28 Μαϊου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:07:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Ο αχός της εποχής

Ο αχός της εποχής

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το βιβλίο του Julian Barnes Ο αχός της εποχής (μτφρ. Θωμάς Σκάσσης), που θα κυκλοφορήσει από τις εκδόσεις Μεταίχμιο στις 9 Μαρτίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ένα πράγμα ήξερε μόνο: Τούτη ήταν η χειρότερη εποχή.

Τρεις ώρες τώρα στεκόταν δίπλα στο ασανσέρ. Κάπνιζε το πέμπτο τσιγάρο και ο νους του πηδούσε από το ένα στο άλλο.

Φυσιογνωμίες, ονόματα, αναμνήσεις. Το βάρος της κομμένης τύρφης στα χέρια του. Θαλασσοπούλια της Σουηδίας που πεταρίζουν πάνω από το κεφάλι του. Χωράφια με ηλιοτρόπια. Η μυρωδιά του γαριφαλέλαιου. Η θερμή γλυκιά μυρωδιά της Νίτα βγαίνοντας από το γήπεδο του τένις. Ο ιδρώτας που κυλούσε από τη χαμηλή μετωπιαία τριχοφυΐα κάποιου προσώπου. Φυσιογνωμίες, ονόματα.

Φυσιογνωμίες και ονόματα ακόμα και πεθαμένων.

Θα μπορούσε να είχε φέρει μια καρέκλα από το διαμέρισμα. Η νευρικότητά του όμως θα τον κρατούσε έτσι κι αλλιώς όρθιο. Άσε που θα φαινόταν σίγουρα εκκεντρικό να περιμένει καθισμένος τον ανελκυστήρα.

Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν είχε προκύψει εντελώς αναπάντεχα, αλλά ήταν απολύτως λογική. Όπως και η υπόλοιπη ζωή του. Σαν τον σαρκικό πόθο, για παράδειγμα. Προκύπτει αναπάντεχα, και όμως είναι απολύτως λογικός.

Η κατάσταση στην οποία βρισκόταν είχε προκύψει εντελώς αναπάντεχα, αλλά ήταν απολύτως λογική. Όπως και η υπόλοιπη ζωή του. Σαν τον σαρκικό πόθο, για παράδειγμα. Προκύπτει αναπάντεχα, και όμως είναι απολύτως λογικός.

Προσπάθησε να μείνει συγκεντρωμένος στη Νίτα, αλλά το μυαλό του δεν υπάκουσε. Ήταν σαν την κρεατόμυγα, θορυβώδες και έκδοτο. Πήγε στην Τάνια, φυσικά. Μετά όμως πέταξε σε εκείνο το κορίτσι, τη Ροζαλίγια. Κοκκίνισε που τη θυμήθηκε ή μήπως ήταν κρυφά περήφανος για εκείνο το περιστατικό έκλυτου βίου;

Η προστασία εκ μέρους του στρατάρχη ήταν επίσης αναπάντεχη, αλλά απολύτως λογική. Άραγε θα μπορούσε να ειπωθεί το ίδιο και για τη μοίρα του στρατάρχη;

Το ευπροσήγορο γενειοφόρο πρόσωπο του Γιούργκενσεν και μαζί του η ανάμνηση των βίαιων θυμωμένων δαχτύλων της μητέρας του γύρω από τον καρπό του. Και ο πατέρας του, ο καλότροπος, αξιαγάπητος, αδέξιος πατέρας του να στέκεται δίπλα στο πιάνο και να τραγουδάει «Τα χρυσάνθεμα του κήπου από καιρό μαράθηκαν».

Στο μυαλό του ολόκληρη κακοφωνία ήχων. Η φωνή του πατέρα του, τα βαλς και οι πόλκες που έπαιζε ο ίδιος φλερτάροντας τη Νίτα, τέσσερα σαλπίσματα μιας σειρήνας εργοστασίου σε φα δίεση, σκυλιά που τα γαβγίσματά τους σκεπάζουν το ασταθές παίξιμο ενός φαγκοτίστα και το παραλήρημα κρουστών και χάλκινων κάτω από το κυβερνητικό θεω­ρείο με την ατσάλινη επένδυση.

Ένας θόρυβος του πραγματικού κόσμου διέκοψε όλους αυτούς μέσα στο μυαλό του: ο αιφνίδιος βόμβος και το γρύλισμα του μηχανισμού του ανελκυστήρα. Το πόδι του τινάχτηκε, ρίχνοντας κάτω το βαλιτσάκι που ακουμπούσε στην κνήμη του. Περίμενε άδειος ξαφνικά από αναμνήσεις και γεμάτος μόνο φόβο. Τότε ο ανελκυστήρας στάθηκε σε κάποιον από τους κάτω ορόφους και οι πνευματικές ικανότητές του επανήλθαν. Σήκωσε το βαλιτσάκι του και το περιεχόμενό του μετατοπίστηκε ελαφρά, κάτι που έκανε τον νου του να πετάξει στην ιστορία με την πιτζάμα του Προκόφιεφ.

Όχι, δεν ήταν σαν την κρεατόμυγα. Μάλλον σαν εκείνα τα κουνούπια στην Ανάπα, που κάθονταν και ρουφούσαν αίμα από οπουδήποτε.

Νόμιζε πως θα στεκόταν εδώ και θα είχε τον έλεγχο του μυα­λού του. Φαινόταν όμως ότι τη νύχτα μόνο αυτό που είχε τον πλήρη έλεγχο ήταν το μυαλό του. Το πεπρωμένον φυγείν αδύνατον, μας διαβεβαίωσε ο ποιητής. Και το μυαλό φυγείν αδύνατον.

Θυμήθηκε τους πόνους εκείνη τη βραδιά πριν του αφαιρέσουν τη σκωληκοειδίτιδα. Τις είκοσι δύο φορές που είχε κάνει εμετό, το υβρεολόγιο με το οποίο περιέλουσε τη νοσοκόμα και μετά τις ικεσίες σε έναν φίλο να φέρει τον πολιτοφύλακα να τον σκοτώσει για να γλιτώσει από τον πόνο. Φέρ’ τον μέσα να με σκοτώσει, να σταματήσει ο πόνος, τον είχε παρακαλέσει. Ο φίλος όμως είχε αρνηθεί να τον βοηθήσει.

Τώρα δεν είχε ανάγκη από φίλους ή πολιτοφύλακες. Υπήρχαν ένα σωρό εθελοντές.

Είπε στον εαυτό του ότι όλα είχαν αρχίσει ακριβώς το πρωί της 28ης Ιανουαρίου του 1936 στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αρχάνγκελσκ. Όχι, αποκρίθηκε το μυαλό του, τίποτε δεν αρχίζει έτσι, μια συγκεκριμένη ημερομηνία σε έναν συγκεκριμένο τόπο.

Είπε στον εαυτό του ότι όλα είχαν αρχίσει ακριβώς το πρωί της 28ης Ιανουαρίου του 1936 στον σιδηροδρομικό σταθμό του Αρχάνγκελσκ. Όχι, αποκρίθηκε το μυαλό του, τίποτε δεν αρχίζει έτσι, μια συγκεκριμένη ημερομηνία σε έναν συγκεκριμένο τόπο. Όλα άρχισαν σε πολλά μέρη και διαφορετικούς χρόνους, κάποια μάλιστα προτού καν γεννηθείς, σε ξένες χώρες και στα μυαλά άλλων ανθρώπων.

Και μετά, οτιδήποτε κι αν συμβεί, το ίδιο θα ισχύει, θα γίνεται αλλού και στο μυαλό άλλων ανθρώπων.

Σκέφτηκε τα τσιγάρα: πακέτα Καζμπέκ, Μπέλομορ και Ερζεγκοβίνα Φλορ. Κι έναν άντρα που έβαζε στην πίπα του τον καπνό από μισή ντουζίνα στενόμακρα παπιρόσι, αφήνοντας πάνω στο γραφείο τα υπολείμματα του χαρτιού και των κυλίνδρων από χαρτόνι.

Θα μπορούσε άραγε η κατάσταση να διορθωθεί, να αποκατασταθεί, να αντιστραφεί ακόμα και σε τόσο προχωρημένο στάδιο; Ήξερε την απάντηση: Ήταν αυτό που είχε πει ο γιατρός σχετικά με την αποκατάσταση της Μύτης. «Ασφαλώς και γίνεται να μπει στη θέση της, αλλά σας διαβεβαιώνω ότι θα είστε χειρότερα μετά».

Σκέφτηκε τον Ζακρέφσκι και το Μεγάλο Σπίτι και το ποιος μπορεί να τον είχε αντικαταστήσει. Σίγουρα κάποιος θα το είχε κάνει. Σε τούτο τον κόσμο, έτσι όπως ήταν φτιαγμένος, δεν έλειπαν οι Ζακρέφσκι. Ίσως όταν θα ερχόταν ο Παράδεισος, και συγκεκριμένα σε διακόσια δισεκατομμύρια χρόνια, δεν θα χρειάζεται πια να υπάρχουν άνθρωποι σαν τον Ζακρέφσκι.

Υπήρχαν στιγμές που το μυαλό του αρνιόταν να δεχθεί αυτό που συνέβαινε. Δεν είναι δυνατόν, γιατί κάτι τέτοιο δεν θα μπορούσε ποτέ να συμβεί, όπως είπε και ο ταγματάρχης όταν αντίκρισε την καμηλοπάρδαλη. Έλα όμως που θα μπορούσε και όντως συνέβαινε.                 

altΤο πεπρωμένο είναι απλώς ένας επιβλητικός όρος για κάτι που δεν μπορείς να αλλάξεις. Όταν η ζωή σού λέει «Έτσι λοιπόν», συγκατανεύεις και το αποκαλείς πεπρωμένο. Έτσι λοιπόν, το πεπρωμένο του ήταν να ονομαστεί Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς. Κι αυτό δεν μπορούσε να αλλάξει. Ο ίδιος δεν θυμόταν, φυσικά, τη βάπτισή του, αλλά δεν είχε λόγο να αμφισβητήσει την αλήθεια της ιστορίας. Η οικογένεια είχε μαζευτεί στο γραφείο του πατέρα του, γύρω από μια φορητή κολυμπήθρα. Όταν ήρθε ο παπάς, ρώτησε τους γονείς του ποιο όνομα σκόπευαν να δώσουν στο νεογέννητο. Εκείνοι απάντησαν: Γιάροσλαβ. Γιάροσλαβ; Ο παπάς δεν φάνηκε ικανοποιημένος. Είπε ότι επρόκειτο για εντελώς ασυνήθιστο όνομα. Είπε ότι τα παιδιά που έχουν ασυνήθιστα ονόματα τα πειράζουν και τα κοροϊδεύουν στο σχολείο. Όχι, δεν γινόταν να βγάλουν το παιδί Γιάροσλαβ. Ο πατέρας και η μητέρα του τα είχαν χάσει με την τόσο έντονη αντίθεση, αλλά δεν ήθελαν να τον προσβάλουν. Και ποιο όνομα προτείνετε εσείς τότε; ρώτησαν. Δώστε του κάποιο συνηθισμένο, είπε ο παπάς, Ντμίτρι, ας πούμε. Ο πατέρας του παρατήρησε ότι και ο ίδιος λεγόταν Ντμίτρι και ότι το Γιάροσλαβ Ντμιτρίεβιτς ήταν πολύ πιο εύηχο απ’ ό,τι το Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς. Ωστόσο ο παπάς δεν ήταν σύμφωνος. Έτσι λοιπόν έγινε ο Ντμίτρι Ντμιτρίεβιτς.

Τι σημασία είχε ένα όνομα; Αυτός είχε γεννηθεί στην Αγία Πετρούπολη, άρχισε να μεγαλώνει στο Πέτρογκραντ και ενηλικιώθηκε στο Λένινγκραντ. Ή στην Αγία Λενινούπολη, όπως του άρεσε να την αποκαλεί κάποιες φορές. Τι σημασία είχε ένα όνομα;

Τον τελευταίο καιρό η ζωή του φαινόταν να έχει αποκτήσει σταθερότητα. Αυτή η πλευρά των πραγμάτων δεν του φαινόταν ποτέ κάτι απλό. Ο ίδιος ένιωθε έντονα συναισθήματα, αλλά ουδέποτε απέκτησε την ικανότητα να τα εκφράζει.

Ήταν τριάντα ενός χρονών. Η γυναίκα του, η Νίτα, ήταν ξαπλωμένη μερικά μέτρα πιο κει, έχοντας στο πλάι της την κόρη τους, την Γκαλίνα. Η Γκάλια ήταν ενός έτους. Τον τελευταίο καιρό η ζωή του φαινόταν να έχει αποκτήσει σταθερότητα. Αυτή η πλευρά των πραγμάτων δεν του φαινόταν ποτέ κάτι απλό. Ο ίδιος ένιωθε έντονα συναισθήματα, αλλά ουδέποτε απέκτησε την ικανότητα να τα εκφράζει. Ακόμα και σε έναν ποδοσφαιρικό αγώνα σπανίως φώναζε ή έχανε την αυτοσυγκράτησή του, όπως όλοι οι άλλοι· του αρκούσε να σχολιάζει ήρεμα την επιδεξιότητα που είχε ή δεν είχε ένας παίκτης. Ορισμένοι πίστευαν ότι επρόκειτο για τη χαρακτηριστική κουμπωμένη τυπικότητα ενός ανθρώπου γεννημένου στο Λένινγκραντ· πέρα από αυτό –ή κάτω από αυτό– ο ίδιος ήξερε ότι ήταν ντροπαλό και νευρικό άτομο. Με τις γυναίκες δε, όταν απαλλασσόταν από την ντροπαλότητα, ταλαντευόταν ανάμεσα στον παράλογο ενθουσιασμό και την απότομη απελπισία. Λες και ο μετρονόμος του ήταν πάντοτε κακορυθμισμένος.

Ακόμα κι έτσι πάντως, η ζωή του είχε αποκτήσει επιτέλους κάποια ομαλότητα, και με το σωστό τέμπο. Με τη διαφορά ότι τώρα είχε ξαναγίνει ασταθής. Ασταθής ήταν κάτι περισσότερο από ευφημισμός.

Το βαλιτσάκι που στηριζόταν στην κνήμη του του θύμισε την εποχή που προσπάθησε να το σκάσει από το σπίτι του. Πόσων ετών ήταν τότε; Εφτά, μπορεί κι οχτώ. Είχε πάρει τότε μαζί του κάποιο βαλιτσάκι; Μάλλον όχι – η οργή της μητέρας του θα ήταν πολύ πιο άμεση. Ήταν ένα καλοκαίρι στην Ιρίνοφκα, όπου ο πατέρας του εργαζόταν ως γενικός διευθυντής. Ο Γιούργκενσεν ήταν ο άνθρωπος για όλες τις δουλειές του υποστατικού. Αυτός που έφτιαχνε και επισκεύαζε, αυτός που έλυνε τα προβλήματα με τρόπο που καταλάβαινε ένα παιδί. Αυτός που δεν τον νουθετούσε ποτέ, μόνο τον άφηνε να παρακολουθεί πώς ένα κομμάτι ξύλο μετατρεπόταν σε στιλέτο ή σφυρίχτρα. Ο ίδιος που του έδωσε ένα κομμάτι φρεσκοκομμένης τύρφης και τον άφησε να το μυρίσει.

Στην αρχή εκπλήρωνε με θάρρος την απειλή του, βαδίζοντας καμαρωτός δίπλα στη μητέρα του. Σταδιακά όμως άρχισε να σέρνει τις φτέρνες του και ο καρπός και η παλάμη του άρχισαν να ξεγλιστρούν από τη λαβή της μάνας του. Εκείνη την ώρα νόμιζε ότι εκείνος ήταν που αποτραβιόταν, τώρα όμως συνειδητοποιούσε ότι η μητέρα του ήταν εκείνη που τον άφηνε να φύγει, το ένα δάχτυλο μετά το άλλο, μέχρι που ήταν ελεύθερος.

Είχε δεθεί πολύ με τον Γιούργκενσεν. Έτσι, όποτε κάτι τον δυσαρεστούσε, πράγμα που συνέβαινε συχνά, έλεγε: «Πολύ καλά, θα πάω κι εγώ να μείνω με τον Γιούργκενσεν». Ένα πρωινό, ενώ βρισκόταν ακόμη στο κρεβάτι, ξεστόμισε την απειλή ή την υπόσχεσή του για πρώτη φορά εκείνη τη μέρα. Μία φορά ήταν όμως αρκετή για τη μητέρα του. Ντύσου και θα σε πάω εγώ, του απάντησε. Εκείνος σήκωσε το γάντι –όχι, δεν υπήρξε χρόνος για να μαζέψει τα πράγματά του–, η Σοφία Βασίλιεβνα τον άρπαξε σφιχτά από τον καρπό και άρχισαν να περπατούν διασχίζοντας τον αγρό προς το μέρος όπου έμενε ο Γιούργκενσεν. Στην αρχή εκπλήρωνε με θάρρος την απειλή του, βαδίζοντας καμαρωτός δίπλα στη μητέρα του. Σταδιακά όμως άρχισε να σέρνει τις φτέρνες του και ο καρπός και η παλάμη του άρχισαν να ξεγλιστρούν από τη λαβή της μάνας του. Εκείνη την ώρα νόμιζε ότι εκείνος ήταν που αποτραβιόταν, τώρα όμως συνειδητοποιούσε ότι η μητέρα του ήταν εκείνη που τον άφηνε να φύγει, το ένα δάχτυλο μετά το άλλο, μέχρι που ήταν ελεύθερος. Όχι ελεύθερος να μείνει με τον Γιούργκενσεν, αλλά ελεύθερος να κάνει μεταβολή και βάζοντας τα κλάματα να γυρίσει τρέχοντας στο σπίτι.

Χέρια, χέρια που ξεγλιστρούν και χέρια που γραπώνουν. Όταν ήταν παιδί, φοβόταν τους νεκρούς· φοβόταν ότι θα βγουν από τον τάφο, θα τον αρπάξουν, θα τον σύρουν πίσω στην κρύα μαύρη γη και το στόμα και τα μάτια του θα γεμίσουν χώμα. Αυτός ο φόβος σιγά σιγά εξαφανίστηκε, γιατί αποδείχτηκε ότι τα χέρια των ζωντανών ήταν πιο επίφοβα. Οι πόρνες του Πέτρογκραντ δεν σεβάστηκαν τη νιότη και την αθωό­τητά του. Όσο πιο δύσκολοι οι καιροί, τόσο πιο αρπακτικά και τα χέρια. Απλώνονταν για να αρπάξουν το πουλί σου, το ψωμί σου, τους φίλους σου, την οικογένειά σου, τους πόρους της ζωής σου, την ίδια σου την ύπαρξη. Όπως φοβόταν τις πόρνες, φοβόταν και τους θυρωρούς. Το ίδιο ίσχυε και για τους αστυνομικούς, όπως κι αν επέλεγαν να αποκαλούν τον εαυτό τους.

Υπήρχε όμως και ο αντίστροφος φόβος: μήπως ξεγλιστρήσεις από εκείνα τα χέρια που σε κρατούν ασφαλή.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Patricio Pron «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) που κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος» (μτφρ. από τα κορεάτικα Αμαλία Τζιώτη), το οποίο κυκλοφορεί στις 16 Μαρτίου εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Olivia Manning «Βαλκανική τριλογία - Η μεγάλη τύχη» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορασ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Αυτές είναι οι βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019

Το Υπουργείο Πολιτισμού & Αθλητισμού ανακοίνωσε τις βραχείες λίστες των Κρατικών Βραβείων Λογοτεχνικής Μετάφρασης 2019.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Πρόκειται για τις τρεις κατηγο...

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Για τη συλλογή μικροδιηγημάτων του Κώστα Σιαφάκα «Αντανάκλαση» (εκδ. Σμίλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη συλλογή Αντανάκλαση του Κώστα Σιαφάκα, όπου τα πεζά έχουν συνήθως...

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Με αφορμή την έκδοση και παρουσίαση του poster book του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ «Ήταν μια φορά ένας κομίστας στην TV (Η πολυκατοικία)» (εκδ. Syllipsis), το χρονικό ενός διαμεσικού αφηγήματος.

Επιμέλεια: Λωνίδας Καλούσης...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube