18 Νοεμβριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:11:25:08 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Η σφαγή των χοίρων

Η σφαγή των χοίρων

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Anne-Cathrine Riebnitzsky «Η σφαγή των χοίρων» (μτφρ. Σωτήρης Σουλιώτης), που θα κυκλοφορήσει στις 27 Ιουνίου από τις εκδόσεις Utopia.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ο ΔΡΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΟ ΣΠΙΤΙ περνάει απ' το χωράφι. Κάθομαι με το κουτί τ' αυγά στα γόνατα και κοιτάω έξω. Είναι το χωράφι που ο Ίβαν κι εγώ περπατούσαμε ώρες ατέλειωτες, ψάχνοντας τον λαγό, το χωράφι εκείνο όπου καβάλησα το πρώτο μου άλογο και έπεσα. Το χωράφι που η πρέσα για το άχυρο γύριζε γύρω-γύρω.
Είναι το καλοκαίρι πριν ξεκινήσω στην πρώτη δημοτικού· στέκομαι στην άκρη του χωραφιού και κοιτάζω τους λόφους με τις απαλές γραμμές, που τις ορίζουν ζωηροί φράχτες, οι οποίοι φτάνουν ως τη γαλάζια θάλασσα. Εκεί κοντά είναι μια τεράστια στοίβα μπάλες άχυρο. Η γάτα μας, η Κρεμούλα, έρχεται μέσα από τα όρθια, κομμένα άχυρα. Έχει στο στόμα της ένα ποντίκι. Χώνεται μέσα σε μια χαραμάδα ανάμεσα σε δυο μπάλες άχυρο κάτω-κάτω στη στοίβα. Εγώ πλησιάζω σιγά-σιγά.
Ακούω γατάκια που νιαουρίζουν, θέλουν γάλα. Γονατίζω. Είναι μια τόση δα τρύπα, όπου η Κρεμούλα είναι ξαπλωμένη με το πλάι και τεντώνεται. Χώνω προσεκτικά το χέρι μου κοντά της. Εκείνη σηκώνει το κεφάλι και με κοιτάζει σε κατάσταση εγρήγορσης. Τότε το στομάχι μου αναποδογυρίζει από την έκπληξη. Πέντε γατάκια. Πώς κατάφερε και έκανε πέντε γατάκια; Το ένα είναι κόκκινο. Πάντα ήθελα μια κόκκινη γάτα.
«Αχ, Κρεμούλα, τι γλυκά που είναι», ψιθυρίζω. Τη χαϊδεύω και κοιτάζω τα μικρά παχουλά γατάκια, που σπρώχνονται μεταξύ τους.
Έξω στον δρόμο ακούω ν' αρχίζει η κίνηση από τα αμάξια που ήρθαν με το φεριμπότ και ξέρω ότι είναι ώρα να πάω σπίτι για μεσημεριανό. Δεν μπορώ να πάρω τα μάτια μου από τα γατάκια, όμως ξέρω ότι τώρα πρέπει να γυρίσω.
«Πού χάθηκες;», ρωτάει η μάνα μου.
«Βρήκα γατάκια», λέω εγώ μες στην καλή χαρά. «Η Κρεμούλα γέννησε πέντε γατάκια. Το πιστεύετε; Νόμιζα ότι μόνο δύο μπορούν να κάνουν. Και ένα απ' αυτά είναι κόκκινο. Κόκκινο ριγέ, ανοιχτόχρωμο σαν την Κρεμούλα, και κόκκινο. Είναι τόσο όμορφο. Μπορώ να το πάρω εγώ;».
«Πού τα βρήκες;», ρωτάει ο μπαμπάς.
«Στις μπάλες με το άχυρο στο χωράφι», του λέω.
«Ήταν στον πρώτο σωρό ή πιο πέρα;».
Στυλώνω τα μάτια μου επάνω του. Κάτι δεν πάει καλά εδώ. «Κι εγώ θέλω να τα δω», λέει ο πατέρας μου.
Ζαρώνω κάτω απ' το βλέμμα του.
Την άλλη μέρα έχουν μείνει μόνο δύο γατάκια. Το κόκκινο δεν είναι πια εκεί.

 

«Παιδιά, πρέπει να σας πω κάτι. Θυμάστε που σας είπα ότι ο μπαμπάς έχει κάποιο πρόβλημα; Ε, λοιπόν, ο μπαμπάς δεν είναι καλά. Είναι άρρωστος».
Εμείς γνέφουμε καταφατικά. Ναι, το ξέρουμε.
«Δεν το κάνει από κακία», συνεχίζει η μάνα μου. «Αλλά κάπου-κάπου θυμώνει πάρα πολύ και πρέπει να του δώσω φάρμακο».
Η λέξη φάρμακο θαρρείς κολλάει μέσα μου.
Ο Ίβαν γνέφει καταφατικά δίπλα μου.
«Όμως δεν πρέπει να μάθει ότι του το δίνω, γιατί θα γίνει έξω φρενών.
Εκείνος λέει ότι δεν έχει τόσο μεγάλο πρόβλημα, αλλά εσείς βλέπετε πόσο άγριος γίνεται».
Σκέφτομαι τα οργισμένα μάτια του μπαμπά, πόσο απειλητικός γίνεται. Ο μπαμπάς κάπου-κάπου δέρνει πολύ άσχημα. Αυτό εννοεί η μαμά.

ΚΑΘΟΜΑΣΤΕ ΜΠΡΟΣΤΑ ΣΤΗΝ ΤΗΛΕΟΡΑΣΗ, ο Ίβαν, η μάνα μου κι εγώ. Ακόμη μια ιστορία για αιμομιξία, που εκτυλίσσεται σε μια επαρχιακή πόλη της Γιουτλάνδης. Δυο κορίτσια κακοποιήθηκαν και μάλλον όχι μόνο απ' τον πατέρα, αλλά και από έναν γείτονα. Ένας δημοσιογράφος παίρνει συνέντευξη απ' όποιον βρίσκει στον δρόμο του. Στην πόρτα ενός κίτρινου πέτρινου σπιτιού βγάζει το μικρόφωνο. Μια γυναίκα, σαραντάρα, με ακαθόριστο πρόσωπο που ξεχειλίζει, μαύρο ζιβάγκο μέχρι επάνω σαν μοκέτα κι ανατομικό στήθος, λέει αυτό που λένε όλοι σε τέτοιες περιπτώσεις: «Δεν μπορώ να το καταλάβω. Είδα κι άλλες φορές στην τηλεόραση τέτοιες ιστορίες και κάθε φορά σκεφτόμουν: Δεν είναι δυνατόν να μην ξέρει κανείς τίποτα. Και τώρα λέω κι εγώ το ίδιο. Απέναντι απ' το σπίτι μου γινόταν κι εγώ δεν ήξερα τίποτα. Ειλικρινά, τίποτα, σας λέω!».
«Παρεξηγημένη αφοσίωση», λέει ο Ίβαν. «Έτσι δεν το λένε;». Σκέφτομαι ότι εννοεί την αφοσίωση των παιδιών προς τους γονείς. «Και μη χειρότερα», λέει η μάνα μου κουνώντας το κεφάλι της. Οι βελόνες του πλεξίματος χτυπάνε η μια στην άλλη σαν σπαθιά. «Λίζα, για φέρε μας λίγο παγωτό απ' την κουζίνα, να χαρείς!».
Στην οικογένειά μου δεν έχουμε αιμομιξία. Ούτε αλκοολισμό –τουλάχιστον όχι σε ανησυχητικά επίπεδα. Ο Ίβαν θα έλεγε ότι μάλλον έχουμε εθισμό στο παγωτό.
Σηκώνομαι και πάω στην κουζίνα.
«Λίζα και Ίβαν, έρχεστε λίγο στην κουζίνα να βοηθήσετε τη μαμά;». Τρέχω με τις κάλτσες πίσω απ' τη μάνα μου στην κουζίνα. Ο Ίβαν από πίσω μου. Είμαστε πέντε και έξι χρονών. Η ώρα που η μάνα μου μας δίνει επιδόρπιο το βράδυ. Βγάζει τα άσπρα μπολάκια.
«Παιδιά, πρέπει να σας πω κάτι. Θυμάστε που σας είπα ότι ο μπαμπάς έχει κάποιο πρόβλημα; Ε, λοιπόν, ο μπαμπάς δεν είναι καλά. Είναι άρρωστος».
Εμείς γνέφουμε καταφατικά. Ναι, το ξέρουμε.
«Δεν το κάνει από κακία», συνεχίζει η μάνα μου. «Αλλά κάπου-κάπου θυμώνει πάρα πολύ και πρέπει να του δώσω φάρμακο».
Η λέξη φάρμακο θαρρείς κολλάει μέσα μου.
Ο Ίβαν γνέφει καταφατικά δίπλα μου.
«Όμως δεν πρέπει να μάθει ότι του το δίνω, γιατί θα γίνει έξω φρενών.
Εκείνος λέει ότι δεν έχει τόσο μεγάλο πρόβλημα, αλλά εσείς βλέπετε πόσο άγριος γίνεται».
Σκέφτομαι τα οργισμένα μάτια του μπαμπά, πόσο απειλητικός γίνεται. Ο μπαμπάς κάπου-κάπου δέρνει πολύ άσχημα. Αυτό εννοεί η μαμά. «Τώρα βρήκα πώς να του δίνω το φάρμακο, χωρίς να το καταλαβαίνει. Θα το βάζω στο επιδόρπιο. Οπότε εσείς να μην παίρνετε το μπολάκι με το σπασμένο χερούλι», λέει η μάνα μου και δείχνει το μπολάκι.
«Εκεί θα βάλω το φάρμακο, οπότε όταν το δείτε, να πάρετε ένα από τα άλλα. Καταλάβατε; Και έχει μεγάλη σημασία να μην το πείτε σε κανέναν».
«Ναι, αλλά αν ο μπαμπάς πάρει πρώτος μπολάκι;», ρωτάει ο Ίβαν.
«Δεν θα το κάνει. Θα το φέρω εγώ σε δίσκο και θα δώσω πρώτα σε σας. Λίζα, πάρε ένα και για μένα, και θα δώσω μετά στον μπαμπά. Αυτό χωρίς χερούλι. Καταλάβατε;».
Εμείς γνέφουμε γεμάτοι σοβαρότητα.
Εκείνη γυρίζει προς το ξύλο του ψωμιού. Κομματιάζει ένα χάπι με τη λαβή του μαχαιριού και σκορπίζει την άσπρη σκόνη στο παγωτό. Μετά ανοίγει το πώμα απ' το βαζάκι με τη μαρμελάδα και βάζει μια κουταλιά σε κάθε μερίδα.
Ανησυχώ που ο μπαμπάς δεν πάει καλά στο μυαλό του και χρειάζεται φάρμακο. Έχω πολλές απορίες ανάκατες μέσα μου, αλλά είναι μια όμορφη, ήρεμη βραδιά. Δεν υπάρχουν εντάσεις ανάμεσα στους γονείς μου κι εγώ τρώω το παγωτό μου σιγά-σιγά, ήρεμα. Με το που μαλακώνει το παγωτό, εγώ αρχίζω να γεμίζω το κουτάλι μου. Ο Ίβαν έχει αδειάσει το δικό το εδώ και πολλή ώρα και ο μπαμπάς όπως συνήθως είναι εκείνος που καταφέρνει να φάει τόσο αργά, που εμάς τους υπόλοιπους μας βγάζει απ' τα ρούχα μας –τόσο καλός είναι στο να τρώει το παγωτό του με φειδώ.
Βγάζω τα μπολάκια. Είναι τα ίδια όπως τότε. Στην πραγματικότητα είναι φλιτζάνια για σούπα. Περιεργάζομαι εκείνο που δεν έχει χερούλι. Ο πατέρας μου έχει καιρό που έχει πεθάνει.
Βάζω τρεις μερίδες παγωτό σε έναν δίσκο. Τον φέρνω μπροστά στη μάνα μου. Το μπολάκι χωρίς χερούλι είναι πιο κοντά της απ' όλα τ' άλλα. Το παίρνει.
«Τα καταφέραμε, Λίζα», λέει. Τα χείλια της είναι σφιγμένα.
«Μια χαρά, τι να σου πω», λέω εγώ με κέφι. «Μάλλον γι' αυτό η Μαρίε νοσηλεύεται σε κλειστή πτέρυγα».
«Άκου να σου πω, αν μπορούσα ν' αλλάξω τη ζωή μου με τη δική της, θα το έκανα! Αν νομίζεις ότι δεν σας αγαπάω, κάνεις λάθος!».
«Το ξέρουμε, μαμά», λέει ο Ίβαν. «Απλώς νομίζω ίσως ότι δεν ήταν εύκολο για τη Λίζα να δει τη Μαρίε εσώκλειστη».
Εγώ τον κοιτάω. Προδότη.
«Πρέπει να με πιστέψετε. Δεν είναι εύκολη η ζωή, αν έχεις το ταλέντο που έχει. Και κάνω ό,τι μπορώ για να τη βοηθήσω, όσο μπορώ», λέει η μάνα μου.
Εγώ γνέφω καταφατικά. Φυσικά και κάνει ό,τι μπορεί. Απλώς δεν μπορεί. Πολλά πράγματα είναι που δεν καταλαβαίνω σχετικά με τη μάνα μου. Ένα απ' αυτά είναι η βούρτσα, που ακόμη κρέμεται στον τοίχο. Γιατί πρέπει να φυλάει τη βούρτσα, με την οποία την έδερναν οι γονείς της, όταν ήταν παιδί; Και γιατί να τη φυλάει πάνω από 60 χρόνια;
Σκουπίζει το πάτωμα κι η σκούπα χτυπάει πάνω στα έπιπλα. Πλένει τα πιάτα. Τα μαχαιροπήρουνα κουδουνίζουν και χτυπάνε πάνω σε άλλα πράγματα. Σαν να μας κάνει σήματα μορς. Με σημαίες και κινήσεις.
«Το βλέπετε; Εγώ τα κάνω όλα. Κουράστηκα, δεν μπορώ άλλο», συνεχίζει τα σήματα μορς της μες στην τσαντίλα.
Όμως δεν το λέει ποτέ στα ίσια. Ποτέ δεν θα μάθουμε πώς θα μπορούσαν να είναι καλύτερα τα πράγματα. Είναι σαν τον πνιγμένο στη θάλασσα. Βλέπουμε τα σήματά της. Βλέπουμε ότι η μάνα μας είναι σε τρικυμία. Προσπαθούμε να τη βοηθήσουμε, όμως η βοήθειά μας ποτέ δεν φτάνει.

 

altΞΥΠΝΑΩ ΝΩΡΙΣ. Ντύνομαι άρον-άρον και κατεβαίνω στις μύτες τη σκάλα. Βγαίνω στην αυλή. Οι στάβλοι είναι άσπροι. Τα παράθυρα κλειστά. Στον στάβλο μέσα είναι σκοτεινά και βρώμικα. Κοιτάζω μια στιγμή την πράσινη πόρτα. Κι ύστερα το παίρνω απόφαση.
Το πάνω πορτάκι ανοίγει σιγά-σιγά. Το μαχαίρι είναι στη γνωστή του θέση, στη χαραμάδα της πόρτας. Περνάει μια ιδέα από δίπλα μου, ξυστά απ' το πρόσωπό μου.
Κατεβάζω το χέρι και βρίσκω το μέσα χερούλι για το κάτω πορτάκι. Εδώ μυρίζει ακόμη γουρουνίλα. Το ξύλο έχει σαπίσει από την αμμωνία της κοπριάς. Η βρώμα δεν φεύγει ποτέ. Μόνο ένας τρόπος υπάρχει να απαλλαγείς απ' αυτή τη μυρωδιά: να κάψεις ό,τι ξύλινο υπάρχει και πλύνεις τους τοίχους με μάνικα με υψηλή πίεση.
Αγγίζω προσεκτικά το μάτσο με τα λουριά για τα άχυρα στ' αριστερά μου. Τα νιώθω ξερά και τραχιά στ' ακροδάχτυλά μου. Θυμάμαι το ευωδιαστό άχυρο, που ήταν απλωμένο σε όμορφες ανοιχτοκίτρινες σειρές στο χωράφι. Αν ο καιρός ήταν καλός, το άχυρο ξεραινόταν από μόνο του σε λίγες μέρες. Αν δεν ήταν καλός, έπρεπε να πας με μια μηχανική τσουγκράνα, που ανέβαζε το άχυρο επάνω με μακριά μεταλλικά δόντια και γύριζε τις τούφες γύρω-γύρω, έτσι που να τις στεγνώνουν ο ήλιος και ο αέρας. Όταν το άχυρο είχε ξεραθεί, ο μπαμπάς ερχόταν με την κόκκινη πρέσα, που έβγαζε έναν ήχο βαρύ και ρυθμικό.
Πίσω απ' την πρέσα ήταν δεμένη μια καρότσα με κάγκελα. Ήταν τριγωνική και έμοιαζε περισσότερο με στέγη αναποδογυρισμένη, με την κορυφή της κάτω και τα αετώματα να εξέχουν στο πλάι. Ήταν συνδεδεμένη με την πρέσα, που μάζευε το άχυρο από το χωράφι και το έκανε μπάλες. Ένα απλό μηχάνημα έδενε δυο λουριά γύρω απ' τη μπάλα και την έσπρωχνε σε μια ράμπα με κάγκελα Μετά μια άλλη αχυρόμπαλα δενόταν και σπρωχνόταν στη ράμπα. Σιγά-σιγά όλες τους περνούσαν τη ράμπα και ανέβαιναν στην τριγωνική καρότσα με τα κάγκελα.
Όταν η καρότσα γέμιζε, το τρακτέρ την πήγαινε κοντά στο κτήμα.
Πατώντας έναν μοχλό στον πάτο της καρότσας, τα πίσω κάγκελα ξεμανταλώνονταν απ' τους μεντεσέδες τους και έπεφταν. Οι αχυρόμπαλες κυλούσαν έξω σωρηδόν.
Το τρακτέρ προχωρούσε και τα κάγκελα σέρνονταν από τον μεντεσέ τους πάνω από τον σωρό τις αχυρόμπαλες. Ο πατέρας μας πρόσεχε τις αχυρόμπαλες από το καθρεφτάκι και όταν το πορτάκι ήταν ελεύθερο και έπεφτε προς τα μπρος, εκείνος πατούσε δυνατά φρένο. Το πορτάκι συνέχιζε να κινείται προς τα μπρος και κλείδωνε στον πάτο της καρότσας με έναν σκληρό μεταλλικό ήχο. Έτσι γλύτωνε από το να βγει και να σπρώξει το πορτάκι για να κλείσει.
Στοιβάζαμε τις αχυρόμπαλες. Τα ηλιοκαμένα μπράτσα μας δυνάμωναν από το σήκωμα και το ντάνιασμα. Πρώτα τις στοιβάζαμε σε σωρούς κοντά στο κτήμα, για να τις σκεπάσουμε με μουσαμάδες, αν έβρεχε. Κι ύστερα, όταν ο πατέρας ερχόταν με τη μεγάλη καρότσα, εμείς τις ανεβάζαμε επάνω. Ήταν δική μου δουλειά να τις βάζω στη σειρά ώστε να 'ναι σταθερές και χωρίς να μένουν κενά. Ο Ίβαν ήταν πιο δυνατός και πιο γρήγορος, αλλά εγώ ήμουν πιο προσεκτική, και έτσι βάζαμε πέντε στρώσεις τη φορά. Εμείς θρονιαζόμασταν πάνω-πάνω στο φορτίο, που σε κάθε στροφή αγκομαχούσε. Αγγίζαμε τα κλαδιά των δέντρων και κόβαμε τσαμπιά ολόκληρα από σούρβα για πλάκα.
Τα φαγωμένα ανοιχτοκίτρινα ή σχεδόν ροζ λουριά, που κρατούσαν τις αχυρόμπαλες δεμένες, κατέληγαν στην κρεμάστρα του στάβλου. Ο πατέρας μου έσπρωχνε τις μπάλες απ' το ταβάνι, έκοβε τα λουριά και πετούσε το άχυρο στα χοιροστάσια. Τα γουρούνια σπρώχνονταν και μοίραζαν το φρέσκο άχυρο σε όλες τις γωνίες. Μια-δυο μέρες αργότερα το άχυρο ήταν πάλι σκούρο και μουσκεμένο και μύριζε απαίσια.
Σφίγγω στα χέρια μου τα λουριά, που κρέμονται ακόμη στον τοίχο. Μοιάζουν με μια τεράστια περούκα από μακριά όρθια, ξανθά μαλλιά. Εκείνος τα έδενε γύρω από παλιές εφημερίδες. Η μάνα μου για να στηρίξει τις ντοματιές.
Ο Πέτερ κι εγώ παίζουμε στον στάβλο. Παίζουμε το αλογάκι. Εγώ έχω πάρει μερικά απ' τα λουριά. Κάνω το άλογο και μαθαίνω τον Πέτερ να με καβαλάει. Τρέχει πίσω μου και κρατάει γερά τα χαλινάρια. Εγώ καλπάζω πάνω-κάτω μέσα στους διαδρόμους. Τα μπράτσα μου είναι τα μπροστινά πόδια και χτυπώντας τις παλάμες πάνω στα πόδια μου κάνω τον ήχο του καλπασμού. Τα γουρούνια φωνάζουν. Ο πατέρας μου ασχολείται μουτρωμένος με την ταΐστρα. Εγώ καλπάζω στην άλλη άκρη του στάβλου. Μακριά του.
Ο Πέτερ τραβάει τα λουριά.
«Πιο γρήγορα, άλογο!», φωνάζει.
«Με λένε Μαύρο», φωνάζω εγώ. «Και είμαι πολύ γρήγορο άλογο». «Πιο γρήγορα, Μαύρε», φωνάζει ο αδερφός μου μες στην καλή χαρά. Τρέχουμε σαν δαιμονισμένοι μέσα απ' τους διαδρόμους. Το λουρί
σφίγγει τον λαιμό.
«Πιο γρήγορα, Μαύρε!». Ο Πέτερ τραβάει το λουρί για να με πάει σε
έναν μικρό διάδρομο.
Εγώ κάνω απότομη στροφή και ξεχύνομαι καλπάζοντας προς τα
μπρος. Προσπαθώ να πάρω ανάσα και να βγάλω το λουρί απ' τον λαιμό μου. Κάνουμε πάλι στροφή. Το λουρί σφίγγει. Τρέχουμε σαν σίφουνας μέσα στους διαδρόμους, στρίβουμε δεξιά. Ο Πέτερ τραβάει ακόμη πιο δυνατά τα χαλινάρια. Το λουρί τώρα με πονάει. Φοβάμαι μη με πνίξει. Φοβάμαι τις ιστορίες που άκουσα. Αλλά δεν θέλω να σταματήσω το παιχνίδι. Ξεχύνομαι σαν άνεμος προς την άκρη του στάβλου. Το λουρί κοντεύει να με πνίξει. Σταματάω απότομα.
«Πέτερ, λύσε με. Δεν μπορώ να πάρω ανάσα».
Ο Πέτερ χώνει τα δαχτυλάκια του πλάι στον λαιμό μου, για να λύσει τον κόμπο. Τα μάτια του σκοτεινιάζουν.
«Δεν μπορώ», ψιθυρίζει.
Αναπνέω λαχανιαστά. Το αίμα βαράει σφυριές στον λαιμό μου.
Ο πατέρας μου σπρώχνει την ταΐστρα σε έναν ακόμη διάδρομο. Τα γουρούνια συνεχίζουν να φωνάζουν. Τρέχω κοντά του.
«Βοήθεια», ψιθυρίζω.
«Τι τρέχει πάλι;!».
Ξαφνικά θυμάμαι ότι δεν του ζήτησα την άδεια για να πάρω τα λουριά, δεν τον ρώτησα.
«Είναι σφιχτά. Δεν μπορώ να τα βγάλω».
Εκείνος με αρπάζει. Με πιάνει απ' το χέρι και με πάει στην πόρτα. Δεν καταλαβαίνω τον λόγο.
«Γαμώ τον μπελά σας, ανάγκη ήταν να παίζετε με τα λουριά, ε;», φωνάζει.
Σπρώχνει τα δάχτυλά του στα λουριά και προσπαθεί να λύσει τον κόμπο. Εγώ ξεφυσάω και λαχανιάζω.
«Γαμώ το κερατό σας! Κωλόπαιδα, εκεί που δεν σας σπέρνουνε! Σας είπα ή δεν σας είπα να μην παίρνετε τα λουριά;!».
Τραβάει κι άλλο. Το λουρί σφίγγει πιο πολύ. Τα μάτια του είναι αγριεμένα, σαν να έχει τρελαθεί. Τραβάει και γδέρνει το λουρί. Μου σφίγγει τον λαιμό. Χώνω τα δάχτυλά μου κάτω απ' το λουρί για να χαλαρώσει λίγο. Έχω ανοίξει λίγο χώρο.
«Μπαμπά, σταμάτα. Σταμάτα», λέω κλαίγοντας.
Φοβάμαι. Κάτι δεν πάει καλά. Δεν είναι πια ο εαυτός του.

Εκείνος ξανατραβάει, πιο δυνατά. Τραβάει από τη λάθος μεριά. Εγώ με τα δάχτυλά μου κρατάω κόντρα. Βλέπω τον Πέτερ πίσω απ' τον μπαμπά. Είναι κατατρομαγμένος. Ξαφνικά ο μπαμπάς παίρνει το μαχαίρι απ' την πόρτα. Στέκομαι στη σχάρα δίπλα στη βρύση, εκεί που σφάζει τα γουρούνια και τ' αφήνει να πεθάνουν απ' την αιμορραγία. Δεν θέλω να με σκοτώσει. Είμαι εφτά χρονών και δεν θέλω να πεθάνω.

Εκείνος ξανατραβάει, πιο δυνατά. Τραβάει από τη λάθος μεριά. Εγώ με τα δάχτυλά μου κρατάω κόντρα. Βλέπω τον Πέτερ πίσω απ' τον μπαμπά. Είναι κατατρομαγμένος. Ξαφνικά ο μπαμπάς παίρνει το μαχαίρι απ' την πόρτα. Στέκομαι στη σχάρα δίπλα στη βρύση, εκεί που σφάζει τα γουρούνια και τ' αφήνει να πεθάνουν απ' την αιμορραγία. Δεν θέλω να με σκοτώσει. Είμαι εφτά χρονών και δεν θέλω να πεθάνω. Τώρα τελειώνουν όλα. Το φως στα μάτια μου θα σβήσει, όπως σβήνει στα μάτια των γουρουνιών. Κοιτάω το μαχαίρι στο χέρι του πατέρα μου.
«Μπαμπά», ακούγεται ξαφνικά η φωνή του Πέτερ.
Ο ξανθός αδερφός μου ξεπροβάλλει πίσω απ' τον πατέρα μου. «Μπαμπά, δεν φταίει αυτή. Εγώ το έκανα».
Εκείνος με ταρακουνάει. Μετά με αφήνει. Το κεφάλι μου χτυπάει πάνω στον τοίχο. Το πορτάκι κλείνει με πάταγο πίσω του.
Ο Πέτερ είναι πεσμένος στα γόνατα δίπλα στο κεφάλι μου. Κρατάει στο χέρι το μαχαίρι. Τα δάχτυλά του ανοίγουν το χέρι μου. Νιώθω την ξύλινη λαβή.
«Κόψε το λουρί».
Η φωνή του Πέτερ είναι το τελευταίο πράγμα που θυμάμαι από εκείνη την ημέρα. Έχω πίσω απ' το αυτί μου ένα μακρόστενο σημάδι. Όλα τα αγόρια που είχα με έχουν ρωτήσει γι' αυτό. Δεν ξέρω αν χρονολογείται από τότε. Όμως νομίζω πως ναι.
Αφήνω τα λουριά και πηγαίνω αργά-αργά στο βάθος του στάβλου, εκεί που είδαμε τη μαμά-γάτα με τα γατάκια της για πρώτη φορά.
Ο Πέτερ κι εγώ δεν μιλάμε γι' αυτό. Τουλάχιστον όχι αμέσως. Και τι να πούμε; Φόβος, μαχαίρι, σκοτωμένη σαν τα γουρούνια. Αυτό που έγινε είναι μεγαλύτερο απ' ό,τι μπορεί να εκφράσει ο λόγος μας.
Κάθομαι συχνά μόνη μου και σκέφτομαι. Η μάνα μου είπε ότι κάτι δεν πάει καλά με τον μπαμπά. Του δίνει φάρμακο. Το είπε. Τώρα το είδα κι εγώ, με τα μάτια μου. Και δεν έπρεπε να είχα πάρει τα λουριά. Δεν ζήτησα άδεια.
Ξέρω ότι θα ζήσω με τον πατέρα μου στο κτήμα, μέχρι να μεγαλώσω και να φύγω απ' το σπίτι. Δεν το θέλω. Όμως άλλη λύση δεν υπάρχει. Αποφασίζω να μην ξαναεμπιστευτώ τον πατέρα μου. Η σχέση μας δεν είναι καθόλου περίπλοκη. Τον φοβάμαι και τον αποφεύγω όσο μπορώ. Δεν είναι δύσκολο. Δεν καίγεται να έχει στενή σχέση με την κόρη του.
«Θέλω να παίξουμε πάλι το αλογάκι», λέει ο Πέτερ. «Αν βέβαια θέλεις κι εσύ», προσθέτει.
Το βλέπω ότι το κάνει για να με κάνει να χαρώ. Θα προτιμούσε να παίζει με τον Ίβαν, αλλά ο Ίβαν κάθε απόγευμα εξαφανίζεται στο πιο κοντινό χωριό, για να παίξει μπάλα με κάτι μεγάλα παιδιά.
«Εγώ θέλω να είμαι το άλογο. Ή να είσαι εσύ, αν σου αρέσει καλύτερα».
Εγώ θέλω, αλλά δεν μπορώ. Δεν μπορώ καν ν' αρθρώσω λέξη.
Περνάει πολύς καιρός μέχρι να ξαναρχίσω να παίζω με τον Πέτερ. Ο Πέτερ παίζει με τη Μαρίε ή με τον Ίβαν, αν βέβαια θέλει ο Ίβαν. Εγώ είμαι πιο πολύ μόνη μου. Ζωγραφίζω πριγκίπισσες και δράκους κι ένα κορίτσι που παντρεύεται έναν ιππότη.
Μια μέρα βλέπω τον Ίβαν πέρα στο χωράφι. Στην αρχή μοιάζει σαν σημαδάκι πέρα μακριά και δεν είμαι σίγουρη. Κάτι δεν πάει καλά με το βάδισμά του. Μετά πλησιάζει.
Ο Ίβαν έχει κλάψει. Στα σκονισμένα του μάγουλα φαίνονται καθαρά τα δάκρυα. Ξέρω από ένστικτο ότι έφαγε ξύλο από κάποιους απ' τους άλλους. Με παραξενεύει. Ο Ίβαν δεν τρώει ποτέ ξύλο, μόνο απ' τον μπαμπά.
Έρχομαι κοντά του. Αρχίζω να του λέω γι' αυτό που έγινε με το μπαμπά και εμένα στον στάβλο, για το ότι παραλίγο να με στραγγάλιζε. Πρώτη φορά μιλάω γι' αυτό. Ο Ίβαν ακούει προσεκτικά. Μάλιστα μοιάζει σαν να φτιάχνει κάπως η διάθεσή του. Όταν τελειώνω, εκείνος με κοιτάζει ίσια στα μάτια.
«Είσαι σίγουρη;».
Εγώ γνέφω καταφατικά.
«Όμως επέζησες».
Χαμογελάει.
Δεν το σκέφτηκα έτσι. Ότι επέζησα.
Ούτε ο Ίβαν ούτε ο Πέτερ ούτε εγώ λέμε τίποτα στη μαμά. Τι να της πούμε; Μας το είπε ότι είναι τρελός. Έπειτα φταίω εγώ που δεν χώρισαν. Με είχε ρωτήσει μια φορά, όταν ήμουν μικρή, και της είπα όχι.
Είναι σκοτάδι. Στεκόμαστε έξω, δίπλα στο μεγάλο δέντρο. Βγήκε να μαζέψει τα ρούχα που είχε απλώσει. Τη βοήθησα. Βάζω τα ρούχα στην κίτρινη λεκάνη.
«Μωράκι μου, θέλω να σου πω κάτι. Τι λες, να χωρίσω με τον μπαμπά;».
Εγώ κοιτάζω τα άσπρα κτίρια, που είναι το κτήμα κι όλη μου η ζωή. Δεν ξέρω κάτι άλλο, μόνο αυτό. Δεν έχω καν ξεκινήσει σχολείο.
Καμιά φορά, όταν μαλώνουν άγρια, εκείνη μαζεύει μπλουζάκια και οδοντόβουρτσες, μας βάζει στο αμάξι και μετά μας παίρνει και πάμε και χτυπάμε πόρτες ξένων. Καθόμαστε στο πάτωμα και βλέπουμε τηλεόραση. Μια τόση δα τηλεόραση. Είναι ένας γέρος και μια γριά. Δεν τους ξέρω. Δεν θυμάμαι να ξαναπήγαμε ποτέ εκεί.
Οι στάβλοι λάμπουν κάτασπροι.
Πού θα μείνουμε; σκέφτομαι. Όχι σε άσχετους ανθρώπους, ελπίζω, ε; Κι εγώ πού θα παίζω;
«Όχι μαμά. Μη χωρίζεις. Να μη φύγουμε από 'δω», την ικετεύω εγώ. «Εντάξει. Έτσι θα κάνουμε. Θα μείνουμε εδώ».
Κάθεσαι ανήσυχος στη θέση σου. Έξω το φως έχει αλλάξει χαρακτήρα. Τα χρώματα έχουν γίνει πιο βαθιά. Το πρόσωπό σου είναι στη σκιά, αλλά το βλέμμα σου είναι ακόμη ζωηρό και διαπεραστικό. Το βλέμμα της Βαγδάτης. Των τελευταίων ημερών στη σκηνή-εστιατόριο.
Έχω άγχος, αλλά παρ' όλα αυτά θα το τολμήσω.
«Θέλεις τίποτα να με ρωτήσεις;».
«Ναι, και όχι μόνο ένα, αλλά χίλια πράγματα θέλω να σε ρωτήσω», λες χαμηλόφωνα. «Όμως είμαι υπομονετικός από τη φύση μου».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Κόκαλα από ήλιο

Κόκαλα από ήλιο

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Μάικ Μακόρμακ «Κόκαλα από ήλιο» (μτφρ. Παναγιώτης Κεχαγιάς), που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Πατσίνκο

Πατσίνκο

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Min Jin Lee «Πατσίνκο» (μτφρ. Βάσια Τζανακάρη), που κυκλοφορεί στις 12 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Άσε μέσα τα ποντίκια

Άσε μέσα τα ποντίκια

Προδημοσίευση αποσπάσματος από την εισαγωγή και το μυθιστόρημα του Μπράιον Γκάισιν «Άσε μέσα τα ποντίκια» (εισαγωγή - μτφρ. Γιάννης Λειβαδάς), που κυκλοφορεί τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πανοπτικόν.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Πάλι ο πατέρας, ο κακός ο λύκος

Πάλι ο πατέρας, ο κακός ο λύκος

Για τα γραφιστικά διηγήματα του Soloúp «Ο συλλέκτης – Έξι διηγήματα για έναν κακό λύκο» (εκδ. Ίκαρος).

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

Ακολου...

Η Εταιρεία Συγγραφέων δίνει τα βραβεία της

Η Εταιρεία Συγγραφέων δίνει τα βραβεία της

Την Παρασκευή, 23 Νοεμβρίου 2018, στις 19:00 στο Πνευματικό Κέντρο Δήμου Αθηναίων (Ακαδημίας 50) θα πραγματοποιηθεί η τελετή απονομής των Βραβείων 2018 της Εταιρείας Συγγραφέων.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούση...

«Στη μεταπολεμική πεζογραφία λείπουν οι απλοί οικογενειάρχες»

«Στη μεταπολεμική πεζογραφία λείπουν οι απλοί οικογενειάρχες»

Συνέντευξη με τον συγγραφέα Γιώργο Συμπάρδη με αφορμή το μυθιστόρημά του «Αδέλφια» (εκδ. Μεταίχμιο).

Του Κώστα Αγοραστού

Το τελευταίο σας μυθιστόρημα έχει τίτλο Αδέλφ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube