x
Διαφήμιση

19 Δεκεμβριου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών

Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από τη συλλογή διηγημάτων του Ντανίλο Κις «Η εγκυκλοπαίδεια των νεκρών» (μτφρ. Μαρία Κεσίνη), που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η εγκυκλοπαίδια των νεκρών
(Μια ολόκληρη ζωή)

Πέρυσι όπως ξέρετε, επισκέφθηκα τη Σουηδία, μετά από πρόσκληση του Ινστιτούτου Θεατρικών Ερευνών. Μια κυρία Γιόχανσον, Κριστίνα Γιόχανσον, ήταν η ξεναγός και η δασκάλα μου. Είδα πέντε έξι παραστάσεις, από τις οποίες μεγαλύτερη εντύπωση μου έκανε η επιτυχία του Μπέκετ Περιμένοντας τον Γκοντό, που παιζόταν στις φυλακές για τους κρατουμένους. Δέκα μέρες αργότερα, όταν είχα επιστρέψει στο σπίτι μου, εξακολουθούσα να ζω σε εκείνο τον μακρινό κόσμο σαν σε όνειρο.

Η κυρία Γιόχανσον ήταν μια γυναίκα φιλόδοξη και θέλησε να μου δείξει μέσα σε δέκα μέρες όλα όσα μπορούσε να δει κανείς στη Σουηδία, όλα όσα θα μπορούσαν να με ενδιαφέρουν «ως γυναίκα». Έτσι βρήκα την ευκαιρία να επισκεφτώ το ξακουστό ιστιοφόρο Βάζα, που είχε ανασυρθεί από τις λάσπες ύστερα από αιώνες και διατηρούνταν σαν αιγυπτιακή μούμια. Ένα βράδυ, μετά την παράσταση Η Σονάτα των φαντασμάτων στο Εθνικό Θέατρο, η οικοδέσποινά μου με πήγε στη Βασιλική Βιβλιοθήκη. Μόλις που πρόλαβα να φάω στα όρθια ένα σάντουιτς.

Τι άλλο να έκανα από το να δεχτώ μια τόσο ευγενική πρόταση. Ο θυρωρός με οδήγησε σε μια πελώρια πόρτα, την ξεκλείδωσε, ύστερα άναψε ένα αχνό φως και με άφησε μόνη. Άκουσα πίσω μου το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά· έτσι βρέθηκα στη βιβλιοθήκη, σαν να ήμουν σε κελί.

Η ώρα είχε πάει έντεκα και η βιβλιοθήκη ήταν κλειστή. Όμως η συνοδός μου έδειξε στον θυρωρό μια κάρτα και εκείνος μας άνοιξε, αν και απρόθυμα. Κρατούσε στο χέρι του μια μεγάλη αρμαθιά κλειδιά, όπως εκείνος ο φρουρός που μας είχε συνοδεύσει την προηγούμενη μέρα στις Κεντρικές Φυλακές για να δούμε τον Γκοντό. Η κυρία Γιόχανσον με παρέδωσε στα χέρια εκείνου του Κέρβερου και με διαβεβαίωσε ότι θα ερχόταν να με πάρει το πρωί από το ξενοδοχείο. Μέχρι τότε, εγώ μπορούσα να επισκεφτώ με την ησυχία μου τη βιβλιοθήκη, ο κύριος θα μου καλούσε το ταξί, ο κύριος ήταν στη διάθεσή μου... Τι άλλο να έκανα από το να δεχτώ μια τόσο ευγενική πρόταση. Ο θυρωρός με οδήγησε σε μια πελώρια πόρτα, την ξεκλείδωσε, ύστερα άναψε ένα αχνό φως και με άφησε μόνη. Άκουσα πίσω μου το κλειδί να γυρίζει στην κλειδαριά· έτσι βρέθηκα στη βιβλιοθήκη, σαν να ήμουν σε κελί.

Από κάπου ερχόταν ρεύμα και ο αέρας κυμάτιζε τους ιστούς από τις αράχνες που, όμοιοι με βρώμικες ξεφτισμένες γάζες, απλώνονταν στα ράφια με τα βιβλία, όπως στις κάβες πάνω στα μπουκάλια με το παλιό κρασί. Όλοι οι χώροι ήταν ίδιοι και επικοινωνούσαν μεταξύ τους με έναν στενό διάδρομο, ενώ παντού φυσούσε αυτός ο αέρας, του οποίου αδυνατούσα να εντοπίσω την προέλευση.

Τότε, προτού καν αρχίσω να ασχολούμαι με τα βιβλία (ή ίσως να το ανακάλυψα μόλις είδα το γράμμα «C» σε έναν από τους τόμους στην τρίτη αίθουσα), παρατήρησα ότι κάθε αίθουσα έφερε κι από ένα γράμμα της αλφαβήτου. Εδώ ήταν η τρίτη. Στην τέταρτη αίθουσα, όλα τα βιβλία είχαν χαραγμένο το γράμμα «D». Ξαφνικά, κυριευμένη από ένα αόριστο προαίσθημα, άρχισα να τρέχω. Άκουγα τα βήματά μου να πολλαπλασιάζονται από την ηχώ και να χάνονται στο μακρινό σκοτάδι. Ταραγμένη και λαχανιασμένη έφτασα στο γράμμα «M» και με απόλυτη πνευματική διαύγεια άνοιξα ένα από τα βιβλία. Συνειδητοποίησα, μάλλον επειδή είχα διαβάσει κάπου σχετικά, ότι επρόκειτο για την περίφημη Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών. Αμέσως, πριν ανοίξω τον τεράστιο τόμο, όλα μέσα μου ξεκαθάρισαν.

Το πρώτο πράγμα που παρατήρησα ήταν η φωτογραφία του. Μία και μοναδική, χωμένη ανάμεσα σε δύο στήλες κειμένου, σχεδόν στη μέση της σελίδας. Είναι εκείνη η φωτογραφία που είδατε στο γραφείο μου. Τραβήχτηκε το 1936, στις 12 Νοεμβρίου, στο Μάριμπορ, όταν απολύθηκε από το στρατό. Κάτω από τη φωτογραφία, το όνομά του και, σε παρένθεση, δύο χρονολογίες: 1910 – 1979.

Γνωρίζετε ότι ο καλός μου πατέρας πέθανε πρόσφατα και ότι ήμουν πολύ δεμένη μαζί του από τα παιδικά μου κιόλας χρόνια. Αλλά δεν θα ήθελα να μιλήσω γι' αυτά. Σημασία έχει το γεγονός ότι πέθανε μόλις δύο μήνες πριν το ταξίδι μου στη Σουηδία. Αποφάσισα να κάνω αυτό το ταξίδι ακριβώς για να ξεχάσω το κακό που με είχε βρει. Σκέφτηκα, όπως όλοι οι άνθρωποι στις δύσκολες στιγμές τους, ότι η αλλαγή περιβάλλοντος θα με βοηθούσε να ξεχάσω τον πόνο μου, λες και δεν κουβαλάμε τη δυστυχία μέσα μας.

altΆρχισα να διαβάζω τη βιογραφία του, στηρίζοντας τον ώμο μου στα χαλαρά ξύλινα ράφια και κρατώντας το βιβλίο αγκαλιά, έχοντας χάσει κάθε αίσθηση του χρόνου. Τα βιβλία, όπως στις μεσαιωνικές βιβλιοθήκες, ήταν δεμένα στα ράφια με μια χοντρή αλυσίδα με σιδερένιους κρίκους. Το αντιλήφθηκα όταν προσπάθησα να φέρω τον βαρύ τόμο πιο κοντά στο φως.

Ξαφνικά με έπιασε φόβος, γιατί μου φάνηκε ότι είχα καθυστερήσει υπερβολικά πολύ και ότι ο κύριος Κέρβερος (έτσι τον έλεγα από μέσα μου) θα μπορούσε ανά πάσα στιγμή να εμφανιστεί και να μου ζητήσει να διακόψω την ανάγνωση. Γι' αυτό και άρχισα να διατρέχω γρήγορα με το βλέμμα τις παραγράφους, στρέφοντας το ανοιχτό βιβλίο, όσο μου το επέτρεπε η αλυσίδα, προς το αχνό φως της λάμπας. Η παχιά σκόνη που είχε μαζευτεί στις γωνίες, όπως και οι γκρίζοι ιστοί αράχνης που ανέμιζαν, μαρτυρούσαν ότι αυτούς τους τόμους δεν τους είχε ανοίξει κανείς. Τα βιβλία ήταν αλυσοδεμένα μεταξύ τους, σαν κατάδικοι σε κάτεργο, και οι αλυσίδες δεν είχαν λουκέτα.

Αυτή λοιπόν είναι η περίφημη Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών, μονολογούσα από μέσα μου. Την είχα φανταστεί σαν ένα παλιό βιβλίο, «ένα κείμενο ιερό», κάτι σαν τη Θιβετιανή Βίβλο των Νεκρών, την Καμπαλά ή τους Βίους των Αγίων, δηλαδή σαν μία από εκείνες τις εσωτεριστικές δημιουργίες του ανθρώπινου πνεύματος, τις οποίες απολαμβάνουν μόνο οι ερημίτες, οι ραβίνοι και οι μοναχοί. Κάποια στιγμή συνειδητοποίησα ότι αυτή η ανάγνωση θα διαρκούσε ως το χάραμα και ότι απ' όλα αυτά δεν θα έμενε καμία χειροπιαστή απόδειξη ότι συνέβησαν – ούτε για μένα ούτε για την μητέρα μου. Έτσι, αποφάσισα να αντιγράψω μερικά από τα σημαντικότερα κομμάτια, να κάνω ένα είδος περίληψης της βιογραφίας του πατέρα μου.

Αυτά που είναι γραμμένα εδώ, στο τετράδιό μου, είναι κοινότοπες εγκυκλοπαιδικές πληροφορίες, ασήμαντες για οποιονδήποτε άλλον εκτός από εμένα και την μητέρα μου· ονόματα, τοποθεσίες, ημερομηνίες. Ό,τι πρόλαβα να αντιγράψω γρήγορα πριν το χάραμα. Όμως αυτό που κάνει ετούτη την εγκυκλοπαίδεια μοναδική στον κόσμο –εκτός του ότι πρόκειται για το τελευταίο αντίτυπο– είναι ο τρόπος με τον οποίο περιγράφονται οι ανθρώπινες σχέσεις, οι συναντήσεις, τα τοπία· αυτό το πλήθος των λεπτομερειών που συναπαρτίζουν την ανθρώπινη ζωή. Η αναφορά (για παράδειγμα) στον τόπο γέννησής του, ολόκληρη και ακριβής («χωριό Κράλιεβο, δήμος Γκλίνα, νομός Σίσακ, περιφέρεια Μπάνια»), συνοδεύεται με γεωγραφικά και ιστορικά στοιχεία, καθώς εκεί είναι γραμμένα τα πάντα. Τα πάντα. Τα τοπία της γενέτειράς του περιγράφονται τόσο ζωντανά που, διαβάζοντας βιαστικά τις αράδες και τις παραγράφους, ένιωθα σαν να βρισκόμουν και εγώ εκεί, στην καρδιά αυτού του τόπου: το χιόνι στις κορυφές των μακρινών βουνών, οι γυμνοί κορμοί, το παγωμένο ποτάμι πάνω στο οποίο γλιστρούν, όπως στους πίνακες του Μπρέγκελ, παιδιά με έλκηθρα, και ανάμεσά τους έβλεπα καθαρά και εκείνον, τον πατέρα μου, μολονότι τότε δεν ήταν ακόμα πατέρας μου, παρά μόνο αυτός που θα γινόταν πατέρας μου, αυτός που υπήρξε πατέρας μου. Αίφνης το τοπίο πρασινίζει απότομα, λουλούδια ανοίγουν στα κλαδιά, κόκκινα και άσπρα, θάμνοι από λευκάκανθα ανθίζουν μπροστά στα μάτια μου, ο ήλιος φέρνει βόλτες γύρω από το Κράλιεβτσανι, χτυπούν οι καμπάνες της εκκλησίας του χωριού, μουγκανίζουν οι αγελάδες στους στάβλους, ενώ στα παράθυρα των σπιτιών αστράφτει η πορφυρή αντανάκλαση του πρωινού ήλιου και λιώνουν οι παγωμένοι σταλακτίτες στις υδρορροές.

Τότε, σαν όλα αυτά να διαδραματίζονταν ενώπιόν μου, είδα μια νεκρική πομπή να κατευθύνεται προς το νεκροταφείο του χωριού. Τέσσερις ξεσκούφωτοι άντρες κουβαλούν το ελάτινο φέρετρο στους ώμους, ενώ στην κεφαλή της πομπής περπατά, με το καπέλο στο χέρι, ένας άντρας για τον οποίον ξέρω –το ίδιο γράφει και το βιβλίο– ότι είναι ο παππούς μου, ο Μάρκο, ο πατέρας του πατέρα μου και σύζυγος της εκλιπούσης, την οποία συνοδεύει στην τελευταία της κατοικία. Εδώ αναφέρονται τα πάντα σχετικά με τη μακαρίτισσα, οι αιτίες της νόσου και του θανάτου της, το έτος γέννησής της, η πορεία της ασθένειάς της. Σημειώνεται επίσης με ποια ρούχα κηδεύτηκε, ποιος την έπλυνε, ποιος τοποθέτησε τα νομίσματα στα μάτια της, ποιος της έδεσε το σαγόνι, ποιος λάξευσε το φέρετρο, από πού κόπηκε το ξύλο. Νομίζω ότι από αυτό μπορείτε να φανταστείτε, έστω και κατά προσέγγιση, την πληθώρα των στοιχείων που καταχώρησαν στην Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών αυτοί που ανέλαβαν τη δύσκολη και αξιέπαινη ευθύνη να συμπεριλάβουν –οπωσδήποτε αντικειμενικά και αμερόληπτα– ό,τι ήταν δυνατόν να καταγραφεί για όλους εκείνους που είχαν ολοκληρώσει το επίγειο ταξίδι τους και πορεύονταν προς την αιωνιότητα. (Διότι αυτοί πιστεύουν στο θαύμα της βιβλικής ανάστασης και με αυτό το τεράστιο αρχείο απλώς προετοιμάζουν τον ερχομό αυτής της στιγμής. Έτσι, ο καθένας θα μπορέσει να βρει όχι μόνο τους συγγενείς του, αλλά, κυρίως, το δικό του ξεχασμένο παρελθόν. Αυτό το αρχείο θα γίνει δηλαδή το μεγάλο θησαυροφυλάκιο της μνήμης και η μοναδική απόδειξη της ανάστασης.) Είναι προφανές ότι γι' αυτούς, όταν πρόκειται για ανθρώπινες ζωές, δεν υπάρχει καμία διαφορά ανάμεσα σε έναν επαρχιώτη εμποράκο και τη γυναίκα του, ανάμεσα στον παπά του χωριού (που ήταν ο προπάππους μου) και τον κωδωνοκρούστη, κάποιον Τσούκα, του οποίου το όνομα επίσης αναφέρεται στο εν λόγω βιβλίο. Ο μοναδικός όρος –αυτό το κατάλαβα αμέσως, γιατί το ψυχανεμίστηκα πριν ακόμα το επιβεβαιώσω– για να μπει κανείς στην Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών είναι να μην αναφέρεται το όνομά του σε καμία άλλη εγκυκλοπαίδεια. Αυτό που από την αρχή κιόλας μου έκανε εντύπωση καθώς ξεφύλλιζα τον τόμο «Μ» –έναν από τους χιλιάδες τόμους με αυτό το γράμμα– ήταν η απουσία διάσημων ανθρώπων. (Το διαπίστωσα γρήγορα, καθώς γύριζα τις σελίδες με τα παγωμένα μου δάχτυλα, αναζητώντας το όνομα του πατέρα μου.) Στην Εγκυκλοπαίδεια δεν αναφέρονταν ως ξεχωριστό λήμμα ούτε ο Μαζούρανιτς, ούτε ο Μέγιερχολντ, ούτε ο Μάλμπεργκ, ούτε ο Μάρετιτς, από τη γραμματική του οποίου είχε μάθει ο πατέρας μου γράμματα, ούτε ο Μέστροβιτς, που είχε συναντήσει κάποτε στον δρόμο, ούτε ο Μαξίμοβιτς Ντράγκοσλαβ, τορναδόρος και σοσιαλιστής βουλευτής, γνωστός του παππού μου, ούτε ο Μιλόγεβιτς Τάσα, μεταφραστής του Κάουτσκι, με τον οποίο είχε κουβεντιάσει κάποτε ο πατέρας μου στο καφενείο «Ρούσκι Τσαρ». Η Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών είναι το έργο μιας αίρεσης ή μιας θρησκευτικής οργάνωσης, το δημοκρατικό πρόγραμμα της οποίας εκφράζει ένα όραμα ισότητας του κόσμου των νεκρών –αναμφίβολα εμπνευσμένο από κάποια βιβλική επιταγή–, με σκοπό να διορθωθεί η επίγεια ανθρώπινη αδικία και να δοθεί σε όλα τα πλάσματα του θεού μια θέση ισοτιμίας στην αιωνιότητα. Πολύ σύντομα κατάλαβα ότι η Εγκυκλοπαίδεια δεν άπλωνε τις ρίζες της ως τα μακρινά σκοτάδια της ιστορίας και του χρόνου, αλλά άρχιζε κάπου μετά το 1789. Αυτή η παράξενη κάστα λογίων πρέπει να έχει σε όλο τον κόσμο οπαδούς που αναζητούν και μελετούν νεκρολογίες και βιογραφίες, επίμονα αλλά διακριτικά, και ύστερα επεξεργάζονται τα στοιχεία και τα μεταφέρουν στην έδρα τους, στη Στοκχόλμη. (Μήπως είναι, αναρωτήθηκα για μια στιγμή, και η κυρία Γιόχανσον υποστηρικτής τους; Μήπως με έφερε σε αυτή τη βιβλιοθήκη –αφού της είχα εκμυστηρευτεί τον πόνο μου– για να ανακαλύψω την Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών και να βρω λίγη παρηγοριά;) Μόνο αυτά γνωρίζω, μόνο αυτά μπορώ να υποθέσω για την αποστολή τους. Πιστεύω ότι η μυστικότητα της δράσης τους οφείλεται τόσο στην πολύχρονη παράδοση των θρησκευτικών διώξεων, όσο και στη διακριτικότητα που απαιτεί η σύνταξη μιας τέτοιας εγκυκλοπαίδειας, ώστε να αποφευχθούν οι πιέσεις της ανθρώπινης ματαιοδοξίας και να αποτραπεί κάθε απόπειρα δωροδοκίας.

Η «Εγκυκλοπαίδεια των νεκρών» είναι το έργο μιας αίρεσης ή μιας θρησκευτικής οργάνωσης, το δημοκρατικό πρόγραμμα της οποίας εκφράζει ένα όραμα ισότητας του κόσμου των νεκρών –αναμφίβολα εμπνευσμένο από κάποια βιβλική επιταγή–, με σκοπό να διορθωθεί η επίγεια ανθρώπινη αδικία και να δοθεί σε όλα τα πλάσματα του θεού μια θέση ισοτιμίας στην αιωνιότητα.

Εκτός από τη μυστικότητα της δράσης τους, εξίσου θαυμαστό είναι και το ύφος τους – αυτό το απίστευτο αμάλγαμα εγκυκλοπαιδικής επιγραμματικότητας και βιβλικής γλαφυρότητας. Να, για παράδειγμα, τούτο το λακωνικό στοιχείο, έτσι όπως το σημείωσα στο τετράδιό μου, το οποίο εκεί, μέσα σε λίγες αράδες, είναι συμπιεσμένο σε τέτοιο βαθμό, ώστε στο μυαλό του αναγνώστη εμφανίζεται αμέσως με τρόπο μαγικό, ένα τοπίο λουσμένο στον ήλιο, ως φόντο στην ταχύτατη διαδοχή των εικόνων. Να, κουβαλούν ένα τρίχρονο αγόρι μέσα στο λιοπύρι, διασχίζουν ορεινά μονοπάτια, το πάνε στον παππού του, στον πατέρα της μητέρας του, ενώ στο βάθος, σε δεύτερο και τρίτο πλάνο, δεν ξέρω πώς να το πω, διακρίνονται στρατιώτες, φρουροί, χωροφύλακες, ακούγεται ο μακρινός κρότος των κανονιών και το υπόκωφο γάβγισμα των σκύλων. Μια σύνοψη των χρόνων του Α ́ Παγκοσμίου πολέμου, σφυρίζουν τρένα δίπλα σε μια κωμόπολη, παίζει μουσική μια μπάντα, κελαρύζει το νερό στα φλασκιά, γίνονται χίλια κομμάτια τα γυάλινα μπουκάλια, κυματίζουν τα μαντήλια... Από τη μια παράγραφο στην άλλη, κάθε γεγονός περιγράφεται με ένα είδος ποιητικής πεμπτουσίας και λυρικής μεταφοράς, όχι πάντα με χρονολογική σειρά, αλλά σε μια παράξενη αλληλοπεριχώρηση των χρόνων – του παρελθόντος, του παρόντος και του μέλλοντος. Πώς αλλιώς να εξηγήσει κανείς μέσα στο κείμενο –στο «λεύκωμα» των πρώτων πέντε χρόνων που είχε περάσει με τον παππού του στο χωριό Κομογκόβινα– το νοσταλγικό σχόλιο που, αν θυμάμαι καλά, είχε ως εξής: «Αυτά θα είναι τα ωραιότερα χρόνια της ζωής του». Έπειτα ακολουθούν συμπυκνωμένες σαν ιδεογράμματα εικόνες από τα παιδικά χρόνια: ονόματα δασκάλων, φίλων, «τα ωραιότερα χρόνια» του αγοριού στην εναλλαγή των εποχών· το χαρούμενο πρόσωπο μέσα στη βροχή, τα μακροβούτια στο ποτάμι, τα έλκηθρα στον χιονισμένο λόφο, το ψάρεμα της πέστροφας, και αμέσως μετά –ή ταυτόχρονα, αν αυτό είναι δυνατόν– η επιστροφή των στρατιωτών από τα ευρωπαϊκά μέτωπα, το φλασκί στο χέρι του αγοριού, μια αντιασφυξιογόνος μάσκα με σπασμένο τζάμι πεταμένη δίπλα στο ανάχωμα. Και ονόματα, βιογραφίες. Η συνάντηση του χήρου Μάρκο με τη μέλλουσα γυναίκα του, Σοφία Ρέμπρατσα, από την Κομογκόβινα, η γαμήλια τελετή, οι ζητωκραυγές, τα άλογα, ένα πέλαγος από σημαίες και κορδέλες, η τελετή της ανταλλαγής των δαχτυλιδιών, οι παραδοσιακοί χοροί και το τραγούδι στο κατώφλι της εκκλησίας, το αγόρι με το επίσημο κουστούμι του, το άσπρο πουκάμισο και ένα κλαδάκι δεντρολίβανο στο πέτο.

Εδώ, στο τετράδιό μου, έχω γράψει τρεις μόνο λέξεις «από το Κράλιεβτσανι», όμως εκεί, στην Εγκυκλοπαίδεια, αυτή η περίοδος της ζωής του εξιστορείται σε κάμποσες πυκνογραμμένες παραγράφους, με ονόματα και ημερομηνίες, περιγράφεται το ξύπνημα εκείνη τη μέρα, η στιγμή που ο κούκος στο ρολόι του τοίχου αναγγέλλει την ώρα και το αγόρι τινάζεται από τον ανήσυχο ύπνο του. Εκεί βρίσκεται το όνομα του αμαξά, τα ονόματα των γειτόνων που τον ξεπροβοδίζουν, το πορτρέτο του δασκάλου και του λόγου που απευθύνει στην καινούργια μητέρα του αγοριού· οι συμβουλές του ιερέα, οι ευχές αυτών που περιμένουν στην έξοδο του χωριού να τον χαιρετήσουν για τελευταία φορά.

Εδώ, λέω, δεν λείπει τίποτα, δεν έχει παραλειφθεί τίποτα· ούτε ο δρόμος, ούτε τα χρώματα του ουρανού, ακόμα και η απογραφή της περιουσίας του μπάρμπα-Μάρκο έχει γίνει με κάθε λεπτομέρεια. Τίποτα δεν τους έχει ξεφύγει, ούτε καν τα ονόματα των συγγραφέων των παλιών σχολικών βιβλίων και των ηθικοπλαστικών αναγνωσμάτων με τις καλόκαρδες συμβουλές, τις διδακτικές ιστορίες και τις βιβλικές παραβολές. Κάθε περίοδος της ζωής, κάθε εμπειρία σημειώνεται, κάθε ψάρι που πιάστηκε στο αγκίστρι, κάθε διαβασμένη σελίδα, το όνομα κάθε φυτού που μάζεψε το αγόρι για τη συλλογή του. [..]

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Μια βραδιά με την Κλαιρ

Μια βραδιά με την Κλαιρ

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ «Μια βραδιά με την Κλαιρ» (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου), που κυκλοφορεί στις 21 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορ...

Ο Πουαρό ερευνά

Ο Πουαρό ερευνά

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο της Agatha Christie «Ο Πουαρό ερευνά» (μτφρ. Χρήστος Μπαρουξής), που κυκλοφορεί στις 6 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Ψυχογιός.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε

Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Ράινερ Μαρία Ρίλκε «Οι σημειώσεις του Μάλτε Λάουριντς Μπρίγκε» (μτφρ. Αλέξανδρος Ίσαρης, επίμετρο Αλ. Ίσαρης, Μάνφρεντ Ένγκελ), που κυκλοφορεί στις 26 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Εγκιβωτισμός» του Γιώργου Λάππα στο Κολωνάκι

«Εγκιβωτισμός» του Γιώργου Λάππα στο Κολωνάκι

Με την έκθεση «Εγκιβωτισμός – Mappemonde», του πρόωρα χαμένου εικαστικού Γιώργου Λάππα (1950-2016), η γκαλερί CITRONNE εγκαινίασε τον αθηναϊκό της χώρο στο Κολωνάκι.

Της Τόνιας Μάκρα

...
Μια βραδιά με την Κλαιρ

Μια βραδιά με την Κλαιρ

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Γκαϊτό Γκαζντάνοφ «Μια βραδιά με την Κλαιρ» (μτφρ. Ελένη Μπακοπούλου), που κυκλοφορεί στις 21 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Αντίποδες.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορ...

Λοξή ματιά σε σύγχρονα θέματα

Λοξή ματιά σε σύγχρονα θέματα

Για τη συλλογή από τρεις νουβέλες και τρία διηγήματα της Εύας Στάμου «Τα κορίτσια που γελούν» (εκδ. Αρμός).

Του Κώστα Λογαρά

Η Εύα Στάμου έχει γράψει...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube