28 Μαϊου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:07:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Κόκκινοι

Κόκκινοι

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Carl Aderhold Κόκκινοι (μτφρ. Κ.Β. Κατσουλάρης), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Στερέωμα. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η πόρτα έβγαζε σε έναν στενό διάδρομο. Φωτιζόταν από τον ανοιχτό φεγγίτη στην οροφή, απ’ όπου ολημερίς εισχωρούσε μια βαριά οσμή κουζίνας. Μέναμε σε μια σοφίτα, στην οδό Κιούρ στο 16ο διαμέρισμα, ανάμεσα σε Πορτογάλους θυρωρούς και Ισπανίδες υπηρέτριες.

Όταν τις συναντούσε, τις κατηγορούσε ότι δεν είχαν έρθει στη Γαλλία για να ξεφύγουν από τον Φράνκο αλλά για να βρουν δουλειά. Ολόκληρη αντιπροσωπεία από δαύτες μπούκαραν στον χώρο μας για να παραπονεθούν. «Βρωμοκόκκινοι!» φώναζαν.

Για να πάω στην τουαλέτα έπρεπε να διασχίσω ολόκληρο τον όροφο, στρίβοντας κι ανεβαίνοντας ορισμένα επιπλέον σκαλοπάτια, περνώντας σχεδόν μέσα από κάδους απορριμμάτων και διάφορα συμπράγκαλα, ομπρέλες, ρόδες ποδηλάτου, καλάθια, που άφηναν οι ένοικοι μπροστά στις πόρτες τους. Πηγαίνοντας όπως κι επιστρέφοντας, φοβόμουν μη με σταματήσουν οι Ισπανίδες. Τις έβλεπα καθώς περνούσα μπροστά από τις μισάνοιχτες πόρτες τους, γερμένες πάνω από το μάτι της κουζίνας ή να ράβουν καθιστές. Στην εσωτερική πλευρά στις πόρτες στις τουαλέτες είχαν κρεμάσει εικονίτσες της Παναγίας και διαφόρων αγίων. Τις χάζευα, καθώς προσπαθούσα να μη χάσω την ισορροπία μου στα αλά τούρκα βεσέ. Μία, ειδικά, μου ασκούσε ιδιαίτερη γοητεία. Η μάρτυρας, με τα χέρια σε στάση προσευχής, ήταν διπλωμένη στα δύο μπροστά σε μια χύτρα κάτω από την οποία έκαιγαν ζωηρές κίτρινες και κόκκινες φλόγες. Ολόγυρα, στέκονταν άντρες με πανοπλίες και κράνη και πρόσωπα μοχθηρά. Έβαζα όλες μου τις δυνάμεις να φανταστώ κάθε λογής στρατηγήματα που θα με βοηθούσαν να τη σώσω. Από πάνω, ο πατέρας μου είχε γράψει με το χέρι στα ισπανικά, La receta de bacalao («η συνταγή του μπακαλιάρου»). Αγνοούσα το νόημα αυτών των λέξεων αλλά οι Ισπανίδες το θεώρησαν ιεροσυλία για την οποία δεν είχαν καμιά αμφιβολία ποιος ευθυνόταν. Όταν τις συναντούσε, τις κατηγορούσε ότι δεν είχαν έρθει στη Γαλλία για να ξεφύγουν από τον Φράνκο αλλά για να βρουν δουλειά. Ολόκληρη αντιπροσωπεία από δαύτες μπούκαραν στον χώρο μας για να παραπονεθούν. «Βρωμοκόκκινοι!» φώναζαν.

[…]

Δεν ήταν αυτές ο μοναδικός κίνδυνος που με απειλούσε. Στον δρόμο, κρατούσα το χέρι το πατέρα μου λες και βρισκόμασταν σε εχθρικό έδαφος. Εδώ ήταν το λημέρι των φιλοβασιλικών κατά τη διάρκεια της Κομμούνας του Παρισιού, μου εξηγούσε. «Είναι όλοι τους γκωλικοί!» έλεγε με θυμό. Ακόμα χειρότερα. «Πλούσιοι!» Κοιτούσα τους περαστικούς με καχυποψία, ειδικά τις γυναίκες. «Οι φιλοβασιλικές έβγαζαν τα μάτια των φτωχών αγωνιστών της Κομμούνας με τη μύτη της ομπρέλας τους». Όταν συναντούσα γυναίκα, κατέβαζα το κεφάλι. Στο μυαλό μου, μπορούσε να μαντέψει, με τον παραμικρό ύποπτο μορφασμό, ότι ήμουν γιος κόκκινου.

Έβαζα τα δυνατά μου να είμαι χαμογελαστός, να μην τραβάω την προσοχή, να μη φωνάζω, να μην τρέχω – οι πλούσιοι δεν τρέχουν ποτέ και μιλούν σιγανά. Προσπαθούσα να τους μιμηθώ. Δεν καταλαβαίνω γιατί με το που μπαίνεις στο σπίτι αρχίζεις να κάνεις σαν τρελός! παραπονιόταν η μητέρα μου.

Όταν πηγαίναμε στο πάρκο, έπρεπε να φοράω κοντό παντελονάκι, σακάκι με θεόρατα κουμπιά και σανδάλια με μεγάλα λουράκια. Έμοιαζα, έλεγε, με ναυτάκι. Ήταν για μένα ένα ντύσιμο σαν καμουφλάζ που μου επέτρεπε να περνάω απαρατήρητος ανάμεσα στα άλλα πιτσιρίκια. Οι μητέρες τους, βλέποντας τη δική μου, με το κάπως θλιμμένο πρόσωπο, το άχρωμο φόρεμά της, που μαρτυρούσε ανέχεια, την περνούσαν για νταντά μου.

 

Η αδερφή μου η Ματίλντ ήρθε στον κόσμο λίγο μετά. Όπως κι εγώ, συνελήφθη κάτω από το βλέμμα των πορτρέτων του Μαρξ και του Λένιν. Ως παιδιά, πιστεύαμε ότι επρόκειτο για ξακουστούς μακρινούς προγόνους.

Η γέννησή της σήμανε την έναρξη εκεχειρίας με τις Ισπανίδες γειτόνισσες. Έρχονταν κατά μικρές ομάδες φέρνοντας ζαχαρωτά, ρούχα που είχαν μόλις πλέξει οι ίδιες. Πριν εξαφανιστούν, έριχναν στη μητέρα μου και σ’ εμένα βλέμματα γεμάτα οίκτο.

Θυμάμαι καθαρά το αναδιπλούμενο κρεβάτι των γονιών μου μαζεμένο και κολλημένο στον τοίχο μες στη μέρα. Η μητέρα μου το κάλυπτε με ένα ύφασμα κι ακουμπούσε πάνω ένα βάζο για να το καμουφλάρει. Για ντουλάπες είχαμε τις βαλίτσες μας. «Έτσι, αν χρειαστεί να φύγουμε γρήγορα, θα είμαστε έτοιμοι…» Το κουζινάκι γκαζιού στο οποίο μαγείρευε. Την οσμή υγρασίας στους τοίχους τον χειμώνα, ξερών χόρτων το καλοκαίρι. Και τα δέματα που έστελνε η γιαγιά.

[…]

Η φτώχια μας δεν ήταν ντροπιαστική. Πρόβαλλε ως το σημάδι της αγνότητάς μας, του μεγαλείου των συναισθημάτων μας. Με το που του βρίσκονταν λίγα χρήματα, ο πατέρας μου τα εξαφάνιζε με επιδεικτική, ανησυχητική απλοχεριά. «Αν μου βρίσκονται πέντε φράγκα στην τσέπη, δεν μπορώ να τα αρνηθώ σ’ αυτόν που μου τα ζητάει». Για εκείνον, το ταλέντο είχε τίμημα. Όφειλε να το πληρώσει με την ποινή να είναι καταδικασμένος σε μια δίχως δόξα επιτυχία. Όλα ήταν θέατρο, με ορμή, πάθος, με ειλικρίνεια επίσης, αλλά θέατρο. Θέατρο η δυστυχία, θέατρο ο καταραμένος καλλιτέχνης, η σκληρότητα της μποέμικης ζωής. Και την ίδια στιγμή, όλα ήταν εντελώς πραγματικά.

Δεν θυμάμαι ούτε μία στιγμή από εκείνες που άλλα παιδιά έχουν ζήσει με τους πατεράδες τους· να τους μαθαίνουν ποδήλατο, ένα απόγευμα στο πάρκο, ένα μαστόρεμα. Παραχωρούσε με προθυμία τη θέση του στους θείους μου, στους πατεράδες των φίλων μου.

Δεν θυμάμαι ούτε μία στιγμή από εκείνες που άλλα παιδιά έχουν ζήσει με τους πατεράδες τους· να τους μαθαίνουν ποδήλατο, ένα απόγευμα στο πάρκο, ένα μαστόρεμα. Παραχωρούσε με προθυμία τη θέση του στους θείους μου, στους πατεράδες των φίλων μου. Δεν έχουμε ανταλλάξει καν λίγες μπαλιές, δεν έχουμε πάει ούτε ένα σινεμά μαζί , παρά μόνο αν ήταν για κάποια στρατευμένη ταινία.

Κάθε χρόνο στη γιορτή του πατέρα ή στα γενέθλιά του, του προσέφερα μια ζωγραφιά. Αγωνιστές της Κομμούνας πίσω από τα οδοφράγματα. Ανάμεσα στους στρατιώτες που πυροβολούσαν τον λαό δέσποζε ο Ντε Γκωλ. Φρόντιζα με μεγάλη προσοχή τις λεπτομέρειες, τις ερπύστριες των τανκ, τα μεγάλα φυσεκλίκια, φιδωτές σταγόνες αίματος να τρέχουν από μια πληγή. Αμερικανούς με στολές παραλλαγής από τη μια να ορμούν ομαδόν, Βιετναμέζους να φορούν όλοι όμοια στολή αλλά να ξεχωρίζουν από τα χρυσοκίτρινα πρόσωπά τους. Είχα μάθει να δουλεύω λειαίνοντας τις χρωματιστές επιφάνειες με το στυπόχαρτο. Τα μακρόσυρτα μηνύματα έβγαιναν έξω από την εικόνα αναγκάζοντάς με να παραπέμπω με αστερίσκους για το τέλος των κειμένων στα περιθώρια. Η απλοϊκότητα στις αναλογίες των σωμάτων, η παιδαριώδης ακαμψία τους, τα «Χρόνια πολλά» ή τα «Να χαίρεσαι τη γιορτή σου, μπαμπά» δεν κατόρθωναν να αντισταθμίσουν τη χοντροκοπιά των συνθημάτων, την πολεμική βία της σκηνής. Ο πατέρας μου υπογράμμιζε τα ορθογραφικά λάθη – παρά τις προσπάθειές μου, όλο και κάποιο ξέφευγε. Όσα από τα έργα τού φαίνονταν εντός γραμμής τα έδειχνε στην τοπική οργάνωση και, καμιά φορά, μου μετέφερε τους επαίνους τους.

Δεν υπάρχει, από την άλλη, πολεμική σύρραξη ή κρίση αυτής της περιόδου που να μη μου θυμίζει την παιδική μου ηλικία.

Μεγαλώσαμε με τον πόλεμο του Βιετνάμ. Οι πορείες ειρήνης ήταν οι δικές μας κυριακάτικες εκδρομές. Σε μια από αυτές τις συγκεντρώσεις, που είχε γίνει στη Βενσέν, η αδερφή μου κι εγώ δεν σταματούσαμε να φωνάζουμε «Νίξον δολοφόνε». Ουρλιάζαμε ακόμη και καθώς επιστρέφαμε, στο μετρό, για να κάνουμε τους γονείς μας να γελάνε, αλλά και ανεβαίνοντας τον δρόμο προς το σπίτι μας. Η μητέρα μου κρατούσε τον πατέρα μου από το χέρι. Φορούσε ένα γαλάζιο φόρεμα, ελαφρύ, που την έκανε να μοιάζει με πρωταγωνίστρια γαλλικής ταινίας εκείνης της εποχής. Εκείνος της χαμογελούσε με την αδερφή μου σκαρφαλωμένη στους ώμους του – απ’ όταν γεννήθηκε, με είχε εκθρονίσει. Τεντωνόταν προς τα πίσω και κρατιόταν με τα χέρια από τον λαιμό του για να μην πέσει. Το πρόσωπό της χανόταν μέσα σ’ ένα υπερμεγέθες για τα μέτρα της κινέζικο καπέλο. Περπατούσα λίγα μέτρα μπροστά τους. Οι ακτίνες του ήλιου έβαφαν τα παρμπρίζ αυτοκινήτων που ήταν παρκαρισμένα κατά μήκος του πεζοδρομίου. Μοιάζαμε με εκείνες τις καλοσυνάτες οικογένειες που, μια όμορφη Κυριακή του Σεπτεμβρίου, επιστρέφουν από έναν περίπατο στο δάσος. Άρχιζα: «Νί-ξον…!» Η αδερφή μου απαντούσε ανάμεσα στα γέλια τους… «Δο-λο-φό-νε!» Έβαζα όλο μου τον ζήλο, διεγερμένος από το αίσθημα ότι τραβούσα την προσοχή των περαστικών. Η μητέρα μου μας έκανε νόημα να χαμηλώσουμε τις φωνές, αλλά η λάμψη υπερηφάνειας που διέκρινα στα μάτια του πατέρα μου με ωθούσε να συνεχίζω.

[…]

Έμαθα γεωγραφία μέσα από τις εξεγέρσεις και τους ανταρτοπόλεμους. Κάθε ξένος σύντροφος ήταν μια ευκαιρία αδερφοποίησης, μια ευκαιρία να ακούσεις ακόμα μια λιτανεία από συμφορές. Άλλαζαν μονάχα τα ονόματα των καταπιεστών, το χρώμα του δέρματος.

Έμαθα γεωγραφία μέσα από τις εξεγέρσεις και τους ανταρτοπόλεμους. Κάθε ξένος σύντροφος ήταν μια ευκαιρία αδερφοποίησης, μια ευκαιρία να ακούσεις ακόμα μια λιτανεία από συμφορές. Άλλαζαν μονάχα τα ονόματα των καταπιεστών, το χρώμα του δέρματος. Μέλη της Οργάνωσης για την Απελευθέρωση της Παλαιστίνης με ύφος αιώνιου φοιτητή, οργισμένοι μαχητές του Εθνικού Αφρικανικού Κογκρέσου, Μαροκινοί κομμουνιστές με εξεζητημένα γαλλικά, που μάζευαν υπογραφές για την απελευθέρωση του Νέλσον Μαντέλα ή του Αμπραάμ Σερφατύ, Φιλιππινέζοι με κλαψιάρικη φωνή και Ιρανοί με υπόγεια ειρωνεία που κατάγγελλαν τις σπατάλες της Ιμέλντα Μάρκος και της Φαράχ Ντιμπά, Ζαϊρινοί, Βραζιλιάνοι, Πορτογάλοι, Έλληνες, στο έλεος Στραταρχών, Στρατηγών, Συνταγματαρχών, όλοι τους στρατευμένοι σε έναν αγώνα που ο πατέρας μου μας ενθάρρυνε να στηρίξουμε. Οι άνθρωποι αυτοί είχαν ύφος βαρύ και πένθιμο, λες και δεν εκπροσωπούσαν μονάχα το Κόμμα τους αλλά τα βάσανα ολόκληρου του λαού τους. Απεχθανόμουν τη μανία τους να περνούν τα χέρια τους μέσα από τα μαλλιά μας.

Η επίσκεψη αντιπροσωπείας από το κομμουνιστικό κόμμα και της πλέον μακρινής χώρας γέμιζε τον πατέρα μου με το μεθυστικό συναίσθημα ότι η παγκόσμια επανάσταση ήταν κοντά. Δεν άφηνε ποτέ τον εκπρόσωπο μιας χώρας χωρίς πρώτα να του έχει προσφέρει ένα ποτήρι κρασί κι εκείνος, για να ενισχύσει τους δεσμούς που σφυρηλατούνταν, τον κερνούσε ένα με τη σειρά του. Έκαναν προπόσεις για την τελική νίκη, κι ακόμα μία ενάντια στο μεγάλο κεφάλαιο, στον Νίξον ή στον Ντε Γκωλ. Η μεταξύ τους επικοινωνία βάθαινε κατεβάζοντας μπίρες, κρασιά, τσίπουρα, λικέρ με ονόματα άγνωστα και ποιητικά. Οι Βιετναμέζοι κερνούσαν ένα ποτό φυλαγμένο σε μπουκάλια μέσα στα οποία επέπλεαν ερπετά. «Δηλητήριο… θανάσιμο!» μας έλεγαν διασκεδάζοντας με τον φόβο μας. Η αδερφή μου κι εγώ κοιτούσαμε τον πατέρα μου, ανήσυχοι πως από στιγμή σε στιγμή θα βλέπαμε το δηλητήριο να επιδρά.

Το γεωπολιτικό άνοιγμα των οριζόντων εξελισσόταν σε ένα εξαίσιο διεθνές και προλεταριακό μπεκρούλιασμα. Για το τέλος κρατούσαν τις χώρες του Ανατολικού μπλοκ. Είχε πιάσει φιλίες με ένα μέλος του Κομμουνιστικού Κόμματος της Πολωνίας, που έδινε το παρών κάθε χρόνο. Με τη βοήθεια της βότκας, ο άλλος παρασυρόταν σε μια απέξω απέξω κριτική του καθεστώτος. Ο πατέρας μου εκλάμβανε αυτές τις εξομολογήσεις ως αποδείξεις της ικμάδας της δημοκρατίας σε αυτές τις χώρες, σε αντίθεση με τα όσα ισχυριζόταν ο αστικός Τύπος.

[…]

Ο παρουσιαστής διάβαζε τους τίτλους των ειδήσεων. Ο πατέρας μου κρατούσε την αναπνοή του. Με το που ακουγόταν το πρώτο ρεπορτάζ, γυρνούσε προς το τρανζίστορ κι έβριζε πατόκορφα τον δημοσιογράφο. Οι ώμοι της μητέρας μου γερμένοι πάνω από το μάτι της κουζίνας ανεβοκατέβαιναν στον ρυθμό των πατρικών κραυγών.

Το Βιετνάμ ήταν παρόν ακόμα και την ώρα του δείπνου. Τρώγαμε από νωρίς, ο πατέρας μας έφευγε στη συνέχεια για να πάει να παίξει στο θέατρο. Μας ρωτούσε με τη σειρά πώς περάσαμε τη μέρα μας. Όταν τα μπιμ στο ραδιόφωνο σήμαιναν ώρα επτά, ξέραμε ότι από στιγμή σε στιγμή θα ξεσπούσε καταιγίδα. Ανέβαζε τον ήχο της συσκευής. Ο παρουσιαστής διάβαζε τους τίτλους των ειδήσεων. Ο πατέρας μου κρατούσε την αναπνοή του. Με το που ακουγόταν το πρώτο ρεπορτάζ, γυρνούσε προς το τρανζίστορ κι έβριζε πατόκορφα τον δημοσιογράφο. Οι ώμοι της μητέρας μου γερμένοι πάνω από το μάτι της κουζίνας ανεβοκατέβαιναν στον ρυθμό των πατρικών κραυγών.

Η αγανάκτησή του θέριευε όταν έφτανε η ώρα για τα διεθνή. Καταριόμουν σιωπηρά τους καπιταλιστές που έκαναν τα αδύνατα δυνατά να μας χαλάσουν το δείπνο. Χτυπούσε το τραπέζι με τις γροθιές του κάνοντας τα ποτήρια να κουδουνίζουν.

Μας ήλεγχε όλους με το βλέμμα του. Αν καρφώναμε τα μάτια μας στο πιάτο μας, γινόταν έξαλλος για την αδιαφορία μας. Έπρεπε να τον ακούμε, συνεπαρμένοι. Να συναινούμε στις κατάρες του. Να τρέμουμε με τον θυμό του. Κάθε μπουκιά που κατέβαζε σηματοδοτούσε λίγα δευτερόλεπτα νηνεμίας πριν ξεσπάσει νέα καταιγίδα προσβολών.

«Στον Βορρά, η θερμοκρασία θα διατηρηθεί σε χαμηλά επίπεδα, οι άνεμοι θα είναι σχεδόν θυελλώδεις έως θυελλώδεις...» Στις οκτώ και πέντε, μια γυναικεία φωνή εκφωνούσε το δελτίο θαλασσών. Κανείς, ούτε καν οι ναυτικοί που ταξίδευαν, δεν αδημονούσε τόσο πολύ να το ακούσει όσο η αδερφή μου κι εγώ. «Άνεμοι νότιοι νοτιοανατατολικοί, τρία με τέσσερα μποφόρ με τάσεις εξασθένησης από το απόγευμα…» Θα μπορούσα ακόμη και σήμερα να τα επαναλάβω αυτά τα δελτία – όπως εξορκίζουμε μια κατάρα. Σήμαινε για όλους μας λήξη του συναγερμού. Ο πατέρας μου μάζευε τα πράγματά του για να φύγει. Τώρα μπορούσαμε να φάμε το επιδόρπιό μας με την ησυχία μας. Η εκφωνήτρια και τα μυστηριώδη ξόρκια της γαλήνευαν την πατρική οργή. Σε μια τελευταία αναζωπύρωση, αποκαρδιωμένος από τη χυδαιότητα της γκωλικής προπαγάνδας, ο πατέρας μου προφήτευε τον ερχομό της Επανάστασης, που όλα αυτά θα τα σάρωνε. «Ιρουάζ… Βικίνγκ… Κανταμπρικό…» έψελνε η γυναικεία φωνή, ονόματα από θαλάσσιες ζώνες που σε έκαναν να ταξιδεύεις.

aderhold kokkinoi exwfullo850

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Patricio Pron «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) που κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος» (μτφρ. από τα κορεάτικα Αμαλία Τζιώτη), το οποίο κυκλοφορεί στις 16 Μαρτίου εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Olivia Manning «Βαλκανική τριλογία - Η μεγάλη τύχη» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορασ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού ανακοίνωσε τις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόκειται για τις τρεις κατηγο...

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Για τη συλλογή μικροδιηγημάτων του Κώστα Σιαφάκα «Αντανάκλαση» (εκδ. Σμίλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη συλλογή Αντανάκλαση του Κώστα Σιαφάκα, όπου τα πεζά έχουν συνήθως...

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Με αφορμή την έκδοση και παρουσίαση του poster book του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ «Ήταν μια φορά ένας κομίστας στην TV (Η πολυκατοικία)» (εκδ. Syllipsis), το χρονικό ενός διαμεσικού αφηγήματος.

Επιμέλεια: Λωνίδας Καλούσης...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube