29 Μαϊου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:08:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Patricio Pron «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) που κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Στην αρχή Εκείνη είχε σκεφτεί να του το πει με άλλο τρόπο. Είχε φανταστεί τον εαυτό της να βλέπει τηλεόραση και να απαντά στην ερώτησή του από την κουζίνα, πως ναι, κάτι ήθελε: «Ναι, θέλω να φύγω από δω». Πως θα ήταν Εκείνος που θα ρωτούσε γιατί ή, ακόμη καλύτερα, που θα σκεφτόταν πως του έκανε πλάκα, που θα χαμογελούσε βλέποντάς τη να μαζεύει τα πράγματά της, που θα έκλεινε την πόρτα πίσω της με ένα ξέσπασμα γέλιου και θα εξακολουθούσε να γελάει πολύ μετά αφότου Εκείνη θα είχε πάρει το ασανσέρ και θα είχε χαθεί από τα μάτια του. Όλα αυτά δεν ήταν δυνατόν να συμβούν ασφαλώς, αλλά Εκείνη είχε καταφύγει σε τέτοιου τύπου σχέδια τις προηγούμενες βδομάδες, όλες εκείνες τις μέρες που είχε αντέξει το πλάκωμα στο στήθος και τον κόμπο στον λαιμό και όλα τα άλλα που πάντοτε θεωρούσε μεταφορές, όχι πραγματικές σωματικές εκδηλώσεις μιας διαίσθησης η οποία θα μετατρεπόταν σε ειλημμένη απόφαση από τη μια στιγμή στην άλλη, που ήταν ήδη μια απόφαση εν αναμονή γνωστοποίησης σ’ Εκείνον. Γιατί είχε αποφασίσει να χωρίσει μαζί του; Λίγο καιρό μετά κάποιος θα της έδειχνε κάποιες στατιστικές οι οποίες εξηγούσαν, σύμφωνα μ’ αυτό το άτομο, αυτό που Εκείνη είχε αποφασίσει και γιατί το είχε κάνει. Θα απέρριπτε όμως αυτά τα επιχειρήματα ακόμη κι αν, κατά κάποιο τρόπο, την απάλλασσαν, αποδίδοντας την απόφασή της στην ηλικία της, στα εισοδήματά της, σε μια κάποια αδράνεια, που αποτελούσε την πιο ρητή εκδήλωση για το πώς ήταν οι καιροί και τα πράγματα. Εκείνη θα απέρριπτε αυτά τα επιχειρήματα ωστόσο, γιατί είχε αποφασίσει να αναλάβει τις ευθύνες της και για να είναι η απόφασή της προϊόν αυτού που συνέβαινε σ’ Εκείνη κι αυτού στο οποίο Εκείνη πίστευε ‒επίσης κι αυτού που επιθυμούσε βέβαια– και όχι μια αναπόφευκτη στατιστική. Να ήταν, σκεφτόταν, προϊόν αυτού που Εκείνη ένιωσε για πρώτη φορά τότε, όταν συνέβη αυτό με το πουλί.

Εκείνη όμως το είχε δει από την πρώτη στιγμή και δεν θα κατάφερνε να το βγάλει από το μυαλό της κάθε φορά που Εκείνος της έλεγε πως έγραφε ή τη ρωτούσε κάποιος για Εκείνον και τη δουλειά του: ένα παιδικό πρόσωπο, το πρόσωπο ενός παιδιού που έπαιρνε πολύ στα σοβαρά την ευχαρίστηση να εφευρίσκεις πράγματα και να κάνεις να τα πιστεύουν και οι υπόλοιποι.

Το απόγευμα της προηγούμενης μέρας, επιστρέφοντας από τη δουλειά, Εκείνος είχε ήδη βάλει δύο καρέκλες μπροστά στο μεγαλύτερο παράθυρο του διαμερίσματος. Το έκανε μερικές φορές, συνήθως στις αρχές του καλοκαιριού, για να επωφελούνται απ’ τον ήλιο∙ του άρεσε να τον φωτίζει καθώς διάβαζε, να απλώνεται στο πρόσωπό του και στις ρίζες των μαλλιών του η ζέστη και να τον καλύπτει σαν σκέπασμα καθώς ο νους του βρισκόταν αλλού, λες και ήταν ο ήλιος μία από κείνες τις κουβέρτες που σκεπαζόταν για να διαβάσει κάτω από αυτή όταν ήταν παιδί, φαινομενικά μόνος του, σ’ έναν κόσμο μικροσκοπικό αλλά εντελώς προσωπικό, στον οποίο δεν μπορούσαν να μπουν ούτε οι γονείς ούτε τ’ αδέλφια του. Σε Εκείνη ‒στην οποία δεν άρεσε τόσο ο ήλιος όσο σ’ Εκείνον, και της έβαζε μια καρέκλα πίσω από τη δική του, για να της λούζει το φως του ήλιου τα πόδια, αλλά ποτέ, με κανέναν τρόπο, να μη φτάσει ν’ αγγίξει το πρόσωπό της‒ φαινόταν πως όλες οι αποφάσεις που έπαιρνε Εκείνος, και ιδιαίτερα η απόφαση να γίνει συγγραφέας, που είχε παρθεί πολύ πριν τον γνωρίσει, ήταν το αποτέλεσμα ή η παράταση αυτής της παιδικής επιθυμίας για προστασία και απομόνωση, ένας τρόπος να συνεχίσει να παίζει τα παιδικά παιχνίδια. Ποτέ δεν του το είχε πει ωστόσο∙ σκεφτόταν πως αν άρχιζαν την κουβέντα, η απάντησή του θα ήταν πως όλα όσα κάνουμε στην ενήλικη ζωή μας είναι παράταση ή αποτέλεσμα αυτού που ήμαστε παιδιά. Μια φορά Εκείνος της είχε επιτρέψει να τον παρατηρεί καθώς έγραφε, κι Εκείνη είχε εντυπωσιαστεί από την έκφραση βαθιάς αυτοσυγκέντρωσης που είχε εγκατασταθεί στο πρόσωπό του αμέσως μόλις άρχισε να πληκτρολογεί. Σε τακτικά διαστήματα σηκωνόταν όρθιος και πήγαινε να πάρει ένα μπουκάλι νερό από την κουζίνα ή έμπαινε στο μπάνιο. Πιο συχνά ωστόσο σηκωνόταν όρθιος και καθόταν ξανά αμέσως, χωρίς να ξέρει γιατί είχε σηκωθεί όρθιος και τι είχε σκεφτεί να πάει να βρει. Μερικές φορές επίσης σήκωνε τα μάτια του από την οθόνη του υπολογιστή που έγραφε και κοιτούσε γύρω του σαν κάτι να έψαχνε ‒ αν το έκανε, αν έψαχνε κάτι, Εκείνη δεν ήξερε τι ήταν· απλώς δεν μπορούσε να δει αυτό που έβλεπε Εκείνος. Ποτέ δεν έμαθε γιατί αφότου είχε πληκτρολογήσει φρενιτιωδώς για λίγη ώρα, έκλεισε γρήγορα τον υπολογιστή και έδωσε τέλος στο πείραμα. Ίσως να μην μπορούσε να γράψει νιώθοντας πως τον παρατηρούν, σκεφτόταν Εκείνη. Το πιθανότερο ωστόσο ήταν να είχε καταλάβει πως Εκείνη έβλεπε κάτι για το οποίο Εκείνος ντρεπόταν. Εκείνη όμως το είχε δει από την πρώτη στιγμή και δεν θα κατάφερνε να το βγάλει από το μυαλό της κάθε φορά που Εκείνος της έλεγε πως έγραφε ή τη ρωτούσε κάποιος για Εκείνον και τη δουλειά του: ένα παιδικό πρόσωπο, το πρόσωπο ενός παιδιού που έπαιρνε πολύ στα σοβαρά την ευχαρίστηση να εφευρίσκεις πράγματα και να κάνεις να τα πιστεύουν και οι υπόλοιποι. Δεν υπήρχε άλλο πράγμα στη δραστηριότητά του ως συγγραφέα, αν και Εκείνος έγραφε αυτό που ονόμαζε, με κάποιο στόμφο, «non fiction», πράγμα που σήμαινε πως το περιθώριο εφευρετικότητας ήταν περιορισμένο ή πρακτικά ανύπαρκτο. Ή μάλλον ναι, υπήρχε επίσης και ο πάντα σύντομος ενθουσιασμός που προκαλούσε το τελείωμα ενός βιβλίου και η έκδοσή του και τα ταξίδια και το μπούχτισμα που φαινόταν να νιώθει λίγο μετά∙ ύστερα από λίγο καιρό δεν είχε καμία όρεξη να αναφέρονται στα βιβλία του μπροστά του, και αν κάποιος το έκανε, Εκείνος βυθιζόταν σε μια παράξενη κατάσταση επιφυλακής, σαν ζώο που είχε σταθεί πολλή ώρα δίπλα σε μια λακκούβα με νερό, ξεδιψώντας μια δίψα που ούτε καν ήξερε πως είχε και καταλάβαινε ξαφνικά πως πρόσφερε τον σβέρκο του στους θηρευτές.

altΈνα στεγνό και ζεστό αεράκι έμπαινε από το παράθυρο φέρνοντας τους συνηθισμένους θορύβους της συνοικίας, τις κόρνες, τα γέλια, τον θόρυβο των ελικοπτέρων που παρατηρούσαν τη Μαδρίτη από τον ουρανό και έριχναν τη δυσοίωνη σκιά τους πάνω στους δρόμους και στα κτίρια από τότε που κάποιος έκανε μια τρομοκρατική επίθεση λίγα χρόνια πιο πριν. Ζούσαν μακριά από τα νοσοκομεία, αλλά μερικές φορές ακουγόταν ο ήχος κάποιου ασθενοφόρου που προσπαθούσε να νικήσει την αντίσταση των άλλων οδηγών, των τουριστών ‒που διέσχιζαν το κέντρο της πόλης σε στίφη από τότε που όλα εκείνα τα μέρη όπου συνήθιζαν να κάνουν διακοπές είχαν γίνει ή πολύ ακριβά ή πολύ επικίνδυνα‒ και των ντελιβεράδων με τα ποδήλατα, που μετακινούνταν σαν αστακοί, αφήνοντας στο πέρασμά τους ιδρώτα, απογοήτευση και πίτσες ή ό,τι άλλο αγόραζαν οι άνθρωποι σε όλο και μεγαλύτερες ποσότητες από το διαδίκτυο. Σε λίγα λεπτά θα έπεφτε ο ήλιος, κι εκείνοι θα έπρεπε να ετοιμαστούν να κάνουν άλλα πράγματα ή να συνεχίσουν να διαβάζουν σε άλλη θέση, ίσως στο υπνοδωμάτιο, αλλά τότε μια σκιά μπήκε απ’ το παράθυρο κι έσκασε στον απέναντι τοίχο του δωματίου φτεροκοπώντας νευρικά. Εκείνος σηκώθηκε όρθιος, Εκείνης της έπεσε το βιβλίο απ’ τα χέρια ‒ ο εισβολέας δεν έβρισκε την έξοδο. Δεν ήταν κάποιο μεγάλο πουλί ‒Εκείνη δεν μπόρεσε να αναγνωρίσει το είδος του και ύστερα θα θυμόταν μονάχα πως είχε ανοιχτόχρωμο φτέρωμα αδιευκρίνιστου χρώματος, όπως αυτό ενός ντόνατ πασπαλισμένου με άχνη‒, αλλά άφηνε ένα οξύ και αγωνιώδες κρώξιμο καθώς χτυπιόταν πάνω στους τοίχους του σαλονιού, χάνοντας πούπουλα και σπάζοντας πράγματα. Κάποια στιγμή έπεσε στον νεροχύτη της κουζίνας και έμεινε για μια στιγμή εκεί. Εκείνη δεν ήξερε αν ήταν επειδή τα πόδια του γλιστρούσαν πάνω στη μεταλλική επιφάνεια ή επειδή ένιωθε σιγουριά εκεί, αλλά Εκείνος δεν πρόλαβε να το πλησιάσει. Αμέσως το πουλί πέταξε ξανά κι έσκασε πάνω σε ένα αμπαζούρ και κατόπιν πάνω στη ραφιέρα με τα βιβλία. Εκείνη περίμενε πως το κάλεσμα του ανοιχτού παραθύρου θα ήταν ολοφάνερο και θα του επέτρεπε να βγει από το σαλόνι, αλλά το πουλί έμοιαζε να μη βλέπει το φως. Στην απελπισία του υπήρχε βία, αλλά και περηφάνια και δύναμη, μια καρδιά που χτυπούσε, που σφυροκοπούσε με μικρούς παλμούς, αποφασισμένη να τα καταστρέψει όλα. Έπρεπε να κάνουν κάτι, σκεφτόταν Εκείνη, αλλά Εκείνος δεν κουνιόταν απ’ τη θέση του, κι Εκείνη είχε παραλύσει∙ αν μπορούσε να μιλήσει, αν δεν είχε την εντύπωση πως έπρεπε να το κάνει σε μια ξένη γλώσσα, θα τον είχε προειδοποιήσει πως έκλεινε την έξοδο, πως το πουλί δεν θα πλησίαζε ποτέ στο παράθυρο όσο Εκείνος βρισκόταν μπροστά του κόβοντάς του το πέρασμα. Αλλά δεν είπε τίποτα, κι Εκείνος δεν κατάφερε να κουνηθεί, ώσπου το πουλί χτύπησε για τελευταία φορά σ’ έναν απ’ τους τοίχους και έπεσε στο δάπεδο. Όλα είχαν συμβεί σε ένα διάστημα χρόνου που σε Εκείνη θα φαινόταν ιδιαίτερα εκτενές κάθε φορά που θα το θυμόταν, αλλά που στην πραγματικότητα ήταν σύντομο, ασήμαντο σε σχέση με τον χρόνο που ήταν μαζί οι δυο τους, κι ωστόσο καθοριστικό γι’ αυτούς. Όταν Εκείνος έκανε το πρώτο βήμα προς το πουλί, που κείτονταν νεκρό στα πόδια της βιβλιοθήκης, δίπλα σε μια πρίζα, Εκείνη ένιωσε ολοζώντανα την εντύπωση του βάρους όλου αυτού που ένιωθε τους τελευταίους μήνες, του συνόλου των αμφιβολιών που στοιβάζονταν και απασχολούσαν τη σκέψη της όταν βρισκόταν στο σπίτι, όταν σκεφτόταν πως τα πράγματα αναπόφευκτα θα εξακολουθούσαν να είναι όπως ήταν, δεν είχε σημασία που πήγαιναν καλά, αν το έβλεπες αντικειμενικά, πως αυτά που ένιωθε και την παρέλυαν κατά διαστήματα, τις φορές που έπλεναν τα πιάτα μετά το δείπνο ή μιλούσε μ’ Εκείνον σ’ αυτό το είδος ιδιωτικού ιδιολέκτου που είχαν δημιουργήσει μαζί και μέσα στο οποίο δεν ήταν καν απαραίτητο πια να μιλάνε, γιατί ο τρόπος που ζούσαν και ο τρόπος που και οι δυο τους είχαν βολευτεί ο ένας με τον άλλο απέκλειε οποιαδήποτε λεκτική αντιπαράθεση, οποιαδήποτε αναλαμπή μιας συζήτησης που να μην ήταν απολύτως πολιτισμένη και κάπως προβλέψιμη ‒εκτός αν ήταν σχετική με ένα θέμα που Εκείνη δεν μπορούσε ούτε καν να παραδεχτεί πως θυμόταν να έχει κουβεντιάσει μ’ Εκείνον κάποιες βδομάδες πιο πριν‒, πως όλο αυτό είχε όνομα και ήταν η τεράστια, επιτακτική επιθυμία να βγει από εκείνο το σπίτι και να μην επιστρέψει ποτέ, όχι εξαιτίας του, γιατί τον αγαπούσε πια μ’ έναν τρόπο απλό και κάπως αναπόφευκτο, αλλά εξαιτίας της, γιατί δεν μπορούσε να φανταστεί πως τα πράγματα δεν θα γίνονταν πια με άλλο τρόπο, πως ο χρόνος που απέμενε προτού Εκείνη γεράσει και πεθάνει ή πεθάνει Εκείνος, η οποία ήταν μια σκέψη που την τρομοκρατούσε, θα περνούσε μ’ αυτό τον τρόπο, μέσα στη ρουτίνα και τη μετριότητα, καταβροχθίζοντάς τους. Κι ήταν αυτή τη στιγμή ‒όταν Εκείνος, που είχε διασχίσει πια το σαλόνι, έσκυψε και πήρε το πτώμα του πουλιού στο χέρι του‒ που Εκείνη κατάλαβε πως θα τον άφηνε, πως την ίδια μέρα θα τελείωνε μαζί του. Και τότε του είπε πως έπρεπε να μιλήσουν, αλλά η φωνή της της φάνηκε τόσο παράξενη κι αυτό που θα έλεγε τόσο οριστικό ως προς τις συνέπειές του, που άρχισε να κλαίει. Δεν μπόρεσε να συνεχίσει να μιλάει.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος» (μτφρ. από τα κορεάτικα Αμαλία Τζιώτη), το οποίο κυκλοφορεί στις 16 Μαρτίου εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Olivia Manning «Βαλκανική τριλογία - Η μεγάλη τύχη» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορασ...

Τζέννυ Έρπενμπεκ: «Ιστορία του γερασμένου παιδιού»

Τζέννυ Έρπενμπεκ: «Ιστορία του γερασμένου παιδιού»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα της Τζέννυ Έρπενμπεκ «Ιστορία του γερασμένου παιδιού» (μτφρ. Αλέξανδρος Κυπριώτης), το οποίο κυκλοφορεί στις 24 Φεβρουαρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού ανακοίνωσε τις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόκειται για τις τρεις κατηγο...

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Για τη συλλογή μικροδιηγημάτων του Κώστα Σιαφάκα «Αντανάκλαση» (εκδ. Σμίλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη συλλογή Αντανάκλαση του Κώστα Σιαφάκα, όπου τα πεζά έχουν συνήθως...

Χρήστος Χρηστίδης: «Γυμνός»

Χρήστος Χρηστίδης: «Γυμνός»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη νουβέλα του Χρήστου Χρηστίδη «Γυμνός», που κυκλοφορεί στις 15 Ιουνίου από τις εκδόσεις Εντευκτήριο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube