27 Μαϊου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:08:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν

Αυτοί που φεύγουν κι αυτοί που μένουν

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το τρίτο βιβλίο της Τετραλογίας της Νάπολης της Elena Ferrante Αυτοί που φέυγουν κι αυτοί που μένουν (μτφρ. Δήμητρα Δότση), που θα κυκλοφορήσει την Παρασκευή 7 Απριλίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

1.

Τελευταία φορά που είδα τη Λίλα ήταν πριν από πέντε χρόνια, τον χειμώνα του 2005. Περπατούσαμε νωρίς το πρωί στον κεντρικό δρόμο και, όπως συνέβαινε πλέον από χρόνια, αισθανόμασταν άβολα. Θυμάμαι ότι μιλούσα μόνο εγώ: εκείνη σιγοτραγουδούσε, χαιρετούσε κόσμο που ούτε καν της απαντούσε και τις σπάνιες φορές που με διέκοπτε, άρθρωνε μόνο κάτι επιφωνήματα, χωρίς καμία προφανή σύνδεση με όσα έλεγα. Με το πέρασμα του χρόνου είχαν συμβεί διάφορα δυσάρεστα γεγονότα, ορισμένα μάλιστα φρικτά, και για να ξαναβρούμε τον δρόμο της αλλοτινής μας εμπιστοσύνης, θα έπρεπε να εξομολογηθούμε η μία στην άλλη κρυφές μας σκέψεις, μόνο που εγώ δεν είχα τη δύναμη να βρω τα κατάλληλα λόγια κι εκείνη, που μάλλον είχε τη δύναμη, δεν είχε τη διάθεση, δεν έβλεπε τον λόγο.

Την αγαπούσα όμως πολύ, κι όποτε ερχόμουν στη Νάπολη, προσπαθούσα πάντοτε να τη βλέπω, παρότι, οφείλω να ομολογήσω, τη φοβόμουν κάπως. Είχε αλλάξει πολύ.

Την αγαπούσα όμως πολύ, κι όποτε ερχόμουν στη Νάπολη, προσπαθούσα πάντοτε να τη βλέπω, παρότι, οφείλω να ομολογήσω, τη φοβόμουν κάπως. Είχε αλλάξει πολύ. Τώρα πια τα σημάδια των γηρατειών ήταν εμφανή πάνω μας, μα ενώ εγώ πάλευα με την τάση μου να παίρνω βάρος, εκείνη ήταν διαρκώς πετσί και κόκαλο. Είχε κοντά μαλλιά που τα έκοβε μόνη της, κατάλευκα, όχι από επιλογή αλλά από αμέλεια. Το βαθιά ρυτιδιασμένο της πρόσωπο θύμιζε όλο και περισσότερο εκείνο του πατέρα της. Την έπιανε νευρικό γέλιο, σχεδόν σαν στρίγκλισμα, και μιλούσε φωναχτά. Χειρονομούσε διαρκώς, δίνοντας στις κινήσεις της μια τόσο άγρια αποφασιστικότητα, που έμοιαζε λες και ήθελε να κόψει στα δύο τα κτίρια, τον δρόμο, τους περαστικούς, εμένα.

Βρισκόμασταν στο ύψος του δημοτικού σχολείου, όταν ένας άγνωστός μου νεαρός μάς προσπέρασε αλαφιασμένος και της φώναξε ότι σε μια πρασιά δίπλα στην εκκλησία είχε βρεθεί το πτώμα μιας γυναίκας. Σπεύσαμε αμέσως στο πάρκο και η Λίλα με παρέσυρε στο πηγαδάκι των περίεργων, ανοίγοντας δρόμο φουριόζα. Η γυναίκα ήταν πεσμένη στο πλάι, εξαιρετικά χοντρή, και φορούσε ένα σκούρο πράσινο παλαιικό αδιάβροχο. Η Λίλα την αναγνώρισε αμέσως, εγώ όχι: ήταν η παιδική μας φίλη, η Τζιλιόλα Σπανιουόλο, η πρώην σύζυγος του Μικέλε Σολάρα.

Είχα δεκαετίες να τη δω. Το όμορφο πρόσωπό της είχε αλλοιωθεί, οι αστράγαλοί της είχαν γίνει τεράστιοι. Τα μαλλιά της, κάποτε καστανά, τώρα είχαν το κόκκινο της φωτιάς, μακριά όπως τα είχε από μικρή αλλά αραιά, λυμένα πάνω στο ανασκαλεμένο χώμα. Μονάχα στο ένα πόδι φορούσε ένα παπούτσι με χαμηλό τακούνι, χιλιοφθαρμένο· το άλλο ήταν μέσα σε μια γκρίζα μάλλινη κάλτσα, τρυπημένη στο μεγάλο δάχτυλο, το άλλο παπούτσι ήταν πεταμένο κάνα μέτρο πιο κει, λες και το είχε βγάλει κλοτσώντας από πόνο ή φόβο. Ξεσπασα σε κλάματα. Η Λίλα με κοίταξε ενοχλημένη.

Πήγαμε στο σπίτι της Λίλας, το παλιό μικρό πατρικό της διαμέρισμα όπου ζούσε τώρα με τον γιο της, τον Ρίνο. Μιλήσαμε για τη φίλη μας, μου είπε άσχημα πράγματα, για τη ζωή που έκανε, τις απαιτήσεις της, τη δολιότητά της.

Καθισμένες σ' ένα παγκάκι λίγο πιο κει, περιμέναμε σιωπηλές να πάρουν την Τζιλιόλα. Για την ώρα κανείς δεν ήξερε τι της είχε συμβεί, πώς είχε πεθάνει. Πήγαμε στο σπίτι της Λίλας, το παλιό μικρό πατρικό της διαμέρισμα όπου ζούσε τώρα με τον γιο της, τον Ρίνο. Μιλήσαμε για τη φίλη μας, μου είπε άσχημα πράγματα, για τη ζωή που έκανε, τις απαιτήσεις της, τη δολιότητά της. Τώρα όμως εγώ ήμουν εκείνη που δεν μπορούσε να ακούσει· σκεφτόμουν εκείνο το πρόσωπο πλαγιασμένο στο χώμα, τα αραιά μακριά της μαλλιά, τις ασπριδερές κηλίδες στο κρανίο της. Πόσες γυναίκες με τις οποίες είχαμε μεγαλώσει μαζί είχαν φύγει από τη ζωή, είχαν εξαφανιστεί από προσώπου γης επειδή αρρώστησαν, επειδή το νευρικό τους σύστημα δεν άντεξε το σμυριδόπανο των μαρτυρίων, επειδή είχε χυθεί το ίδιο τους το αίμα. Μείναμε για λίγο στην κουζίνα απαθείς, καμία από τις δύο δεν έλεγε να μαζέψει το τραπέζι, κι ύστερα ξαναβγήκαμε.

Ο ήλιος της όμορφης χειμωνιάτικης μέρας χάριζε μια γαλήνια μορφή στα πράγματα. Η παλιά γειτονιά, σε αντίθεση μ' εμάς, είχε μείνει ίδια κι απαράλλαχτη. Αντιστέκονταν ακόμα τα γκρίζα χαμηλά σπίτια, η αυλή των παιχνιδιών μας, ο κεντρικός δρόμος, τα μαύρα στόματα του τούνελ και η βία. Το γύρω τοπίο όμως είχε αλλάξει. Η πρασινωπή έκταση στους βάλτους δεν υπήρχε πια, η παλιά κονσερβοποιία είχε εξαφανιστεί. Στη θέση τους υπήρχαν οι λάμψεις των γυάλινων ουρανοξυστών, αλλοτινά σημάδια ενός λαμπρού μέλλοντος, στο οποίο κανείς δεν πίστεψε ποτέ. Με το πέρασμα του χρόνου είχα καταγράψει όλες τις αλλαγές, κάποιες φορές με περιέργεια, αν και πιο συχνά αφηρημένα. Όταν ήμουν μικρή, φανταζόμουν πως μακριά από τη γειτονιά μας, η Νάπολη έκρυβε θαυμαστά πράγματα. Για παράδειγμα, πριν από δεκαετίες είχα εντυπωσιαστεί από τον ουρανοξύστη του κεντρικού σταθμού, από το πώς έχτιζαν όροφο τον όροφο εκείνο τον σκελετό μιας οικοδομής που τότε μας φαινόταν πανύψηλη, πλάι στον μεγαλειώδη σιδηροδρομικό σταθμό. Πόσο σάστιζα όταν περνούσα από την πλατεία Γκαριμπάλντι: κοίτα πόσο ψηλός είναι, έλεγα στη Λίλα, στην Κάρμεν, στον Πασκουάλε, στην Άντα, στον Αντόνιο, σε όλους τους φίλους εκείνης της εποχής με τους οποίους πήγαινα στη θάλασσα, κοντά στις πλούσιες γειτονιές. Εκεί πάνω, σκεφτόμουν, κατοικούν οι άγγελοι και ατενίζουν όλη την πόλη. Πόσο θα μου άρεσε να σκαρφαλώσω, να φτάσω ως την κορυφή. Ήταν ο δικός μας ουρανοξύστης, παρότι βρισκόταν μακριά από τη γειτονιά μας, και τον βλέπαμε να μεγαλώνει μέρα με τη μέρα. Οι εργασίες όμως σταμάτησαν. Όταν επέστρεφα στο σπίτι μου από την Πίζα, ο ουρανοξύστης του σταθμού για μένα δεν ήταν πια σύμβολο μιας κοινωνίας που ανανεωνόταν, μα ένα ακόμα μνημείο αναποτελεσματικότητας.

altΕκείνη την περίοδο είχα πειστεί πως δεν υπήρχε μεγάλη διαφορά μεταξύ της γειτονιάς μου και της Νάπολης· οι κακουχίες γλιστρούσαν από τη μία στην άλλη αδιάκοπα. Κάθε φορά που επέστρεφα, έβρισκα μια άνευρη πόλη που δεν άντεχε τις εναλλαγές των εποχών, τη ζέστη, το κρύο, κυρίως τις καταιγίδες. Μια φορά πλημμύρισε ο σταθμός της πλατείας Γκαριμπάλντι, την άλλη γκρεμίστηκε η στοά μπροστά από το μουσείο και μία άλλη φορά έγιναν κατολισθήσεις, κόπηκε το ρεύμα και δεν έλεγαν να το ξανασυνδέσουν. Στο μυαλό μου έβλεπα σκοτεινούς δρόμους όπου ελλόχευαν κίνδυνοι, αυτοκίνητα να κυκλοφορούν όλο και πιο άναρχα, ξεχαρβαλωμένα λιθόστρωτα, μεγάλες λακκούβες. Οι βουλωμένοι βόθροι ανάβλυζαν, πλημμύριζαν. Υδάτινες λάβες με βοθρολύματα, σκουπίδια και μικρόβια χύνονταν στη θάλασσα από τους λόφους, κατακλυσμένους από καινούριες, σαθρές οικοδομές, ή διάβρωναν τον από κάτω κόσμο. Οι άνθρωποι πέθαιναν από αμέλεια, από διαφθορά, από καταπίεση και όμως, σε κάθε εκλογική αναμέτρηση έδιναν την ενθουσιώδη τους συναίνεση στους πολιτικούς που τους έκαναν τον βίο αβίωτο. Μόλις κατέβαινα από το τρένο, κυκλοφορούσα επιφυλακτική στα μέρη όπου είχα γεννηθεί, φροντίζοντας να μιλάω πάντα στα ναπολιτάνικα, σαν να διαλαλούσα είμαι δική σας, μη μου κάνετε κακό.

Αφότου αποφοίτησα, αφότου έγραψα πυρετωδώς ένα διήγημα το οποίο εντελώς απρόσμενα, μέσα σε λίγους μήνες, έγινε βιβλίο, ο κόσμος από τον οποίο προερχόμουν φάνταζε ακόμη χειρότερος στα μάτια μου. Ενώ στην Πίζα και στο Μιλάνο ένιωθα όμορφα, μερικές φορές μάλιστα ίσως κι ευτυχισμένη, όποτε επέστρεφα στην πόλη μου, φοβόμουν πως κάποιο απρόοπτο θα με εμπόδιζε να της ξεφύγω, πως θα αναγκαζόμουν να στερηθώ ό,τι είχα κατακτήσει. Δε θα μπορούσα να ξαναδώ τον Πιέτρο, τον οποίο πολύ σύντομα θα παντρευόμουν· θα έκλειναν για μένα οι πόρτες των περιποιημένων γραφείων του εκδοτικού οίκου· θα ήταν αδύνατον πλέον να χαρώ την αβρότητα της Αντέλε, της μέλλουσας πεθεράς μου, μιας μητέρας που ποτέ δε γνώρισα στο πρόσωπο της δικής μου. Από παλιά κιόλας, η πόλη μου μου φαινόταν ασφυκτικά γεμάτη, ένας όχλος που απλωνόταν από την πλατεία Γκαριμπάλντι ως τη Φορτσέλλα, την Ντουκέσκα, τη Λαβινάιο, τη Ρεττιφίλο. Στα τέλη του Εξήντα είχα την αίσθηση ότι το πλήθος είχε αυξηθεί και ότι η έλλειψη ανεκτικότητας, η επιθετικότητα άπλωναν ανεξέλεγκτα τα πλοκάμια της. Ένα πρωί έφτασα στην οδό Μετζοκαννόνε, εκεί όπου πριν από μερικά χρόνια δούλευα πωλήτρια σ' ένα βιβλιοπωλείο. Πήγα από περιέργεια να ξαναδώ το μέρος όπου κάποτε έβγαζα το ψωμί μου, κυρίως όμως για να ρίξω μια ματιά στο πανεπιστήμιο που δεν είχα δει ποτέ από κοντά. Ήθελα να το συγκρίνω μ' εκείνο της Πίζας, τη Σκουόλα Νορμάλε, ευχόμουν μάλιστα να συναντήσω τα παιδιά της καθηγήτριας Γκαλιάνι –τον Αρμάντο και τη Νάντια– και να καμαρώσω για όσα είχα καταφέρει. Όμως ο δρόμος, οι πανεπιστημιακοί χώροι μού προκαλούσαν εκνευρισμό· ήταν κατάμεστοι από φοιτητές της Νάπολης, της επαρχίας και όλου του Νότου, νέους καλοντυμένους, φασαριόζους, γεμάτους αυτοπεποίθηση και παιδιά με άξεστους τρόπους και συνάμα δουλική συμπεριφορά. Στριμώχνονταν στις εισόδους, μέσα στις αίθουσες, μπροστά από τις κοσμοπλημμυρισμένες γραμματείες καβγαδίζοντας συχνά πυκνά. Εντελώς ξαφνικά, τρεις τέσσερις πιάστηκαν στα χέρια λίγα μέτρα μακριά μου, λες και αρκούσε να αντικρίσει ο ένας τον άλλο για να ξεσπάσουν σε βρισιές και γρονθοκοπήματα, ένα αντρικό μένος που ούρλιαζε τη λύσσα του για αίμα, σε μια διάλεκτο που ακόμη κι εγώ η ίδια μετά βίας καταλάβαινα. Έφυγα κακήν κακώς, λες και κάτι απειλητικό με είχε αγγίξει σ' ένα μέρος που το θεωρούσα ασφαλές, κατοικημένο μονάχα από καλοπροαίρετες προθέσεις.

Καλύτερα να φεύγαμε. Να το βάζαμε στα πόδια μια για πάντα, μακριά από τη ζωή που ζούσαμε αφότου ήρθαμε στον κόσμο. Να μείνουμε σε σωστά οργανωμένες πόλεις όπου πράγματι όλα ήταν πιθανά. Εγώ όντως είχα δραπετεύσει.

Με λίγα λόγια, είχα την αίσθηση πως τα πράγματα χειροτέρευαν χρόνο με τον χρόνο. Εκείνη τη βροχερή εποχή, η πόλη για μία ακόμη φορά ράγισε, ένα ολόκληρο κτίριο έγειρε στο πλάι, σαν άνθρωπος που ακουμπά στο σαρακοφαγωμένο μπράτσο μια παλιάς πολυθρόνας και το μπράτσο υποχωρεί. Νεκροί, τραυματίες. Και φωνές, ξύλο, καπνογόνα. Ήταν λες και μες στα σπλάχνα της η πόλη επώαζε ένα μένος που δεν μπορούσε να αναδυθεί, κι έτσι την κατέτρωγε ή έσκαγε σε επιφανειακές φλύκταινες, γεμάτες δηλητήριο εναντίον όλων, παιδιών, ενηλίκων, ηλικιωμένων, ανθρώπων από άλλες πόλεις, Αμερικάνων του ΝΑΤΟ, τουριστών κάθε εθνικότητας, των ίδιων των Ναπολιτάνων. Πώς να αντέξεις σε αυτό τον τόπο της ασυδοσίας και του κινδύνου, στην περιφέρεια, στο κέντρο, στους λόφους, κάτω από τον Βεζούβιο; Πόσο άσχημη εντύπωση μου έκανε το Σαν Τζοβάννι α Τεντούτσο, το ταξίδι μου μέχρι να φτάσω σ' αυτή τη συνοικία. Πόσο άσχημη εντύπωση μου έκανε το εργοστάσιο όπου δούλευε η Λίλα, αλλά και η ίδια η Λίλα με τον μικρό της γιο, η Λίλα η οποία ζούσε σ' ένα άθλιο κτίριο μαζί με τον Έντσο, αν και δεν κοιμούνταν μαζί. Μου είπε ότι εκείνος ήθελε να σπουδάσει ηλεκτρονικούς υπολογιστές κι ότι εκείνη προσπαθούσε να τον βοηθήσει. Μου είχε εντυπωθεί η φωνή της που προσπαθούσε να διαγράψει το Σαν Τζοβάννι, τα σαλάμια, τη δυσωδία του εργοστασίου, την κατάστασή της, προφέροντας με προσποιητή αυθεντία ονόματα όπως: Κέντρο Κυβερνητικής του Πανεπιστημίου του Μιλάνου, Σοβιετικό Κέντρο για την εφαρμογή των υπολογιστών στις κοινωνικές επιστήμες. Ήθελε να με κάνει να πιστέψω ότι σύντομα ένα παρόμοιο κέντρο θα γεννιόταν και στη Νάπολη. Σκέφτηκα: Πιθανότατα στο Μιλάνο, σίγουρα στη Σοβιετική Ένωση, όχι όμως εδώ, εδώ δεν είναι παρά μια τρέλα του ανεξέλεγκτου μυαλού σου, στην οποία παρασύρεις και τον άμοιρο, τον αφοσιωμένο Έντσο. Καλύτερα να φεύγαμε. Να το βάζαμε στα πόδια μια για πάντα, μακριά από τη ζωή που ζούσαμε αφότου ήρθαμε στον κόσμο. Να μείνουμε σε σωστά οργανωμένες πόλεις όπου πράγματι όλα ήταν πιθανά. Εγώ όντως είχα δραπετεύσει. Μόνο και μόνο για να ανακαλύψω όμως, τις δεκαετίες που θα ακολουθούσαν, ότι είχα κάνει λάθος, ότι ήταν μια αλυσίδα με ολοένα και πιο μεγάλους κρίκους: η γειτονιά παρέπεμπε στην πόλη, η πόλη στην Ιταλία, η Ιταλία στην Ευρώπη, η Ευρώπη σε ολόκληρο τον πλανήτη. Ακόμη και σήμερα έχω την ίδια άποψη: δεν είναι άρρωστη η γειτονιά μας ούτε και η Νάπολη, άρρωστη είναι η υδρόγειος σφαίρα, άρρωστο είναι το σύμπαν ή τα σύμπαντα. Και το πόσο επιδέξιοι είμαστε εξαρτάται απ' το αν κρύβουμε από τους άλλους μα και απ' τον ίδιο μας τον εαυτό την αληθινή κατάσταση των πραγμάτων.

«Παριστάνεις την έξυπνη, με βομβαρδίζεις με αποφθέγματα; Τι θες να κάνεις; Θες να γράψεις για μας; Θες να γράψεις για μένα;».
«Όχι».

Μίλησα γι' αυτό στη Λίλα εκείνο το μεσημέρι, τον χειμώνα του 2005, με έμφαση, σαν να ήθελα να επανορθώσω. Ήθελα να της αναγνωρίσω ότι είχε καταλάβει τα πάντα από παιδί, χωρίς ποτέ να μετακινηθεί από τη Νάπολη. Μα ντράπηκα σχεδόν αμέσως, ένιωσα στα λόγια μου την οργισμένη απαισιοδοξία κάποιου που γερνά, το ύφος που –το ήξερα– εκείνη απεχθανόταν. Και πράγματι αποκάλυψε τα γερασμένα της δόντια με ένα χαμόγελο σαν νευρική γκριμάτσα και μου είπε:
«Παριστάνεις την έξυπνη, με βομβαρδίζεις με αποφθέγματα; Τι θες να κάνεις; Θες να γράψεις για μας; Θες να γράψεις για μένα;».
«Όχι».
«Πες την αλήθεια».
«Θα ήταν πολύ περίπλοκο».
«Το σκέφτηκες όμως, το σκέφτεσαι ακόμα».
«Λίγο, ναι».
«Πρέπει να μ' αφήσεις στην ησυχία μου, Λενού. Όλους μας πρέπει να μας αφήσεις στην ησυχία μας. Εμείς πρέπει να εξαφανιστούμε, δεν αξίζουμε τίποτα, ούτε η Τζιλιόλα ούτε εγώ, κανείς».
«Δεν είναι αλήθεια».
Έκανε μια γκριμάτσα δυσαρέσκειας και με περιεργάστηκε με τις κόρες των ματιών της που ίσα ίσα φαίνονταν, με χείλη μισόκλειστα.
«Εντάξει» είπε «γράψε, αν το θες στ' αλήθεια, γράψε για την Τζιλιόλα, για όποιον σου κατέβει. Όχι όμως για μένα, μην τολμήσεις, θέλω να μου το υποσχεθείς».
«Δε θα γράψω για κανέναν ούτε για σένα».
«Πρόσεχε, γιατί θα σε παρακολουθώ».
«Α ναι;»
«Θα 'ρθω να ψάξω στον υπολογιστή σου, θα διαβάσω τα αρχεία και θα τα σβήσω».
«Ναι, καλά».
«Γιατί, νομίζεις ότι δεν είμαι ικανή;»
«Ξέρω πολύ καλά ότι είσαι. Γνωρίζω όμως να φυλάγομαι».
Γέλασε με τον παλιό της γνωστό τρόπο. «Από μένα όχι».

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Patricio Pron «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) που κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος» (μτφρ. από τα κορεάτικα Αμαλία Τζιώτη), το οποίο κυκλοφορεί στις 16 Μαρτίου εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Olivia Manning «Βαλκανική τριλογία - Η μεγάλη τύχη» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορασ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Ιστορίες για «χαμένες ομπρέλες», «καπέλα» και άλλα πλάσματα

Για τη συλλογή μικροδιηγημάτων του Κώστα Σιαφάκα «Αντανάκλαση» (εκδ. Σμίλη).

Του Μιχάλη Μακρόπουλου

Στη συλλογή Αντανάκλαση του Κώστα Σιαφάκα, όπου τα πεζά έχουν συνήθως...

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Με αφορμή την έκδοση και παρουσίαση του poster book του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ «Ήταν μια φορά ένας κομίστας στην TV (Η πολυκατοικία)» (εκδ. Syllipsis), το χρονικό ενός διαμεσικού αφηγήματος.

Επιμέλεια: Λωνίδας Καλούσης...

Η Ψυχανάλυση, για «την άρση της άρνησης του Θανάτου»

Η Ψυχανάλυση, για «την άρση της άρνησης του Θανάτου»

Για το βιβλίο της Ναταλί Ζαλτζμάν «Η αναρχική ενόρμηση» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία).

Του Χρήστου Τσαμπρούνη

Το βιβλίο Η Αναρχική Ενόρμ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube