22 Ιουλίου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:07:14:02 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ Το βραδινό μπάνιο

Το βραδινό μπάνιο

E-mail Εκτύπωση

alt24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Χρίστος Κυθρεώτης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Για ένα μεγάλο διάστημα, η λέξη θάλασσα ήταν συνυφασμένη για μένα με τον Κάλαμο, μιας και εκεί πηγαίναμε από τότε που θυμόμουν τον εαυτό μου. Όταν συνέβησαν όλα αυτά όμως ήμουν δεκαπέντε χρονών και οι εποχές που ο πατέρας μου μπορούσε να πουλήσει την όλη φάση σαν εξοχή είχαν περάσει ανεπιστρεπτί – πλέον είχαμε μεγαλώσει και ξέραμε πως ο Κάλαμος τα καλοκαίρια ήταν στην πραγματικότητα μια ακόμα συνοικία της Αθήνας. Σύμφωνοι, διέθετε τη θάλασσα, αλλά είχε τα ίδια μποτιλιαρίσματα, περισσότερη ζέστη και άπειρες κατσαρίδες. Ίσως οι κατσαρίδες τις Αθήνας να πήγαιναν κι αυτές διακοπές στον Κάλαμο – όπως και να ‘χε όμως, μου άρεσε εκεί πέρα. Τα μπάνια δεν έπαυαν να είναι μπάνια, ενώ τα τελευταία χρόνια ερχόταν και ο ξάδερφός μου, που ήταν δυο χρόνια μεγαλύτερος, κι αυτό μου έδινε την ευκαιρία να πηγαίνω στη θάλασσα με τα μεγαλύτερα παιδιά. Εκείνη τη χρονιά είχε μόλις δώσει πανελλήνιες και είχε συγκεντρώσει τον ιδανικό αριθμό μορίων: λίγα για την Αθήνα, αρκετά για την επαρχία. Έμοιαζε με αεροπλάνο στον διάδρομο όλο το καλοκαίρι, μιλούσε για το σπίτι που θα νοίκιαζε, για μεθύσια, ξενύχτια, εκδρομές. Η κατάσταση είχε φέρει τη θεία Νίκη στα όριά της, κάθε βράδυ έβλεπε εφιάλτες για την επόμενη χρονιά, που ο ξάδερφός μου ευχόταν να πραγματοποιηθούν. Ίσως δεν ευχόταν να συλληφθεί ακριβώς για τη συμμετοχή του σε ομαδικά όργια, αλλά τα ομαδικά όργια τα ευχόταν σίγουρα.

Αλλά και πάλι, ποιος δεν τα ευχόταν; Μέχρι και αφιέρωμα στο Cosmopolitan της μητέρας μου είχα διαβάσει την περασμένη άνοιξη. Προσπαθώντας να παρακάμψω το ερώτημα τι σήμαινε το γεγονός ότι η μητέρα μου διάβαζε τέτοια πράγματα, είχα ρουφήξει το άρθρο, όπως και όλα τα αντίστοιχα άρθρα – υπήρχε τουλάχιστον ένα σε κάθε τεύχος. Διέθετα πια πλούτο γνώσεων γύρω από το θέμα, αλλά καμία ρεαλιστική προοπτική να τις εφαρμόσω. Ο ξαδερφός μου πάλι είχε προχωρήσει και σε αυτό το ζήτημα. Στην καλοκαιρινή του παρέα υπήρχε ένας μεταβαλλόμενος αριθμός κοριτσιών, που απ’ ό,τι φαινόταν περίμεναν να περάσει η μέρα για να βάλουν τους γονείς τους για ύπνο και να πάνε για ποτό στον Αλέκο, ύστερα να καθίσουν στις καλαμιές πίσω από την παραλία και να καπνίσουν. Μία από τις κοπέλες λεγόταν Λένα και σύμφωνα με τον ξαδερφό μου όλο το περσινό καλοκαίρι του κρατούσε το κοντάρι. Υπάρχει πάντα κάτι το αναξιοπρεπές όταν χρησιμοποιείς μεταφορές για το πουλί σου, ή για οποιοδήποτε άλλο θέμα, όμως για να μιλήσω στη γλώσσα του ξαδερφού μου, εγώ γιατί κρατούσα ακόμα μόνος μου το κοντάρι μου; Είχα αρχίσει να πιστεύω πως αυτό το καλοκαίρι ήταν η ευκαιρία μου. Την πρώτη φορά που ζήτησα να βγω κι εγώ μαζί τους, η μητέρα μου αρνήθηκε, τη δεύτερη όμως φρόντισα να είναι μπροστά και η θεία Νίκη – το ζήτημα τώρα ήταν αν υπήρχε εμπιστοσύνη ανάμεσα στις δύο αδερφές και αν η μητέρα μου θεωρούσε πως ήταν καλύτερη μαμά από τη θεία Νίκη. Με ένα υπόκωφο καταφατικό γρύλισμα, η μητέρα μου αναγνώρισε την ήττα της και δυο ώρες αργότερα βρισκόμουν μπροστά στον καθρέφτη και αναρωτιόμουν ποια ήταν η σωστή ποσότητα τζελ για τα μαλλιά μου.

Το πρώτο πράγμα που με εντυπωσίασε στη Λένα ήταν πως με κάθε λέξη έβγαινε από το στόμα της περισσότερος αέρας απ’ όσος χρειαζόταν. Ίσως αυτή να ήταν η ιδέα της για την αισθησιακή ομιλία ή ίσως έτσι να ήταν το φυσικό της, όπως και να ‘χε πάντως δεν γινόταν να μην το προσέξει κανείς – ή έτσι πίστευα μέχρι που ανέφερα το θέμα στον ξαδερφό μου. «Δεν το ‘χω προσέξει», μου είπε, κι αμέσως μετά: «Μήπως προσέχεις τα λάθος πράγματα;». Σύντομα κατάλαβα πως το κλίμα ανάμεσά τους ήταν βαρύ, κι αυτό επειδή η Λένα όλο τον προηγούμενο χειμώνα πίστευε πως τα είχαν ακόμα. Ο ξαδερφός μου είχε αντίθετη άποψη και υποστήριζε πως το θέμα έπρεπε να αντιμετωπιστεί σαν μια παρεξήγηση που είχε ξεκινήσει όταν την τελευταία μέρα του περσινού καλοκαιριού εκείνη του είχε πει: «Τα λέμε του χρόνου» και εκείνος είχε απαντήσει: «Εντάξει». Σε κάθε περίπτωση, απέφευγαν ο ένας τον άλλον, ενώ την προσοχή του ξαδερφού μου είχε τραβήξει μια κοπέλα με το ανεξιχνίαστο όνομα Στέβη, που είχε κερδίσει τον τίτλο των Πιο Βελτιωμένων Βυζιών του καλοκαιριού. Είχα προσέξει πως κάθε φορά που της μιλούσε ήταν αδύνατον να κρατήσει τα μάτια του μακριά απ’ το στήθος της, τη Στέβη πάντως δεν φαινόταν να την ενοχλεί. Ενοχλούσε τη Λένα όμως, η οποία χαρακτήριζε τον ξαδερφό μου ξελιγωμένο – κι ύστερα ξέκοβε από την παρέα στις καλαμιές και έπεφτε για τη βραδινή της βουτιά.

Απ’ το ονειροπόλημά μου με έβγαλε η Λένα, που έτεινε προς το μέρος μου ένα αναμμένο τσιγάρο. «Βοηθάει, θα σε ζεστάνει», μου είπε. Είχα καπνίσει και στο παρελθόν, όμως αυτό το τσιγάρο ήταν πολύ διαφορετικό. Πρώτ’ απ’ όλα είχε πάνω το κραγιόν της Λένας, ένα αχνό κοκκινωπό περίγραμμα, ενώ όταν το έφερα στο στόμα μου διαπίστωσα πως ήταν υγρό, από την επαφή με τα χείλη της. Ήταν σαν φιλί, ή ό,τι πιο κοντινό είχα πετύχει ποτέ.

Η Λένα ήταν η μόνη που έκανε αυτά τα βραδινά μπάνια. Κάτω από το φόρεμά της φορούσε πάντα μαγιό και μετά τον Αλέκο, μετά τις μπίρες και τα τσιγάρα στις καλαμιές, βουτούσε στη θάλασσα με την ίδια απόλαυση με την οποία ο ξαδερφός μου βουτούσε στο στήθος της Στέβης. Ήθελα να της μιλήσω περισσότερο αλλά δεν είχα τι να πω, κι έτσι αποφάσισα να επινοήσω ένα κοινό ενδιαφέρον. Ένα βράδυ, μέσα από το παντελόνι, φόρεσα το μαγιό μου. Ενώ όμως εγώ έβγαλα το παντελόνι και στάθηκα μπροστά στη θάλασσα, η Λένα έμεινε στη θέση της, φορώντας το φόρεμά της – είχε ρίξει μάλιστα από πάνω κι ένα ζακετάκι. Η κατάσταση ήταν απογοητευτική, είχα μπει στο νερό μέχρι το καλάμι, όμως η θάλασσα ήταν υπερβολικά κρύα κι εγώ έμεινα εκεί για πάρα μα πάρα πολλή ώρα, να κοιτάζω τα κατάμαυρα βάθη, σαν κάποιος που εξετάζει σοβαρά το ενδεχόμενο της αυτοκτονίας. Το θέμα ήταν ότι δεν μπορούσα να κάνω πίσω, αλλά δεν τολμούσα να πάω και μπροστά, μέχρι που επιτέλους άκουσα βήματα πάνω στα βότσαλα και μια φωνή να ταξιδεύει μέσα σε ένα κουκούλι ζεστού αέρα: «Στην αρχή είναι κρύο, αλλά μετά συνηθίζεις και είναι υπέροχα». Πριν καν τελειώσει τη φράση της, εγώ είχα βουτήξει και κολυμπούσα προς τα βαθιά, σε μια προσπάθεια να μην ουρλιάξω απ’ το κρύο, ή να μη βρίσκομαι πολύ κοντά της όταν θα ούρλιαζα. Μόλις βγήκα, η Λένα με περίμενε με μια πετσέτα που είχε βγάλει από την τσάντα της. «Δεν είναι φανταστικά;», μου είπε ενώ τα δόντια μου χτυπούσαν και ο αέρας μπαινόβγαινε καυτός στους πνεύμονές μου. «Εσύ πώς και δεν μπήκες;», τη ρώτησα. «Είμαι αδιάθετη», απάντησε. Κάθε αναφορά στα γυναικεία γεννητικά όργανα, όσο έμμεση κι αν ήταν, αρκούσε εκείνη την εποχή για να με βυθίσει σε σκέψεις. Απ’ το ονειροπόλημά μου με έβγαλε η Λένα, που έτεινε προς το μέρος μου ένα αναμμένο τσιγάρο. «Βοηθάει, θα σε ζεστάνει», μου είπε. Είχα καπνίσει και στο παρελθόν, όμως αυτό το τσιγάρο ήταν πολύ διαφορετικό. Πρώτ’ απ’ όλα είχε πάνω το κραγιόν της Λένας, ένα αχνό κοκκινωπό περίγραμμα, ενώ όταν το έφερα στο στόμα μου διαπίστωσα πως ήταν υγρό, από την επαφή με τα χείλη της. Ήταν σαν φιλί, ή ό,τι πιο κοντινό είχα πετύχει ποτέ.

Τις επόμενες μέρες ακολούθησαν και κανονικά φιλιά. Η Λένα ήταν ένα χρόνο μεγαλύτερή μου και ο ξαδερφός μου έλεγε πως τα φιλιά μαζί τις ήταν σαν να βάζεις στο στόμα σου μασημένη τσίχλα. Με αυτό ήθελε να υπονοήσει πως πολλοί άλλοι είχαν φιλήσει τη Λένα πριν από μένα, ειλικρινά όμως δεν με ενοχλούσε καθόλου. Ίσα ίσα, που η όλη διαδικασία είχε έναν εκπαιδευτικό χαρακτήρα, βελτιωνόμουν διαρκώς και κάθε μέρα η γλώσσα μου εκτελούσε όλο και πιο περίπλοκα ακροβατικά μέσα στο στόμα της. Τα χείλη της ήταν δύο καμπύλες γραμμές με ελάχιστο πάχος, πολύ δυνατές, σαν μικροσκοπικοί μύες. Τον πρώτο καιρό θεωρούσα πως οι περιπτύξεις μας έπρεπε να συμβαίνουν κάπως παράμερα, ίσως πίσω από καμιά καλαμιά, όμως σύντομα διαπίστωσα πως κανείς σε αυτή την παρέα δεν επιζητούσε τον σεβασμό της ιδιωτικής του ζωής. Και ο ξαδερφός μου με τη Στέβη μπροστά στα μάτια μας φιλιούνταν, όπως και όλα τα υπόλοιπα ζευγάρια. Κάποιες φορές μου περνούσε απ’ το μυαλό πως ίσως η Λένα τα είχε φτιάξει μαζί μου για να εκδικηθεί τον ξαδερφό μου, όμως και πάλι δεν με πείραζε – όλα αυτά ήταν πολύ καινούργια και συναρπαστικά και πρωτόγνωρα για να με προβληματίζει η πιθανότητα να μην είχα επιλεγεί αξιοκρατικά. Υπήρχε όντως περίπτωση η Λένα να με χρησιμοποιούσε για τους δικούς της σκοπούς, αλλά ίσως αυτή να ήταν μία από τις περιπτώσεις στη ζωή όπου όλοι βγαίνουν κερδισμένοι. Ακόμα και τον ξαδερφό μου δεν φαινόταν να τον νοιάζει ιδιαίτερα.

Για την περίπτωση που ήθελε να τον εκδικηθεί πάντως, αναρωτιόμουν αν σχεδίαζε να δώσει πιο ολοκληρωμένη μορφή στην εκδίκησή της. Τα φιλιά ήταν καταπληκτικά και η Λένα με άφηνε να πιάνω ό,τι ήθελα, από την άλλη όμως κάθε μέρα αυτά μου φαίνονταν όλο και πιο λίγα. Τα φιλιά μας συχνά οδηγούσαν σε βασανιστικές παρενέργειες και δεν ήταν λίγες οι φορές που περπατούσα προς το σπίτι μου σαν κουτσός. Ο Παναγιώτης, ο διπλανός μου στο σχολείο, υποστήριζε πως αν φασωνόσουν με μια κοπέλα και προλάβαινες να γυρίσεις σπίτι σου με την ίδια στύση, και στη συνέχεια ολοκλήρωνες μόνος σου τη δουλειά, τότε στην πραγματικότητα πρόκειται για σεξ. «Πρέπει όμως να μη σου πέσει καθόλου στο ενδιάμεσο», τόνιζε, αλλά αυτός ο ορισμός μου φαινόταν υπερβολικά ευρύς. Εγώ ήθελα κανονικό σεξ, με την κοπέλα παρούσα από την αρχή μέχρι το τέλος, και η Λένα φαινόταν ιδανική για την περίπτωση. Στο κάτω κάτω, αυτά ήταν τα πλεονεκτήματα του να τα φτιάχνεις με μεγαλύτερη κοπέλα. Αρκετές φορές την έσφιγγα πάνω μου για να κάνω σαφές πως ήθελα κάτι περισσότερο, για την περίπτωση που η Λένα διατηρούσε αμφιβολίες δηλαδή – όμως εκείνη φαινόταν να διστάζει και γενικά να μη δικαιώνει τις κακίες του ξαδερφού μου για το άτομό της. Είχα αρχίσει να τη συμπαθώ και ένα από τα μεγάλα ατού της ήταν ότι δεν την ένοιαζε καθόλου αν μιλούσα. Μιλούσε διαρκώς αυτή, έτσι έμαθα τα πάντα για τη ζωή της – ήταν από τη Χαλκίδα, ο πατέρας της ήταν λογιστής και η μάνα της καθηγήτρια, η ίδια ήθελε να σπουδάσει θεατρολόγος και του χρόνου θα έδινε πανελλήνιες. Μάλιστα, λίγο πριν τον Δεκαπενταύγουστο έφυγε για μια βδομάδα για τη Χαλκίδα, και ήμουν βέβαιος πως όταν επέστρεφε τα πάντα θα είχαν τελειώσει μεταξύ μας.

Κάθισε παραπάνω στη Χαλκίδα και όταν γύρισε απέμενε μόλις μία εβδομάδα διακοπών. Η παρέα σταδιακά διαλυόταν, κάποιοι επέστρεφαν στην Αθήνα και τα βράδια στις καλαμιές είχε αρχίσει να κάνει ψυχρούλα. Μέναμε όλο και περισσότερο μόνοι μας, τη Λένα την είχε πιάσει η μελαγχολία του φθινοπώρου κι εγώ αναρωτιόμουν αν αυτή η μελαγχολία αύξανε ή μείωνε τις πιθανότητες για σεξ. Με είχε πιάσει και μένα η μελαγχολία – όμως η δική μου μελαγχολία δεν επηρέαζε το συγκεκριμένο θέμα. Ένα βράδυ δεν πήγαμε στον Αλέκο και μετά από μια περιπλάνηση στον δρόμο που έβγαζε στην παραλία της Αγκόνας καταλήξαμε σε ένα ημιτελές συγκρότημα κατοικιών, παρατημένο. Μπήκαμε μέσα και ακούσαμε διάφορα πράγματα να ενοχλούνται από την παρουσία μας, ύστερα η Λένα ξάπλωσε στο μπετόν, σε ένα σημείο όπου το φεγγαρόφωτο έμπαινε λοξά από το παράθυρο και έκανε τον χώρο να μοιάζει με ενυδρείο. Έβγαλε τα ρούχα και το μαγιό της και είδα πως είχε ξυρίσει το μουνί της, εκτός από μια λεπτή ρίγα στη μέση, που έμοιαζε με μονοπάτι και προσέδιδε συμμετρία στο σύνολο. Ένιωθα πως ήξερα ήδη όλα όσα θα μάθαινα ποτέ για την ευτυχία, όμως την ώρα που έσκυψα πάνω της αβέβαιος για τις επόμενες κινήσεις μου, είδα τη Λένα να στρέφει το πρόσωπό της στο πλάι και να βάζει τα κλάματα, κι αυτή ήταν η πρώτη μου γνωριμία με τη μεγάλη αλήθεια τις ζωής πως οι ηθικές αναστολές πιάνουν τους άλλους πάντα την πιο ακατάλληλη στιγμή. Και μιλούσαμε κυριολεκτικά για στιγμή, καθώς λίγα δευτερόλεπτα χρειαζόμουν, άντε ένα με δύο λεπτά το πολύ, και μετά η Λένα θα μπορούσε να αισθανθεί ελεύθερα τύψεις. Μου είπε πως δεν ένιωθε εντάξει με ό,τι γινόταν, λόγω του ξαδερφού μου και λόγω της ηλικίας μου. Κάποιος φίλος της είχε πει πως είναι παράνομο να διατηρεί σχέσεις με κάποιον που δεν έχει κλείσει τα δεκαέξι. «Θεωρείται αποπλάνηση», μου είπε, ενώ εγώ κρατούσα το πουλί μου και ένιωθα πως το να τη διαβεβαιώσω ότι δεν θα της έκανα μήνυση ήταν κάπως περιττό. Κατέληξα να της λέω πως ό,τι είχε κάνει μαζί μου το είχε κάνει για να πικάρει τον ξάδερφό μου – το είπα μόνο και μόνο για να την κάνω να νιώσει τύψεις απέναντί μου, καθώς και την ανάγκη να επανορθώσει. Εκείνη όμως μου απάντησε πως κάτι τέτοιο δεν ίσχυε, πως εγώ ήμουν που της άρεσα και όχι ο ξαδερφός μου, κι ύστερα είχε την ιδέα να πάμε για μπάνιο, οπότε περπατήσαμε αμίλητοι μέχρι την ακτή και βουτήξαμε. Το νερό ήταν παγωμένο.

Δυο μέρες αργότερα φύγαμε για Αθήνα και την αποχαιρέτησα. Στη διαδρομή έφερνα στο μυαλό μου όλα τα ωραία πράγματα που είχαμε κάνει με τη Λένα, καθώς και μερικά που δεν είχαμε κάνει, και ένιωθα σαν κάποιος που έχει κερδίσει πάρα πολλές μάχες αλλά έχασε τον πόλεμο. Ο πατέρας μου άκουγε λαϊκά στο ραδιόφωνο, σιγοτραγουδούσε μάλιστα τα ρεφρέν και όταν κάποια από τις στροφές του φαινόταν εξαιρετικά επικίνδυνη, δυνάμωνε τη φωνή του, σαν να ήθελε να προειδοποιήσει τον εαυτό του. Η μητέρα μου χάζευε έξω απ’ το παράθυρο, η αδερφή μου κοιμόταν δίπλα μου, κι εγώ ένιωθα πως σε λίγο θα άρχιζαν οι βροχές, πως το καλοκαίρι είχε γλιστρήσει μέσα από τα χέρια μου και θα έκανα πάρα πολύ καιρό να ξαναδώ τη θάλασσα.


Info
Ο Χρίστος Κυθρεώτης γεννήθηκε το 1979 στη Λευκωσία και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει και εργάζεται μέχρι σήμερα. Από τις εκδόσεις Πατάκη κυκλοφορεί το πρώτο του βιβλίο, η συλλογή διηγημάτων Μια χαρά, για την οποία τιμήθηκε με το Κρατικό Βραβείο Πρωτοεμφανιζόμενου Συγγραφέα 2015 (εξ ημισείας με τη Μαρία Φίλη).

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΧΡΙΣΤΟΥ ΚΥΘΡΕΩΤΗ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ανάβυσσος

Ανάβυσσος

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Κάλλια Παπαδάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Η γυναίκα με το κοχύλι για…

Η γυναίκα με το κοχύλι για…

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Βάσια Τζανακάρη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Κεφάλια

Κεφάλια

24 νέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Κωνσταντίνος Χατζηνικολάου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

—Έρχεται.
—Χτύπα το...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
 «Έχουμε χρέος να οδηγούμε τις λέξεις πιο πέρα από το σημείο που μας δόθηκαν»

«Έχουμε χρέος να οδηγούμε τις λέξεις πιο πέρα από το σημείο που μας δόθηκαν»

Η Ομότιμη Καθηγήτρια του Πανεπιστημίου Αθηνών Άντα Κατσίκη-Γκίβαλου συνομιλεί με τον πολυβραβευμένο ποιητή Κυριάκο Χαραλαμπίδη. [Φωτογραφίες: Ρήσος Χαρίσης]

Το 2017 ...

Ηλίας Λάγιος, 25 χρόνια μετά

Ηλίας Λάγιος, 25 χρόνια μετά

Του Κώστα Κουτσουρέλη

Το «Προτελευταίο ποίημα» του Ηλία Λάγιου γράφτηκε 25 χρόνια πριν, στις 21.7.1992, όπως υποσημειώνει ο ποιητής. Παρότι «προτελευταίο», είναι το επιλογικό της συλλογής του Το βιβλίο τη...

Λαΐκισμός, η σκιά της δημοκρατίας

Λαΐκισμός, η σκιά της δημοκρατίας

Του Σωτήρη Βανδώρου

Ένα φάντασμα πλανιέται πάνω από τον κόσμο. Απειλεί τη δημοκρατία, την πολιτική σταθερότητα, την κοινωνική ειρήνη, την οικονομική ευημερία. Είναι το φάντασμα του λαϊκισμού… Ποτέ μέχρι τα τελευταία χρόνια διε...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube