28 Μαϊου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:07:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ O πότης

O πότης

E-mail Εκτύπωση

alt

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Hans Fallada "Ο Πότης" (εκδ. Κίχλη).

"Περπάτησα μὲ μέγιστη προσοχὴ πρὸς τὸ γραφεῖο, ἔχοντας τὸν νοῦ μου μὴ δῶ ἀπὸ μακριὰ καμιὰ Μάγδα. Φτάνοντας ἐκεῖ, κρύφτηκα πίσω ἀπὸ μιὰ εἴσοδο στὸ ἀπέναντι πεζοδρόμιο (μ’ ἔκρυβε ἡ σκιά της) καὶ κοίταξα στὰ παράθυρα τοῦ ἰσόγειου διαμερίσματος. Δύο ἦταν φωτισμένα, διέκρινα δυὸ φιγοῦρες, ποὺ πηγαινοέρχονταν μέσα στὸ προσωπικό μου γραφεῖο: ἦταν ἡ Μάγδα κι ὁ Χιντσπέτερ, ὁ λογιστής μου. «Κάνουν ἰσολογισμό!» εἶπα μέσα μου, ἔντρομος στὴν ἀρχή, μὲ ἕνα αἴσθημα λυτρωτικῆς ἀνακούφισης στὴ συνέχεια: ἤξερα τώρα πὼς ἡ ἐπιχείρηση βρισκόταν στὰ στιβαρὰ χέρια τῆς Μάγδας. Ἒ βέβαια, μόλις ἔμαθε τὰ κακὰ νέα, σκέφτηκε ἀμέσως νὰ βάλει τὸν ἄλλον νὰ τῆς κάνει ἰσολογισμό, νὰ ξέρει ἀκριβῶς τί τῆς γίνεται! Ἀναστέναξα μὲ ἀνακούφιση κι ἔφυγα· διέσχισα τὴν πόλη, βγῆκα ἀπ’ τὴν πόλη, ὄχι βέβαια γιὰ νὰ γυρίσω σπίτι. Τί νὰ κάνω στὸ γραφεῖο... Τί νὰ πάω νὰ κάνω στὸ σπίτι... Ν’ ἀκούσω τὸ κατηγορητήριο, τὸ δίκαιο κατηγορητήριο ποὺ σίγουρα μὲ περίμενε; Νὰ ψάξω νὰ βρῶ δικαιολογίες; Δὲν εἶχα δικαιολογίες. Ὄχι λοιπόν, δὲν θὰ κάνω τίποτα ἀπ’ ὅλα αὐτά. Περπατοῦσα, ἀργὰ ἀργὰ ἔπεφτε ἡ νύχτα, κι ἐγὼ συνειδητοποίησα, μὲ μιὰ βεβαιότητα ἐπώδυνη, πὼς εἶχα κάψει ὅλα μου τὰ χαρτιά. Εἶχα χάσει ὁριστικὰ τὴ θέση μου στὴν κοινωνία καὶ τὸ νόημα στὴ ζωή μου, καὶ δὲν εἶχα πιὰ δύναμη μέσα μου νὰ ψάξω νὰ βρῶ ἄλλο ἤ, ἔστω, νὰ παλέψω γιὰ τὰ χαμένα. Καὶ τί νὰ ἔκανα δηλαδή; Ποιός ὁ λόγος νὰ ζῶ; Ἔφυγα λοιπόν, μακριὰ ἀπὸ τὸ ἐμπορικό, μακριὰ ἀπ’ τὴ γυναίκα μου, μακριὰ ἀπ’ τὴν πόλη μου κι ἀπ’ ὅλα. Ὅμως, κάποια στιγμὴ ἔπρεπε νὰ γυρίσω, ἔπρεπε νὰ ἀντιμετωπίσω τὴ Μάγδα, νὰ τὴν ἀφήσω νὰ μοῦ τὰ ψάλλει γιὰ τὰ καλά, νὰ τὴν ἀκούσω νὰ μοῦ λέει πὼς εἶμαι ψεύτης κι ἀπατεώνας – ναί, ναί, πολὺ σωστά! νὰ προσθέσω κι ἐγὼ πὼς εἶμαι ἕνας ἀποτυχημένος, ἕνας δειλός, ποὺ τὰ ἔκανε θάλασσα! Δὲν ἄντεχα νὰ σκέφτομαι ἄλλο· ἄρχισα νὰ φλερτάρω μὲ τὴν ἰδέα νὰ μὴ γυρίσω καθόλου στὸ σπίτι, νὰ πάω στὸν ἀγύριστο, νὰ φύγω μακριά, νὰ χαθῶ, νὰ πάω νὰ βυθιστῶ μόνος μου στὰ σκοτάδια ἐκεῖνα τὰ γνωστά, καὶ κανεὶς νὰ μὴν ξέρει τίποτα· οὔτε ἐπικήδειο ἤθελα. Κι ἐνῶ ἀκολουθοῦσα αὐτὸ τὸ νῆμα (συγκινημένος, ὀφείλω νὰ πῶ, μὲ τὸν ἑαυτό μου τὸν ἴδιο), ἤξερα στὸ βάθος πὼς πάλι ψέματα ἔλεγα· θὰ ἔβρισκα ἐγὼ ποτὲ τὸ κουράγιο νὰ ζήσω χωρὶς τὴ στήριξη τῆς Μάγδας, μακριὰ ἀπ’ τὸ κουκούλι τοῦ γάμου; Φυσικὰ καὶ ὄχι. Δὲν θ’ ἄφηνα ποτὲ τὸ ὡραῖο μου τὸ κρεβάτι, τὸ ὡραῖο σπιτικὸ φαΐ, κι αὐτὴ τὴν ἄψογη τάξη σὲ ὅλα. Ναὶ λοιπόν, τοὺς φόβους θὰ ἄφηνα πίσω, ὄχι τὸ σπίτι μου, ὄχι τὴ Μάγδα – καὶ μάλιστα ἀπόψε, τώρα κιόλας γυρίζω πίσω. Τί δουλειὰ ἔχω ἐγὼ σ’ αὐτὰ τὰ σκοτάδια, γιατί νὰ ζήσω καὶ νὰ πεθάνω στὸν βοῦρκο!

«Μὰ τί ἔπαθα ξαφνικά;» εἶπα μέσα μου, καὶ τάχυνα τὸ βῆμα· «τί ἔχω πάθει, ἀλήθεια; Τί ἔγινε αὐτὸς ὁ δραστήριος (μάλιστα, δραστήριος!) ἄνθρωπος, ποὺ κυνηγοῦσε μὲ τόσο κέφι τὴ δουλειά; Ἐντάξει, λίγο ἀδύναμος ἤμουνα πάντα, μὰ ἤξερα νὰ τὸ κρύβω καλά, τόσο καλὰ ποὺ οὔτε ἡ Μάγδα τὸ εἶχε καταλάβει. Ἀπὸ ποῦ προέκυψε τώρα αὐτὴ ἡ πλαδαρότητα ποὺ ἐδῶ κι ἕνα χρόνο μ’ ἔχει ρίξει κάτω καὶ μοῦ παρέλυσε τὰ μέλη καὶ τὸν ἐγκέφαλο; Τί εἶναι αὐτὸ πού, ἀπὸ ἕναν ἐν πάσῃ περιπτώσει ἀξιοπρεπὴ ἄνθρωπο ποὺ ἤμουνα κάποτε, μ’ ἔφερε στὸ σημεῖο νὰ ἀπατήσω τὴ γυναίκα μου, νὰ ρίχνω λάγνα βλέμματα στὰ στήθη μιᾶς ὑπηρέτριας; Δὲν μπορεῖ νὰ εἶναι τὸ ἀλκοόλ – στὸ κάτω κάτω, σήμερα μόλις ἤπια τὸ πρῶτο μου σνάπς· αὐτὴ τὴ χαύνωση πάει καιρὸς τώρα ποὺ τὴν ἔχω. Τί εἶναι λοιπόν;

Ἔσπαγα τὸ κεφάλι μου νὰ βρῶ τὸν λόγο. Σκέφτηκα πὼς μόλις πέρασα τὰ σαράντα· κάτι εἶχα ἀκούσει σχετικὰ μὲ τὴν «ἀνδρικὴ κλιμακτήριο», ὅμως δὲν ἔβλεπα κανέναν ἄλλον στὴν ἡλικία μου ν’ ἀλλάζει τόσο πολύ. Ὕστερα σκέφτηκα πὼς μοῦ ἔλειπε πάντα ἡ ἀγάπη. Διψοῦσα πάντα γιὰ ἀναγνώριση καὶ ἀγάπη (πράγμα ποὺ φυσικὰ δὲν ἄφηνα κανέναν νὰ καταλάβει), καὶ τὰ εἰσέπραττα καὶ τὰ δύο, ὀφείλω νὰ πῶ, τόσο ἀπὸ τὴ Μάγδα ὅσο κι ἀπ’ τοὺς συμπολίτες μου. Τώρα τὰ χάνω αὐτὰ σιγὰ σιγά, κι ἔχω γίνει νωθρός· μήπως ἄφησα τὴ νωθρότητα νὰ μὲ πάρει ἀπὸ κάτω, ἐπειδὴ μοῦ ἔλειψε ξαφνικὰ αὐτὴ ἡ ἐνθάρρυνση ἀπ’ τὸ περιβάλλον μου, ποὺ τὴν εἶχα τόσο ἀνάγκη; Ἀδύνατον νὰ βγάλω συμπέρασμα: δὲν ἤμουνα μαθημένος νὰ στοχάζομαι γιὰ τὸν ἑαυτό μου.

Περπατοῦσα ὅλο καὶ πιὸ γρήγορα, ἤθελα νὰ φτάσω ἐπιτέλους στὸ μέρος ἐκεῖνο ὅπου θὰ ἔβρισκα γαλήνη, μακριὰ ἀπ’ ὅλα τὰ ἐρωτήματα ποὺ μὲ ἐξαντλοῦσαν. Ἔφτασα κάποτε, ἐπιτέλους, στὸν προορισμό μου – τὸ γνωστὸ πανδοχεῖο ὅπου εἶχα καταφύγει ἐκεῖνο τὸ μοιραῖο ἀπομεσήμερο. Κοίταξα ἀπ’ τὸ παράθυρο, ἀναζητώντας τὸ κορίτσι μὲ τὰ ξεπλυμένα μάτια, ποὺ εἶχε ἀξιολογήσει τόσο χαμηλὰ τὸν ἀνδρισμό μου μ’ ἐκεῖνο τὸ ξεδιάντροπο βλέμμα της. Τὴν εἶδα νὰ κάθεται κάτω ἀπ’ τὸ χλωμὸ φῶς τῆς μίας καὶ μοναδικῆς λάμπας ποὺ φώτιζε τὸν χῶρο, ἀφοσιωμένη στὴ ραπτική της. Τὴν κοιτοῦσα ὥρα πολλή, δίσταζα νὰ μπῶ, κι ἀναρωτιόμουνα γιατί ἦρθα νὰ βρῶ αὐτὴν εἰδικά, καὶ μάλιστα μ’ ἕνα αἴσθημα αὐτοταπείνωσης ἐπώδυνης, ἡδονικῆς. Δὲν ἤξερα τὴν ἀπάντηση.

Μὲ εἶχαν ὅμως καταβάλει κι αὐτὲς οἱ πολλὲς ἀπορίες· προχώρησα λοιπόν, τρέχοντας σχεδόν, στὸ πλακόστρωτο ποὺ ὁδηγοῦσε στὴν ταβέρνα, μπῆκα μέσα φουριόζος, τῆς φώναξα, τάχα εὔθυμα: «Νά με λοιπόν, ὡραῖο μου παιδί!» κι ἔπεσα βαρὺς σὲ μιὰ ψάθινη πολυθρόνα δίπλα της. Εἶναι ἀπίστευτο πόσο λίγο θύμιζαν ὅλ’ αὐτὰ ἐμένα, τὸν συνετό, τὸν πάντα μετρημένο· καὶ καθὼς ἀπόρησα κι ἐγὼ ὁ ἴδιος μὲ τὸν ἑαυτό μου, ἔμεινα νὰ τὸν χαζεύω, ὅπως ἕναν ἠθοποιό, ποὺ τοῦ ἔδωσαν νὰ παίξει ἕναν πολὺ τολμηρὸ ρόλο καὶ δὲν εἶναι σίγουρος ἂν θὰ μπορέσει νὰ τὸν βγάλει ὣς τὸ τέλος.

Ἡ κοπέλα σήκωσε τὸ βλέμμα ἀπ’ τὸ ράψιμό της, μοῦ ἔριξε ἕνα βλέμμα μὲ τὰ ἀνοιχτόχρωμα μάτια της, ἡ αἰχμὴ τῆς γλώσσας της πρόβαλε ἀπότομα ἀπ’ τὴν ἄκρη τῶν χειλιῶν της.

«Ἄ, ἐσεῖς εἶστε!» εἶπε ξαφνικὰ καὶ μὲ τὸ ὕφος της κατάφερε νὰ χωρέσει πάλι σ’ αὐτὲς τὶς τρεῖς λεξοῦλες μέσα μιὰ κρίση (ἢ μήπως ἐπίκριση;) γιὰ τὸ πρόσωπό μου.

«Ναί, ἐγὼ εἶμαι, ὀμορφούλα μου!» εἶπα βιαστικά, μὲ εὐκολία καὶ θράσος ποὺ μοῦ ἦταν ξένα· «καὶ θά ᾽θελα νὰ γευτῶ πάλι ἕνα ἢ δύο ἢ καὶ πέντε ἀπ’ αὐτὰ τὰ ὑπέροχα σφηνάκια σας· θὰ σᾶς πρότεινα νὰ πιοῦμε παρέα, ἂν θέλετε».

«Δὲν πίνω ποτὲ σνάπς», εἶπε κουμπωμένη· σηκώθηκε ὡστόσο, πῆγε στὸ μπάρ, ἔφερε ἕνα ποτηράκι κι ἕνα μπουκάλι καὶ μοῦ ἔβαλε νὰ πιῶ. Ἀκούμπησε τὸ μπουκάλι δίπλα της, στὸ δάπεδο. «Ἐξάλλου», συνέχισε, πιάνοντας ξανὰ τὸ ράψιμό της, «σ’ ἕνα τέταρτο κλείνουμε».

«Ἕνας λόγος παραπάνω νὰ πιῶ γρήγορα», εἶπα καὶ κατέβασα τὸ ποτηράκι ὣς τὸν πάτο. «Ἂν δὲν πίνετε σνάπς, μπορῶ νὰ σᾶς κεράσω ἕνα μπουκάλι κρασί· ἢ σαμπάνια, ἂν ἔχετε βέβαια ἐδῶ πέρα – ἐμένα προσωπικὰ δὲν μ’ ἐνδιαφέρει βέβαια ἡ σαμπάνια», εἶπα, κι ἐκείνη ξαναγέμισε στὸ μεταξὺ ἄλλο ἕνα ποτηράκι ποὺ ρούφηξα πάλι μονομιᾶς. Εἶχα ἤδη ἀφήσει πίσω μου παρελθὸν καὶ μέλλον, καὶ ζοῦσα μονάχα γιὰ ἐκείνη τὴ στιγμή, γιὰ ἐκεῖνο τὸ ἀπόμακρο κι ὅμως πανέξυπνο, κωλοπετσωμένο θηλυκό, ποὺ μοῦ φερόταν τόσο ἀγέρωχα.

«Φυσικὰ κι ἔχουμε σαμπάνια», εἶπε, «καὶ μ’ ἀρέσει μάλιστα πολύ. Ξεκαθαρίζω πάντως, ἔτσι γιὰ νά ᾽μαστε ἐξηγημένοι, πὼς οὔτε θὰ μεθύσω οὔτε θὰ δώσω δικαίωμα νὰ μὲ ρίξετε στὸ κρεβάτι». Μὲ ξανακοίταξε· μὲ τὸ ἴδιο ξεδιάντροπο βλέμμα συνόδεψε τὰ ξεδιάντροπα λόγια. Ἐδῶ ποὺ ἦρθαν τὰ πράγματα, ἔπρεπε νὰ παίξω τὸν ρόλο μου ὣς τὸ τέλος. «Μὰ ποιός εἶπε κάτι τέτοιο;» εἶπα ἀνέμελα. «Φέρτε νὰ πιεῖτε τὴ σαμπάνια, εἶναι ὅλη δική σας· καὶ μὴ φορτώνετε μὲ ἔγνοιες τὸ ὡραῖο σας κεφαλάκι! Εἶστε», συνέχισα μὲ στόμφο, «εἶστε ἕνας ἄγγελος, ἕνας κακὸς ἄγγελος ποὺ μοῦ τὸν ἔφερε ἡ μοίρα ἀπὸ ἕνα ἄλλο ἀστέρι. Καὶ μόνο νὰ σᾶς κοιτάζω μοῦ φτάνει».

«Αὐτὸ δὲν κοστίζει», ἀπάντησε μ’ ἕνα γελάκι – ἕνα κάπως κακὸ γελάκι. «Γιὰ μένα πάλι, εἶστε ἕνας παράξενος ἅγιος· θέλω πάντως νὰ πιστεύω πὼς σήμερα κιόλας θὰ μάθω τί εἶναι αὐτὸ ποὺ σᾶς ἔχει ἀναστατώσει τόσο πολύ». Μοῦ ἔβαλε πάλι νὰ πιῶ καὶ σηκώθηκε νὰ φέρει τὴ σαμπάνια. Αὐτὴ τὴ φορὰ ἄργησε λίγο. Τράβηξε τὶς κουρτίνες στὰ παράθυρα, βγῆκε ἔξω, τὴν ἄκουσα νὰ κλείνει τὴν πόρτα τοῦ μαγαζιοῦ κι ὕστερα καὶ τὴν πόρτα τοῦ σπιτιοῦ. «Τά ᾽κλεισα ὅλα, δὲν θὰ ἔρθει κανεὶς τώρα· ὁ ξενοδόχος κι ἡ γυναίκα του ἔχουν πλαγιάσει», εἶπε μπαίνοντας ξανὰ μέσα. Κοντοστάθηκε περνώντας δίπλα μου καὶ πρόσθεσε προκλητικά: «Αὐτὸ δὲν θὰ πεῖ πὼς πρέπει νὰ βάλετε μὲ τὸν νοῦ σας ἄλλα πράγματα!». Ξανάφυγε πρὶν προλάβω νὰ ἀπαντήσω. Ἐκμεταλλεύτηκα τὴν ἀπουσία της γιὰ νὰ πιῶ ἄλλα δυὸ τρία σφηνάκια. Ἐπέστρεψε, κρατώντας μιὰ φιάλη μὲ χρυσαφὶ περιτύλιγμα. Ἔβαλε ἕνα στενόμακρο ποτήρι μπροστά της, ἔλυσε μὲ τέχνη τὸ σύρμα καὶ τράβηξε τὸν φελλὸ χωρὶς ν’ ἀκουστεῖ ὁ παραμικρὸς ἦχος. Ὁ ἀφρὸς ξεχύθηκε κατάλευκος ἀπ’ τὸ στόμιο τῆς φιάλης, σέρβιρε ἀμέσως τὸ ποτήρι της, περίμενε λίγο, τὸ γέμισε, τὸ ἔφερε στὰ χείλη της. «Δὲν πίνω στὴν ὑγειά σας», εἶπε, «γιατὶ μετὰ θὰ θέλετε νὰ κάνετε κι ἐσεῖς τὸ ἴδιο, καὶ τά ᾽χετε τσούξει ἤδη ἀρκετά». Δὲν ἔφερα ἀντίρρηση. Τὸ ποτὸ εἶχε τόσο ποτίσει τὸ κορμί μου, ποὺ ἔνιωθα νὰ βουίζει μέσα μου ἕνα ὁλόκληρο μελίσσι. Ἀκούμπησε τὸ ποτήρι, μὲ κοίταξε μισοκλείνοντας τὰ μάτια της καὶ εἶπε σαρκαστικά: «Γιά πεῖτε μου τώρα, πόσα σφηνάκια κατεβάσατε ὅσο ἔλειπα – πέντε, ἕξι;».

«Μόνο τρία, παρακαλῶ!» ἀπάντησα γελώντας. Δὲν μοῦ περνοῦσε κὰν ἀπ’ τὸ μυαλὸ ἡ ἰδέα πὼς θά ᾽πρεπε νὰ ντραπῶ· ἡ παρουσία τῆς κοπέλας αὐτῆς ἔσβηνε ὡς διὰ μαγείας αἰσθήματα αὐτοῦ τοῦ εἴδους. «Ἀλήθεια, πῶς σὲ λένε;»

Ἀπάντηση: «Σκοπεύεις νὰ ἔρχεσαι πιὸ συχνά;»

«Μπορεῖ...» εἶπα ζαλισμένος. «Γιατί;»

«Τότε τί τὸ θὲς τ’ ὄνομά μου; Γιὰ τὴ μισὴ ὡρίτσα ποὺ καθόμαστε ἐδῶ παρέα, φτάνει αὐτὸ τὸ ‟ὀμορφούλα μου” ἢ πῶς μὲ εἶπες...»

«Ἐντάξει, μὴν τὸ λές· δὲν δίνω δεκάρα!» Μ’ εἶχε νευριάσει.

Πῆρα τὸ μπουκάλι καὶ κατέβασα ἄλλο ἕνα σφηνάκι. Εἶχα πιὰ τὴ βεβαιότητα πὼς ἤμουνα σκνίπα – ἔπρεπε νὰ σταματήσω. Ὅμως ἡ ἀνάγκη νὰ πιῶ ἦταν πιὸ μεγάλη. Τὸ χρωματιστὸ κουβάρι στὸν ἐγκεφαλό μου μὲ καλοῦσε νὰ πιῶ κι ἄλλο· πυκνές, ἀπάτητες λόχμες μέσα μου μοῦ γαργαλοῦσαν τὸ πόδι. Ἀπὸ μακριὰ μοῦ ἔγνεφε μιὰ σαγήνη ἀπροσδιόριστη, ὅσο κι ἡ φωνὴ ποὺ μὲ καλοῦσε...

alt

«Δὲν ξέρω ἂν θὰ ἔρχομαι πιὸ συχνά», εἶπα βιαστικά· «εἶσαι ἀχώνευτο πλάσμα, σὲ μισῶ, κι ἂς γύρισα πάλι ἀπόψε στὰ λημέρια σου. Σήμερα τὸ πρωὶ ἤπια τὸ πρῶτο μου σνάπς, ποὺ ἐσὺ ἔβαλες στὸ ποτήρι μου καὶ γλίστρησες μαζί του στὸ αἷμα μου! Ἐσὺ εἶσαι τὸ δηλητήριο μέσα μου, τὸ πνεῦμα τοῦ σνάπς, γιὰ σένα τὰ παίζω ὅλα γιὰ ὅλα, ἄβουλος, ἕνας μεθύστακας...» Τὴν κοίταξα ξέπνοος, μ’ αἰφνιδίαζαν τὰ λόγια πού, ἄγνωστο πῶς, ξερνοῦσε τὸ στόμα μου... Καθόταν ἀπέναντί μου κι εἶχε ξαναπιάσει τὸ ράψιμο. Φοροῦσε κόκκινα παπούτσια, ἔβαλε τὸ ἕνα πόδι πάνω στ’ ἄλλο, σήκωσε καὶ τὴ φούστα λίγο πάνω ἀπ’ τὸ γόνατο. Τὰ πόδια της εἶχαν κάτι τὸ ἄξεστο, ἦταν ὅμως μακριά, καλοφτιαγμένα, κι εἶχε ἕνα σημάδι στὴ δεξιὰ γάμπα, ἐκ γενετῆς, καφέ, μεγάλο ὅσο ἕνα πφένιχ – μ’ ἄρεσε. Κρατοῦσε τσιγάρο, φύσαγε τὸν καπνὸ μέσα ἀπ’ τὰ μισόκλειστα χείλη, μὲ κοιτοῦσε ἀδιάφορα στὰ μάτια. «Πὲς κι ἄλλα, θεῖο», εἶπε, «καλὰ τὰ πᾶς... συνέχισε».

Προσπάθησα νὰ βάλω τάξη στὶς σκέψεις μου. Τί ἀκριβῶς ἔλεγα; Ἡ ἀνάγκη νὰ τὴν ἀγγίξω, νὰ τὴν πάρω στὴν ἀγκαλιά μου μὲ κυρίευε ὁλοένα καὶ περισσότερο. Ἔγειρα ἀναπαυτικὰ στὴν πολυθρόνα, κρατήθηκα ἀπ’ τὰ μπράτσα της. Κι ὕστερα μὲ ἄκουσα πάλι νὰ μιλάω, ἀργά, πολὺ καθαρά, κοντανασαίνοντας.

«Εἶμαι ἔμπορος», ἄκουσα τὴ φωνή μου νὰ λέει. «Εἶχα μιὰ ἀρκετὰ καλὴ ἐπιχείρηση, τώρα εἶμαι στὰ πρόθυρα τῆς χρεοκοπίας. Θὰ γελάσουν ὅλοι μαζί μου καὶ πρῶτ’ ἀπ’ ὅλους ἡ γυναίκα μου... Ἔκανα πολλὰ λάθη, ἡ Μάγδα θὰ μοῦ τὰ κοπανάει συνέχεια. Κατάλαβες τώρα... ἡ Μάγδα εἶναι ἡ γυναίκα μου...» Μὲ κοίταξε ἔντονα· τὸ πρόσωπό της ἦταν πάλλευκο σὰν νὰ τὸ εἶχε περάσει μὲ πούδρα, σαρκῶδες, σχεδὸν πρησμένο· τὰ σκοῦρα φρύδια σχημάτιζαν ἕνα τεράστιο τόξο ἐπάνω ἀπὸ τὰ σχεδὸν ἄχρωμα μάτια.

«Ὅμως μπορῶ ἀκόμα νὰ σηκώσω λεφτὰ ἀπ’ τὴν ἐπιχείρηση· ἒ ναί, μερικὲς χιλιάδες θὰ τὶς τράβαγα μόνο καὶ μόνο γιὰ ν’ ἀπολαύσω τὸν θυμό της – γιατὶ βέβαια ἐκείνη θέλει νὰ τὸ σώσει τὸ ἐμπορικό μας. Καὶ γιατί νὰ κάνει αὐτὴ ὅ,τι θέλει; Ἐγὼ θὰ μποροῦσα νὰ τὸ πουλήσω τὸ μαγαζί, ἔχω ἤδη ἀγοραστή, εἶναι ἀκόμα νέα ἡ ἐπιχείρησή μου. Θὰ μοῦ ᾽δινε καμιὰ δεκαριά, ἴσως καὶ δώδεκα χιλιάδες μάρκα, θὰ φεύγαμε ταξίδι οἱ δυό μας... Ἔχεις πάει ποτὲ στὸ Παρίσι;» Μὲ κοιτοῦσε, στὸ πρόσωπό της δὲν ἔγραφε οὔτε ναὶ οὔτε ὄχι. Εἶπα κι ἄλλα, μιλοῦσα ὅλο καὶ πιὸ γρήγορα, χωρὶς ἀνάσα.

«Οὔτε κι ἐγὼ ἔχω πάει», συνέχισα, «μὰ ἔχω διαβάσει πολλά. Εἶναι ἡ πόλη μὲ τὰ μεγάλα βουλεβάρτα, δεντροστοιχίες ψηλές, ὡραῖες, πλατεῖες τεράστιες, πάρκα... Μικρὸς εἶχα μάθει κάτι γαλλικά, μὰ ἄφησα γρήγορα τὸ σχολεῖο, οἱ γονεῖς μου δὲν εἶχαν λεφτά. Ξέρεις τί θὰ πεῖ ‟donnez-moi un baiser, mademoiselle”;»

Καμιὰ ἀντίδραση – οὔτε ναὶ οὔτε ὄχι. «Θὰ πεῖ ‟δῶστε μου ἕνα φιλάκι, δεσποινίς μου”. Ὅμως σὲ σένα, θά ᾽πρεπε νὰ πεῖ κανείς: ‟Δῶστε μου ἕνα φιλάκι, βασίλισσά μου!”. ‟Reine” εἶναι ἡ βασίλισσα, κι ἐσὺ εἶσαι ἡ βασίλισσα τῆς καρδιᾶς μου, εἶσαι ἡ βασίλισσα τοῦ δηλητήριου ποὺ εἶναι κλεισμένο στὸ μπουκάλι· δῶσ’ μου τὸ χέρι σου, Ἔλσαμπε –ἔτσι θὰ σὲ λέω, Ἔλσαμπε, βασίλισσα–, νὰ φιλήσω τὸ χέρι σου...»

Γέμισε τὸ ποτήρι ὣς ἐπάνω. «Ἄντε πιὲς κι αὐτὸ καὶ γύρνα σπίτι σου. Ἀρκετὰ ἤπιες κι ἀρκετὰ μὲ κούρασες. Μπορεῖς νὰ πάρεις τὸ σνὰπς μαζί σου, θὰ πληρώσεις ὁλόκληρο τὸ μπουκάλι, στὴν τιμὴ τῆς ταβέρνας. Δὲν σὲ γελάω – μὴν ἔρθεις αὔριο καὶ μοῦ πεῖς πὼς σὲ γέλασα· μόνος σου ἔβαζες, δὲν σ’ τὰ μέτραγα τὰ ποτήρια...»

«Μὴ μιλᾶς ἔτσι, Ἔλσαμπε», εἶπα – λίγο μὲ στόμφο, λίγο μὲ παράπονο. «Δὲν θὰ ἔκανα ποτὲ κάτι τέτοιο! Καὶ τί εἶναι τὰ λεφτά, στὸ κάτω κάτω...»

«Βρὲ ἄντε ποὺ θὰ μοῦ μάθεις ἐσὺ τώρα τοὺς ἄντρες! Σκορπᾶτε καλὰ καλὰ τὰ φράγκα στὴν κάβλα ἐπάνω, κι ὕστερα ἔρχεται ὁ καλός σου τὴν ἄλλη μέρα μὲ τὸν μπάτσο παρέα. Λοιπὸν ἔχουμε καὶ λέμε: τὸ σνάπς, μαζὶ μὲ τὴ σαμπάνια καὶ τὰ τσιγάρα μου, σύνολο...»· εἶπε κάποιο ποσό. «Ἂν δὲν εἶναι καὶ παραπάνω!» εἶπα πάλι μὲ στόμφο κι ἄνοιξα τὸ πορτοφόλι μου. «Ὁρίστε!» Τῆς ἔδωσα τὰ λεφτά. «Κι αὐτό...» Πῆρα ἕνα κατοστάρικο καὶ τὸ ἀκούμπησα μπροστά της· «γιὰ σένα. Γιατὶ σὲ μισῶ καὶ γιατὶ μὲ περιφρονεῖς. Ἄντε, πάρ’ το. Δὲν θέλω τίποτε ἀπὸ σένα. Τίποτε ἀπολύτως, ἀκοῦς; Καὶ τώρα φύγε! Σ’ ἔχω τόσο πολὺ μὲς στὸ αἷμα μου, ποὺ δὲν θὰ μπορέσω ποτὲ νὰ σὲ κάνω δική μου. Μπορεῖ κιόλας νὰ εἶσαι κενή, βαρετὴ καὶ σίγουρα δὲν εἶσαι ἀπὸ τὰ μέρη μας· σὲ πόλη γεννήθηκες, φαίνεται αὐτό. Τ’ ἄφησες ὅλα πίσω, κι ἦρθες ἐδῶ μὲ τ’ ἀπολειφάδια τοῦ ἑαυτοῦ σου!».

Καθόμασταν ἀντικριστά, τὰ λεφτὰ πάνω στὸ τραπέζι, τὸ φῶς λειψό. Στάθηκα τρεκλίζοντας στὰ πόδια μου, κρατώντας τὸ μισοάδειο μπουκάλι ἀπ’ τὸ στόμιο. Μὲ κοίταξε. «Πάρε τὰ λεφτά σου πίσω!» εἶπε ψιθυριστά. «Ἄντε, πάρ’ τα μόνος σου ἀπ’ τὸ τραπέζι... Δὲν θέλω λεφτὰ ἀπὸ σένα... Φεύγα...»

«Δὲν μπορεῖς νὰ μ’ ἀναγκάσεις νὰ τὰ πάρω· ἂν δὲν θέλω, τ’ ἀφήνω... Σ’ τὰ κάνω δῶρο, βασίλισσα τοῦ σνάπς, μὲ τ’ ὄνομα Ἔλσαμπε... Φεύγω...»

Περπάτησα μὲ κόπο ὣς τὴν πόρτα, τὸ κλειδὶ ἦταν ἐπάνω, ἀπὸ μέσα, κουράστηκα νὰ τὸ γυρίσω. «Νά σοῦ πῶ...» τὴν ἄκουσα πίσω μου, «νά σοῦ πῶ...» Γύρισα πρὸς τὸ μέρος της. Ἡ φωνή της ἦταν σιγανή, ἀλλὰ μεστή, ἁπαλή· ἡ Ἔλσαμπε μαλάκωσε. «Ἔ, νά σοῦ πῶ...» ἐπανέλαβε, τὰ μάτια της πῆραν χρῶμα, φωτίστηκαν· «ἔλα δῶ – θέλεις;» Τώρα τὴν κοίταξα ἐγὼ ἀμίλητος. «Βγάλε τὰ παπούτσια σου, μὴν κάνεις θόρυβο στὴ σκάλα κι ἀκούσουν τ’ ἀφεντικά. Ἔλα, γρήγορα...» Σιωπηλός, ὑπάκουσα στὶς ἐντολές της. Δὲν ἤξερα γιατί τὸ κάνω. Δὲν τὴν ποθοῦσα ἐκείνη τὴ στιγμή, δὲν τὴν ποθοῦσα ἔτσι.

«Δῶσ’ μου τὸ χέρι σου!» Ἔσβησε τὸ φῶς· μὲ κρατοῦσε ἀπ’ τὸ ἕνα χέρι, στὸ ἄλλο κρατοῦσα ἐγὼ τὸ μπουκάλι. Ἡ ταβέρνα ἦταν θεοσκότεινη, πήγαινα πίσω της. Τὸ φεγγάρι φώτιζε τὴ στενὴ σκαλίτσα ἀπὸ ἕνα σκονισμένο φεγγίτη. Τρέκλιζα, ἤμουνα πτῶμα. Σκεφτόμουνα τὸ ὡραῖο μου κρεβάτι, τὴν Ἔλσαμπε, ποὺ ἕνας Θεὸς ξέρει τί προσδοκίες εἶχε ἀπὸ μένα, τὸν ἀτελείωτο δρόμο ὣς τὸ σπίτι – μοῦ φαίνονταν ὅλα βουνό. Τὸ σνὰπς ποὺ κρατοῦσα στὸ χέρι μου ἦταν ἡ μόνη μου παρηγόρια. Ὀνειρευόμουνα νὰ σταθῶ στὰ σκαλάκια καὶ νὰ πιῶ ἐπιτόπου, τόσο ἐξαντλημένος ἤμουνα. Τὰ σκαλιὰ ἔτριζαν, ἡ πόρτα τοῦ δωματίου στέναξε κι αὐτὴ στὸ ἄνοιγμα.

alt

Τὸ φῶς τοῦ φεγγαριοῦ ἔπεφτε πάνω στὸ ἄθλιο, ξέστρωτο ντιβανάκι· μιὰ τσίγκινη ἁπλώστρα εἶδα, μιὰ καρέκλα, ἕνα πιαστράκι γιὰ ροῦχα στὸν τοῖχο... «Βγάλε τὰ ροῦχα σου», εἶπα σιγανά, «ἔρχομαι ἀμέσως»· κι ὕστερα – στὸν ἑαυτό μου πιὸ πολύ: «Γιά νὰ δοῦμε, ἔχει ἀστέρια ἀπόψε;». Τὸ παράθυρο ἔβλεπε στὸν κῆπο. Ἄνοιξα τὸ ἕνα φύλλο· ἀρωματισμένο, ἁπαλὸ σὰν τρυφερὸ χάδι μπῆκε μέσα τὸ ἀνοιξιάτικο ἀεράκι. Κάτω ἀπ’ τὸ παράθυρο φαινόταν τὸ ἀλουμινένιο στέγαστρο μιᾶς ἀποθήκης. «Αὐτὸ εἶναι καλό», συνέχισα τὸν μονόλογο, «μιὰ χαρὰ εἶναι αὐτὸ τὸ σκέπαστρο». Τὸ φεγγάρι δὲν τὸ ἔβλεπα, ἦταν ἀνάμεσα στὸ σκέπαστρο καὶ στὸ πρόσωπό μου. Ὅμως τὸ φῶς του ἔλουζε τὸν οὐρανὸ μὲ μιὰ λευκὴ λάμψη, κι ἔτσι φαίνονταν μόνο τὰ πιὸ φωτεινὰ ἀστέρια, κι αὐτὰ θαμπά. Ἔνιωθα δύσθυμος, νευρικός.

«Ἔλα ἐπιτέλους», φώναξε θυμωμένη· εἶχε ξαπλώσει. «Κάνε γρήγορα! Θέλω καὶ νὰ κοιμηθῶ!»

Γύρισα κι ἔσκυψα πάνω ἀπ’ τὸ κρεβάτι. Ἦταν ἀνάσκελα, σκεπασμένη ὣς τὸν λαιμό. Τράβηξα τὸ πάπλωμα κι ἄφησα τὸ βλέμμα μου λίγη ὥρα πάνω στὸ γυμνό της στῆθος. Ἦταν δροσερό, στητό. Ἀνάσαινε ἁπαλά. Μύριζε ὄμορφα – μαλλιὰ καὶ σάρκα.

«Ἔλα, κλεῖσε τὸ παράθυρο, ξεντύσου καὶ μὴν κάνεις σὰν μωρό! Ἄντε, ντέ!» Ἀναστέναξα βαθιὰ καὶ σηκώθηκα. Πῆγα στὸ παράθυρο, πῆρα τὸ μπουκάλι, ἔδωσα μία καὶ βρέθηκα πάνω στὸ στέγαστρο. Ἔξαλλη ἀκούστηκε ἡ φωνή της πίσω μου. Ὅμως εἶχα φτάσει πιὰ στὸν κῆπο. «Ἄι στὸν κόρακα, παλιομεθύστακα!» φώναξε κλείνοντας τὸ παράθυρο. Στεκόμουν ἀνάμεσα στοὺς θάμνους καὶ μύριζα τὶς πασχαλιές. Εἶχε ἀπόλυτη ξαστεριά. Ἔφερα τὸ μπουκάλι στὸ στόμα καὶ ἤπια ἀχόρταγα..." 

altΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ HANS FALLADA

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Patricio Pron «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) που κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος» (μτφρ. από τα κορεάτικα Αμαλία Τζιώτη), το οποίο κυκλοφορεί στις 16 Μαρτίου εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Olivia Manning «Βαλκανική τριλογία - Η μεγάλη τύχη» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορασ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού ανακοίνωσε τις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόκειται για τις τρεις κατηγο...

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Για τη συλλογή μικροδιηγημάτων του Κώστα Σιαφάκα «Αντανάκλαση» (εκδ. Σμίλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη συλλογή Αντανάκλαση του Κώστα Σιαφάκα, όπου τα πεζά έχουν συνήθως...

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Με αφορμή την έκδοση και παρουσίαση του poster book του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ «Ήταν μια φορά ένας κομίστας στην TV (Η πολυκατοικία)» (εκδ. Syllipsis), το χρονικό ενός διαμεσικού αφηγήματος.

Επιμέλεια: Λωνίδας Καλούσης...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube