27 Μαϊου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:06:14:05 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΞΕΝΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Μπρούκλιν

Μπρούκλιν

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Colm Tóibín Μπρούκλιν (μτφρ. Αθηνά Δημητριάδου), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ίκαρος.

Επιμ. Κώστας Αγοραστός 

 

Είδε κι έπαθε ν’ ανεβάσει τις βαλίτσες από τη στενή σκάλα του πλοίου και ήταν αναγκασμένη να προχωρεί άκρη άκρη στον διάδρομο ακολουθώντας τις πινακίδες που θα την έβγαζαν στην καμπίνα της. Είχε υπόψη της ότι το πλοίο ήταν υπερπλήρες και ότι θα έπρεπε να μοιραστεί την καμπίνα της.

Το δωμάτιο ήταν μια σταλιά, με δυο κουκέτες, χωρίς παράθυρο, χωρίς καν έναν αεραγωγό, με μια πόρτα προς το επίσης πολύ μικρό μπάνιο που, όπως της είχαν πει, εξυπηρετούσε τις ανάγκες και του διπλανού δωματίου. Μια ταμπέλα έγραφε ότι οι επιβάτες έπρεπε να ξεκλειδώνουν την πόρτα της διπλανής καμπίνας, όταν το μπάνιο ήταν άδειο, για να διευκολύνουν την πρόσβαση στους διπλανούς.

Ξάπλωσε στο κρεβάτι, έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι της, ανακουφισμένη που το πρώτο μέρος του ταξιδιού είχε τελειώσει και που είχε μπροστά της μια ολόκληρη εβδομάδα, χωρίς να πρέπει να κάνει τίποτα, ώσπου να φτάσει. Μακάρι και το υπόλοιπο ταξίδι να ήταν τόσο εύκολο.

Η Έιλις τοποθέτησε τη μια βαλίτσα της στη σχάρα των αποσκευών και την άλλη την έστησε όρθια στον τοίχο. Σκεφτόταν αν θα έπρεπε ν’ αλλάξει ρούχα ή τι να κάνει από κείνη την ώρα μέχρι την ώρα του δείπνου, που θα το σερβίριζαν στην τραπεζαρία της τρίτης θέσης, όταν πια το πλοίο είχε σαλπάρει. Η Ρόουζ της είχε βάλει δυο βιβλία στη βαλίτσα της, όμως το φως ήταν λιγοστό, δεν μπορούσε να διαβάσει. Ξάπλωσε στο κρεβάτι, έβαλε τα χέρια πίσω από το κεφάλι της, ανακουφισμένη που το πρώτο μέρος του ταξιδιού είχε τελειώσει και που είχε μπροστά της μια ολόκληρη εβδομάδα, χωρίς να πρέπει να κάνει τίποτα, ώσπου να φτάσει. Μακάρι και το υπόλοιπο ταξίδι να ήταν τόσο εύκολο.

Κάτι απ’ αυτά που της είχε πει ο Τζακ δεν έφευγε από το μυαλό της, γιατί ο Τζακ δεν εκφραζόταν με πάθος ποτέ και για τίποτα. Εκείνη η κουβέντα του ότι στην αρχή δεν έβλεπε την ώρα να γυρίσει σπίτι του, την ξένισε. Δεν είχε αναφέρει κάτι τέτοιο στα γράμματά του. Της πέρασε από τον νου ότι μπορεί να μην είχε πει τίποτα σε κανέναν ούτε και στ’ αδέρφια του για το πώς ένιωθε, και σκέφτηκε ότι ίσως είχε περάσει μεγάλες μοναξιές. Δεν αποκλείεται, σκεφτόταν, και τα τρία αδέρφια της να είχαν περάσει απ’ αυτή τη φάση και να είχαν βοηθηθεί μεταξύ τους, μια και διαισθάνονταν πότε έπιανε τον άλλον η νοσταλγία. Αν της συνέβαινε το ίδιο κι εκείνης, σκεφτόταν, θα ήταν μόνη της, γι’ αυτό καλύτερα να είναι έτοιμη για ό,τι κι αν αντιμετώπιζε φτάνοντας στο Μπρούκλιν, ό,τι κι αν ήταν αυτό.

Σε μια στιγμή άνοιξε η πόρτα και μπήκε μέσα μια γυναίκα σέρνοντας ένα τεράστιο μπαούλο. Αγνόησε την Έιλις, που σηκώθηκε αμέσως και την ρώτησε αν ήθελε βοήθεια. Έμπασε με ζόρι το μπαούλο μέσα και επιχείρησε να κλείσει την πόρτα, μόνον που τώρα πια η πόρτα δεν έκλεινε, γιατί δεν υπήρχε χώρος.

«Κόλαση», πέταξε με εγγλέζικη προφορά καθώς πάσχιζε να στήσει όρθιο το μπαούλο. Όταν πια τα κατάφερε, στάθηκε στον χώρο ανάμεσα στις κουκέτες και στον τοίχο δίπλα στην Έιλις. Μετά βίας χωρούσαν οι δυο τους εκεί μέσα. Η Έιλις παρατήρησε ότι το όρθιο μπαούλο μισόκλεινε την πόρτα.

«Είσαι στην επάνω κουκέτα. Το νούμερο ένα είναι η κάτω κι αυτό γράφει το εισιτήριό μου», της είπε η γυναίκα. «Οπότε, κουνήσου. Με λένε Τζορτζίνα».

Η Έιλις δεν έλεγξε το δικό της εισιτήριο, παρά έσπευσε να συστηθεί.

«Τι τρύπα είναι τούτη δω», σχολίασε η Τζορτζίνα. «Ούτε βεντάλια δεν μπορείς να κουνήσεις».

Η Έιλις πίεσε τον εαυτό της να μη γελάσει και σκέφτηκε πως κρίμα που δεν ήταν εκεί η Ρόουζ, να της πει ότι παραλίγο να ρωτούσε την Τζορτζίνα αν θα κατέβαινε κι αυτή στη Νέα Υόρκη ή μήπως σκόπευε να κατέβει κάπου ενδιάμεσα.

«Θέλω μια τζούρα σαν και τι, αλλά δεν επιτρέπεται το κάπνισμα εδώ κάτω», της είπε η Τζορτζίνα.

Η Έιλις άρχισε να σκαρφαλώνει τη σκαλίτσα για την επάνω κουκέτα.

«Ποτέ ξανά», έκανε η Τζορτζίνα. «Ποτέ ξανά».

Η Έιλις δεν κρατήθηκε. «Ποτέ ξανά τόσο μεγάλο μπαούλο ή ποτέ ξανά στην Αμερική;»

«Ποτέ ξανά στην τρίτη θέση. Ποτέ ξανά με μπαούλο. Ποτέ ξανά ταξίδι στην πατρίδα, στο Λίβερπουλ. Ποτέ ξανά, νέτα σκέτα. Σου απάντησα στην ερώτησή σου;»

«Προτιμάς όμως την κάτω κουκέτα, έτσι;» την ρώτησε η Έιλις.

«Ναι, την προτιμάω. Λοιπόν, εσύ είσαι Ιρλανδέζα, οπότε έλα να κάνουμε παρέα ένα τσιγαράκι».

«Λυπάμαι, δεν καπνίζω».

«Κοίτα πού έπεσα. Αποφεύγει τις κακές συνήθειες».

Η Τζορτζίνα πέρασε ξυστά μπροστά από το μπαούλο και κατάφερε να βγει έξω.

Αργότερα, όταν η μηχανή του πλοίου, που κατά τα φαινόμενα βρισκόταν πολύ κοντά στην καμπίνα τους, άρχισε να μπουμπουνίζει και το ουρλιαχτό ενός τεράστιου φουγάρου ν’ ακούγεται σε τακτά διαστήματα, η Τζορτζίνα γύρισε για να πάρει το παλτό της κι αφού βούρτσισε τα μαλλιά της στο μπάνιο, είπε στην Έιλις ν’ ανέβει μαζί της στο κατάστρωμα, για να χαζέψουν τα φώτα του Λίβερπουλ καθώς απομακρύνονταν.

Αργότερα, όταν η μηχανή του πλοίου, που κατά τα φαινόμενα βρισκόταν πολύ κοντά στην καμπίνα τους, άρχισε να μπουμπουνίζει και το ουρλιαχτό ενός τεράστιου φουγάρου ν’ ακούγεται σε τακτά διαστήματα, η Τζορτζίνα γύρισε για να πάρει το παλτό της κι αφού βούρτσισε τα μαλλιά της στο μπάνιο, είπε στην Έιλις ν’ ανέβει μαζί της στο κατάστρωμα, για να χαζέψουν τα φώτα του Λίβερπουλ καθώς απομακρύνονταν.

«Μπορεί και να γνωρίσουμε κάποιον του γούστου μας», της είπε, «που να μπορεί να μας καλέσει στο σαλόνι της πρώτης θέσης».

Η Έιλις πήρε το παλτό της και το μαντίλι της και την ακολούθησε, περνώντας κι αυτή με δυσκολία μπροστά από το μπαούλο. Της ήταν αδιανόητο πώς τα είχε καταφέρει η Τζορτζίνα και το κατέβασε από τις σκάλες. Μόνον όταν πια βρέθηκαν οι δυο τους στο κατάστρωμα, με το φως του σούρουπου ολοένα να λιγοστεύει, κατάφερε να περιεργαστεί με την άνεσή της τη γυναίκα, που μοιραζόταν μαζί της την καμπίνα. Την έκοψε μεταξύ τριάντα και σαράντα, χωρίς ν’ αποκλείεται να ήταν και μεγαλύτερη. Μαλλί εκτυφλωτικά ξανθό και χτένισμα σταρ. Κινήσεις που μαρτυρούσαν αυτοπεποίθηση. Όταν άναψε τσιγάρο και τράβηξε την πρώτη ρουφηξιά, ο τρόπος που σούφρωσε τα χείλη της, μισόκλεισε τα μάτια της κι έβγαλε τον καπνό από τη μύτη ήταν όλο φινέτσα και γοητεία.

«Για κοίταξέ τους», είπε δείχνοντας μια ομάδα που στεκόταν από την άλλη πλευρά του κάγκελου, και κοίταζαν την πόλη να μικραίνει. «Είναι οι επιβάτες της πρώτης θέσης. Έχουν την καλύτερη θέα. Εγώ όμως ξέρω έναν τρόπο να πάμε κι εμείς από κει. Έλα μαζί μου».

«Μια χαρά είμαι εδώ», της είπε η Έιλις. «Άλλωστε, σ’ ένα λεπτό δεν θα υπάρχει πια θέα».

Η Τζορτζίνα γύρισε, την κοίταξε και σήκωσε τους ώμους. «Όπως θέλεις. Όμως, απ’ ό,τι φαίνεται και απ’ όσα άκουσα, απόψε θα έχουμε μια από εκείνες τις φοβερές τις νύχτες. Ο καμαρότος που μου κουβάλησε το μπαούλο μέχρι κάτω έτσι είπε, ότι μας περιμένει δύσκολη νύχτα».

Νύχτωσε γρήγορα στο κατάστρωμα κι άρχισε να φυσάει. Η Έιλις βρήκε την τραπεζαρία της τρίτης θέσης και κάθισε μόνη της, ενόσω ένας μοναχικός σερβιτόρος έστρωνε τα τραπέζια. Τελικά την πρόσεξε και χωρίς καν να της δώσει το μενού, της έφερε ένα μπολ σούπα από βοδινό και στη συνέχεια ένα πιάτο κρέας, κατά τα φαινόμενα βραστό αρνί με σάλτσα, με πατάτες και μπιζέλια. Η Έιλις άρχισε να τρώει και κάπου κάπου έριχνε ματιές ολόγυρα, αλλά δεν έβλεπε πουθενά την Τζορτζίνα. Παραξενεύτηκε που υπήρχαν τόσα πολλά άδεια τραπέζια. Αναρωτήθηκε μάλιστα αν οι περισσότερες καμπίνες ήταν στην πρώτη και τη δεύτερη θέση και μήπως στην τρίτη θέση ήταν μονάχα οι λιγοστοί επιβάτες που έβλεπε τώρα στην τραπεζαρία και πρωτύτερα στο κατάστρωμα. Το βρήκε απίθανο και απόρησε πού να ήταν οι υπόλοιποι και πώς θα έτρωγαν.

altΏσπου να της φέρει ο σερβιτόρος το ζελέ με την κρέμα, δεν είχε μείνει ψυχή στην τραπεζαρία. Σκέφτηκε ότι η Τζορτζίνα, μια που δεν υπήρχε άλλη τραπεζαρία για την τρίτη θέση, προφανώς θα είχε καταφέρει να τρυπώσει στην πρώτη ή στη δεύτερη, αν και δεν ήξερε πόσο εύκολα γινόταν αυτό. Μια που δεν είχε τι άλλο να κάνει, γιατί η τρίτη θέση δεν είχε ούτε σαλόνι ούτε μπαρ, αποφάσισε να γυρίσει στην καμπίνα της και να ξαπλώσει. Ήταν κουρασμένη, κανονικά δεν θ’ αργούσε να την πάρει ο ύπνος.

Μπαίνοντας στην καμπίνα θέλησε να πλύνει τα δόντια της και να ρίξει λίγο νερό στο πρόσωπό της προτού ξαπλώσει. Διαπίστωσε όμως ότι οι επιβάτες της διπλανής καμπίνας είχαν κλειδώσει την πόρτα· υπέθεσε ότι κάποιος ήταν στο μπάνιο και κάθισε να περιμένει να τελειώσουν και να ξεκλειδώσουν. Έστησε αυτί αλλά δεν έπιανε τον παραμικρό ήχο, εκτός από το βουητό της μηχανής, που ήταν τόσο δυνατό, σκεφτόταν, ώστε μπορεί να έπνιγε τον όποιον ήχο από το μπάνιο. Σε λίγο βγήκε στον διάδρομο και στήθηκε έξω από την πόρτα της διπλανής καμπίνας, όμως δεν άκουγε τίποτα. Αναρωτήθηκε αν θα είχαν πέσει ήδη για ύπνο κι έμεινε να περιμένει στον διάδρομο με την ελπίδα ότι θα φανεί η Τζορτζίνα. Η Τζορτζίνα, σκεφτόταν, θα ήξερε τι να κάνει, όπως θα ήξερε και η Ρόουζ και η μητέρα της και βέβαια η μις Κέλι, που το πρόσωπό της πέρασε φευγαλέα από μπροστά της. Η ίδια όμως δεν είχε ιδέα τι να κάνει.

Σε λίγο χτύπησε μαλακά την πόρτα και όταν δεν πήρε απάντηση, άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά με τις γροθιές της, μήπως και δεν την άκουγαν. Αλλά και πάλι δεν πήρε απάντηση.

Σε λίγο χτύπησε μαλακά την πόρτα και όταν δεν πήρε απάντηση, άρχισε να χτυπάει πιο δυνατά με τις γροθιές της, μήπως και δεν την άκουγαν. Αλλά και πάλι δεν πήρε απάντηση. Μια που το πλοίο ήταν γεμάτο και μια που στην τραπεζαρία δεν υπήρχε κόσμος, το πιθανότερο ήταν να είχε κλείσει πια, οπότε η Έιλις συμπέρανε ότι όλοι οι επιβάτες βρίσκονταν στις καμπίνες τους· μερικοί ίσως και να κοιμούνταν. Πάνω στη στενοχώρια και την ταραχή της ξαφνικά συνειδητοποίησε ότι δεν ήθελε μόνον να πλύνει τα δόντια και το πρόσωπό της, αλλά είχε την επιτακτική ανάγκη ν’ αδειάσει την κύστη και το έντερό της. Γύρισε στην καμπίνα της και δοκίμασε πάλι ν’ ανοίξει την πόρτα, που όμως ήταν ακόμη κλειδωμένη.

Ξαναβγήκε στον διάδρομο και κατευθύνθηκε προς την τραπεζαρία, η ανάγκη της να γίνεται όλο και πιο πιεστική, αλλά δεν κατάφερε να βρει τουαλέτα. Ανέβηκε δυο πατώματα επάνω, πήγε προς το κατάστρωμα αλλά βρήκε την πόρτα κλειδωμένη. Διέσχισε κάμποσους διαδρόμους με την ελπίδα ότι στο τέρμα κάποιου θα έβρισκε μπάνιο ή τουαλέτα, αλλά τίποτα – μόνον ο θόρυβος των μηχανών κι ένα σκαμπανέβασμα του πλοίου που μόλις είχε αρχίσει και την υποχρέωνε να κρατιέται γερά από την κουπαστή καθώς κατέβαινε τη σκάλα, για να μη χάσει την ισορροπία της.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η χαρά του πολεμιστή

Η χαρά του πολεμιστή

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το διήγημα «Κυνηγοί στο χιόνι», το οποίο θα περιλαμβάνεται στη συλλογή διηγημάτων του Tobias Wolff Η χαρά του πολεμιστή και άλλα διηγήματα (μτφρ. Τάσος Αναστασίου, Γιάννης Παλαβός), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Ίκαρος....

Το παιδί της τρικυμίας

Το παιδί της τρικυμίας

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Margaρet Atwood Το παιδί της τρικυμίας (μτφρ. Τρισεύγενη Παπαϊωάννου), που θα κυκλοφορήσει στις 11 Μαΐου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσ...

Κόκκινοι

Κόκκινοι

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα του Carl Aderhold Κόκκινοι (μτφρ. Κ.Β. Κατσουλάρης), που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Στερέωμα. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Διαβάζοντας με τον Χρήστο Κούρτογλου

Διαβάζοντας με τον Χρήστο Κούρτογλου

Πρόσωπα από το χώρο των τεχνών, των ιδεών και του πολιτισμού, αποκαλύπτουν το δικό τους αναγνωστικό χαρακτήρα, τη μύχια σχέση τους με το βιβλίο και την ανάγνωση.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Μαύρη χήρα

Μαύρη χήρα

Της Χριστίνας Ντούση

Μετρούσε ήδη δέκα χρόνια στη στενή. Τα μισά στον Κορυδαλλό, τα άλλα μισά στις γυναικείες φυλακές Ελαιώνα Θήβας. Στα σαράντα της πήρε το μαχαίρι της κουζίνας και μαζί με τα φασολάκια που καθάριζε, καθάρισε ...

Δαμάζοντας την ύλη, τη μνήμη και τα σώματα

Δαμάζοντας την ύλη, τη μνήμη και τα σώματα

Για την παράσταση του Δημήτρη Παπαϊωάννου Ο Μεγάλος Δαμαστής, η οποία παρουσιάζεται στην Κεντρική σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση μέχρι και τις 11 Ιουνίου.

Του Νίκου Ξένιου...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube