x
Διαφήμιση

17 Νοεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:03:00:56 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Paul Bowles: «Τσάι στη Σαχάρα»

Paul Bowles: «Τσάι στη Σαχάρα»

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Paul Bowles «Τσάι στη Σαχάρα» (μτφρ. Νίκος Α. Μάντης), που κυκλοφορεί στις 30 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

«Το πεπρωμένο κάθε ανθρώπου είναι προσωπικό
μόνο στον βαθμό που συμβαίνει να μοιάζει με αυτό που ήδη υπάρχει στη μνήμη του».
EDUARDO MALLEA

i

Μέσα στην απόλυτη αποχαύνωση, στην απόλυτη χαλάρωση, έμεινε για λίγο τελείως ακίνητος κι έπειτα αφέθηκε ξανά σε έναν από εκείνους τους φευγαλέους, ελαφριούς ύπνους που ακολουθούν έπειτα από έναν βαθύ και παρατεταμένο. Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια πάλι και κοίταξε το ρολόι στον καρπό του. Ήταν απλώς μια ανακλαστική κίνηση, γιατί όταν είδε την ώρα δεν ένιωσε παρά σύγχυση.

Ξύπνησε, άνοιξε τα μάτια του. Το δωμάτιο δεν του θύμιζε σχεδόν τίποτα∙ ήταν υπερβολικά βυθισμένος στην ανυπαρξία απ’ την οποία είχε μόλις επιστρέψει. Δεν είχε ούτε την ενέργεια να προσδιορίσει τη θέση του στον χρόνο και τον χώρο, αλλά ούτε και την επιθυμία για κάτι τέτοιο. Βρισκόταν κάπου και είχε γυρίσει εκεί από το πουθενά, διασχίζοντας αχανείς εκτάσεις∙ στον πυρήνα της συνείδησής του υπήρχε η βεβαιότητα μιας ατελείωτης θλίψης, αλλά η θλίψη ήταν καθησυχαστική, γιατί μόνο αυτή δεν του ήταν ξένη. Δεν είχε ανάγκη από άλλη παρηγοριά. Μέσα στην απόλυτη αποχαύνωση, στην απόλυτη χαλάρωση, έμεινε για λίγο τελείως ακίνητος κι έπειτα αφέθηκε ξανά σε έναν από εκείνους τους φευγαλέους, ελαφριούς ύπνους που ακολουθούν έπειτα από έναν βαθύ και παρατεταμένο. Ξαφνικά άνοιξε τα μάτια πάλι και κοίταξε το ρολόι στον καρπό του. Ήταν απλώς μια ανακλαστική κίνηση, γιατί όταν είδε την ώρα δεν ένιωσε παρά σύγχυση. Ανασηκώθηκε, κοίταξε γύρω το φτηνιάρικο δωμάτιο, έπιασε το μέτωπό του και, ξεφυσώντας βαθιά, έπεσε πάλι στο κρεβάτι. Τώρα ωστόσο ήταν ξύπνιος∙ λίγα δευτερόλεπτα αργότερα συνειδητοποίη­σε πού βρισκόταν, κατάλαβε ότι ήταν αργά το απόγευμα και ότι είχε πέσει για ύπνο μετά το μεσημεριανό φαγητό. Στο διπλανό δωμάτιο μπορούσε να ακούσει τη γυναίκα του να περπατάει με τα τακούνια της στο λείο πλακοστρωμένο πάτωμα, και ο ήχος αυτός τώρα τον ανακούφιζε, μιας και είχε φτάσει πια σε ένα άλλο επίπεδο συνειδητότητας όπου η απλή βεβαιότητα ότι ήταν ζωντανός δεν ήταν πλέον αρκετή. Πόσο δύσκολο ήταν όμως να αποδεχθεί το ψηλοτάβανο, στενό δωμάτιο με τις δοκούς στην οροφή, τα τεράστια, απαθή σχέδια που είχαν ζωγραφιστεί με αδιάφορα χρώματα στους γύρω τοίχους, το κλειστό παράθυρο με το κόκκινο και πορτοκαλί γυαλί. Χασμουρήθηκε: Δεν υπήρχε αέρας στο δωμάτιο. Αργότερα θα κατέβαινε απ’ το υπερυψωμένο κρεβάτι και θα άνοιγε το παράθυρο, και εκείνη τη στιγμή θα θυμόταν το όνειρό του. Μολονότι δεν μπορούσε να ανακαλέσει καμία λεπτομέρεια, ήξερε ότι είχε ονειρευτεί. Στην άλλη πλευρά του παραθύρου υπήρχε ο άνεμος, οι στέγες, η πόλη, η θάλασσα. Ο βραδινός αέρας θα του δρόσιζε το πρόσωπο καθώς αγνάντευε, και τότε θα του ερχόταν το όνειρο. Τώρα μπορούσε απλώς να μείνει ξαπλωμένος, ανασαίνοντας αργά, έτοιμος σχεδόν να αποκοιμηθεί και πάλι, παράλυτος στο ασφυκτικό δωμάτιο, δίχως να περιμένει το σούρουπο, αλλά μένοντας ακίνητος μέχρι να έρθει. 

ii

Στην ταράτσα του καφέ Εκμούλ-Νουαζό κάθονταν μερικοί Άραβες και έπιναν μεταλλικό νερό∙ μονάχα τα φέσια τους, σε διάφορες αποχρώσεις του κόκκινου, τους διαχώριζαν απ’ τους υπόλοιπους στο λιμάνι. Τα ευρωπαϊκά τους ρούχα ήταν ξεφτισμένα και γκρίζα∙ θα ήταν δύσκολο να διακρίνει κανείς το αρχικό κόψιμο κάθε ενδύματος. Τα μισόγυμνα λουστράκια κάθονταν ανακούρκουδα στα κασελάκια τους κοιτάζοντας το πεζοδρόμιο, δίχως δύναμη ούτε να διώξουν τις μύγες που συνωστίζονταν στα πρόσωπά τους. Μέσα στο καφέ ο αέρας ήταν πιο δροσερός αλλά ασάλευτος, και μύριζε ξινισμένο κρασί και κάτουρο. 

Στο τραπέζι στην πιο σκοτεινή γωνία κάθονταν τρεις Αμερικανοί∙ δύο νεαροί και μια κοπέλα. Συζητούσαν χαμηλόφωνα και με τον τρόπο των ανθρώπων που έχουν όλο τον χρόνο μπροστά τους. Ο ένας από τους άντρες, ο αδύνατος με την ελαφρώς ειρωνική, αλαφιασμένη έκφραση, δίπλωνε κάτι μεγάλους, πολύχρωμους χάρτες, τους οποίους λίγο νωρίτερα είχε απλώσει στο τραπέζι. Η γυναίκα του παρακολουθούσε τις σχολαστικές του κινήσεις με ένα ανάμεικτο συναίσθημα αγανάκτησης και ευχαρίστησης∙ οι χάρτες την έκαναν να πλήττει, κι εκείνος δεν παρέλειπε ποτέ να τους συμβουλεύεται. Ακόμα και κατά τη διάρκεια των σύντομων περιόδων που οι ζωές τους είχαν μια σταθερότητα, οι οποίες δεν ήταν πολλές από τον γάμο τους και μετά, εδώ και δώδεκα χρόνια, αρκούσε να εντοπίσει κάπου ένα χάρτη για να αρχίσει να τον μελετάει με πάθος κι έπειτα, ως συνήθως, ξεκινούσε να σχεδιάζει κάποιο καινούργιο, απίθανο ταξίδι, που ορισμένες φορές γινόταν τελικά πραγματικότητα. Δεν θεωρούσε τον εαυτό του τουρίστα∙ ήταν ταξιδιώτης. Η διαφορά έχει να κάνει εν μέρει με τον χρόνο, εξηγούσε. Ενώ ο τουρίστας λαχταρά να γυρίσει σπίτι του έπειτα από μερικές εβδομάδες ή μήνες, ο ταξιδιώτης, καθώς δεν ανήκει σε ένα μέρος περισσότερο απ’ ό,τι σε κάποιο άλλο, κινείται αργά, για χρόνια, από το ένα σημείο της γης στο άλλο. Και πράγματι, του ήταν δύσκολο να πει, ανάμεσα στους πολλούς τόπους όπου είχε ζήσει, πού ακριβώς είχε νιώσει περισσότερο σαν στο σπίτι του. Πριν από τον πόλεμο ήταν η Ευρώπη και η Μέση Ανατολή, στη διάρκεια του πολέμου οι Δυτικές Ινδίες και η Νότια Αμερική. Κι εκείνη τον συνόδευε, χωρίς να επαναλαμβάνει τα παράπονά της πολύ συχνά ή πολύ έντονα.

Σε αυτό το ταξίδι είχαν μόλις διασχίσει τον Ατλαντικό πρώτη φορά από το 1939, με αρκετές αποσκευές και την πρόθεση να μείνουν όσο το δυνατό πιο μακριά από τα μέρη που είχε περάσει ο πόλεμος. Γιατί, όπως υποστήριζε, άλλη μια σημαντική διαφορά ανάμεσα στον τουρίστα και τον ταξιδιώτη είναι ότι ο πρώτος αποδέχεται τον δικό του πολιτισμό δίχως να τον αμφισβητεί, ενώ ο ταξιδιώτης τον συγκρίνει πάντα με άλλους πολιτισμούς και απορρίπτει τα στοιχεία που δεν του ταιριάζουν. Και ο πόλεμος αποτελούσε μία όψη της μηχανοποιημένης εποχής που ήθελε να αφήσει πίσω του. 

Στη Νέα Υόρκη είχαν ανακαλύψει ότι η Βόρεια Αφρική αποτελούσε ένα από τα λίγα μέρη στα οποία θα μπορούσαν να ταξιδέψουν με πλοίο. Στις προηγούμενες επισκέψεις του, κατά τη διάρκεια των φοιτητικών του χρόνων στο Παρίσι και τη Μαδρίτη, του είχε φανεί ότι θα μπορούσε να μείνει κάνα χρόνο εκεί∙ σε κάθε περίπτωση ήταν κοντά στην Ισπανία και την Ιταλία και μπορούσαν να περάσουν απέναντι αν τα πράγματα δεν πήγαιναν καλά. Το μικρό φορτηγό πλοίο τούς είχε ξεράσει μέσα απ’ το ευρύχωρο στόμα του την προηγούμενη μέρα, αφήνοντάς τους στην καυτή αποβάθρα, ιδρωμένους και κατσούφηδες απ’ την ταραχή τους, και για αρκετή ώρα κανείς δεν τους είχε δώσει σημασία. Καθώς στεκόταν εκεί, κάτω από τον ζεματιστό ήλιο, είχε μπει στον πειρασμό να επιβιβαστεί ξανά στο καράβι και να συνεχίσει για Κωνσταντινούπολη, αλλά δεν μπορούσε να κάνει κάτι τέτοιο χωρίς να ρίξει τα μούτρα του, αφού ήταν εκείνος που τους είχε πείσει να πάνε στη Βόρεια Αφρική. Έτσι λοιπόν κοίταξε ανέκφραστος την αποβάθρα από πάνω ως κάτω, έκανε μερικά κάπως υποτιμητικά σχόλια για την τοποθεσία και άφησε το θέμα εκεί, παίρνοντας σιωπηρά την απόφαση να ξεκινήσει το συντομότερο δυνατό για την ενδοχώρα.

altΟ άλλος άντρας στο τραπέζι, όταν δεν μιλούσε, σφύριζε αμέριμνα έναν σκοπό μέσα απ’ τα δόντια του. Ήταν λίγο νεότερος, πιο γεροδεμένος και εντυπωσιακά ωραίος, όπως του έλεγε συχνά η κοπέλα, σαν τους ηθοποιούς της τελευταίας γενιάς της Παραμάουντ. Συνήθως ελάχιστες εκφράσεις έπαιρνε το λείο πρόσωπό του, αλλά τα χαρακτηριστικά του ήταν έτσι τοποθετημένα, ώστε να αποπνέουν μια ουδέτερη αίσθηση γενικής ικανοποίησης όταν ήταν ήρεμα.

Κοιτούσαν έξω, στον δρόμο, τη σκονισμένη αντηλιά του απογεύματος.

«Ο πόλεμος έχει αφήσει σίγουρα το σημάδι του εδώ». Μικρόσωμη, με ξανθά μαλλιά και καστανή επιδερμίδα, είχε μονάχα την ένταση του βλέμματός της για να τη σώζει απ’ την ταμπέλα της ωραίας. Όταν κοιτούσες τα μάτια της, το υπόλοιπο πρόσωπό της θόλωνε, και αν προσπαθούσες να το ανακαλέσεις αργότερα, απέμενε μονάχα η διεισδυτική, διερευνητική ματιά της.

«Ε, είναι φυσικό. Για έναν χρόνο ή και παραπάνω, στρατεύματα περνούσαν από εδώ».

«Θα έπρεπε ωστόσο να είχαν αφήσει ήσυχο κάποιο μέρος στον κόσμο» είπε η κοπέλα. Αυτό το είπε για να ευχαριστήσει τον σύζυγό της, γιατί είχε μετανιώσει που ενοχλήθηκε με τους χάρτες του πριν από ένα λεπτό. Αναγνωρίζοντας τη χειρονομία, αλλά δίχως να αντιλαμβάνεται την αιτία της, εκείνος δεν έδωσε σημασία.

Ο άλλος άντρας γέλασε συγκαταβατικά και μπήκε στη συζήτηση.

«Ειδικά για τη δική σου ευχαρίστηση, να υποθέσω;» είπε ο άντρας της.
«Για τη δική μας. Ξέρεις ότι το απεχθάνεσαι όλο αυτό όσο κι εγώ».

«Ποιο όλο αυτό;» ρώτησε θιγμένος. «Αν εννοείς το άχρωμο τούτο χάλι που αυτοαποκαλείται πόλη, τότε ναι. Αλλά και πάλι προτιμώ να είμαι εδώ, παρά πίσω στις Ηνωμένες Πολιτείες».

Έσπευσε να συμφωνήσει. «Ω, μα φυσικά. Δεν εννοούσα όμως ετούτο το μέρος, ούτε κάποιο άλλο συγκεκριμένα. Εννοούσα όλο αυτό το φριχτό πράγμα που γίνεται μετά από κάθε πόλεμο, παντού».

«Έλα, Κιτ» είπε ο άλλος άντρας. «Δεν θυμάσαι και κανέναν άλλο πόλεμο».

Δεν του έδωσε σημασία. «Οι άνθρωποι σε κάθε χώρα γίνονται όλο και πιο όμοιοι μεταξύ τους. Δεν έχουν χαρακτήρα, ομορφιά, ούτε ιδανικά ή κουλτούρα – δεν έχουν τίποτα, τίποτα».

«Οι άνθρωποι σε κάθε χώρα γίνονται όλο και πιο όμοιοι μεταξύ τους. Δεν έχουν χαρακτήρα, ομορφιά, ούτε ιδανικά ή κουλτούρα – δεν έχουν τίποτα, τίποτα». Ο άντρας της της χάιδεψε το χέρι. «Έχεις δίκιο. Έχεις δίκιο» είπε χαμογελώντας. «Όλα γίνονται γκρίζα και θα γίνουν ακόμα περισσότερο. Κάποια μέρη ωστόσο αντιστέκονται σε τούτη την πάθηση περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Θα το δεις, εδώ στη Σαχάρα…»

Ο άντρας της της χάιδεψε το χέρι. «Έχεις δίκιο. Έχεις δίκιο» είπε χαμογελώντας. «Όλα γίνονται γκρίζα και θα γίνουν ακόμα περισσότερο. Κάποια μέρη ωστόσο αντιστέκονται σε τούτη την πάθηση περισσότερο απ’ όσο νομίζουμε. Θα το δεις, εδώ στη Σαχάρα…»

Απέναντι απ’ τον δρόμο ένα ραδιόφωνο έστελνε παντού τις υστερικές κραυγές μιας σοπράνο κολορατούρα. Η Κιτ ρίγησε. «Ας βιαστούμε λοιπόν να πάμε εκεί» είπε. «Ίσως να καταφέρουμε να γλιτώσουμε από αυτό».

Άκουγαν συνεπαρμένοι την άρια, η οποία, πλησιάζοντας στο τέλος της, έκανε τις αναγκαίες προετοιμασίες για την αναπόφευκτη υψηλή νότα.

Τότε η Κιτ είπε: «Τώρα που τελείωσε, θα ήθελα ένα ακόμα μπουκάλι Oulmès».

«Θεέ μου, κι άλλο απ’ αυτό το ανθρακούχο! Στο τέλος θα απογειωθείς».

«Το ξέρω, Τάνερ» είπε εκείνη «μα δεν μπορώ να βγάλω απ’ το μυαλό μου το νερό. Ό,τι κι αν κοιτάζω αμέσως μου φέρνει δίψα. Πρώτη φορά πιστεύω ότι θα μπορούσα να ανέβω στο τρένο και να μείνω εκεί. Δεν μπορώ να πίνω μέσα στη ζέστη».

«Ακόμα ένα Pernod;» είπε ο Τάνερ στον Πορτ.

Η Κιτ συνοφρυώθηκε. «Αν ήταν πραγματικό Pernod–»

«Δεν είναι κακό» είπε ο Τάνερ, καθώς ο σερβιτόρος άφηνε ένα μπουκάλι μεταλλικό νερό στο τραπέζι.

«Ce n’est pas du vrai Pernod?»* 

«Si, si, c’est du Pernod»** είπε ο σερβιτόρος. 

«Ας πάρουμε κάτι άλλο» είπε ο Πορτ. Κοίταξε το ποτήρι του βαριεστημένα. Κανείς δεν μίλησε καθώς το γκαρσόνι απομακρυνόταν. Η σοπράνο ξεκίνησε ακόμα μια άρια. 

«Να τη πάλι!» φώναξε ο Τάνερ. Ο θόρυβος από το τραμ και την κόρνα του, καθώς περνούσε έξω από την ταράτσα, έπνιξε για μια στιγμή τη μουσική. Κάτω απ’ την τέντα διέκριναν φευγαλέα το ανοιχτό όχημα να κλυδωνίζεται στη λιακάδα. Ήταν γεμάτο ανθρώπους ντυμένους με παλιόρουχα.

Ο Πορτ είπε: «Χτες είδα ένα παράξενο όνειρο. Προσπαθούσα να το θυμηθώ και τώρα μόλις τα κατάφερα».

«Όχι!» φώναξε η Κιτ. «Τα όνειρα είναι τόσο πληκτικά! Σε παρακαλώ!»

«Δεν θες να το ακούσεις!» γέλασε εκείνος. «Θα σου το πω όμως έτσι κι αλλιώς». Η τελευταία φράση ειπώθηκε με κάποια αγριάδα, η οποία έδειχνε προσποιητή στην επιφάνεια, όμως όταν η Κιτ τον κοίταξε, ένιωσε στην πραγματικότητα τη βιαιότητα που έκρυβε. Δεν ξεστόμισε λοιπόν τα κοροϊδευτικά λόγια που ήταν έτοιμη να πει.

«Θα είμαι σύντομος» είπε χαμογελώντας. «Ξέρω ότι μου κάνεις χάρη που το ακούς, αλλά δεν μπορώ να το φέρω στη μνήμη μου μονάχα με τη σκέψη. Ήταν μέρα κι εγώ βρισκόμουν σ’ ένα τρένο που επιτάχυνε συνεχώς. Είπα μέσα μου: ‘‘Θα καταλήξουμε στην αγκαλιά ενός μεγάλου κρεβατιού, με σεντόνια που θα υψώνονται σαν βουνά’’».

Ο Τάνερ είπε πονηρά: «Καλύτερα να συμβουλευτείς τον Τσιγγάνικο Ονειροκρίτη της Μαντάμ ΛαΧίφ».

«Σκάσε. Και σκέφτηκα ότι, αν ήθελα, θα μπορούσα να ξαναζήσω – να αρχίσω ξανά από την αρχή και να φτάσω πάλι στο σήμερα, ζώντας ακριβώς την ίδια ζωή μέχρι την παραμικρή λεπτομέρεια».

Η Κιτ έκλεισε τα μάτια της ενοχλημένη.

«Τι συμβαίνει;» τη ρώτησε εκείνος.
«Νομίζω ότι είναι εξαιρετικά άκομψο και εγωιστικό να συνεχίζεις, όταν γνωρίζεις πόσο πληκτικό είναι για μας».
«Μα αφού το διασκεδάζω τόσο πολύ». Χαμογέλασε πλατιά. «Και πάω στοίχημα ότι ο Τάνερ επιθυμεί να το ακούσει. Έτσι δεν είναι;»
Ο Τάνερ χαμογέλασε. «Τα όνειρα είναι η αδυναμία μου. Ξέρω απέξω τον Ονειροκρίτη».
Η Κιτ άνοιξε το ένα της μάτι και τον κοίταξε. Έφτασαν τα ποτά.

«Είπα λοιπόν μέσα μου: ‘‘Όχι! Όχι!’’. Δεν μπορούσα να διανοηθώ καν ότι θα αντιμετώπιζα ξανά όλους αυτούς τους φόβους και τους πόνους, με κάθε λεπτομέρεια. Κι ύστερα, χωρίς λόγο, κοίταξα έξω απ’ το παράθυρο τα δέντρα και άκουσα τον εαυτό μου να λέει: ‘‘Ναι!’’. Γιατί ήξερα ότι ήμουν διατεθειμένος να τα ξαναπεράσω όλα από την αρχή, μονάχα για να οσφρανθώ τον ανοιξιάτικο αέρα έτσι όπως μύριζε όταν ήμουν παιδί. Τότε όμως συνειδητοποίησα ότι ήταν πολύ αργά, γιατί την ώρα που έλεγα μέσα μου “Όχι!” είχα βάλει το χέρι μου στο στόμα και είχα σπάσει τους κοπτήρες μου σαν να ήταν από γύψο. Το τρένο είχε σταματήσει κι εγώ κρατούσα τα δόντια μου στην παλάμη κλαίγοντας. Ξέρεις, με εκείνους τους φριχτούς λυγμούς των ονείρων που σε κάνουν να τραντάζεσαι σαν σεισμός».

Η Κιτ σηκώθηκε αδέξια απ’ το τραπέζι και κατευθύνθηκε προς μια πόρτα που έγραφε Κυρίες. Είχε βάλει τα κλάματα.

«Άσ’ την» είπε ο Πορτ στον Τάνερ, που το πρόσωπό του έδειχνε ανησυχία. «Είναι εξαντλημένη. Η ζέστη την πειράζει». 


* Γαλλικά στο κείμενο: «Αυτό δεν είναι γνήσιο Pernod;»
** «Ναι, ναι, είναι Pernod».
ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ulrich Alexander Boschwitz: «Ο ταξιδιώτης»

Ulrich Alexander Boschwitz: «Ο ταξιδιώτης»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ulrich Alexander Boschwitz «Ο ταξιδιώτης» (μτφρ. Μαρία Αγγελίδου), που κυκλοφορεί στις 13 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Don Carpenter: «Σκληρή βροχή»

Don Carpenter: «Σκληρή βροχή»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Don Carpenter «Σκληρή βροχή» (μτφρ. Κατερίνα Σχινά), που κυκλοφορεί στις 13 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Κλειδάριθμος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...

Αντρέ Μαλρό: «Η ανθρώπινη μοίρα»

Αντρέ Μαλρό: «Η ανθρώπινη μοίρα»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Αντρέ Μαλρό «Η ανθρώπινη μοίρα» (μτφρ. Ρίτα Κολαΐτη), που κυκλοφορεί στις 31 Οκτωβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια:  Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Διαμαρτυρία για την έκδοση του βιβλίου «Τα εσώψυχα του Ντίνου Χριστιανόπουλου»

Έντονη διαμαρτυρία ανθρώπων των γραμμάτων της Θεσσαλονίκης για την πρόσφατη έκδοση βιβλίου με «συνεντεύξεις» του ποιητή Ντίνου Χριστιανόπουλου.
 
 Θεέ μου, φύλαγ...
Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Ανοίγοντας τα κουτιά της Πανδώρας του Βασίλη Ζιώγα

Για την παράσταση «Τα 7 κουτιά της Πανδώρας» του Βασίλη Ζιώγα, σε σκηνοθεσία της Φαίης Τζανετοπούλου, με τη Βάνα Πεφάνη και τον Γιώργο Στριφτάρη, η οποία παρουσιάζεται κάθε Τετάρτη και Πέμπτη στο «Από Κοινού Θέατρο» μέχρι και τις 28 Νοεμβρίου.

...

Πορτρέτο του μετανάστη σε νεαρά ηλικία

Πορτρέτο του μετανάστη σε νεαρά ηλικία

Για τη νουβέλα του Μιχάλη Μαλανδράκη «Patriot» (εκδ. Πόλις).

Του Μάνου Κοντολέων

Στα Χανιά, το 1996, γεννήθηκε ο Μιχάλης Μαλανδράκης. Σπούδασε Κινηματογ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube