Η ιστορία της χαμένης κόρης

Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το τέταρτο βιβλίο της Τετραλογίας της Νάπολης της Elena Ferrante «Η ιστορία της χαμένης κόρης» (μτφρ. Δήμητρα Δότση), που θα κυκλοφορήσει την Παρασκευή 29 Σεπτεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

1. 

Από τον Οκτώβριο του 1976 μέχρι και το 1979, όταν επέστρεψα στη Νάπολη για να μείνω πλέον μόνιμα εκεί, απέφευγα να επανασυνδεθώ σε σταθερή βάση με τη Λίλα. Δεν ήταν όμως εύκολο. Εκείνη σχεδόν αμέσως προσπάθησε να μπει διά της βίας στη ζωή μου κι εγώ την αγνόησα, την ανέχτηκα, την υπέμεινα. Μολονότι συμπεριφερόταν λες και δεν ήθελε τίποτε άλλο πέρα από το να στέκεται στο πλευρό μου σε μια δύσκολη στιγμή, δεν μπορούσα να ξεχάσω την περιφρόνηση με την οποία με είχε αντιμετωπίσει.

Στην πραγματικότητα, αυτό που με πείραξε περισσότερο κι από έναν τέτοιο χαρακτηρισμό ήταν η αναφορά της στην Ντέντε και στην Έλσα. Σκέψου τι κακό κάνεις στις κόρες σου, με είχε προειδοποιήσει, κι εκείνη τη στιγμή δεν της έδωσα σημασία. Μόνο που τα λόγια αυτά με τον καιρό άρχισαν να αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία κι επέστρεφαν συχνά στο μυαλό μου.

Σήμερα, νομίζω πως αν αυτό που με είχε πληγώσει τότε ήταν μόνο η προσβολή της –Είσαι ηλίθια, μου είχε φωνάξει από το τηλέφωνο όταν της είχα πει για τον Νίνο, και δεν είχε τύχει ποτέ μα ποτέ ξανά να μου μιλήσει έτσι–, θα το ξεπερνούσα πολύ εύκολα. Στην πραγματικότητα, αυτό που με πείραξε περισσότερο κι από έναν τέτοιο χαρακτηρισμό ήταν η αναφορά της στην Ντέντε και στην Έλσα. Σκέψου τι κακό κάνεις στις κόρες σου, με είχε προειδοποιήσει, κι εκείνη τη στιγμή δεν της έδωσα σημασία. Μόνο που τα λόγια αυτά με τον καιρό άρχισαν να αποκτούν όλο και μεγαλύτερη σημασία κι επέστρεφαν συχνά στο μυαλό μου. Η Λίλα δεν είχε δείξει ποτέ το παραμικρό ενδιαφέρον για την Ντέντε και την Έλσα, καλά καλά δε θυμόταν τα ονόματά τους. Όσες φορές πήγαινα να της πω κάποια έξυπνη ατάκα τους, εκείνη με σταματούσε κι άλλαζε κουβέντα. Κι όταν τις είδε πρώτη φορά στο σπίτι του Μαρτσέλλο Σολάρα, αρκέστηκε να τις κοιτάξει αφηρημένα και να πει κάνα δυο γενικολογίες, ούτε καν που πρόσεξε πόσο όμορφα ρούχα φορούσαν, τι ωραία που ήταν χτενισμένες, την ευφράδεια που είχαν, πόσο ικανές ήταν και οι δύο, αν και μικρές ακόμα. Κι όμως εγώ τις είχα γεννήσει, εγώ τις είχα μεγαλώσει, ήταν κομμάτι του εαυτού μου, της παντοτινής της φίλης: θα έπρεπε να αφήσει χώρο –όχι απαραίτητα από αγάπη αλλά τουλάχιστον από ευγένεια– στη μητρική μου περηφάνια. Εκείνη όμως δεν υιοθέτησε ούτε καν ένα ψήγμα καλοπροαίρετης ειρωνείας· το μόνο που έδειξε ήταν αδιαφορία και τίποτε άλλο. Μονάχα τώρα –σίγουρα από ζήλια επειδή ήμουν με τον Νίνο– θυμήθηκε τα παιδιά και ήθελε να μου προσάψει ότι ήμουν χείριστη μητέρα και ότι μόνο και μόνο για να ’μαι εγώ ευτυχισμένη, προκαλούσα τη δική τους δυστυχία. Όποτε τα σκεφτόμουν όλα αυτά, θύμωνα. Μήπως η Λίλα είχε ανησυχήσει για τον Τζεννάρο, όταν παράτησε τον Στέφανο, όταν άφησε το παιδί στη γειτόνισσά της επειδή δούλευε στο εργοστάσιο, όταν το έστειλε σ’ εμένα λες και ήθελε να το ξεφορτωθεί; Αχ, μπορεί να είχα κάνει τα λάθη μου, όμως δε χωρούσε αμφιβολία πως ήμουν πιο μητέρα από κείνη. 

2.

Τι να κάνω λοιπόν; Να της δώσω για μία ακόμα φορά δίκιο; Να δεχτώ ότι ενηλικίωση σημαίνει να πάψεις πια να αυτοπροβάλλεσαι, να μαθαίνεις πώς να κρύβεσαι μέχρι να χαθείς διά παντός; Να παραδεχτώ πως όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο λιγότερα ξέρω για τη Λίλα;

Εκείνα τα χρόνια, τέτοιες σκέψεις ήταν πλέον στην ημερήσια διάταξη. Λες και η Λίλα –η οποία τελικά το μόνο που είχε πει για την Ντέντε και την Έλσα ήταν αυτή η δόλια φράση– είχε γίνει ο δικηγόρος που υπερασπιζόταν τις ανάγκες τους ως κόρες, κι εγώ ένιωθα αναγκασμένη να της αποδεικνύω ότι είχε άδικο, κάθε φορά που τις παραμελούσα για να αφοσιωθώ στον εαυτό μου. Ήταν όμως μια φωνή γεννημένη μέσα από τη δυσθυμία, δεν έχω ιδέα τι στ’ αλήθεια σκεφτόταν για τη συμπεριφορά μου. Η μόνη που μπορούσε να το πει ήταν εκείνη, αν πράγματι κατάφερνε να μπει σ’ αυτή τη μακριά αλυσίδα των λέξεων για να αλλάξει το κείμενό μου, για να εισαγάγει τεχνηέντως τους κρίκους που έλειπαν, για να αφαιρέσει άλλους αδιόρατα, για να αφηγηθεί για μένα περισσότερα απ’ όσα θέλω να πω εγώ, περισσότερα απ’ όσα μπορώ να πω εγώ. Εύχομαι να έχει παρεισφρήσει εδώ μέσα, το ευχόμουν από τότε που άρχισα να γράφω την ιστορία μας, πρέπει όμως να φτάσω στο τέλος για να μπορέσω να επαληθεύσω όλες αυτές τις σελίδες. Αν το δοκίμαζα τώρα, σίγουρα θα κολλούσα. Γράφω εδώ και πολύ καιρό κι έχω κουραστεί, μου είναι όλο και πιο δύσκολο να κρατήσω το νήμα της αφήγησης μέσα στο χάος όλων ετούτων των χρόνων με τα μικρά και μεγάλα γεγονότα, τις διαφορετικές ψυχικές μας διαθέσεις. Κι αυτός είναι ο λόγος που είτε έχω την τάση να παραβλέπω τα δικά μου θέματα για να ασχοληθώ και πάλι με τη Λίλα και όλες τις περιπλοκότητες που κουβαλάει μαζί της, είτε, ακόμα χειρότερα, να παρασύρομαι από τα γεγονότα της ζωής μου μόνο και μόνο επειδή μπορώ να τα αποτυπώσω με μεγαλύτερη ευκολία. Οφείλω όμως να απελευθερωθώ από αυτό το δίλημμα. Δεν πρέπει να επιλέξω τον πρώτο δρόμο, γιατί αν αποφασίσω να κάνω στην άκρη, στο τέλος θα βρίσκω όλο και λιγότερα ίχνη της Λίλας εκεί, εφόσον η ίδια η φύση της σχέσης μας μου επιβάλλει να φτάνω σ’ εκείνη περνώντας πρώτα από μένα. Κι από την άλλη, δεν πρέπει να πάρω ούτε τον δεύτερο. Αν πράγματι μιλούσα όλο και πιο διεξοδικά για τη δική μου εμπειρία, θα έκανα ακριβώς αυτό που σίγουρα θα επιδίωκε κι εκείνη. Άντε –θα μου έλεγε–, πες μας για τη ζωή σου, ποιος νοιάζεται για τη δική μου, ομολόγησε πως ούτε κι εσένα σε νοιάζει. Και θα κατέληγε: Εγώ δεν είμαι παρά μια μουντζούρα πάνω σε μία άλλη μουντζούρα, δεν έχω καμία θέση στα βιβλία σου· άσε με καλύτερα, Λενού, ποιος ο λόγος να μιλήσεις για κάτι που πρέπει να σβηστεί;

Τι να κάνω λοιπόν; Να της δώσω για μία ακόμα φορά δίκιο; Να δεχτώ ότι ενηλικίωση σημαίνει να πάψεις πια να αυτοπροβάλλεσαι, να μαθαίνεις πώς να κρύβεσαι μέχρι να χαθείς διά παντός; Να παραδεχτώ πως όσο περνάνε τα χρόνια, τόσο λιγότερα ξέρω για τη Λίλα;

Ετούτο το πρωί προσπαθώ να δαμάσω την κούρασή μου και ξανακάθομαι στο γραφείο μου. Τώρα που κοντεύω να φτάσω στο πιο επώδυνο σημείο της ιστορίας μας, θέλω να βρω μέσα από αυτές τις σελίδες μια ισορροπία ανάμεσα σ’ εμένα και σ’ εκείνη, μια ισορροπία που στη ζωή δεν κατάφερα να βρω ούτε ανάμεσα στον εαυτό μου και σ’ εμένα. 

3.

altΑπό κείνες τις ημέρες στο Μονπελλιέ θυμάμαι τα πάντα εκτός από την πόλη· λες και δεν την είδα ποτέ. Έξω από το ξενοδοχείο, έξω από τη μεγαλοπρεπή αίθουσα τελετών όπου γινόταν το ακαδημαϊκό συνέδριο στο οποίο συμμετείχε ο Νίνο, σήμερα βλέπω μόνο ένα ανεμοδαρμένο φθινόπωρο κι έναν γαλάζιο συννεφιασμένο ουρανό. Κι όμως, το τοπωνύμιο αυτό, Μονπελλιέ, για διάφορους λόγους έχει εντυπωθεί στη μνήμη μου σαν ένα σύμβολο απόδρασης. Μια φορά ακόμα είχα ταξιδέψει εκτός Ιταλίας, στο Παρίσι, με τον Φράνκο κι ένιωθα να ηλεκτρίζομαι από την ίδια μου την τόλμη. Όμως τότε είχα την αίσθηση ότι ο κόσμος μου ήταν και θα παρέμενε για πάντα η γειτονιά μου, η Νάπολη, κι όλα τα άλλα ήταν μια σύντομη εκδρομή μέσα σε μια ξεχωριστή ατμόσφαιρα όπου μπορούσα να φανταστώ τον εαυτό μου όπως εκ των πραγμάτων δε θα ένιωθα ποτέ άλλοτε στη ζωή μου. Το Μονπελλιέ όμως, το οποίο ήταν πολύ λιγότερο συναρπαστικό από το Παρίσι, μου έδινε την εντύπωση ότι τα σύνορά μου είχαν πια γκρεμιστεί κι εγώ διευρυνόμουν. Το απλό γεγονός ότι βρισκόμουν σ’ εκείνο τον τόπο για μένα ήταν η απόδειξη ότι η γειτονιά μου, η Νάπολη, η Πίζα, η Φλωρεντία, το Μιλάνο, η ίδια η Ιταλία δεν ήταν παρά μικρά θραύσματα του κόσμου, κι εγώ καλά θα έκανα να μην αρκούμαι μόνο σ’ αυτά. Στο Μονπελλιέ συνειδητοποίησα τη στενότητα του βλέμματός μου, της γλώσσας με την οποία εκφραζόμουν, με την οποία έγραφα. Στο Μονπελλιέ ήμουν σίγουρη πλέον πόσο στενάχωρο είναι στα τριάντα δύο σου να είσαι σύζυγος και μητέρα. Κι όλες εκείνες τις μέρες που ξεχείλιζαν από αγάπη, ένιωσα για πρώτη φορά απελευθερωμένη από τα δεσμά που με είχαν τυλίξει όλα αυτά τα χρόνια, τα δεσμά της καταγωγής μου, τα δεσμά που είχα πλάσει μόνη μου με τις επιτυχημένες μου σπουδές, τα δεσμά που είχαν γεννήσει οι επιλογές της ζωής μου και κυρίως του γάμου μου. Εκεί κατάλαβα γιατί είχα εκστασιαστεί κάποτε βλέποντας το πρώτο μου βιβλίο μεταφρασμένο σε άλλες γλώσσες, κι ύστερα απογοητεύτηκα ανακαλύπτοντας ότι οι εκτός Ιταλίας αναγνώστες μου ήταν ελάχιστοι. Ήταν εκπληκτικό να διασχίζεις σύνορα, να αφήνεις πίσω σου άλλους πολιτισμούς, να ανακαλύπτεις πόσο εφήμερα είναι όσα θεωρούσες οριστικά και αμετάκλητα. Το γεγονός ότι η Λίλα δεν είχε φύγει ποτέ από τη Νάπολη, ότι φοβόταν ακόμα και το Σαν Τζοβάννι α Τεντούτσο, αν στο παρελθόν το θεωρούσα μία αμφίβολη επιλογή την οποία εκείνη κατά το συνήθειό της τη μετουσίωνε σε πλεονέκτημα, τώρα πλέον για μένα δεν ήταν τίποτε άλλο πέρα από ένα σημάδι της πνευματικής της στενότητας. Αντέδρασα όπως όταν αντιδρούμε απέναντι σε όποιον μας προσβάλλει, αντιγυρίζοντάς του τον τρόπο που χρησιμοποίησε για να μας θίξει. Έκανες λάθος για μένα; Όχι, αγαπητή μου, εγώ έκανα λάθος για σένα. Μια ζωή θα κάθεσαι να χαζεύεις τα φορτηγά που περνάνε απ’ τον κεντρικό δρόμο.

Οι μέρες κύλησαν σαν νερό. Οι διοργανωτές του συνεδρίου είχαν κλείσει από καιρό ένα μονόκλινο δωμάτιο για τον Νίνο, αλλά επειδή αποφάσισα τελευταία στιγμή να πάω μαζί του, δεν υπήρχε τρόπος να το κάνουν δίκλινο. Έτσι, λοιπόν, είχαμε ξεχωριστά δωμάτια, όμως κάθε βράδυ έκανα το μπάνιο μου, ετοιμαζόμουν για τη νύχτα και μετά, καρδιοχτυπώντας, πήγαινα στο δωμάτιό του. Κοιμόμασταν μαζί, κολλητά ο ένας με τον άλλο, λες και φοβόμασταν πως κάποια ενάντια δύναμη θα μας χώριζε στον ύπνο μας. Το πρωί μάς έφερναν το πρωινό στο κρεβάτι, απολαμβάναμε αυτή την πολυτέλεια που μόνο στον κινηματογράφο είχα δει, γελούσαμε πολύ, ήμασταν ευτυχισμένοι. Την ημέρα τον συνόδευα στη μεγάλη αίθουσα του συνεδρίου και παρότι οι ομιλητές διάβαζαν σελίδες επί σελίδων με ύφος βαριεστημένο, το γεγονός ότι βρισκόμουν πλάι του με ενθουσίαζε, καθόμουν δίπλα του χωρίς να τον ενοχλώ. Ο Νίνο παρακολουθούσε με μεγάλη προσοχή τις ομιλίες, κρατούσε σημειώσεις και κάθε τόσο μου ψιθύριζε στο αυτί ειρωνικά σχόλια και ερωτικά λόγια. Στο γεύμα και στο βραδινό συγχρωτιζόμασταν με ακαδημαϊκούς από κάθε γωνιά της Γης, ξένα ονόματα, ξένες γλώσσες. Οι πιο διάσημοι ομιλητές είχαν ένα τραπέζι αποκλειστικά για κείνους· εμείς καθόμασταν με μια μεγάλη παρέα πιο νεαρών επιστημόνων. Αυτό που μου έκανε εντύπωση ήταν η κινητικότητα του Νίνο, τόσο κατά τη διάρκεια των εργασιών όσο και στο εστιατόριο. Πόσο διαφορετικός ήταν από τον φοιτητή που υπήρξε κάποτε, ακόμη κι από τον νεαρό που με είχε υπερασπιστεί στο βιβλιοπωλείο του Μιλάνου, πριν από σχεδόν δέκα χρόνια. Είχε αφήσει κατά μέρος τους εχθρικούς του τόνους, ξεπερνούσε με διακριτικότητα τους ακαδημαϊκούς φραγμούς, σύναπτε σχέσεις με σοβαρό ύφος και συνάμα γοητευτικό. Άλλοτε στα αγγλικά (άψογα), άλλοτε στα γαλλικά (καλά), ήταν ένας εξαιρετικός συνομιλητής που επιδείκνυε την παλιά του λατρεία για τους αριθμούς και την αποδοτικότητα. Εγώ καμάρωνα που ήταν συμπαθής σε όλους. Μέσα σε λίγες ώρες τούς είχε κατακτήσει όλους, κι άλλοτε τον τραβούσαν από δω κι άλλοτε από κει.

Μονάχα μια στιγμή άλλαξε άρδην η συμπεριφορά του· ήταν το βράδυ πριν από την ομιλία του στο συνέδριο. Έγινε απρόσιτος κι απότομος, έμοιαζε έρμαιο του άγχους του. Βάλθηκε να κατακρίνει το κείμενο που είχε ετοιμάσει, έλεγε και ξανάλεγε ότι δεν είχε τη δική μου άνεση στο γράψιμο, εκνευρίστηκε επειδή δεν είχε χρόνο να το δουλέψει καλά. Ένιωσα τύψεις –άραγε έφταιγε η περίπλοκη ιστορία μας που του αποσπούσε την προσοχή;– και προσπάθησα να επανορθώσω αγκαλιάζοντάς τον, φιλώντας τον, προσπαθώντας να τον πείσω να μου διαβάσει το κείμενό του. Μου το διάβασε κι εγώ συγκινήθηκα με το ύφος του, έμοιαζε με τρομαγμένο μαθητούδι. Η ομιλία του δε μου φάνηκε λιγότερο ανιαρή από εκείνες που είχα ακούσει στην αίθουσα τελετών, παρ’ όλα αυτά του έδωσα συγχαρητήρια κι έτσι ηρέμησε. Το επόμενο πρωί παρουσίασε την ομιλία του με μελετημένο οίστρο και χειροκροτήθηκε. Το βράδυ, ένας από τους διάσημους ακαδημαϊκούς, ένας Αμερικανός, τον κάλεσε να καθίσει δίπλα του. Εγώ έμεινα μόνη, αλλά δε με πείραξε. Όταν ήμουν με τον Νίνο, δε μιλούσα με κανέναν, ενώ τώρα που έλειπε, αναγκάστηκα να επιστρατεύσω τα σπαστά γαλλικά μου και να συνομιλήσω μ’ ένα ζευγάρι από το Παρίσι. Τους συμπάθησα, επειδή πολύ σύντομα ανακάλυψα ότι βίωναν παρόμοιες καταστάσεις με τη δική μας. Και οι δύο θεωρούσαν αποπνικτικό τον θεσμό της οικογένειας, και οι δύο είχαν αφήσει με πόνο πίσω τους συζύγους και παιδιά, και οι δύο έδειχναν ευτυχισμένοι. Εκείνος, ο Ογκυστέν, ήταν γύρω στα πενήντα, με κόκκινο πρόσωπο, γαλάζια ζωηρά μάτια, μεγάλο ξανθωπό μουστάκι. Εκείνη, η Κολόμπ, λίγο πάνω από τα τριάντα όπως κι εγώ, είχε πολύ κοντά μαύρα μαλλιά, μάτια και χείλη έντονα ζωγραφισμένα στο μικροκαμωμένο της πρόσωπο· είχε μια σαγηνευτική κομψότητα. Μιλούσα κυρίως με την Κολόμπ· είχε ένα εφτάχρονο αγοράκι.

«Η δικιά μου θα κλείσει τα εφτά σε μερικούς μήνες» είπα «αλλά φέτος πηγαίνει κιόλας στη δευτέρα, είναι άριστη μαθήτρια».
«Ο δικός μου είναι πολύ έξυπνος και με μεγάλη φαντασία».
«Πώς πήρε τον χωρισμό σας;»
«Καλά».
«Δεν υπέφερε καθόλου;»
«Τα παιδιά δεν έχουν τη δική μας αδιαλλαξία, είναι ελαστικά».

Το κουτσομπολιό αυτό πολύ σύντομα δημιούργησε ένα δέσιμο μεταξύ μας, ο Ογκυστέν μιλούσε ακατάσχετα κι έπινε όλο το βράδυ, ενώ η σύντροφός του γελούσε, μόλις ο Νίνο κατάφερνε έστω να ανοίξει το στόμα του. Μας κάλεσαν να πάμε στο Παρίσι με το αυτοκίνητό τους.

Επέμενε στην ελαστικότητα που απέδιδε στην παιδική ηλικία, είχα την αίσθηση ότι την καθησύχαζε. Πρόσθεσε: Στον κύκλο μας είναι αρκετά διαδεδομένο να χωρίζουν οι γονείς, τα παιδιά ξέρουν πως κάτι τέτοιο είναι πιθανόν. Όμως τη στιγμή που της εξηγούσα ότι εγώ δεν ήξερα άλλες χωρισμένες γυναίκες εκτός από μία φίλη μου, εκείνη άλλαξε ξαφνικά θέμα κι άρχισε να παραπονιέται για τον γιο της: Είναι έξυπνος αλλά αργός, αναφώνησε, στο σχολείο μού λένε ότι είναι αμελής. Μου έκανε μεγάλη εντύπωση που άρχισε να εκφράζεται χωρίς ίχνος τρυφερότητας, σχεδόν πικρόχολα, θαρρείς και ο γιος της φερόταν έτσι για να της κάνει πείσματα, κι αυτό μου δημιούργησε άγχος. Ο σύντροφός της που πρέπει να άκουσε την κουβέντα μας, παρενέβη και καμάρωνε για τους δυο γιους του, ο ένας δεκατεσσάρων κι ο άλλος δεκαοχτώ, αστειεύτηκε για το πόσο άρεσαν και οι δύο και στις νεαρές και στις πιο ώριμες γυναίκες. Όταν ο Νίνο ξανακάθισε δίπλα μου, οι δύο άντρες –κυρίως ο Ογκυστέν– άρχισαν να κακολογούν τους περισσότερους ομιλητές. Η Κολόμπ μπήκε κι αυτή αμέσως στην κουβέντα, μάλλον προσποιητά χαρούμενη. Το κουτσομπολιό αυτό πολύ σύντομα δημιούργησε ένα δέσιμο μεταξύ μας, ο Ογκυστέν μιλούσε ακατάσχετα κι έπινε όλο το βράδυ, ενώ η σύντροφός του γελούσε, μόλις ο Νίνο κατάφερνε έστω να ανοίξει το στόμα του. Μας κάλεσαν να πάμε στο Παρίσι με το αυτοκίνητό τους.

Η συζήτηση περί παιδιών κι αυτή η πρόσκληση στην οποία δεν απαντήσαμε ούτε αρνητικά ούτε θετικά με επανέφεραν στην πραγματικότητα. Μέχρι εκείνη τη στιγμή η Ντέντε και η Έλσα μού έρχονταν διαρκώς στο μυαλό, όπως και ο Πιέτρο, όμως ήταν λες και αιωρούνταν σε ένα παράλληλο σύμπαν, ασάλευτοι γύρω από το τραπέζι της κουζίνας στη Φλωρεντία ή μπροστά από την τηλεόραση ή στα κρεβάτια τους. Άξαφνα, ο κόσμος μου και ο δικός τους επικοινωνούσαν πάλι. Συνειδητοποίησα ότι οι μέρες του Μονπελλιέ κόντευαν να τελειώσουν, ότι αναπόφευκτα ο Νίνο κι εγώ θα επιστρέφαμε στα σπίτια μας, ότι θα έπρεπε να αντιμετωπίσουμε τις αντίστοιχες συζυγικές μας κρίσεις, εγώ στη Φλωρεντία, εκείνος στη Νάπολη. Και ξαφνικά το σώμα των παιδιών μου επανασυνδέθηκε με το δικό μου: μια βίαιη επανένωση. Δεν είχα νέα τους εδώ και πέντε μέρες, κι αυτή η συνειδητοποίηση μου έφερε έντονη ναυτία, η νοσταλγία ήταν ανυπόφορη. Με κατέκλυσε φόβος όχι για το μέλλον γενικά, που έμοιαζε πλέον αναπόφευκτα κατειλλημένο από τον Νίνο, αλλά για τις ώρες που θα ακολουθούσαν, για το αύριο, το μεθαύριο. Δεν μπόρεσα να αντισταθώ και παρότι ήταν σχεδόν μεσάνυχτα –τι σημασία έχει, είπα από μέσα μου, ο Πιέτρο είναι πάντα ξύπνιος–, επιχείρησα να τους τηλεφωνήσω.

Δυσκολεύτηκα αρκετά, αλλά στο τέλος έπιασα γραμμή. 

Εμπρός, είπα. Εμπρός, επανέλαβα. Ήξερα ότι στην άλλη άκρη της γραμμής ήταν ο Πιέτρο, τον αποκάλεσα με το όνομά του: Πιέτρο, η Έλενα είμαι, πώς είναι τα κορίτσια; Κόπηκε η γραμμή. Περίμενα μερικά λεπτά κι ύστερα ζήτησα από το τηλεφωνικό κέντρο να ξανακαλέσουν. Ήμουν αποφασισμένη να επιμείνω όλη νύχτα, μόνο που αυτή τη φορά ο Πιέτρο μού απάντησε.

«Τι θες;»
«Πες μου για τα κορίτσια».
«Κοιμούνται».
«Το ξέρω. Τι κάνουν;»
«Τι σε νοιάζει εσένα;»
«Παιδιά μου είναι».
«Τις παράτησες, δε θέλουν πια να είναι παιδιά σου». «Σου είπαν εσένα τέτοιο πράγμα;»
«Το είπαν στη μητέρα μου».
«Είπες στην Αντέλε να έρθει;»
«Ναι».
«Πες της ότι επιστρέφω σε λίγες μέρες».
«Όχι, μην έρθεις. Ούτε εγώ, ούτε τα κορίτσια, ούτε η μητέρα μου θέλουμε να σε ξαναδούμε». 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Patricio Pron: «Αύριο θα μας λένε αλλιώς»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Patricio Pron «Αύριο θα μας λένε αλλιώς» (μτφρ. Μαρία Παλαιολόγου) που κυκλοφορεί στις 25 Μαΐου από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Χαν Γκανγκ: «Η χορτοφάγος»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Χαν Γκανγκ «Η χορτοφάγος» (μτφρ. από τα κορεάτικα Αμαλία Τζιώτη), το οποίο κυκλοφορεί στις 16 Μαρτίου εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Olivia Manning: «Βαλκανική τριλογία»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα της Olivia Manning «Βαλκανική τριλογία - Η μεγάλη τύχη» (μτφρ. Κλαίρη Παπαμιχαήλ), το οποίο κυκλοφορεί στις 5 Μαρτίου εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγορασ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Αρίσταρχος Παπαδανιήλ: Συμμετέχοντας σε ένα διαμεσικό αφήγημα

Με αφορμή την έκδοση και παρουσίαση του poster book του Αρίσταρχου Παπαδανιήλ «Ήταν μια φορά ένας κομίστας στην TV (Η πολυκατοικία)» (εκδ. Syllipsis), το χρονικό ενός διαμεσικού αφηγήματος.

Επιμέλεια: Λωνίδας Καλούσης...

Η Ψυχανάλυση, για «την άρση της άρνησης του Θανάτου»

Η Ψυχανάλυση, για «την άρση της άρνησης του Θανάτου»

Για το βιβλίο της Ναταλί Ζαλτζμάν «Η αναρχική ενόρμηση» (μτφρ. Γιώργος Καράμπελας, εκδ. Εστία).

Του Χρήστου Τσαμπρούνη

Το βιβλίο Η Αναρχική Ενόρμ...

Σπουδές Δημιουργικής Γραφής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Σπουδές Δημιουργικής Γραφής στο Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο

Το Ελληνικό Ανοικτό Πανεπιστήμιο, το Νο1 Δημόσιο ΑΕΙ για την εξ αποστάσεως εκπαίδευση, εδώ και 20 χρόνια παρέχει αποκλειστικά διαδικτυακές σπουδές. Οι σπουδές μπορούν να γίνουν από το σπίτι, χωρίς περιορισμούς χώρου και χρόνου, χωρίς υποχρέωση φυσικής παρουσίας στην τάξη.

...