x
Διαφήμιση

20 Νοεμβριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:16:39:55 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Πατσίνκο

Πατσίνκο

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Min Jin Lee «Πατσίνκο» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη), που κυκλοφορεί στις 12 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Γιόνγκντο, Πουσάν, Κορέα

Η Ιστορία μάς έχει απογοητεύσει, αλλά δεν έχει σημασία. Στην αλλαγή του αιώνα, ένας ηλικιωμένος ψαράς και η γυναίκα του αποφάσισαν να βάλουν νοικάρηδες για επιπλέον χρήματα. Και οι δύο ήταν γεννημένοι και μεγαλωμένοι στο ψαροχώρι του Γιόνγκντο – μια νησίδα πλάτους οχτώ χιλιομέτρων, δίπλα στην πόλη και το λιμάνι του Πουσάν. Κατά τη διάρκεια του μακροχρόνιου γάμου τους, η γυναίκα γέννησε τρεις γιους, αλλά μόνο ο Χούνι, ο μεγαλύτερος και πιο αδύναμος, επιβίωσε. Ο Χούνι γεννήθηκε με λυκόστομα και στρεβλό πόδι· ήταν όμως προικισμένος με μεγάλους ώμους, γεροδεμένο σώμα και χρυσαφένιο δέρμα. Ακόμη κι όταν έγινε νέος άντρας, διατήρησε την ήπια, ευγενική ιδιοσυγκρασία που είχε ως παιδί. Όταν ο Χούνι έκρυβε με τα χέρια το δύσμορφο στόμα του, κάτι που έκανε ασυναίσθητα όταν συναντούσε αγνώστους, έμοιαζε με τον ωραίο πατέρα του, καθώς είχαν τα ίδια μεγάλα, γελαστά μάτια. Σκούρα φρύδια κοσμούσαν το πλατύ μέτωπό του, που ήταν μονίμως ηλιοκαμένο από τη δουλειά στο ύπαιθρο. Όπως οι γονείς του, ο Χούνι δεν μιλούσε γρήγορα, και κάποιοι έκαναν το λάθος να θεωρούν πως είχε πρόβλημα στο μυαλό, αυτό όμως δεν ήταν αλήθεια. 

Ο ψαράς και η γυναίκα του, χωρικοί οικονόμοι και σκληραγωγημένοι, αρνήθηκαν να παρασυρθούν από τους ανίκανους αριστοκράτες και τους διεφθαρμένους κυβερνώντες της χώρας τους, που έχασαν το κράτος τους από ένα μάτσο κλέφτες. Όταν το νοίκι του σπιτιού τους ανέβηκε ξανά, άφησαν το υπνοδωμάτιό τους και άρχισαν να κοιμούνται στο χολ κοντά στην κουζίνα για να αυξήσουν τον αριθμό των νοικάρηδων.

Το 1910, όταν ο Χούνι ήταν είκοσι εφτά χρόνων, η Ιαπωνία προσάρτησε την Κορέα. Ο ψαράς και η γυναίκα του, χωρικοί οικονόμοι και σκληραγωγημένοι, αρνήθηκαν να παρασυρθούν από τους ανίκανους αριστοκράτες και τους διεφθαρμένους κυβερνώντες της χώρας τους, που έχασαν το κράτος τους από ένα μάτσο κλέφτες. Όταν το νοίκι του σπιτιού τους ανέβηκε ξανά, άφησαν το υπνοδωμάτιό τους και άρχισαν να κοιμούνται στο χολ κοντά στην κουζίνα για να αυξήσουν τον αριθμό των νοικάρηδων.

Το ξύλινο σπίτι που νοίκιαζαν πάνω από τρεις δεκαετίες δεν ήταν μεγάλο, λίγο μικρότερο από σαράντα πέντε τετραγωνικά. Το εσωτερικό χωριζόταν σε τρία μικρά δωμάτια με χάρτινες συρόμενες πόρτες, κι ο ψαράς είχε αντικαταστήσει μόνος του τη στέγη από χορτάρι, που έσταζε, με κοκκινωπά κεραμίδια από πηλό, προς όφελος του σπιτονοικοκύρη του, – ο οποίος ζούσε πολυτελώς σε ένα αρχοντικό στο Πουσάν. H κουζίνα κατέληξε στον λαχανόκηπο για ν’ ανοίξει χώρος για τα πιο μεγάλα καζάνια και τα ολοένα περισσότερα φορητά τραπεζάκια φαγητού, τα οποία κρέμονταν από καρφιά στον σοβατισμένο πέτρινο τοίχο.

Έπειτα από επιμονή του πατέρα του, ο Χούνι έμαθε να διαβάζει και να γράφει κορεάτικα και ιαπωνικά από τον δάσκαλο του χωριού, αρκετά καλά ώστε να κρατάει τα λογιστικά βιβλία μιας πανσιόν και να κάνει προσθέσεις από μέσα του ώστε να μην τον κλέβουν στην αγορά. Όταν έμαθε πώς να τα κάνει αυτά, οι γονείς του τον σταμάτησαν από το σχολείο. Ως έφηβος δούλευε σχεδόν όπως θα δούλευε ένας δυνατός άντρας με τα διπλά του χρόνια και δύο γερά πόδια· είχε επιδέξια χέρια και μπορούσε να κουβαλήσει βαριά φορτία, αλλά δεν μπορούσε να τρέξει ή να περπατήσει γρήγορα. Ήταν γνωστό στο χωριό ότι ο Χούνι κι ο πατέρας του δεν έβαζαν κρασί στο στόμα τους. Ο ψαράς και η γυναίκα του έκαναν τον γιο τους που κατάφερε να επιζήσει, τον σακάτη της γειτονιάς, έξυπνο και προκομμένο, επειδή δεν ήξεραν ποιος θα τον φρόντιζε όταν εκείνοι θα πέθαιναν.

Αν ένας άντρας και η γυναίκα του μπορούσαν να μοιράζονται μια καρδιά, τότε αυτό το σταθερό παλλόμενο όργανο ήταν ο Χούνι. Τους άλλους γιους τους τους είχαν χάσει – τον μικρότερο από ιλαρά και τον μεσαίο, έναν άχρηστο, όταν τον ξεκοίλιασε ένας ταύρος σε ένα ανόητο ατύχημα. Με εξαίρεση το σχολείο και την αγορά, το ηλικιωμένο ζευγάρι κρατούσε τον μικρό Χούνι στο σπίτι κι όταν εκείνος μεγάλωσε κι έγινε νέος άντρας, έμεινε σπίτι για να βοηθάει τους γονείς του. Δεν τους πήγαινε η καρδιά να τον απογοητεύουν μα συνάμα τον αγαπούσαν αρκετά ώστε να μην τον κακομαθαίνουν. Οι χωρικοί ήξεραν ότι ένας κακομαθημένος γιος έκανε μεγαλύτερη ζημιά στην οικογένεια κι από νεκρό, έτσι προσπαθούσαν να μην του κάνουν υπερβολικά χατίρια.

Άλλες οικογένειες δεν είχαν την τύχη να έχουν δύο τόσο συνετούς γονιούς και όπως συμβαίνει σε χώρες που λεηλατούνται από εχθρoύς ή απ’ τη φύση, οι αδύναμοι αυτής της αποικιοκρατούμενης χερσονήσου –ηλικιωμένοι, χήρες κι ορφανά– ήταν, φυσικά, σε απελπιστική κατάσταση. Για κάθε νοικοκυριό που μπορούσε να ταΐσει ένα στόμα παραπάνω, υπήρχαν ορδές ανθρώπων που ήταν πρόθυμοι να δουλεύουν ολόκληρη μέρα για μια κούπα ρύζι με κριθάρι.

Την άνοιξη του 1911, δύο εβδομάδες αφότου ο Χούνι έκλεισε τα τριάντα οχτώ, η ροδομάγουλη προξενήτρα από την πόλη επισκέφτηκε τη μητέρα του.

Η μητέρα του Χούνι την οδήγησε στην κουζίνα· έπρεπε να μιλάνε χαμηλόφωνα καθώς στα μπροστινά δωμάτια κοιμούνταν οι νοικάρηδες. Ήταν αργά το πρωί και οι νοικάρηδες που ψάρευαν όλο το βράδυ είχαν φάει το ζεστό φαγητό τους, είχαν πλυθεί κι είχαν πέσει για ύπνο. Η μητέρα του Χούνι έβαλε στην προξενήτρα ένα φλιτζάνι κρύο τσάι κριθαριού αλλά συνέχισε τη δουλειά της.

Μάντευε βέβαια, τι ήθελε η προξενήτρα αλλά δεν ήξερε τι να πει. Ο Χούνι δεν είχε ζητήσει ποτέ νύφη από τους γονείς του. Ήταν αδιανόητο μια αξιοπρεπής οικογένεια να αφήσει την κόρη της να παντρευτεί κάποιον με δυσμορφίες, μιας και τέτοια πράγματα αναπόφευκτα περνούσαν στην επόμενη γενιά. Ποτέ δεν είχε δει τον γιο της να μιλάει με κοπέλα· τα περισσότερα κορίτσια του χωριού απέφευγαν να τον κοιτάξουν και ο Χούνι ήξερε ότι δεν έπρεπε να επιθυμεί κάτι που δεν μπορούσε να έχει – αυτή η στωικότητα ήταν κάτι που ακόμα και ένας φυσιολογικός χωρικός θα δεχόταν για τη ζωή του και τις επιθυμίες που του επιτρέπονταν να έχει.

Το αστείο μικροκαμωμένο πρόσωπο της προξενήτρας ήταν πρησμένο και ροδαλό· είχε μαύρα σκληρά μάτια, έξυπνα, πήγαιναν πέρα δώθε, και πρόσεχε να λέει μόνο ευγενικές κουβέντες. Έγλειψε τα χείλια της σαν να διψούσε· η μητέρα του Χούνι αισθάνθηκε τη γυναίκα να παρατηρεί την ίδια και κάθε λεπτομέρεια του σπιτιού, να υπολογίζει με το αυστηρό βλέμμα της το μέγεθος της κουζίνας.

Όμως η προξενήτρα από την πλευρά της θα δυσκολευόταν πολύ να ερμηνεύσει τη μητέρα του Χούνι, μια ήσυχη γυναίκα που δούλευε από το πρωί μέχρι το βράδυ, κάνοντας ό,τι ήταν απαραίτητο κάθε μέρα. Σπάνια πήγαινε στην αγορά επειδή δεν είχε χρόνο για φλυαρίες που θα την παράσερναν· έστελνε τον Χούνι για ψώνια. Όσο η προξενήτρα μιλούσε, τα χείλια της μητέρας του Χούνι παρέμεναν ασάλευτα, σαν το βαρύ τραπέζι από πεύκο όπου έκοβε τα ραπανάκια της.

altΠρώτη το ανέφερε η προξενήτρα. Εντάξει, υπήρχε η ατυχία του ποδιού και του σκισμένου στόματος, αλλά ο Χούνι ήταν εμφανώς καλό παιδί – μορφωμένος, και δυνατός σαν δύο βόδια! Ήταν ευλογημένη που είχε έναν τόσο καλό γιο, είπε η προξενήτρα. Τα δικά της παιδιά τα υποβίβασε: κανείς από τους γιους της δεν είχε αφοσιωθεί στα βιβλία ή στο εμπόριο, αλλά δεν ήταν και φρικτά παιδιά. Η κόρη της είχε παντρευτεί πολύ μικρή και ζούσε πολύ μακριά. Καλοί γάμοι, υπέθετε η προξενήτρα, αλλά οι γιοι της ήταν τεμπέληδες. Όχι σαν τον Χούνι. Όταν τελείωσε το λογύδριό της, στύλωσε το βλέμμα στη γυναίκα με το σταρένιο δέρμα, της οποίας το πρόσωπο παρέμενε ανέκφραστο, γυρεύοντας κάποιο σημάδι ενδιαφέροντος.

Η μητέρα του Χούνι έμεινε με το κεφάλι σκυμμένο καθώς μεταχειριζόταν με σιγουριά το κοφτερό μαχαίρι της – κάθε κομματάκι ραπανάκι ήταν τετράγωνο και ίσια κομμένο. Όταν στο ξύλο κοπής σχηματίστηκε ένα βουναλάκι από άσπρους κύβους ραπανιού, μετέφερε με μια επιδέξια κίνηση το σωρό σε μια γαβάθα για ανακάτεμα. Πρόσεχε τόσο πολύ την προξενήτρα που μιλούσε για τόσο προσωπικά της θέματα που φοβόταν ότι θα άρχιζε να τρέμει. 

Πριν μπει μέσα η προξενήτρα είχε κάνει τον γύρο του σπιτιού για να ζυγίσει με το μάτι την οικονομική κατάσταση του νοικοκυριού. Απ’ ό,τι φαινόταν, οι κουβέντες της γειτονιάς για τη σταθερή τους κατάσταση επιβεβαιώνονταν. Στον λαχανόκηπο, ραπανάκια, σαρκώδη και βαριά από τις πρώιμες ανοιξιάτικες βροχές, περίμεναν να τα βγάλουν από την καστανή γη. Μπακαλιάροι και καλαμάρια κρέμονταν σε τάξη σε ένα μακρύ σχοινί μπουγάδας και στέγνωναν στον αδύναμο ανοιξιάτικο ήλιο. Δίπλα στο αποχωρητήριο υπήρχε μια καθαρή στάνη φτιαγμένη από λάσπη και πέτρες από τη γύρω περιοχή, με τρία μαύρα γουρούνια μέσα. Η προξενήτρα μπόρεσε να μετρήσει εφτά κότες κι έναν κόκορα στην πίσω αυλή. Μέσα στο σπίτι, η ευημερία τους ήταν πιο εμφανής.

Στην κουζίνα, μπολ για ρύζι και σούπα ήταν στοιβαγμένα πάνω σε καλοφτιαγμένα ράφια και αρμαθιές άσπρα σκόρδα και κόκκινες πιπεριές κρέμονταν από τα χαμηλά δοκάρια. Στη γωνία, κοντά στη λεκάνη όπου έπλεναν, υπήρχε ένα πελώριο πλεχτό καλάθι γεμάτο μέχρι επάνω με φρεσκοβγαλμένες πατάτες. Η ανακουφιστική μυρωδιά του κριθαριού και του κεχριού που άχνιζε στο μαύρο κατσαρολάκι του ρυζιού πλανιόταν στο μικρό σπίτι.

Ικανοποιημένη με την άνετη κατάσταση της πανσιόν, σε μια χώρα που φτώχαινε ολοένα, η προξενήτρα ήταν βέβαιη ότι ακόμη κι ο Χούνι μπορούσε να έχει μια υγιή νύφη, έτσι συνέχισε.

Το κορίτσι ήταν από την άλλη πλευρά του νησιού, πέρα από το πυκνό δάσος. Ο πατέρας της ήταν ένας από τους πολλούς ακτήμονες που είχαν χάσει το μισθωτήριό τους ως συνέπεια των πρόσφατων αναδασμών της αποικιακής κυβέρνησης. Ο χήρος, που είχε την ατυχία να κάνει τέσσερα κορίτσια και κανέναν γιο, δεν είχε να φάει – μόνο ό,τι μάζευαν από το δάσος, τα ψάρια που δεν κατάφερνε να πουλήσει, ή τρόφιμα από τις περιστασιακές φιλανθρωπίες των εξίσου φτωχών γειτόνων. Ο αξιοπρεπής πατέρας είχε θερμοπαρακαλέσει την προξενήτρα να βρει γαμπρούς για τις ανύπαντρες θυγατέρες του, εφόσον ήταν καλύτερο μια παρθένα να παντρευτεί οποιονδήποτε από το να παρακαλάει για φαγητό, σε μια εποχή όπου άντρες και γυναίκες πεινούσαν και η αρετή κόστιζε ακριβά. Το κορίτσι, η Γιάνγκτζιν, ήταν η μικρότερη από τα τέσσερα κορίτσια. Φαινόταν πιο εύκολο να ξεφορτωθεί εκείνη μιας και ήταν πολύ μικρή για να παραπονεθεί και έτρωγε πιο λίγο απ’ όλες. 

Η Γιάνγκτζιν στα δεκαπέντε της ήταν γλυκιά και τρυφερή σαν νεογέννητο μοσχαράκι, είπε η προξενήτρα. «Φυσικά δεν έχει προίκα, και σίγουρα ο πατέρας δεν θα περιμένει και πολλά δώρα. Ίσως μερικές κότες για αβγά, βαμβακερό ύφασμα για τις αδελφές της Γιάνγκτζιν, έξι ή εφτά σακιά κεχρί για να βγάλουν τον χειμώνα». Καθώς δεν άκουσε διαμαρτυρίες όταν απαρίθμησε τα δώρα, η προξενήτρα πήρε θάρρος. «Ίσως μια κατσίκα. Ή ένα γουρουνάκι. Η οικογένεια έχει ελάχιστα και οι τιμές για τις νύφες έχουν πέσει πολύ. Το κορίτσι δεν θα χρειαστεί κοσμήματα». Η προξενήτρα χασκογέλασε. 

Η προξενήτρα συνέχισε. «Θυμάμαι πώς κρατούσα αγκαλιά τον πρώτο μου γιο όταν ήταν μωρό. Πόσο ευτυχισμένη ήμουν! Ήταν άσπρος σαν πανεράκι γεμάτο φρέσκα κέικ ρυζιού την Πρωτοχρονιά – μαλακός και ζουμερός σαν ζεστή ζύμη. Τόσο νόστιμος που ήθελες να τον δαγκώσεις. Τώρα είναι απλώς ένας μεγάλος βλάκας» είπε, νιώθοντας απαραίτητο να προσθέσει ένα παράπονο στις καυχησιές της.

Με ένα τίναγμα του χοντρού της καρπού, η μητέρα του Χούνι πασπάλισε τα ραπανάκια με θαλασσινό αλάτι. Η προξενήτρα δεν μπορούσε να ξέρει πόσο συλλογισμένα σκεφτόταν η μητέρα του Χούνι τι της ζητούσε. Η μητέρα θα έδινε τα πάντα για να αυξήσει την τιμή της νύφης· η μητέρα του Χούνι εξεπλάγη με τις φαντασίες και τις ελπίδες που φούντωναν στο στήθος της, αλλά η έκφρασή της παρέμενε συγκεντρωμένη και ανεξιχνίαστη· η προξενήτρα παρ’ όλα αυτά δεν ήταν χαζή. 

«Και τι δεν θα έδινα να αποκτήσω εγγονό μια μέρα» είπε η προξενήτρα, παίζοντας το τελευταίο της χαρτί, ενώ κοίταζε επίμονα το ρυτιδωμένο, σκουρόχρωμο πρόσωπο της αφεντικίνας της πανσιόν. «Δεν έχω εγγονό, μόνο μια εγγονή που είναι υπερβολικά κλαψιάρα».

Η προξενήτρα συνέχισε. «Θυμάμαι πώς κρατούσα αγκαλιά τον πρώτο μου γιο όταν ήταν μωρό. Πόσο ευτυχισμένη ήμουν! Ήταν άσπρος σαν πανεράκι γεμάτο φρέσκα κέικ ρυζιού την Πρωτοχρονιά – μαλακός και ζουμερός σαν ζεστή ζύμη. Τόσο νόστιμος που ήθελες να τον δαγκώσεις. Τώρα είναι απλώς ένας μεγάλος βλάκας» είπε, νιώθοντας απαραίτητο να προσθέσει ένα παράπονο στις καυχησιές της.

Επιτέλους, η μητέρα του Χούνι χαμογέλασε, επειδή η εικόνα παραήταν ζωντανή. Ποια γριά δεν ήθελε να κρατήσει αγκαλιά τον εγγονό της, όταν μάλιστα μια τέτοια σκέψη θα ήταν αδιανόητη πριν από αυτή την επίσκεψη; Έσφιξε τα δόντια για να ηρεμήσει κι έπιασε τη γαβάθα του ανακατώματος. Την κούνησε πέρα δώθε για να πάει παντού το αλάτι. 

«Το κορίτσι έχει ωραίο πρόσωπο. Δεν είναι βλογιοκομμένη. Έχει καλούς τρόπους και υπακούει τον πατέρα και τις αδελφές της. Και δεν είναι πολύ σκούρα. Είναι μικροκαμωμένη αλλά έχει δυνατά χέρια και μπράτσα. Θα πρέπει να πάρει λίγο βάρος, αλλά το καταλαβαίνετε αυτό. Ήταν δύσκολοι καιροί για την οικογένεια». Η προξενήτρα χαμογέλασε κοιτάζοντας το καλάθι με τις πατάτες στη γωνία, σαν να ’λεγε ότι εδώ, το κορίτσι θα μπορούσε να τρώει όσο ήθελε.

Η μητέρα του Χούνι άφησε τη γαβάθα στον πάγκο και στράφηκε στην επισκέπτριά της.

«Θα μιλήσω στον άντρα και στον γιο μου. Δεν έχουμε λεφτά για κατσίκα ή γουρούνι. Ίσως μπορούμε να στείλουμε λίγο βαμβάκι μαζί με άλλα πράγματα για τον χειμώνα. Θα πρέπει να ρωτήσω».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών

Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών

Προδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Ντανίλο Κις «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών» (μτφρ. Μαρία Κεσίνη), που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Κόκαλα από ήλιο

Κόκαλα από ήλιο

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μάικ Μακόρμακ «Κόκαλα από ήλιο» (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς), που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Άσε μέσα τα ποντίκια

Άσε μέσα τα ποντίκια

Προδημοσίευση αποσπάσματος από την εισαγωγή και το μυθιστόρημα του Μπράιον Γκάισιν «Άσε μέσα τα ποντίκια» (εισαγωγή - μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς), που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πανοπτικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Λειτουργώ σαν παλμογράφος των αισθημάτων των ηρώων μου»

«Λειτουργώ σαν παλμογράφος των αισθημάτων των ηρώων μου»

Η Αργυρώ Μποζώνη συνομίλησε με την Ιωάννα Καρυστιάνη, με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου της «Χίλιες Ανάσες» (εκδ. Καστανιώτη).

Της Αργυρώς Μποζώνη

...
Σαβουάρ Βιβρ, ξανά στο θέατρο

Σαβουάρ Βιβρ, ξανά στο θέατρο

Μια παράσταση σε σύλληψη, δραματουργία και ερμηνεία της Χριστίνας Ροκαδάκη και του Νεκτάριου Σμυρνάκη.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Ένα πλήθος εκστατικό, κι απόψε στη Στέγη

Ένα πλήθος εκστατικό, κι απόψε στη Στέγη

Για την παράσταση «Crowd» σε σύλληψη, χορογραφία και σκηνογραφία της Gisèle Vienne, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στην Κεντρική Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube