτήν τη φράση εκκινώντας, το μυθιστόρημα ανέπτυξε ρίζες και κορμό και πέταξε κλαδιά, διατρέχοντας όλο το πιθανό φάσμα νοσηρότητας που μπορείτε να φανταστείτε.

Το προηγούμενό σας βιβλίο, Το κυνήγι του βασιλιά Ματθία (εκδ. Κριτική), στέκεται στο όριο της νουβέλας και του μυθιστορήματος. Γράφοντας το τελευταίο σας μυθιστόρημα ήταν το θέμα του ή η συγγραφική εμπειρία σας, που σας οδήγησε στο να κατασταλάξετε στη «μεγάλη φόρμα»; Ποια πιστεύετε ότι είναι αυτά τα στοιχεία που «δένουν» το βιβλίο, κατατάσσοντάς το στο μυθιστόρημα;

Η αρχική πρόθεση του έργου μου –το να αφηγηθώ την ιστορία ενός αγέλαστου ανθρώπου που δεν είναι σε θέση να συνάψει μιαν ανθρώπινη σχέση– εξελίχθηκε, απρόσμενα, στη σκιαγράφηση της προσωπικότητας ενός εκκολαπτόμενου φασίστα.

Ήδη με το Κυνήγι του βασιλιά Ματθία δοκιμάστηκα στο μυθιστόρημα. Ένα μυθιστόρημα δομείται σε πολλά επίπεδα (πράγμα που συμβαίνει με τον βασιλιά Ματθία), εκτυλίσσεται σε μεγάλα χρονικά διαστήματα/εποχές (πράγμα που επίσης συνιστά γνώρισμα του βασιλιά Ματθία) και αφορά πολλές διαφορετικές ζωές που πλαισιώνουν τους κεντρικούς ήρωες (η ιστορία των προσφύγων πλαισιώνεται από την ιστορία της πριγκίπισσας Μερσούδας κατά τέτοιον τρόπο ώστε να αναδεικνύεται μέσω αυτής). Υπό αυτό το πρίσμα, ο βασιλιάς Ματθίας είναι επίσης μυθιστόρημα ως προς τη δομή και ως προς το υλικό, και ας χαρακτηρίστηκε νουβέλα λόγω μεγέθους. Το «λιπόσαρκο» του κειμενικού σώματος δεν είναι αποτέλεσμα ένδειας αφηγηματικού υλικού, αλλά απόρροια μιας διεργασίας αφαίρεσης στην οποία σκόπιμα υπέβαλα το υλικό μου, αποβλέποντας στο «στακάτο» ύφος. 

Όσο για τα Σπλάχνα, δεν ήταν το θέμα τους που τα κατέστησε πιο εκτεταμένο κείμενο, ούτε η συγγραφική μου εμπειρία. Ήταν ο Χρόνος ο πανδαμάτωρ που επέβαλε πολλαπλές παρεμβάσεις, προσθαφαιρέσεις, μετατροπές. Υποκείμενα στον κριτικό έλεγχο μιας σειράς αγαπητών φίλων (συγγραφέων και μη, εκδοτών και μη) που τα διάβαζαν, τα σχολίαζαν, τα ενέκριναν ή τα επέκριναν κατά την κρίση τους, τα Σπλάχνα είχαν την τύχη να ενσωματώσουν μια διαφορετική αντίληψη χρονικότητας, αρθρώνοντας έτσι την αφηγηματική τους πρόταση. Η ιστορία του Άλκη Δομέστικου εξυφάνθηκε με μια πλέξη πολύ ιδιότυπη: άλματα χρονικά, εναλλαγή δύο πρωτοπρόσωπων με μια τριτοπρόσωπη αφήγηση, εναλλαγή αμιγώς αφηγηματικών με αμιγώς ενδοσκοπικά/ποιητικά μέρη, κ.ο.κ.

Διακινδυνεύοντας έναν χαρακτηρισμό, θα λέγατε ότι τοποθετείστε συγγραφικά στους «διηγηματογράφους» ή τους «μυθιστοριογράφους»; Ως αναγνώστης πού αισθάνεστε πιο κοντά;

Νιώθω χαρακτηριστικά ότι η εποχή μας επιβάλλει τη δική της φόρμα, αυτήν του genre «αμερικανικό διήγημα». Βρίσκομαι, επί του παρόντος, σε αναμέτρηση με τις δυσκολίες του εκτεταμένου διηγήματος, δεδομένου ότι το εκτεταμένο διήγημα μπορεί να χωρέσει την πρώτη ύλη που αγγίζει το μεδούλι της ζωής. Όμως η τεράστια πρόκληση για μένα είναι το θέατρο. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Φίλιππος Δρακονταειδής: «Οι λέξεις οδηγούν τη γραφή, όπως ο εκπαιδευτής τους ορειβάτες»

Φίλιππος Δρακονταειδής: «Οι λέξεις οδηγούν τη γραφή, όπως ο εκπαιδευτής τους ορειβάτες»

Ο πεζογράφος, δοκιμιογράφος και μεταφραστής Φίλιππος Δ. Δρακονταειδής σε μια συνέντευξη με αφορμή το μυθιστόρημά του «Η πρόσοψη» (εκδ. Κέδρος), τη συλλογή δοκιμίων του «Εκτός πλαισίου» (εκδ. Εκκρεμές), καθώς και την «ξανακοιταγμένη» μετάφρασή του, με επιπλέον σχόλια και σημειώσεις, στο ...

Αλέξης Σταμάτης: «Η τέχνη είναι αντανάκλαση των παθών μας»

Αλέξης Σταμάτης: «Η τέχνη είναι αντανάκλαση των παθών μας»

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Αλέξη Σταμάτη με αφορμή το μυθιστόρημά του «Ο άντρας της πέμπτης πράξης» (εκδ. Καστανιώτη).

Του Διονύση Μαρίνου

Πορεία μαθητείας και ενηλικίωσης. Μύησ...

«Η Ελλάδα είναι τόπος βαθύτατα ποιητικός»

«Η Ελλάδα είναι τόπος βαθύτατα ποιητικός»

Συνέντευξη με τον ποιητή και μεταφραστή Θανάση Λάμπρου.

Της Νότας Χρυσίνα

Κύριε Λάμπρου, στη νέα σας ποιητική συλλογή Μονοπάτια γρά...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Μάγια Λούντε: «Υπάρχουν τόσες εκδοχές ενός βιβλίου όσες και οι αναγνώστες του»

Συνομιλία με τη Νορβηγή συγγραφέα Μάγια Λούντε περί cli-fi, μελισσών, οικογενειακών σχέσεων, σχέσεων αγάπης αλλά και απώλειας με αφορμή το μυθιστόρημα «Η ιστορία των μελισσών» (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης, εκδ. Κλειδάριθμος).  

...

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Έντονη διαμαρτυρία ανθρώπων των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης για την πρόσφατη έκδοση βιβλίου με «συνεντεύξεις» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
 
 Θεέ μου, φύλαγ...
Στο περιθώριο της Ιστορίας

Στο περιθώριο της Ιστορίας

Για την επανέκδοση του μυθιστορήματος της Έλενας Χουζούρη «Σκοτεινός βαρδάρης – Βαλκανική μυθιστορία έρωτα και απώλειας» (εκδ. Πατάκη).

Του Κώστα Καβανόζη

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube