22 Απριλιου 2018

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:10:42:53 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Το μεγάλο δίχτυ και άλλες ιστορίες

Το μεγάλο δίχτυ και άλλες ιστορίες

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση του διηγήματος «Μια είδηση», της συλλογής της Γιουντόρα Γουέλτυ «Το μεγάλο δίχτυ και άλλες ιστορίες» (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), που θα κυκλοφορήσει στις 11 Απριλίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Είχε βγει έξω, στη βροχή. Σκυμμένη τώρα μπροστά στο τζάκι της χαμοκέλας, με τα πόδια ορθάνοιχτα, τίναζε όλο νεύρο το βρεγμένο, αχυρένιο κεφάλι της, σαν τη γάτα που τα βάζει με τον εαυτό της γιατί ήταν απρόσεχτη. Μιλούσε μόνη της – ίσα ένα πνιχτό φτεροκόπημα, μέσα στο μισοάδειο δωμάτιο, με το ζόρι το 'πιανες.
«Η βροχή πέφτει τουλούμι, η βροχή πέφτει τουλούμι» – αυτό δεν έλεγε και ξανάλεγε σαν τραγουδάκι; Έτσι όπως στεκόταν, έκανε κάθε τόσο από ένα τεταρτάκι της στροφής, ώστε να στεγνώνει παντού, το κεφάλι της γερμένο μπροστά, τ' αχυρένιο μαλλί λυτό, κουβάρι. Βαστούσε τη φούστα της τσιτωμένη προς τα έξω, όσο πιο σεμνά μπορούσε, να μπάζει μέσα τη ζέστα.
Μετά, ροδαλή ροδαλή, πήγε στο τραπέζι κι έπιασε ένα δεματάκι. Ήταν ένα τσουβαλάκι καφές, με την ένδειξη «Δείγμα» γραμμένη με κόκκινα γράμματα, που το ξετύλιξε από μια βρεγμένη εφημερίδα. Μα το βαστούσε τόσο τρυφερά.
«Μπα, τι του 'ρθε να το τυλίξει σ' εφημερίδα!» είπε με κομμένη ανάσα, κοιτάζοντας πότε το ένα της χέρι, πότε το άλλο. Θα 'ταν μια ζωή μονάχη της και χαζή, όλα της προκαλούσαν έκπληξη.
Έβαλε τον καφέ στο τραπέζι, ακριβώς στη μέση. Μετά έπιασε την εφημερίδα από τη μιαν άκρη και, σαν να υπνοβατούσε, την έσυρε στο πάτωμα, την άνοιξε και ξάπλωσε πάνω της μπροστά στη φωτιά. Το τραγουδάκι της για τη βροχή, οι φωνίτσες της έκπληξης, δεν ήταν άλλο από ένα προκαταρκτικό νάζι, που την διασκέδαζε όταν ήταν μοναχή της. Τώρα ήταν ευχαριστημένη με τον εαυτό της. Έτσι όπως είχε ξαπλώσει φαρδιά πλατιά δίπλα στη φωτιά, το υγρό κουβάρι των μαλλιών της πήρε να λασκάρει, απλώθηκε αργά στη ράχη της σαν φτηνό μετάξι. Έκλεισε τα μάτια. Το στόμα της βούλιαξε σ' ένα χάος, σε μιαν έκφραση ασυνείδητης πονηριάς. κι όμως, μ' αυτήν ακριβώς την ακινησία της και τη χαρά της έδινε την εντύπωση ότι εκεί μέσα ήταν το κρησφύγετό της, κι ότι ζούσε ολομόναχη. Όταν κάπου κάπου η φωτιά αναδευόταν και κατρακυλούσε στη σχάρα, το κορίτσι τρεμούλιαζε, το χέρι της τιναζόταν μπροστά, θαρρείς ανυπόμονα, μπορεί κι απελπισμένα.
Σε μια στιγμή σάλεψε, άπλωσε το χέρι κι έπιασε την εφημερίδα κάτω από την πλάτη της. Κάθισε στις φτέρνες, άγγιζε την τυπωμένη σελίδα σαν να 'ταν κάτι εύθραυστο. Δεν την κοίταζε απλά – την παρακολουθούσε, λες κι είχε να κάνει με κάτι απρόβλεπτο, πώς παρακολουθεί το κορίτσι ένα μωρό. Το χαρτί ήταν τόπους τόπους ακόμη βρεγμένο στα σημεία όπου πριν από λίγο ακουμπούσε το κορμί της. Μπουσουλώντας όλο νεύρο, έπιασε να στρώνει τα τσαλακωμένα σημεία με τα κόκκινα, σκασμένα δαχτυλάκια της, κάπου κάπου κατσούφιαζε μπροστά σε μια μουντζουρωμένη εικόνα και στα μεγάλα στοιχεία που σχημάτιζαν μια λέξη αποκάτω. Τα χείλη της έτρεμαν, λες κι όλη αυτή η προσπάθεια να κοιτάζει και να συλλαβίζει την συγκινούσε μέχρι τα τρίσβαθα της καρδιάς της.
Ξαφνικά γέλασε.
Σήκωσε το κεφάλι.
«Ρούμπι Φίσερ!» ψιθύρισε.

Μια έκφραση άφατης συστολής χύθηκε στα μουντά, γαλάζια μάτια και στο τρυφερό στόμα. Μετά έγινε τρόμος. Άρχισε να κοιτάζει γύρω γύρω... Ποιο μάτι να 'νιωθε καρφωμένο πάνω της; Τράβηξε το φουστάνι της όσο πιο κάτω έπαιρνε κι άρχισε να συλλαβίζει καμιά δεκαριά λέξεις από την εφημερίδα.

Μια έκφραση άφατης συστολής χύθηκε στα μουντά, γαλάζια μάτια και στο τρυφερό στόμα. Μετά έγινε τρόμος. Άρχισε να κοιτάζει γύρω γύρω... Ποιο μάτι να 'νιωθε καρφωμένο πάνω της; Τράβηξε το φουστάνι της όσο πιο κάτω έπαιρνε κι άρχισε να συλλαβίζει καμιά δεκαριά λέξεις από την εφημερίδα.
Η ειδησούλα έλεγε:
«Την εβδομάδα που μας πέρασε η κυρία Ρούμπι Φίσερ είχε ένα δυσάρεστο συμβάν: ο σύζυγός της την πυροβόλησε στο πόδι». Πήγαινε λέξη λέξη, μόνο ψιθύριζε· άφησε τη μεγάλη λέξη, το «δυσάρεστο» να την διαβάσει τελευταία, ξαναγύρισε σ' αυτήν, ύστερα την επανέλαβε δυνατά, σαν να κουβέντιαζε. «Εγώ είμαι αυτή», είπε σιγανά, σεβαστικά, μ' επισημότητα. Η φωτιά ξέφυγε κι άξαφνα βρυχήθηκε μέσ' στο δωμάτιο,
που πια αντιβούιζε κι από τη βροχή, έτσι όπως σφυροκοπούσε τη στέγη και παράδερνε με αστραπές και κεραυνούς απέξω.
«Εσύ Κλάιντ!» ούρλιαξε η Ρούμπι Φίσερ επιτέλους. Τινάχτηκε όρθια. «Πού είσαι, Κλάιντ Φίσερ;»
Χίμηξε στην πόρτα και την άνοιξε με βιάση. Μια παγωμένη ανατριχίλα πέρασε ξυστά πάνω από τη ζέστα της, κι ήταν θαρρείς και την αυλάκωναν λουρίδες λουρίδες ο θυμός και η παραζάλη. Μετά ήρθε η αστραπή, κι εκείνη να στέκεται εκεί δα και να περιμένει, λες και το ψιλοπερίμενε ότι έτσι δα θα τον έκανε να μπει μέσα, να σημαδεύει με το τουφέκι στο χέρι.
Δεν είπε τίποτε άλλο, έκανε πίσω κι έκλεισε την πόρτα σπρώχνοντάς την με τον γοφό της. Ο θυμός τής πέρασε σαν αλαργινή αναλαμπή αγαλλίασης. Φροντίζοντας να αποφεύγει συστηματικά το τραπέζι, όπου βρισκόταν το πακέτο με τον καφέ, άρχισε να κόβει βόλτες νευρικά στο δωμάτιο, λες και κάποιος δισταγμός που την τριβέλιζε, κάποιο μυστήριο που είχε μείνει ανέπαφο την τραβούσαν τώρα από το χέρι. Η κάμαρα είχε ένα παράθυρο, κάθε λίγο και λιγάκι κοντοστεκόταν, κοίταζε έξω, τη βροχή. Όταν σταματούσε το πέρα δώθε, είχε πάνω της μια παθητικότητα ή έστω μιαν απατηλή παθητικότητα, που δεν είχε ίχνος παθητικότητας. κάτι μέσα της δεν σταματούσε ποτέ.
Στο τέλος ρίχτηκε ξανά στο πάτωμα, πάλι λοξά πάνω στην εφημερίδα, κι έμεινε να κοιτάζει τη φωτιά. Σαν να υπήρχε ένας καθρέφτης στη χαμοκέλα, και να κοιταζόταν εκεί μέσα, βαθιά, όλο και πιο βαθιά, έτσι όπως περνούσε τα δάχτυλά της μέσα από τα μαλλιά της και προσπαθούσε να δει τον εαυτό της, και τον Κλάιντ να πλησιάζει από πίσω της.
«Κλάιντ;»
Αλλά, βέβαια, ο άντρας της, ο Κλάιντ, ήταν ακόμη στο δάσος. Είχε φτιάξει μια χοντρή στέγη με χαμόκλαδα πάνω από το αυτοσχέδιο αποστακτήριο ουίσκι και κάτι τέτοιες αστραπές τις φοβόταν σαν και τι, ο κόσμος να χαλούσε, δεν πήγαινε εκεί πέρα.
Και τότε, σχεδόν με κατάπληξη, άρχισε να συνειδητοποιεί ότι κάπου τα είχε μπλέξει: δεν ήταν άνθρωπος που θα 'παιρνε όπλο και θα της έριχνε ο Κλάιντ.
Έγειρε το κεφάλι της κατά κει που πύρωνε η φωτιά, το ακούμπησε στα ροδαλά της μπράτσα κι άρχισε να μιλάει μόνη της. Την έπιασε ακατάσχετη φλυαρία. Ακόμη και να 'φτανε στ' αυτιά του Κλάιντ κατιτί για τον πλασιέ του καφέ και την Πόντιακ, απίθανο ήταν να την πυροβολούσε. Αν έκανε πως τη μαύριζε στο ξύλο, θα 'βγαινε κι αυτή στον δρόμο, όλο και κάποιο αμάξι θα σταματούσε, κι αν είχε πινακίδες του Τενεσί, τόσο το καλύτερο, το πιθανότερο να πέρναγε τ' απόγεμά της στην αποθήκη με τ' αδειανά μπουκάλια του τζιν. (Στο σημείο αυτό στριφογύρισε το κεφάλι της πάνω στα μπράτσα της και τέντωσε αργά τα πόδια της προς τα πίσω, σαν γάτα.) Αν έφτανε τίποτα στ' αυτιά του Κλάιντ, θα την σκαμπίλιζε. Πάντως η είδηση στην εφημερίδα δεν ήταν σωστή. Ποτέ δεν την πυροβόλησε ο Κλάιντ ούτε μια φορά. Κάποιο λάθος είχε γίνει.
Μια σπίθα τινάχτηκε, παραλίγο να κάψει την εφημερίδα. Το κορίτσι λίγο τρόμαξε, την έσβησε χτυπώντας την με τα δάχτυλά του. Μετά κάτι μουρμούρισε και ξανάσκυψε πιο αποφασιστικά πάνω απ' το φύλλο.
Άρχισε να τεντώνεται, έτσι όπως ζεσταινόταν όλο και πιο πολύ, νύσταζε όλο και πιο πολύ. Έπιασε ν' αναρωτιέται μεγαλόφωνα πώς θα 'ταν αν την πυροβολούσε στο πόδι ο Κλάιντ... Κι αν ήτανε στ' αλήθεια θυμωμένος, λες να την πυροβολούσε ίσια στην καρδιά;
Στη στιγμή φαντάστηκε τον εαυτό της να πεθαίνει. Θα ήταν πλαγιασμένη με τη νυχτικιά της και με μια σφαίρα στην καρδιά. Κι όποιος την αντίκριζε έτσι δα, μ' εκείνη την ανεξιχνίαστη έκφραση στο στόμα της, θα καταλάβαινε αμέσως τι παράξενο, τι φοβερό ήταν αυτό το πράμα. Κάτω από την ολοκαίνουργια νυχτικιά της η καρδιά της θα πονούσε στον κάθε χτύπο, πολύ, πολύ πιο πολύ απ' ό,τι το αργασμένο δέρμα της, όταν την σκαμπίλιζε ο Κλάιντ. Η Ρούμπι άρχισε να κλαίει σιγανά, όπως θα έκλαιγε σε αβάσταχτο πόνο· τα δάκρυα ποτάμι στο πάπλωμα. Ο Κλάιντ θα στεκόταν εκεί δα, από πάνω της, όπως ήταν κάποτε, με το ατίθασο κορακάτο μαλλί να του φτάνει στους ώμους. Τι κούκλος, τι άντρακλας ήταν κάποτε!
«Εγώ σου το 'κανα αυτό, Ρούμπι», θα 'λεγε.
Κι εκείνη θα του 'λεγε –ψιθυρίζοντας, βέβαια– «Για να λέμε την αλήθεια, Κλάιντ – ναι, εσύ μου το 'κανες αυτό».
Και μετά θα πέθαινε· σ' αυτό το σημείο ακριβώς η ζωή της θα σταματούσε.
Έμεινε για μια στιγμή σιωπηλή, φροντίζοντας να δώσει στο πρόσωπό της μιαν όψη όμορφη, ποθητή και νεκρική.
Θα 'πρεπε να της αγοράσει φουστάνι ο Κλάιντ για να την θάψει. Θα 'πρεπε να σκάψει βαθύ λάκκο πίσω από το σπίτι, κάτω από τον κέδρο, έναν τάφο. Θα 'πρεπε να της φτιάξει με τα χέρια του κάσα από πεύκο και να την βάλει μέσα. Μετά θα 'πρεπε να την πάει ίσαμε τον τάφο, να την βάλει μέσα και να την σκεπάσει. Κι όλη την ώρα θα 'κανε σαν τρελός, θα έσκουζε, θα του 'χε στρίψει, όσο θα σκεφτόταν ότι ποτέ ξανά δεν θ' άπλωνε χέρι πάνω της.
Σάλεψε, τα μάτια της στράφηκαν κατά το παράθυρο. Η βροχή, διάφανη, πλατάγιζε στο χώμα. Ανάσα δεν έπαιρνε όσο σκεφτόταν ότι έτσι θα 'πεφτε η βροχή και στον τάφο της, εκεί που θα 'ρχόταν και θα στεκόταν ο Κλάιντ, με το κεφάλι κάτω, με τα δάκρυα μιας κάποιας μετάνοιας.
Δέντρο ολάκερο η αστραπή ορθώθηκε στον ουρανό. Η Ρούμπι όλο και κοίταζε από το παράθυρο, νιώθοντας να την κατακλύζει η ζέστα της φωτιάς κι η λύπηση κι η ομορφιά και η δύναμη του θανάτου της. Ο κεραυνός αντιβούιξε.

altΚι ύστερα, να σου ο Κλάιντ, σκοτεινά ρυάκια να κυλούν στο διάβα του στο πάτωμα. Σκούντησε τη Ρούμπι με το κοντάκι του τουφεκιού, λες κι ήταν κοιμισμένη.
«Ακόμα δεν είν' έτοιμο το φαΐ;» γρύλισε.
Τινάχτηκε όρθια και μ' ένα σάλτο βρέθηκε μακριά του. Πιο γρήγορη κι απ' την αστραπή εξαφάνισε την εφημερίδα. Το δωμάτιο ήταν σκοτεινό, μ' εξαίρεση το τζάκι. Τού μίλησε μελιστάλαχτα από την άκρη της μακρουλής σκιάς που σκάρωνε η αχνιστή παρουσία του και άναψε τη λάμπα.
Εκείνος είχε μείνει όρθιος, άναυδος, αλλά οπωσδήποτε με μια έκφραση καλοπροαίρετη, σαν να 'χε αποφασίσει να περιμένει και να κάνει υπομονή, οπότε συνέχιζε να στέκεται. Κοπάνησε ζωηρά το πάτωμα με τις μπότες του, που 'ταν μες το κοκκινόχωμα και τη λάσπη, τα τεράστια χέρια του θαρρείς και βάραιναν από τη βροχή που κυλούσε από πάνω του κι έσταζε από την κάννη του όπλου του. Τελικά κάθισε μ' έναν αέρα αξιοπρέπειας σε μια καρέκλα μπροστά στο τραπέζι, κάνοντας, δικαίως, μια σχετική φασαρία, και για το ότι ήταν μούσκεμα και για το ότι πεινούσε. Τα ρυάκια κυλούσαν από πάνω του, παντού.
Η Ρούμπι άρχισε τις ετοιμασίες για το φαγητό κάνοντας όσο πιο λίγο θόρυβο μπορούσε. Τα γυμνά, ζεστά της πόδια πατούσαν σχεδόν στις μύτες. Σε μια στιγμή εκεί που γονάτισε στο κελάρι για να πάρει τα παξιμάδια, έπιασε τον Κλάιντ να την κοιτάζει, οπότε χαμογέλασε κι έγειρε αγαπησιάρικα το κεφάλι της. Είχε έναν τρόπο που κουνούσε τα μπράτσα της ανεξήγητα γλυκό και συνάμα απότομο και αβέβαιο, έναν τρόπο τρυφερό και ευάλωτο, λες και τα στήθια της τής προκαλούσαν πόνο. Έκανε κάμποσα αχρείαστα πηγαινέλα στο δωμάτιο, κόβοντας βόλτες γύρω από τον κλάιντ που καθόταν μέσα σε μια σιωπή που έβραζε, κρατώντας το μαχαίρι και το πιρούνι στις γροθιές του.
«Το λοιπόν, πού 'χες πάει, τέλος πάντων;» μούγκρισε τελικά, βλέποντάς την ν' αφήνει το πρώτο πιάτο στο τραπέζι.
«Ε, δεν πήγα και πουθενά που ν' αξίζει δα τον κόπο να σε ζαλίζω».
«Μη μου αντιμιλάς εμένα. οτοστόπ θα 'κανες πάλι, έτσι;» και σαν να κρυφογέλασε.
Τον κοίταξε για μια στιγμή κατάματα. Ούτε που άκουσε τι της είπε. Ξεχείλιζε χαρά. Το χέρι της έτρεμε καθώς σερβίριζε τον καφέ. Μάλιστα λίγος της χύθηκε στον καρπό του.
Οπότε κι αυτός άφησε το χέρι του να πέσει βαρύ στο τραπέζι κάνοντας τα πιάτα ν' αναπηδήσουν.
«Καμιά μέρα θα σου ρίξω τέτοιες μπούφλες που θα τον ξεράσεις αυτόν τον διάολο που κουβαλάς μέσα σου», της είπε.

Η Ρούμπι τραβήχτηκε μηχανικά. Τον άφησε να φάει. Μετά, αφού είχε πια βάλει σταυρωτά το μαχαίρι και το πιρούνι στο πιάτο του, του έφερε την εφημερίδα. Και πάλι τον κοίταξε καταχαρούμενη. Και μόνο που άγγιζε με το χέρι της την εφημερίδα, που άκουγε τον σιγανό κρυφό ήχο καθώς την έφερνε –αυτό το θρόισμα της έκπληξης–, ξεσηκωνόταν.

Η Ρούμπι τραβήχτηκε μηχανικά. Τον άφησε να φάει. Μετά, αφού είχε πια βάλει σταυρωτά το μαχαίρι και το πιρούνι στο πιάτο του, του έφερε την εφημερίδα. Και πάλι τον κοίταξε καταχαρούμενη. Και μόνο που άγγιζε με το χέρι της την εφημερίδα, που άκουγε τον σιγανό κρυφό ήχο καθώς την έφερνε –αυτό το θρόισμα της έκπληξης–, ξεσηκωνόταν.
«Εφημερίδα!» ο Κλάιντ της την άρπαξε σαν λυσσασμένος, με μια έκφραση όλο καταφρόνια. «Πού στο διάολο τη βρήκες; Τσουλάκι».
«Για δες αυτό εδώ», του είπε η Ρούμπι με σιγανή τραγουδιστή φωνίτσα. Του άνοιξε την εφημερίδα, ενόσω αυτός τη βαστούσε στο χέρι του, και σοβαρή του υπέδειξε την είδηση.
Ο Κλάιντ θέλοντας και μη έπιασε να διαβάζει. Η Ρούμπι κοίταζε το βρεγμένο φαλακρό κεφάλι, πώς έσκυψε αργά, πώς άρχισε να στρίβει.
Και τότε ο Κλάιντ έβγαλε έναν ήχο μέσα απ' το λαρύγγι του κι είπε, «Ψέματα λέει».
«Αυτά γράφει για μένα η 'φημερίδα», είπε η Ρούμπι ισιώνοντας τη ράχη της. Και σήκωσε το πιάτο του ρίχνοντάς του ένα βλέμμα μέσ' στην τρελή χαρά.
Ο Κλάιντ ακούμπησε το χοντρό του δάχτυλο, λυγισμένο, στην παράγραφο και το πίεσε πάνω σε μια λέξη. «Ένα πράμα θέλω να δω, πού σ' την έριξα τη σφαίρα!» ξέσπασε. Σήκωσε το κεφάλι, το πρόσωπό του πέτρινο, ανέκφραστο.
Όμως μπήκε κι αυτή στο κόλπο και, κρατώντας ακόμη το άδειο πιάτο, τον αντιμετώπισε στητή και σκληρή, κι έμειναν να κοιτάζονται. Η στιγμή ξεχείλισε από την ανημπόρια τους. Σιγά σιγά άρχισαν κι οι δυο να κοκκινίζουν, θαρρείς και η ντροπή ήταν διπλή, διπλή και η απόλαυση. Ήτανε λες κι ο Κλάιντ είχε στ' αλήθεια σκοτώσει τη Ρούμπι κι η Ρούμπι είχε στ' αλήθεια πεθάνει από το χέρι του. Σπάνια και διστακτική, μια πιθανότητα κοντοστεκόταν δειλά, όπως ένας ξένος ανάμεσά τους, κάνοντάς τους και τους δυο να κατεβάσουν τα κεφάλια.
Μετά ο Κλάιντ διέσχισε το δωμάτιο με τις μουσκεμένες μπότες του κι άφησε την εφημερίδα πάνω από τη φωτιά που είχε πάρει να σβήνει. Η εφημερίδα κυμάτισε για ένα λεπτό, μετά φούντωσε. Στέκονταν ακίνητοι και την κοίταζαν να καίγεται. Το δωμάτιο φωτίστηκε απ' άκρη σ' άκρη.
«Για δες», είπε ξαφνικά ο Κλάιντ. «Είν' εφημερίδα του Τενεσί. Κοίτα, γράφει "Τενεσί". Τι δουλειά έχεις εσύ μ' αυτά που γράφει;» Γέλασε, για να της δώσει να καταλάβει πως εξαρχής εκείνος είχε δίκιο.
«Αφού γράφει Ρούμπι Φίσερ!» φώναξε η Ρούμπι. «Εμένα λένε Ρούμπι Φίσερ!» δήλωσε με πάθος.
«Εεε, άλλη Ρούμπι Φίσερ είν' αυτή – στο Τενεσί», της φώναξε ο άντρας της. «Πας να μου ρίξεις στάχτη στα μάτια, έτσι; Πού τη βρήκες την εφημερίδα;» Της έριξε μια χαϊδευτικά στον πισινό.
Η Ρούμπι σταύρωσε τα χέρια της, που ακόμη έτρεμαν, μέσα στη φούστα της. Απόμεινε σκυφτή δίπλα στο παράθυρο ώσπου όλα, και έξω και μέσα, καταλάγιασαν, ώσπου έκατσε να φάει κι αυτή το βραδινό της.
Έξω ήταν σκοτεινά και θαμπά. Η καταιγίδα είχε τσουλήσει μέσ' στην αχλή σαν το κάρο πάνω στη γέφυρα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Περί φυσικής της μελαγχολίας

Περί φυσικής της μελαγχολίας

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Βούλγαρου Georgi Gospodinov «Περί φυσικής της μελαγχολίας» (μτφρ. Αλεξάνδρα Ιωαννίδου), που θα κυκλοφορήσει στις αρχές Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: ...

4 3 2 1

4 3 2 1

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Paul Auster «4 3 2 1» (μτφρ. Μαρία Ξυλούρη), που θα κυκλοφορήσει στις 26 Μαρτίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Ο συνοδοιπόρος

Ο συνοδοιπόρος

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Viet Thanh Nguyen «Ο συνοδοιπόρος» (μτφρ. Γιώργος-Ίκαρος Μπαμπασάκης), που θα κυκλοφορήσει στις 9 Μαρτίου από τις εκδόσεις Utopia.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης

Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα για παιδιά της Ελένης Ανδρεάδη «Ο Τζάστιν Γκρέι και οι φύλακες της Γης», που θα κυκλοφορήσει στις 26 Απριλίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης...

Ηγεμονία: η περιπέτεια μιας λέξης

Ηγεμονία: η περιπέτεια μιας λέξης

Για το βιβλίο του Perry Anderson «Η λέξη από “Η” – Η περιπέτεια της ηγεμονίας» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, Εκδόσεις του Εικοστού Πρώτου).

Του Γιώργου Σιακαντάρη

...
Ο καλός Θεός που κατοικεί στη λεπτομέρεια και οι μικρές καθημερινές καταστροφές

Ο καλός Θεός που κατοικεί στη λεπτομέρεια και οι μικρές καθημερινές καταστροφές

Για το βιβλίο του Siegfried Kracauer «Η γραφομηχανούλα - Nietzsche ex Machina: Έξι επιστολές και ένα ποίημα του Φρίντριχ Νίτσε για τη "γραφόσφαιρα"» (μτφρ. Νικήτας Σινιόσογλου, εκδ. Κίχλη).

Του Θωμά Συμεων...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube