22 Απριλιου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:10:42:53 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ 4 3 2 1

4 3 2 1

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Paul Auster «4 3 2 1» (μτφρ. Μαρία Ξυλούρη), που θα κυκλοφορήσει στις 26 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η Ρόουζ ήθελε να γίνει μητέρα, να κάνει ένα παιδί, να εγκυμονήσει ένα παιδί, να έχει μια δεύτερη καρδιά να πάλλεται μέσα της. Τίποτα δεν μετρούσε όσο αυτό, ούτε καν η δουλειά της στου Σνάιντερμαν, ούτε καν το μακροπρόθεσμο και ακόμα ασαφές σχέδιο μια μέρα να αρχίσει να δουλεύει μόνη της ως φωτογράφος, να ανοίξει δικό της στούντιο με το όνομά της στην επιγραφή πάνω από την είσοδο. Οι φιλοδοξίες εκείνες ήταν ασήμαντες όταν τις συνέκρινε με την απλή επιθυμία να φέρει έναν άνθρωπο στον κόσμο, έναν δικό της γιο ή κόρη, ένα δικό της μωρό, και να είναι μητέρα αυτού του ανθρώπου για την υπόλοιπη ζωή της. Ο Στάνλεϊ το καθήκον του το έκανε, της έκανε έρωτα χωρίς προφυλάξεις και την άφησε έγκυο τρεις φορές στους πρώτους δεκαοκτώ μήνες του γάμου τους, τρεις φορές όμως η Ρόουζ απέβαλε, και τις τρεις φορές στον τρίτο μήνα της εγκυμοσύνης της, και όταν γιόρτασαν τη δεύτερη επέτειο του γάμου τους τον Απρίλιο του 1946, ήταν ακόμη άτεκνοι.

Οι γιατροί έλεγαν ότι δεν είχε κάποιο πρόβλημα, ότι ήταν υγιής και κάποια στιγμή θα κατάφερνε να κρατήσει ένα παιδί, όμως αυτές οι απώλειες ήταν μεγάλο βάρος για τη Ρόουζ, και καθώς το ένα αγέννητο παιδί διαδεχόταν το άλλο, καθώς η μια αποτυχία οδηγούσε στην επόμενη, άρχισε να νιώθει ότι της έκλεβαν την ίδια της τη γυναικεία υπόσταση. Έκλαιγε επί μέρες μετά από κάθε πανωλεθρία, έκλαιγε όπως είχε να κλάψει από τους μήνες που ακολούθησαν τον θάνατο του Ντέιβιντ, και η συνήθως αισιό­δοξη Ρόουζ, η πάντα ανθεκτική και οξυδερκής Ρόουζ, κατρακυλούσε σε μια κατήφεια νοσηρής αυτολύπησης και πένθους. Αν δεν ήταν ο Στάνλεϊ, άγνωστο μέχρι πού θα είχε φτάσει, εκείνος όμως παρέμεινε ακλόνητος και συγκροτημένος, ατάραχος στα δάκρυά της, και μετά από κάθε χαμένο παιδί την καθησύχαζε πως επρόκειτο απλώς για μια προσωρινή αναποδιά και όλα θα πήγαιναν καλά στο τέλος. Η Ρόουζ ένιωθε τόση εγγύτητα προς αυτόν όταν της μιλούσε έτσι, τόση ευγνωμοσύνη για την καλοσύνη του, τόσο απέραντη την αγάπη του. Δεν πίστευε λέξη απ’ όσα της έλεγε φυσικά −πώς να τον πιστέψει όταν όλα τα στοιχεία διαλαλούσαν πως έκανε λάθος;−, την ηρεμούσαν όμως τα τόσο παρήγορα ψέματά του. Ωστόσο, την προβλημάτιζε η ηρεμία με την οποία αποδεχόταν την ανακοίνωση κάθε αποβολής, το πόσο ανέγγιχτος παρέμενε από τη βάναυση, αιματηρή εκδίωξη των αγέννητων παιδιών του από το σώμα της. Ήταν δυνατόν, αναρωτιόταν, να μη μοιράζεται ο Στάνλεϊ την επιθυμία της να κάνει παιδιά; Ίσως να μην ήξερε ούτε καν ο ίδιος πως ένιωθε έτσι, αν όμως ενδόμυχα ήθελε να συνεχίσουν τα πράγματα ως είχαν και να εξακολουθεί να την έχει ολόδική του, μια σύζυγο αφοσιωμένη μόνο σε εκείνον, χωρίς η στοργή της να μοιράζεται μεταξύ παιδιού και πατέρα; Ποτέ δεν τόλμησε αυτές τις σκέψεις να τις πει στον Στάνλεϊ, ούτε στον ύπνο της δεν θα τον προσέβαλλε με τέτοιες αβάσιμες υποψίες, όμως η αμφιβολία μέσα της επέμενε, και αναρωτιόταν μήπως ο Στάνλεϊ ήταν υπερβολικά καλός στους ρόλους του ως γιος, αδελφός και σύζυγος, κι αν ήταν έτσι, ίσως μέσα του να μην είχε χώρο για την πατρότητα.

Ήταν ένα απόγευμα που η Ρόουζ ποτέ δεν θα ξεχνούσε. Όχι μόνο εξαιτίας της λύπης της, που ήταν αρκετά αξιομνημόνευτη από μόνη της, αλλά και επειδή η Μίλντρεντ βγήκε τόσο εκτός εαυτού που ήπιε επτά ουίσκι και ξεράθηκε στον καναπέ, και επειδή πρώτη φορά στη ζωή της είδε τον πατέρα της να ξεσπάει σε κλάματα.

Στις 5 Μαΐου του 1945, τρεις μέρες πριν τελειώσει ο πόλεμος στην Ευρώπη, ο θείος Άρτσι έμεινε στον τόπο από καρδιακή προσβολή. Ήταν σαράντα εννέα χρόνων, αποκρουστικά νεαρή ηλικία να πεθάνεις, και για να γίνουν οι περιστάσεις ακόμα πιο αποκρουστικές, κηδεύτηκε την Ημέρα της Νίκης, πράγμα που σήμαινε ότι όταν η παγωμένη οικογένεια Άντλερ έφυγε από το κοιμητήριο για να επιστρέψει στο διαμέρισμα του Άρτσι στη λεωφόρο Φλάτ­μπους στο Μπρούκλιν, στη γειτονιά άνθρωποι χόρευαν στους δρόμους, πατούσαν τις κόρνες στα αυτοκίνητα και φώναζαν με φασαριόζικη ευθυμία για να γιορτάσουν το τέλος του ενός μισού του πολέμου. Ο σαματάς συνέχιζε επί ώρες ενώ η γυναίκα του Άρτσι, η Περλ, και οι δίδυμες δεκαεννιάχρονες κόρες τους, η Μπέτι και η Σάρλοτ, και οι γονείς και η αδελφή της Ρόουζ, και η Ρόουζ και ο Στάνλεϊ, και τα τέσσερα εναπομείναντα μέλη του Downtown Quintet, και μια δεκαριά και κάτι φίλοι, συγγενείς και γείτονες κάθονταν και στέκονταν στο βουβό διαμέρισμα με τα στόρια κατεβασμένα. Τα καλά νέα για τα οποία όλοι ανυπομονούσαν τόσο καιρό έμοιαζαν να περιγελούν τον τρόμο του θανάτου του Άρτσι, και οι χαρούμενες, τραγουδιστές φωνές απέξω έμοιαζαν με άκαρδη βεβήλωση, λες και ολόκληρο το δημοτικό διαμέρισμα του Μπρούκλιν χόρευε πάνω στον τάφο του Άρτσι. Ήταν ένα απόγευμα που η Ρόουζ ποτέ δεν θα ξεχνούσε. Όχι μόνο εξαιτίας της λύπης της, που ήταν αρκετά αξιομνημόνευτη από μόνη της, αλλά και επειδή η Μίλντρεντ βγήκε τόσο εκτός εαυτού που ήπιε επτά ουίσκι και ξεράθηκε στον καναπέ, και επειδή πρώτη φορά στη ζωή της είδε τον πατέρα της να ξεσπάει σε κλάματα. Ήταν ακόμα το απόγευμα που η Ρόουζ είπε από μέσα της πως αν ήταν τυχερή κι έκανε γιο, θα τον ονόμαζε Άρτσι.

Οι μεγάλες βόμβες έπεσαν στη Χιροσίμα και το Ναγκασάκι τον Αύγουστο, το άλλο μισό του πολέμου έφτασε στο τέλος του, και στα μέσα του 1946, δυο μήνες μετά τη δεύτερη επέτειο γάμου της Ρόουζ, ο Σνάιντερμαν της είπε ότι σχεδίαζε να βγει στη σύνταξη σύντομα και έψαχνε αγοραστή για την επιχείρησή του. Βάσει της προόδου της στα χρόνια τους μαζί, είπε ο Σνάιντερμαν, βάσει του ότι είχε γίνει επιδέξια κι ικανή φωτογράφος πια, αναρωτιόταν αν θα την ενδιέφερε να τον διαδεχθεί. Ήταν το μεγαλύτερο κομπλιμέντο που της είχε κάνει ποτέ. Όσο κολακευμένη κι αν ένιωθε, ωστόσο, η Ρόουζ ήξερε πως δεν ήταν η κατάλληλη στιγμή, καθώς με τον Στάνλεϊ εδώ και έναν χρόνο αποταμίευαν ό,τι χρήματα τους περίσσευαν για να αγοράσουν ένα σπίτι στα προάστια – μια μονοκατοικία με αυλή και δέντρα και γκαράζ για δύο αυτοκίνητα, και δεν μπορούσαν να αγοράσουν και το σπίτι και το στούντιο. Είπε στον Σνάιντερμαν ότι έπρεπε να το συζητήσει με τον άντρα της, πράγμα που αμέσως έκανε, μετά το δείπνο το ίδιο βράδυ, πλήρως προετοιμασμένη να της πει ο Στάνλεϊ πως αποκλείεται, εκείνος όμως την αιφνιδίασε λέγοντας πως η επιλογή ήταν δική της, ότι αν ήταν πρόθυμη να εγκαταλείψει την ιδέα του σπιτιού, μπορούσε να πάρει το στούντιο εφόσον το κόστος του τους ήταν διαχειρίσιμο. Η Ρόουζ έμεινε άναυδη. Ήξερε πως ο Στάνλεϊ ήταν αποφασισμένος να αγοράσει το σπίτι, και ξαφνικά της έλεγε ότι το διαμέρισμα ήταν μια χαρά, ότι δεν θα τον πείραζε να ζήσουν εκεί μερικά χρόνια ακόμα, ψέματα όλα, και επειδή της έλεγε ψέματα έτσι, ψέματα επειδή τη λάτρευε και ήθελε να έχει ό,τι ήθελε, κάτι μέσα στη Ρόουζ άλλαξε εκείνο το βράδυ, και κατάλαβε ότι άρχιζε να αγαπά τον Στάνλεϊ, να τον αγαπάει πραγματικά, και αν η ζωή συνέχιζε όπως είχε λίγο ακόμα, θα μπορούσε μέχρι και να τον ερωτευτεί, να χτυπηθεί από μια απίθανη δεύτερη Μεγάλη Αγάπη.

Ας μη βιαζόμαστε, είπε η Ρόουζ. Κι εγώ το ονειρεύομαι το σπίτι εκείνο, και το να γίνω από βοηθός αφεντικό είναι μεγάλο βήμα. Δεν είμαι σίγουρη πως είμαι έτοιμη να το διαχειριστώ. Να το σκεφτούμε λιγάκι;

Ο Στάνλεϊ συμφώνησε να το σκεφτούν λιγάκι. Όταν είδε τον Σνάιντερμαν στη δουλειά το άλλο πρωί, συμφώνησε κι εκείνος να την αφήσει να το σκεφτεί λιγάκι, και δέκα μέρες αφότου άρχισε να το σκέφτεται, ανακάλυψε ότι ήταν έγκυος πάλι.

Εδώ και αρκετούς μήνες, πήγαινε σε καινούργιο γιατρό, έναν άνθρωπο που εμπιστευόταν, τον Σίμουρ Τζέικομπς, έναν καλό και έξυπνο γιατρό, ένιωθε, που την άκουγε προσεκτικά και δεν βιαζόταν να βγάλει συμπεράσματα, και εξαιτίας του ιστορικού της με τις τρεις αποβολές, ο Τζέικομπς την παρότρυνε να σταματήσει να πηγαίνει στη Νέα Υόρκη κάθε μέρα, να σταματήσει τη δουλειά κατά τη διάρκεια της εγκυμοσύνης της και να κλειστεί στο διαμέρισμά της ξαπλωμένη όσο περισσότερο γινόταν. Ο γιατρός καταλάβαινε ότι τέτοιες προφυλάξεις ακούγονταν δραστικές και κομμάτι παλιομοδίτικες, ανησυχούσε όμως για κείνη, κι αυτή ίσως ήταν η τελευταία της ευκαιρία να κάνει παιδί. Η τελευταία μου ευκαιρία, μονολόγησε η Ρόουζ, ενώ συνέχιζε να ακούει τον σαρανταδυάχρονο γιατρό με τη μεγάλη μύτη και τα συμπονετικά καστανά μάτια να της λέει πώς να καταφέρει να γίνει μητέρα. Κομμένο το κάπνισμα και το ποτό, πρόσθεσε. Αυστηρή δίαιτα, πλούσια σε πρωτεΐνες, καθημερινά συμπληρώματα βιταμινών και ένα πρόγραμμα ειδικών ασκήσεων. Θα περνούσε να τη δει βδομάδα παρά βδομάδα, και τη στιγμή που θα ένιωθε το παραμικρό τράβηγμα ή πόνο, η Ρόουζ έπρεπε να σηκώσει το τηλέφωνο και να καλέσει τον αριθμό του. Κατανοητά όλα αυτά;

Ναι, κατανοητά. Και έτσι έκλεισε το δίλημμα αν θα αγόραζαν σπίτι ή το στούντιο, πράγμα που με τη σειρά του έδωσε τέλος στα χρόνια με τον Σνάιντερμαν, για να μην πούμε για τη δουλειά της ως φωτογράφου που διακόπηκε και τη ζωή της που έγινε άνω κάτω.

altΗ Ρόουζ ήταν περιχαρής όσο και μπερδεμένη. Περιχαρής που ήξερε ότι είχε ακόμα μια ευκαιρία· μπερδεμένη για το πώς θα άντεχε κάτι που ισοδυναμούσε με επτά μήνες κατ’ οίκον περιορισμού. Θα έπρεπε να γίνουν άπειρες τροποποιήσεις, όχι μονάχα από την ίδια αλλά και από τον Στάνλεϊ, εφόσον τα ψώνια και το περισσότερο μαγείρεμα θα έπρεπε να τα κάνει εκείνος τώρα, ο καημένος ο Στάνλεϊ, που ήδη δούλευε τόσο σκληρά και αφιέρωνε τόσο πολλές ώρες, και έπειτα θα είχαν και το πρόσθετο έξοδο της γυναίκας που θα καθάριζε το διαμέρισμα και θα έπλενε τα ρούχα μια ή δυο φορές την εβδομάδα, σχεδόν κάθε πτυχή της καθημερινής ζωής θα άλλαζε, οι ώρες του ξύπνιου της στο εξής θα ορίζονταν από ένα πλήθος απαγορεύσεων και περιορισμών, να μη μετακινεί τα έπιπλα, να μην προσπαθεί να ανοίξει το κολλημένο παράθυρο στον καύσωνα του καλοκαιριού, έπρεπε να έχει συνέχεια τον νου της στον εαυτό της, να έχει συναίσθηση των χιλιάδων μικρών και μεγάλων πραγμάτων που έκανε πάντα ασυναίσθητα, και φυσικά τέρμα το τένις (που πλέον της άρεσε) και τέρμα το κολύμπι (που της άρεσε απ’ όταν ήταν μικρή). Με άλλα λόγια, η δραστήρια, αθλητική, αεικίνητη Ρόουζ, που ένιωθε στα καλύτερά της όποτε βρισκόταν σε μια φούρια ταχύτατης, εντονότατης δραστηριότητας, έπρεπε να μάθει να μένει ακίνητη.

Απροσδόκητα, αυτή που την έσωσε από την προοπτική της θανάσιμης βαρεμάρας ήταν η Μίλντρεντ, που παρενέβη και μεταμόρφωσε τους μήνες εκείνους της ακινησίας σε αυτό που η Ρόουζ θα περιέγραφε αργότερα στον γιο της ως μεγάλη περιπέτεια.

Δεν γίνεται να κάθεσαι στο σπίτι όλη μέρα ακούγοντας ραδιόφωνο και βλέποντας αυτές τις ανοησίες στην τηλεόραση, είπε η Μίλντρεντ. Γιατί δεν βάζεις το μυαλό σου να δουλέψει, για αλλαγή, και να καλύψεις μερικά κενά;

Να καλύψω τι; είπε η Ρόουζ, που δεν καταλάβαινε τι έλεγε η Μίλντρεντ.

Εσύ μπορεί να μην το καταλαβαίνεις, είπε η αδελφή της, αλλά ο γιατρός σου σου έκανε ένα θαυμάσιο δώρο. Σε μετέτρεψε σε φυλακισμένη, και το μοναδικό πράγμα που έχουν οι φυλακισμένοι και δεν έχουν οι υπόλοιποι είναι ο χρόνος, απεριόριστος χρόνος. Να διαβάσεις βιβλία, Ρόουζ. Να αρχίσεις να μορφώνεσαι. Αυτή είναι η ευκαιρία σου, και αν θέλεις τη βοήθειά μου, μετά χαράς θα σ’ την προσφέρω.

Η βοήθεια της Μίλντρεντ ήρθε υπό μορφή καταλόγου βιβλίων, πολλών καταλόγων βιβλίων στους επόμενους μήνες, και με το σινεμά προσωρινά απαγορευμένο, για πρώτη φορά στη ζωή της η Ρόουζ χόρταινε τη δίψα της για ιστορίες με μυθιστορήματα, καλά μυθιστορήματα, όχι τα αστυνομικά και τα μπεστ σέλερ στα οποία ίσως θα είχε καταλήξει από μόνη της αλλά τα βιβλία που πρότεινε η Μίλντρεντ, κλασικά βέβαια, πάντα όμως επιλεγμένα για τη Ρόουζ, βιβλία που η Μίλντρεντ διαισθανόταν πως η Ρόουζ θα απολάμβανε, που σήμαινε ότι ο Μόμπι Ντικ και ο Οδυσσέας και Το μαγικό βουνό δεν βρέθηκαν ποτέ σε αυτούς τους καταλόγους, εφόσον τέτοια βιβλία θα ήταν πολύ τρομακτικά για την απαίδευτη Ρόουζ, πόσες άλλες επιλογές είχε, όμως, και καθώς περνούσαν οι μήνες και το μωρό της μεγάλωνε μέσα της, η Ρόουζ περνούσε τις μέρες της κολυμπώντας στις σελίδες των βιβλίων, και παρότι μέσα στις δεκάδες που διάβασε υπήρχαν και μερικές απογοητεύσεις (το Κι ο ήλιος ανατέλλει, για παράδειγμα, που της φάνηκε ψεύτικο και ρηχό), σχεδόν όλα τα υπόλοιπα την παρέσυραν και την κράτησαν απορροφημένη απ’ την αρχή ως το τέλος, ανάμεσά τους τα Τρυφερή είναι η νύχτα, Περηφάνια και προκατάληψη, Σπίτι της ευθυμίας, Μολ Φλάντερς, Πανηγύρι της ματαιοδοξίας, Ανεμοδαρμένα ύψη, Μαντάμ Μποβαρί, Μοναστήρι της Πάρμας, Πρώτη Αγάπη, Δουβλινέζοι, Φως τον Αύγουστο, Ντέιβιντ Κόπερφιλντ, Μίντλμαρτς, Πλατεία Ουάσινγκτον, Άλικο γράμμα, Κεντρικός δρόμος, Τζέιν Έιρ και πολλά άλλα, από όλους όμως τους συγγραφείς που ανακάλυψε στη διάρκεια της εγκυμοσύνης της, αυτός που την άγγιζε περισσότερο ήταν ο Τολστόι, ο δαίμονας ο Τολστόι, που καταλάβαινε τη ζωή στην ολότητά της, έτσι της φαινόταν, και όλα όσα μπορούσες να ξέρεις για την ανθρώπινη καρδιά και τον ανθρώπινο νου, είτε η καρδιά ή ο νους ανήκαν σε άντρα ή γυναίκα, και πώς ήταν δυνατόν, αναρωτιόταν, να ξέρει ένας άντρας όσα ήξερε ο Τολστόι για τις γυναίκες, δεν έβγαζε νόημα ένας άντρας να μπορεί να είναι όλοι οι άντρες και όλες οι γυναίκες, επομένως καταβρόχθισε τα περισσότερα γραπτά του Τολστόι, όχι μόνο τα μεγάλα μυθιστορήματα όπως το Πόλεμος και ειρήνη, η Άννα Καρένινα και η Ανάσταση, αλλά και τα μικρότερα έργα, τις νουβέλες και τα διηγήματα, κανένα από τα οποία δεν της φάνηκε τόσο δυνατό όσο η Οικογενειακή ευτυχία των εκατό σελίδων, η ιστορία μιας νεαρής νύφης και του σταδιακού τέλους των ψευδαισθήσεών της, ένα έργο που της θύμισε τόσο πολύ τα δικά της ώστε στο τέλος έκλαψε, και όταν γύρισε σπίτι ο Στάνλεϊ εκείνο το βράδυ, ανησύχησε που την είδε σε τέτοια σύγχυση, διότι αν και είχε τελειώσει την ιστορία στις τρεις το απόγευμα, στα μάτια της ακόμη γυάλιζαν δάκρυα.

Κατά τη σύντομη διαδρομή ως τη μαιευτική του Μπεθ Ίσραελ, η Ρόουζ τής είπε ότι με τον Στάνλεϊ είχαν ήδη διαλέξει τα ονόματα για το παιδί που επρόκειτο να γεννηθεί. Αν ήταν κορίτσι, θα την έλεγαν Έσθερ Ανν Φέργκιουσον. Αν ήταν αγόρι, θα ζούσε τη ζωή του ως Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον.

Το μωρό ήταν να γεννηθεί στις 16 Μαρτίου του 1947, αλλά στις δέκα το πρωί της 2ας Μαρτίου, λίγες ώρες αφότου έφυγε ο Στάνλεϊ να πάει στη δουλειά, η Ρόουζ, ακόμη με τη νυχτικιά και ανακαθισμένη στο κρεβάτι με την Ιστορία δύο πόλεων στηριγμένη στη βορινή πλαγιά της πελώριας κοιλιάς της, ένιωσε μια ξαφνική πίεση στην κύστη της. Υποθέτοντας ότι έπρεπε να κατουρήσει, σιγά σιγά ξετρύπωσε από το πανωσέντονο και τις κουβέρτες, έσυρε τον τεράστιο όγκο της στην άκρη του κρεβατιού, έβαλε τα πόδια της στο πάτωμα και σηκώθηκε. Πριν προλάβει να κάνει βήμα προς το μπάνιο, ένιωσε ένα ζεστό υγρό να κυλά στο εσωτερικό των μηρών της. Η Ρόουζ δεν σάλεψε. Ήταν στραμμένη προς το παράθυρο, και όταν κοίταξε έξω είδε ότι από τον ουρανό έπεφτε ένα ελαφρύ, ψιλό χιόνι. Πόσο ασάλευτα έμοιαζαν όλα εκείνη τη στιγμή, μονολόγησε, λες και στον κόσμο δεν κινούνταν άλλο απ’ το χιόνι. Ξανακάθισε στο κρεβάτι και τηλεφώνησε στον «Κόσμο του σπιτιού: Τα 3 αδέλφια», όμως αυτός που σήκωσε το τηλέφωνο της είπε ότι ο Στάνλεϊ είχε βγει για μια δουλειά και θα γυρνούσε περασμένο μεσημέρι πια. Τότε πήρε τον δρα Τζέικομπς, του οποίου η γραμματέας της είπε ότι είχε μόλις φύγει από το γραφείο για μια κατ’ οίκον επίσκεψη. Κάπως πανικόβλητη τώρα, η Ρόουζ είπε στη γραμματέα να πει στον γιατρό ότι πήγαινε στο νοσοκομείο, και έπειτα σχημάτισε τον αριθμό της Μίλι. Η συννυφάδα της το σήκωσε στο τρίτο χτύπημα, και έτσι έγινε κι αυτή που ήρθε να την πάρει ήταν η Μίλι. Κατά τη σύντομη διαδρομή ως τη μαιευτική του Μπεθ Ίσραελ, η Ρόουζ τής είπε ότι με τον Στάνλεϊ είχαν ήδη διαλέξει τα ονόματα για το παιδί που επρόκειτο να γεννηθεί. Αν ήταν κορίτσι, θα την έλεγαν Έσθερ Ανν Φέργκιουσον. Αν ήταν αγόρι, θα ζούσε τη ζωή του ως Άρτσιμπαλντ Ισαάκ Φέργκιουσον.

Η Μίλι κοίταξε στον καθρέφτη και μελέτησε τη Ρόουζ, που ήταν ξαπλωμένη στο πίσω κάθισμα. Άρτσιμπαλντ, είπε. Είστε σίγουροι γι’ αυτό;

Ναι, είμαστε σίγουροι, απάντησε η Ρόουζ. Από τον θείο μου τον Άρτσι. Και Ισαάκ από τον πατέρα του Στάνλεϊ.

Ας ελπίσουμε πως θα είναι σκληρό παιδί, είπε η Μίλι. Ήταν έτοιμη να πει κι άλλα, πριν προλάβει όμως να βγάλει άλλη λέξη από το στόμα της, είχαν φτάσει στην είσοδο του νοσοκομείου.

Η Μίλι ανέλαβε να φέρει τους υπόλοιπους, και όταν η Ρόουζ γέννησε τον γιο της στις 2:07 το άλλο πρωί, ήταν όλοι εκεί: ο Στάνλεϊ και οι γονείς της, η Μίλντρεντ και η Τζόαν, μέχρι και η μητέρα του Στάνλεϊ. Έτσι γεννήθηκε ο Φέργκιουσον, και για αρκετά δευτερόλεπτα αφότου ξεπρόβαλε από το σώμα της μητέρας του, ήταν το νεότερο ανθρώπινο πλάσμα επί προσώπου γης.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Περί φυσικής της μελαγχολίας

Περί φυσικής της μελαγχολίας

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Βούλγαρου Georgi Gospodinov «Περί φυσικής της μελαγχολίας» (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου), που θα κυκλοφορήσει στις αρχές Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: ...

Το μεγάλο δίχτυ και άλλες ιστορίες

Το μεγάλο δίχτυ και άλλες ιστορίες

Προδημοσίευση του διηγήματος «Μια είδηση», της συλλογής της Γιουντόρα Γουέλτυ «Το μεγάλο δίχτυ και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), που θα κυκλοφορήσει στις 11 Απριλίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστό...

Ο συνοδοιπόρος

Ο συνοδοιπόρος

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Viet Thanh Nguyen «Ο συνοδοιπόρος» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), που θα κυκλοφορήσει στις 9 Μαρτίου από τις εκδόσεις Utopia.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης

Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα για παιδιά της Ελένης Ανδρεάδη «Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης», που θα κυκλοφορήσει στις 26 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης...

Ηγεμονία: η περιπέτεια μιας λέξης

Ηγεμονία: η περιπέτεια μιας λέξης

Για το βιβλίο του Perry Anderson «Η λέξη από “Η” – Η περιπέτεια της ηγεμονίας» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...
Ο καλός Θεός που κατοικεί στη λεπτομέρεια και οι μικρές καθημερινές καταστροφές

Ο καλός Θεός που κατοικεί στη λεπτομέρεια και οι μικρές καθημερινές καταστροφές

Για το βιβλίο του Siegfried Kracauer «Η γραφομηχανούλα - Nietzsche ex Machina: Έξι επιστολές και ένα ποίημα του Φρίντριχ Νίτσε για τη "γραφόσφαιρα"» (μτφρ. Νικήτας Σινιόσογλου, εκδ. Κίχλη).

Του Θωμά Συμεων...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube