25 Μαϊου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:17:59:42 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Το νέο όνομα

Το νέο όνομα

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το δεύτερος βιβλίο της Τετραλογίας της Νάπολης της Elena Ferrante, Το νέο όνομα (μτφρ. Δήμητρα Δότση), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

 

 

 

 

 

ΝΙΟΤΗ

1

ΤΗΝ ΑΝΟΙΞΗ ΤΟΥ 1966, η Λίλα, φανερά ταραγμένη, μου εμπιστεύτηκε ένα μεταλλικό κουτί που περιείχε οκτώ τετράδια. Είπε ότι δεν μπορούσε να τα κρατήσει άλλο στο σπίτι της, από φόβο μην τυχόν και τα διαβάσει ο άντρας της. Πήρα το κουτί χωρίς να κάνω το παραμικρό σχόλιο, εκτός από κάποια ειρωνική νύξη για τον υπερβολικό σπάγκο που είχε χρησιμοποιήσει για να το δέσει. Εκείνη την περίοδο οι σχέσεις μας ήταν κάκιστες, αλλά μάλλον μόνο εγώ το έβλεπα έτσι. Τις σπάνιες φορές που βλεπόμασταν, η Λίλα δεν έδειχνε καμία αμηχανία, ήταν στοργική και ποτέ δεν της ξέφευγε κάποια εχθρική κουβέντα.

Όταν μου ζήτησε να ορκιστώ πως σε καμία περίπτωση δε θα άνοιγα το κουτί, της τ’ ορκίστηκα. Με το που μπήκα όμως στο τρένο, έλυσα τον σπάγκο, έβγαλα τα τετράδια και βάλθηκα να τα διαβάζω.

Όταν μου ζήτησε να ορκιστώ πως σε καμία περίπτωση δε θα άνοιγα το κουτί, της τ’ ορκίστηκα. Με το που μπήκα όμως στο τρένο, έλυσα τον σπάγκο, έβγαλα τα τετράδια και βάλθηκα να τα διαβάζω. Δεν ήταν ημερολόγιο, παρότι υπήρχαν λεπτομερείς αναφορές σε γεγονότα της ζωής της από το τέλος του δημοτικού κι έπειτα. Φάνταζαν περισσότερο σαν τα χνάρια της πεισματάρικης αυτοπειθαρχίας της στη συγγραφή. Έβριθαν από περιγραφές: το κλαδί ενός δέντρου, οι βάλτοι, μια πέτρα, ένα φύλλο με λευκές νευρώσεις, οι κατσαρόλες του σπιτιού, την καφετιέρα για τον εσπρέσο με τα διάφορα εξαρτήματά του, το μαγκάλι, τα κάρβουνα και την καρβουνόσκονη, ένας λεπτομερέστατος χάρτης της αυλής, ο κεντρικός δρόμος, ο σκελετός της σκουριασμένης σιδερένιας κατασκευής πέρα από τους βάλτους, το πάρκο και η εκκλησία, η αποψίλωση γύρω από τον σιδηροδρομικό σταθμό, οι καινούριες πολυκατοικίες, το πατρικό της, τα εργαλεία που χρησιμοποιούσαν ο πατέρας και ο αδερφός της για να επιδιορθώνουν τα παπούτσια, οι χειρονομίες τους όταν δούλευαν, μα πάνω απ’ όλα τα χρώματα, καθετί και το χρώμα του σε διαφορετικές φάσεις της ημέρας. Όμως τα τετράδια δεν περιείχαν μόνο περιγραφικές σελίδες. Υπήρχαν και μεμονωμένες λέξεις στα ναπολιτάνικα και στα ιταλικά, κάποιες φορές κυκλωμένες, χωρίς σχόλια. Και ασκήσεις μετάφρασης στα λατινικά και στα αρχαία ελληνικά. Και ολόκληρα κατεβατά στα αγγλικά για τα μαγαζιά της γειτονιάς, την πραμάτεια τους, για το κατάφορτο με φρούτα και λαχανικά κάρο που ο Έντσο Σκάννο κουβαλούσε από δρόμο σε δρόμο τραβώντας τον γάιδαρό του από το καπίστρι. Κι ένα σωρό σκέψεις για τα βιβλία που διάβαζε, για τις ταινίες που έβλεπε στην αίθουσα προβολής του ιερέα. Και πολλές από τις απόψεις που υποστήριζε στις συζητήσεις που άνοιγε με τον Πασκουάλε, στις κουβέντες που κάναμε εγώ κι εκείνη. Βέβαια, η ροή ήταν διακεκομμένη, όμως οτιδήποτε συλλάμβανε η Λίλα στη γραφή της γινόταν σπουδαίο, σε σημείο μάλιστα που ακόμα και στις σελίδες τις οποίες είχε γράψει στα έντεκα ή στα δώδεκά της δε βρήκα ούτε μία αράδα που να φαντάζει παιδιάστικη.

altΣυνήθως οι φράσεις της ήταν απολύτως ακριβείς, η στίξη προσεγμένη, ο γραφικός χαρακτήρας κομψός, σαν εκείνον που μας είχε μάθει η δασκάλα Ολιβιέρο. Υπήρχαν όμως φορές που η Λίλα, θαρρείς και κάποια ναρκωτική ουσία είχε εισβάλει στις φλέβες της, έμοιαζε σαν να μην άντεχε την τάξη που είχε επιβάλει στον εαυτό της. Και τότε όλα γίνονταν ασθματικά, οι φράσεις αποκτούσαν έναν καταιγιστικό ρυθμό, η στίξη εξαφανιζόταν. Κατά κανόνα, ξανάβρισκε πολύ γρήγορα έναν σταθερό, σαφή ειρμό. Μπορεί όμως να σταματούσε έτσι στα ξαφνικά και να γέμιζε την υπόλοιπη σελίδα ζωγραφίζοντας γερμένα δέντρα, καμπυλωτά βουνά που έβγαζαν καπνούς, σκυθρωπά πρόσωπα. Με παρέσυρε και η πειθαρχία και η απειθαρχία της, κι όσο περισσότερο διάβαζα, τόσο πιο προδομένη ένιωθα. Πόση εξάσκηση κρυβόταν πίσω από εκείνο το γράμμα στην Ίσκια, πριν από χρόνια; Γι’ αυτό ήταν τόσο καλογραμμένο. Τα έβαλα όλα μέσα στο κουτί τους και υποσχέθηκα στον εαυτό μου να μην τα ξεφυλλίσω ποτέ ξανά.

Υπήρχαν τα πάντα σε αυτές τις σελίδες, μα πάνω απ’ όλα υπήρχε το μίσος της για τους αδερφούς Σολάρα, η αδυσώπητη αποφασιστικότητα με την οποία απώθησε τον έρωτα του μεγαλύτερου, του Μαρτσέλλο, και η στιγμή που πήρε την απόφαση να αρραβωνιαστεί τον μειλίχιο Στέφανο Καρράτσι, τον παντοπώλη, που από τη μεγάλη του αγάπη ήθελε να αγοράσει το πρώτο ζευγάρι παπούτσια το οποίο σχεδίασε εκείνη και που της ορκίστηκε ότι θα το κρατούσε για πάντα.

Μα πολύ σύντομα ενέδωσα και πάλι· τα τετράδια ανάδιναν αυτή τη δύναμη της σαγήνης που η Λίλα σκόρπιζε γύρω της από παιδί ακόμα. Αντιμετώπιζε όλη τη γειτονιά, τους συγγενείς της, τους Σολάρα, τον Στέφανο, οποιονδήποτε και οτιδήποτε με αμείλικτη ακρίβεια. Και τι να πω για τις ελευθερίες που είχε πάρει μ’ εμένα, με ό,τι έλεγα, με ό,τι σκεφτόμουν, με τους ανθρώπους που αγαπούσα, με την ίδια μου την εμφάνιση. Είχε καταγράψει στιγμές, καθοριστικές για κείνη, χωρίς να τη νοιάζει τίποτα και κανένας. Και ιδού τώρα ολοφάνερη μπροστά μου η ηδονή που ένιωσε όταν στα δέκα της έγραψε εκείνο το μικρό διήγημα, τη Γαλάζια νεράιδα. Ιδού, και μάλιστα παραστατικά, πόσο υπέφερε επειδή η δασκάλα μας η Ολιβιέρο απαξίωσε να πει έστω και μια κουβέντα για κείνη την ιστορία ή, μάλλον, την είχε αγνοήσει παντελώς. Ιδού, εξίσου παραστατικά, ο πόνος και η οργή της που πήγα στο γυμνάσιο αδιαφορώντας για κείνη, εγκαταλείποντάς την. Ιδού ο ενθουσιασμός με τον οποίο έμαθε την τέχνη του τσαγκάρη και το αίσθημα της αντεκδίκησης που την ώθησε να σχεδιάσει καινούρια παπούτσια, η χαρά όταν έφτιαξε το πρώτο της ζευγάρι μαζί με τον αδερφό της τον Ρίνο. Ιδού η οδύνη, όταν ο Φερνάντο, ο πατέρας της, είπε ότι τα παπούτσια δεν ήταν καλοφτιαγμένα. Υπήρχαν τα πάντα σε αυτές τις σελίδες, μα πάνω απ’ όλα υπήρχε το μίσος της για τους αδερφούς Σολάρα, η αδυσώπητη αποφασιστικότητα με την οποία απώθησε τον έρωτα του μεγαλύτερου, του Μαρτσέλλο, και η στιγμή που πήρε την απόφαση να αρραβωνιαστεί τον μειλίχιο Στέφανο Καρράτσι, τον παντοπώλη, που από τη μεγάλη του αγάπη ήθελε να αγοράσει το πρώτο ζευγάρι παπούτσια το οποίο σχεδίασε εκείνη και που της ορκίστηκε ότι θα το κρατούσε για πάντα. Αχ, κι εκείνη η ωραία στιγμή όταν, στα δεκαπέντε της, ένιωσε μια πλούσια και κομψή δεσποινίς στο πλευρό του αρραβωνιαστικού της, ο οποίος, μόνο και μόνο επειδή την αγαπούσε, είχε επενδύσει ένα σωρό χρήματα στο εργαστήριο του πατέρα και του αδερφού της, την υποδηματοποιία Τσερούλλο. Και πόση ικανοποίηση είχε νιώσει: για τα σχεδόν έτοιμα δικής της έμπνευσης παπούτσια, για το σπίτι στην καινούρια γειτονιά, για τον γάμο στα δεκάξι της. Και τι μεγαλοπρεπές γαμήλιο γλέντι ακολούθησε, πόσο ευτυχισμένη ένιωθε. Κι ύστερα, ο Μαρτσέλλο Σολάρα, μαζί με τον αδερφό του Μικέλε, εμφανίστηκε στη μέση της γιορτής φορώντας τα παπούτσια που τόσο περί πολλού είχε, κατά τα λεγόμενά του, ο σύζυγός της. Ο σύζυγός της. Άραγε, τι άντρα πήγε και παντρεύτηκε; Άραγε, τώρα που όλα είχαν τελειώσει, θα έβγαζε το προσωπείο του, φανερώνοντάς της το τρομακτικό πραγματικό του πρόσωπο; Ερωτήματα μα και τα διόλου διανθισμένα δεδομένα της αθλιότητάς μας. Αφιέρωσα σ’ αυτές τις σελίδες μέρες, εβδομάδες. Τις μελέτησα, έφτασα στο σημείο να αποστηθίσω όσα αποσπάσματα μου άρεσαν, όσα με συνάρπαζαν, όσα με υπνώτιζαν, όσα με ταπείνωναν. Πίσω από τη φυσικότητά τους αναμφίβολα υπήρχε κάποιο τέχνασμα, μόνο που δεν ήξερα ποιο.

Δεν άντεχα άλλο να νιώθω πάνω μου, μέσα μου τη Λίλα, ακόμη και τώρα που ο κόσμος με είχε σε υπόληψη, ακόμη και τώρα που είχα φτιάξει τη ζωή μου μακριά από τη Νάπολη.

Ώσπου, τελικά, ένα βράδυ του Νοέμβρη, οργισμένη, βγήκα έξω κρατώντας αυτό το κουτί. Δεν άντεχα άλλο να νιώθω πάνω μου, μέσα μου τη Λίλα, ακόμη και τώρα που ο κόσμος με είχε σε υπόληψη, ακόμη και τώρα που είχα φτιάξει τη ζωή μου μακριά από τη Νάπολη. Κοντοστάθηκα στη γέφυρα Σολφερίνο και κοίταξα τα φώτα που τρύπωναν μέσα από την παγωμένη καταχνιά. Ακούμπησα το κουτί στο στηθαίο, το έσπρωξα σιγά σιγά, λίγο λίγο κάθε φορά, ώσπου έπεσε στο ποτάμι, θαρρείς και ήταν εκείνη, η ίδια η Λίλα που κατακρημνιζόταν μαζί με τις σκέψεις της, τα λόγια της, τη μοχθηρία που επιφύλασσε για τον καθένα, μαχαιριά τη μαχαιριά, με τον τρόπο που οικειοποιούνταν εμένα όπως έκανε με κάθε άνθρωπο, με κάθε πράγμα, με κάθε γεγονός, με κάθε γνώση που την άγγιζε: τα βιβλία και τα παπούτσια, η γλυκύτητα και η βία, η γαμήλια τελετή και η πρώτη νύχτα του γάμου, η επιστροφή στη γειτονιά με τον καινούριο της ρόλο ως κυρία Ραφαέλλα Καρράτσι.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η χαρά του πολεμιστή

Η χαρά του πολεμιστή

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το διήγημα «Κυνηγοί στο χιόνι», το οποίο θα περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του Tobias Wolff Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα (μτφρ. Τάσος Αναστασίου, Γιάννης Παλαβός), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ίκαρος....

Το παιδί της τρικυμίας

Το παιδί της τρικυμίας

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Margaρet Atwood Το παιδί της τρικυμίας (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου), που θα κυκλοφορήσει στις 11 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσ...

Κόκκινοι

Κόκκινοι

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Carl Aderhold Κόκκινοι (μτφρ. Κ.Β. Κατσουλάρης), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Στερέωμα. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Μαύρη χήρα

Μαύρη χήρα

Της Χριστίνας Ντούση

Μετρούσε ήδη δέκα χρόνια στη στενή. Τα μισά στον Κορυδαλλό, τα άλλα μισά στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θήβας. Στα σαράντα της πήρε το μαχαίρι της κουζίνας και μαζί με τα φασολάκια που καθάριζε, καθάρισε ...

Δαμάζοντας την ύλη, τη μνήμη και τα σώματα

Δαμάζοντας την ύλη, τη μνήμη και τα σώματα

Για την παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου Ο Μεγάλος Δαμαστής, η οποία παρουσιάζεται στην Κεντρική σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 11 Ιουνίου.

Του Νίκου Ξένιου...

«Αγαπητό μου ημερολόγιο…»

«Αγαπητό μου ημερολόγιο…»

Για το βιβλίο της Κατερίνας Σχινά Μυστικά του συρταριού - Η τέχνη και οι τεχνίτες της ημερολογιακής γραφής (εκδ. Πατάκη).

Του Νίκου Ξένιου

Τα θ...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube