24 Νοεμβριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:10:29 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ Το παιδί που στέκεται εκεί

Το παιδί που στέκεται εκεί

E-mail Εκτύπωση

thanos kappas thalassaNέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Θάνος Κάππας. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Θα μας φέρετε λίγο ψωμί ακόμα, λέει και ανασηκώνει την ψωμιέρα. Γιατί παραγγέλνεις ψωμί βρε μαμά, της λέει εκείνος, ε, καλά, ψωμάκι του θεού είναι, πες του να μην το φέρει αν δεν το θέλετε, του απαντάει. Με κοιτάζει στα μάτια για συμπαράσταση και αλλάζει βεντάλια, αυτή είναι καλύτερη αλλά με κουράζει στο χέρι, λέει, φυσώντας λίγο αέρα υπό γωνία προς το στέρνο της για να δείξει τη δυσφορία της στη ζέστη. Κάνει πραγματικά πολλή ζέστη, ο ήλιος έχει δύσει αλλά υπάρχει ακόμα χρώμα και φως στον ορίζοντα, ένα χοντρό καλώδιο περνάει πάνω από τα κεφάλια μας διακλαδώνοντας τις γυμνές λάμπες στα τραπέζια, βλέπω τον μικρό χορό των εντόμων στο φως, οι φωνές των παιδιών που παίζουν κοντά στη θάλασσα με σπρώχνουν στον δικό μου βυθό.

Ωραία είναι εδώ, σαν νησί, λέει εκείνη. Είναι όπως πάντα περιποιημένη, φοράει το λιλά της πουκάμισο που της πηγαίνει, ένα διακριτικό μαργαριτάρι στον λαιμό κι ένα άρωμα βαρύ, χειμωνιάτικο. Νομίζω πως σκέφτεται τα χειρότερα για την εμφάνισή μου, πως είναι απαράδεκτο να την έχουμε καλέσει σε δείπνο και να εμφανίζομαι μ’ αυτό το λευκό μακό, χωρίς καθόλου κοσμήματα. Ειλικρινά δεν είχα καμία έμπνευση, έψαχνα να βρω τι μπορεί να της αρέσει, πολλά ρούχα δεν μου κάνουν πια, στο τέλος είπα αυτό, δεν με νοιάζει. Δεν θα φας τη γαρίδα σου; με ρωτάει εκείνος. Καθώς λιγοστεύει το φως νιώθω ξανά κάτι να σπάει, να θρυμματίζεται μέσα μου, κάτι εύθραυστο που με τραβάει σε ένα σκοτάδι προσωπικό – νόμιζα πως είχε τελειώσει όλο αυτό αλλά δυστυχώς είναι ακόμα εδώ, θα έβαζα ευχαρίστως τα κλάματα τώρα. Πάρ’ την, του λέω, έχω τελειώσει εγώ. Την παίρνει κι αρχίζει να την εξετάζει από πολύ κοντά, μοιάζει να αναρωτιέται αν πρέπει να τη γλείψει ή να τη δαγκώσει. Βλέπω τη μικρή να έρχεται τρέχοντας προς το μέρος μας, καταλαβαίνω ότι έχει ζοριστεί με τα μεγαλύτερα παιδιά, την παρατηρώ όσην ώρα αγωνίζεται να τα ακολουθήσει, μαμά, φωνάζει και κρύβει το πρόσωπό της στο στήθος μου, μαμά, δεν θέλω να παίξω άλλο. Τι έχει το παιδί, γιατί κλαίει; ρωτάει εκείνη.

Πήγαινε ξανά στην παρέα σου, την προτρέπει εκείνος καθώς μασάει, θα γνωριστείτε και θα παίξετε όμορφα. Με εκνευρίζει ο τρόπος του να τακτοποιεί τις υποθέσεις, δεν θέλει να ενοχλείται, θα προτιμούσε να παρακαμφθεί η παιδική της ηλικία, να τη συναντούσαμε ξανά φοιτήτρια για παράδειγμα, να καθόμαστε όλοι μαζί ανταλλάσσοντας απόψεις για τα αδιέξοδα της χώρας ή ακόμα καλύτερα για τα συγκροτήματα που μας αρέσουν – νομίζω πως περιμένει την ώρα που θα της περιγράφει τις συνθήκες υπό τις οποίες εκδηλώθηκε το πανκ. Της μιλάει και από τα χείλη του προεξέχουν αυτά τα πορτοκαλί μουστάκια, μιλάει και ρουφάει, σκουπίζεται στη χαρτοπετσέτα και γλείφεται συγχρόνως, η μικρή χώνεται πιο πολύ στην αγκαλιά μου και τεντώνει τα πόδια της κάνοντας το κορμί της τόξο, δεν θέλω, δεν θέλω, λέει πνιχτά. Έρχεται το ψωμί, θα μας φέρετε μία χωριάτικη και μία καλαμαράκια ακόμα, λέει εκείνος. Αισθάνομαι να ανακατεύομαι, νομίζω ότι η επιφάνεια της θάλασσας έχει καλυφθεί από λάδι τηγανίσματος. Εκείνη σκύβει απότομα και του μιλάει ψιθυριστά, επιτιμητικά, τον ακουμπάει στην κοιλιά κάνοντας ένα γρήγορο ταπ-ταπ με την ανάποδη της παλάμης της, εκείνος της αρπάζει τον καρπό και την τραντάζει ελαφρά, νιώθω τον απειλητικό τόνο του, τον θυμό του. Όταν ελευθερώνει το χέρι της αναφωνεί ξανά τι ζέστη Θεέ μου! και κλείνει τη βεντάλια της. Το χειρότερο είναι η υγρασία, προσθέτω εγώ, αισθάνθηκα πως ήταν η στιγμή να παρέμβω ανανεώνοντας τον χρόνο της σιωπής που μου παραχωρείται ευγενώς – δεν περιμένει άλλωστε τίποτα από εμένα, εκείνος είναι πάντα το θέμα της, η ευτυχία και η δυστυχία της.

Πότε θα κατέβετε στο χωριό; μας ρωτάει αλλά δεν αντιδρά κανείς από τους δυο μας, ακούγεται ξαφνικά λίγο πιο δυνατά η μουσική, δίχως αφορμή θέλεις να χωρίσουμε, την αγάπη μας θέλεις να τη σβήσουμε, ίσως να μας έλειψε ο έρωτας απόψε, μάλλον μας έχει λείψει γενικώς, όμως μου φαίνεται ξένος πια αυτός ο ερωτικός καημός, ξένος και ακατανόητος, σχηματικός. Φέρνω το ποτήρι στα χείλη και αναρωτιέμαι πόσο καιρό έχω να μεθύσω, προσπαθώ να θυμηθώ πώς είναι να συνταράσσεσαι από πάθη, να ερωτεύεσαι πρόσωπα, να προδίδεις και να σε προδίδουν, σκέφτομαι τη ζωή πριν και μετά, θυμάμαι τη θέση των πραγμάτων, τη θέση των αισθημάτων αλλά μου είναι δύσκολο να ταυτίσω τις εικόνες, νομίζω πως δεν συνήλθα από τη γέννα, δεν πιστεύω πως συνέρχεται κανείς ποτέ πραγματικά. Όλη η αριστερή πλευρά έχει διαμορφωθεί, έχει βάλει πλακόστρωτο ο δήμαρχος, έχει ωραία ζαχαροπλαστεία, κούνιες, πότε λέτε να κατεβείτε;

Την παρατηρώ να μιλάει με ένα μεγαλύτερο αγόρι, θα ’θελα πολύ να ακούσω τι λένε, νομίζω πως ενεργοποιεί μια δική της διαδικασία σαγήνης, ο τρόπος που μεταφέρει το βάρος από το ένα πόδι στο άλλο, το γέλιο της που γίνεται ξαφνικά πηγαίο και γάργαρο.

Η μικρή κάνει τώρα τη δεύτερή της προσπάθεια. Την παρατηρώ να μιλάει με ένα μεγαλύτερο αγόρι, θα ’θελα πολύ να ακούσω τι λένε, νομίζω πως ενεργοποιεί μια δική της διαδικασία σαγήνης, ο τρόπος που μεταφέρει το βάρος από το ένα πόδι στο άλλο, το γέλιο της που γίνεται ξαφνικά πηγαίο και γάργαρο. Όμως ούτε τώρα είναι χαλαρή, ακόμα κι απ’ αυτή την απόσταση νιώθω την επιφύλαξή της, το ξέρω γιατί τέτοιο παιδί υπήρξα κι εγώ, επιλεκτικά κλειστό. Μη στέκεσαι μέσα στα πόδια μου, πήγαινε να παίξεις, επαναλάμβανε η μαμά· ο μπαμπάς στο γραφείο του, η λάμπα του αναμμένη από το πρωί, σημείωνε τις εξισώσεις του ή εκείνα τα παράξενα χαϊκού που βρήκα στα τετράδια αργότερα, άσε το παιδί να κάνει ό,τι θέλει και κλείσε μου την πόρτα, συνήθιζε να λέει. Γι’ αυτή του τη στάση τον εκτιμούσα πολύ αλλά δεν καταλάβαινα αν ενδιαφερόταν πραγματικά για εμάς ή μόνο για τη δουλειά και τα χόμπι του, δεν νομίζω πως έχω σωματική ανάμνηση του μπαμπά, δεν θυμάμαι την αγκαλιά ή τα φιλιά του – ούτε η μαμά είχε ποτέ χρόνο και κέφι για διαχύσεις. Σ’ εκείνην η ψυχρότητα έμοιαζε κομμάτι του χαρακτήρα της, τη συνόδευε μια αυστηρότητα συστατική, καταγωγική, στον μπαμπά, αντίθετα, η εγκαρδιότητα εμποδιζόταν από την αμηχανία του, την αδεξιότητά του· αλλά ήταν εκεί, μπορούσες να την υποθέσεις στον τρόπο που μας νουθετούσε· διηύθυναν πάντα οι δυο τους το σπίτι σαν μια μικρή επιχείρηση, σαν ένα συνοικιακό φροντιστήριο ας πούμε, το ζητούμενο ήταν να είμαστε αποτελεσματικοί στη ζωή, να βάζουμε στόχους και να τους πετυχαίνουμε, τα υπόλοιπα έπονταν.

Και το σχολείο έχει ανακαινιστεί, δεν θέλεις να δεις πώς έχει γίνει, δεν νοσταλγείς τους φίλους, την παλιά σου γειτονιά; συνεχίζει να τον πιέζει εκείνη. Πώς μας βλέπει άραγε η μικρή, σκέφτομαι, πώς της φαινόμαστε εμείς, πώς νιώθει την αγκαλιά μου – προσπαθώ να δω στα μάτια της τι σκέψεις κάνει για μένα, μήπως πιστεύει πως φταίει εκείνη που η μαμά δυσκολεύεται στη ζωή, που η μαμά στενοχωριέται τόσο. Θυμάμαι κάποιο άλλο απόγευμα καλοκαιριού, ήταν ακόμα τριών ή τεσσάρων, επιστρέφαμε οι δυο μας από τη θάλασσα και την παρατηρούσα από τον καθρέφτη του αυτοκινήτου, καθόταν στο καρεκλάκι της και κοίταζε έξω απορροφημένη, σοβαρή, σαν ενήλικη, κοίταζε τη γραμμή του ορίζοντα βυθισμένη σε μια μελαγχολία παρόμοια με τη δική μου και αναρωτιόμουν αν εγώ την οδηγούσα εκεί ή είναι τέτοια η φύση της ζωής, αν απέναντι στα χρώματα του δειλινού καθένας γέρνει νοσταλγικά το κεφάλι του στο τζάμι.

Τίποτα δεν νοσταλγώ και το ξέρεις, της λέει εκείνος· αντίθετα, θέλω να ξεχάσω.

Δεν πέρασε καλά στο χωριό, ήταν τραυματική η εμπειρία του, της λέω για να συνδεθώ και να τον στηρίξω, σηκώνει το βλέμμα της και με καρφώνει σαν να μην περίμενε κάτι τέτοιο από μένα, σαν να υπολόγιζε σε μια συμμαχία επ’ ωφελεία και των δυο μας, δεν ξέρω στη βάση ποιου πράγματος υποτίθεται πως συμμαχούμε, υποθέτω στο γεγονός ότι είμαστε και οι δύο γυναίκες απέναντι σε έναν κόσμο ανοησίας των ανδρών. Γιατί, λέει κάπως αυστηρά, ποιος τον τραυμάτισε, εμείς; Έρχεται κι άλλο κρασί, αισθάνομαι πως κάπου εδώ θα τελειώσουν οι καλοί τρόποι για απόψε, ήρθε η ώρα να περάσουμε στο κυρίως έργο, αυτό που έχει συνήθως αποκλειστικό θεατή εμένα. Βαριέμαι. Βαριέμαι την αντιπαράθεση γιατί την ξέρω, ξέρω την αδιέξοδη πορεία της, τα κλάματα τα δικά της και τις τύψεις τις δικές του, τον τρόπο του να προσπαθεί να απεγκλωβιστεί ενώ κάνει ό,τι μπορεί για να δέσει περισσότερους κόμπους στη ζωή του, στη ζωή μας. Δεν μπορείς να νικήσεις τους γονείς, λέει η φίλη μου η Θάλεια και έχει δίκιο. Κι ούτε υπάρχει περίπτωση να τους ικανοποιήσεις ποτέ, προσθέτω εγώ. Τον εγκλώβισε και τον τυράννησε με την αγάπη της και τις επιθυμίες της, με τις πικρίες και τα παράπονά της, υπήρξε ο εκλεκτός της που δεν μπόρεσε να ανταποκριθεί στους ρόλους που του ανέθεσε, ο ένας και μοναδικός, πραγματικός άντρας της ζωής της, που τη διέψευσε: ιδού, άλλωστε, εγώ, η ζωντανή, η τρανταχτή απόδειξη της αναξιότητάς του.

*

Στο σπίτι, αργότερα, η γνωστή μας ιεροτελεστία: η μικρή χοροπηδάει στους καναπέδες, δηλώνει πως δεν νυστάζει και θέλει να δει τηλεόραση στη μία τη νύχτα, άλλο ένα ζήτημα που αφορά αποκλειστικά εμένα αφού εκείνος νιώθει αναρμόδιος για την πρακτική πλευρά της ζωής – θα σταθεί αργότερα πάνω από το κρεβάτι της να εποπτεύσει για λίγο τον ύπνο της, είναι τόσο όμορφη και αθώα όταν παραδίνεται έτσι, θα πει. Κι ύστερα θα πάει στο γραφείο του, θα μισοκλείσει την πόρτα, θα κολλήσει επιμελώς τα χαρτάκια για το τσιγάρο όσο εγώ ξεβάφομαι, θα με ρωτήσει αν θέλω, θα φορέσει τα ακουστικά και θα βυθιστεί στον τελευταίο δίσκο του Nick Cave – υπάρχει πάντα ένας τελευταίος Cave να βυθιστεί. Κι αργότερα, όταν βεβαιωθεί πως έχω κοιμηθεί, θα κλείσει μαλακά την πόρτα για να δει πορνό – αναρωτιέμαι αν πράγματι νομίζει πως δεν ξέρω τι κάνει.

Όμως απόψε δεν γίνεται έτσι, διασταυρωνόμαστε σιωπηλά στο μπάνιο, στην κουζίνα, στον διάδρομο, ώσπου ξαπλώνουμε σχεδόν ταυτόχρονα στο κρεβάτι, κατάκοποι, εξαντλημένοι. Τι ώρα έχει πάει, με ρωτάει, κοντεύει δύο και μισή, απαντάω κάπως ουδέτερα, προσπαθώντας να ανακαλύψω και η ίδια στον τόνο της φωνής μου ποια στάση κρατάω απέναντί του. Έχει απίθανη ζέστη, ο ανεμιστήρας μάς χαϊδεύει χωρίς να μας δροσίζει, είμαστε ξαπλωμένοι παράλληλα, με τα πόδια ανοιχτά, τα χέρια μας στο πλάι, απόλυτα γεωμετρημένοι, σαν όμοιες ανθρώπινες φιγούρες από χαρτί που ξεδιπλώνονται. Κι ύστερα αρχίζω να κλαίω βουβά, να εγκαταλείπομαι σε μια απελπισία γνώριμη, παλιά. Νιώθω εντελώς μόνη μου, του λέω, με έχεις αφήσει να τη μεγαλώσω μόνη μου, σε έχει απορροφήσει ο εαυτός σου και το χωριό σου και η μαμά σου, η αγαπημένη σου μανούλα. Μου πιάνει το χέρι και το κρατάει δυνατά σαν να θέλει να με συνεφέρει, μην το συνεχίζεις αυτό, λέει, τα κάνεις να φαίνονται όλα μικρά και ασήμαντα, χυδαία, ξέρεις πόσο βασανίζομαι ακόμα, ξέρεις ότι προσπαθώ, υπήρξες πιο τυχερή εσύ, ήταν άλλο το περιβάλλον που μεγάλωσες.

Κάνεις λάθος, του λέω· καθένας μαζεύει τις δικές του διαψεύσεις, για κανέναν δεν είναι εύκολη η ζωή. Δεν ξέρω, λέει, μπορεί να είναι έτσι, εμένα με καθόρισε, με σημάδεψε ο δικός τους τρόπος, εκείνη η αγάπη που αφαιρεί το οξυγόνο. Μεγάλωνα στο χωριό με ένα αίσθημα ναυτίας, σαν να περνούν από μπροστά σου τα τοπία ενώ ταξιδεύεις με το πλοίο, σε τρικυμία. Όσα έλεγε απόψε η μάνα μου, η δήθεν εξέλιξη, οι παρεμβάσεις του δήμου, τα πολιτιστικά, όλα είναι προφάσεις, θόρυβος. Οι οικογένειες, αυτή είναι η βάση των πάντων: το κουβάρι των συγγενών, τα πρωτόκολλα και οι ρόλοι, η διπλή ζωή, η διπλή γλώσσα, η αγορά, ο περίγυρος. Να μην ξέρεις ποτέ ποιος ψεύδεται, ποιος λέει αλήθεια. Να ζεις τη ζωή ενός άλλου και να θέλεις να τραβήξεις και τους υπόλοιπους στην προσωπική σου δυστυχία – αυτός ήταν πάντα ο τρόπος των κλειστών τόπων. Πνιγόμουν, ένιωθα διαρκώς τύψεις και μοναξιά, πίστευα πως είμαι μια σπάνια περίπτωση διαστροφής, δεν υπήρξες μοναχοπαίδι και δεν μπορείς να με καταλάβεις ακριβώς, οι δικοί σου ήταν άνθρωποι με κατανόηση.

Νομίζεις, του λέω· έχεις την εντύπωση ότι η ελευθερία όπου μας καταδίκασαν οι γονείς μου ήταν λιγότερο οδυνηρή, ότι η διαρκής απουσία τους, η αίσθηση πως ποτέ δεν εισακούεσαι, η βίαιη ενηλικίωσή μας, μάς κόστισε λιγότερο. Η μάνα μου έλεγε περήφανη δεξιά κι αριστερά ότι μόνο μια εβδομάδα έμεινε μαζί μου μετά τη γέννα, στη συνέχεια επέστρεψε στο γραφείο της, στις υποθέσεις της, στη μαχόμενη δικηγορία της. Ο πατέρας φυσικά δεν μπορούσε να βοηθήσει σε τίποτα, ο αδερφός μου δεν μπορούσε να βοηθήσει, εσύ δεν μπορείς να με βοηθήσεις, κανείς άντρας δεν μπορεί ποτέ να βοηθήσει, πού έχω βάλει τα γυαλιά μου, πού είναι τα κλειδιά μου, πού άφησα το πορτοφόλι μου, αυτή η αίσθηση της αναπηρίας του γένους των αντρών, ανάμεσα σε πάνες και μπιμπερό και κλάματα όλη τη νύχτα έπρεπε να θυμάμαι απλήρωτους λογαριασμούς, ρούχα για πλύσιμο, το επαναληπτικό της εμβόλιο. Κι επιπλέον ένιωθα εντελώς αποτυχημένη, πως τίποτα δεν κάνω σωστά, πως άλλες γυναίκες, άλλες μητέρες τα καταφέρνουν καλύτερα – εσύ μύριζες ικανοποιημένος το χνουδάκι στο κεφάλι της, τραβούσες βίντεο περήφανος για τις επιδόσεις της. Για μήνες έβλεπα ένα όνειρο, πως ερχόμουν επίσκεψη στο πατρικό μας, στο παλιό μας σπίτι της Ιπποκράτους, θα πήγαινα, λέει, το μωρό να το δει η μαμά για πρώτη φορά, όμως δεν υπήρχε ασανσέρ κι έπρεπε να ανεβάσω το καρότσι τρεις ορόφους μόνη μου, φώναζα μαμά, μπαμπά, δεν αποκρινόταν κανείς, τελικά αποφάσιζα να ανέβω τις σκάλες κι όταν κατάφερνα να φτάσω επάνω, κάθιδρη, εξουθενωμένη, έβρισκα μόνο τους ανθρώπους μιας μεταφορικής εταιρείας να παίρνουν τα τελευταία έπιπλα, το σπίτι είχε μόλις αδειάσει.

Η ώρα είναι τέσσερις παρά δέκα, δεν έχω άλλα δάκρυα νομίζω, όση ώρα μιλούσα μου έλεγε διαρκώς συγγνώμη, συγγνώμη. Στο δωμάτιο φτάνει ένα ασθενικό γαλάζιο φως από τον διάδρομο, οι ώμοι μας αγγίζονται αλλά δεν απομακρύνομαι, κοιτάζω το ταβάνι και βλέπω τον ουρανό της Αστυπάλαιας, νομίζω πως το κρεβάτι μας πλέει αργά σε μια ήρεμη ακύμαντη θάλασσα, τη νύχτα.

Στις πρώτες τάξεις του δημοτικού, μού λέει ξαφνικά, άρχισα να ζηλεύω κάποια μεγαλύτερα παιδιά που κατόρθωναν να ξεφεύγουν, να σπάνε τις απαγορεύσεις. Υπήρχε ένα περίπτερο στην παραλία, μπροστά στη θάλασσα. Το μεσημέρι ο περιπτεράς έκλεινε το παραθυράκι με το τζάμι, χωρίς να το κλειδώνει. Στεκόταν κάποιο παιδί εκεί, ακουμπούσε τους αγκώνες του δήθεν αδιάφορα στο ξύλινο πάσο, πίεζε ξαφνικά το τζαμάκι και περνούσε το χέρι στα τυφλά, μέχρι να νιώσει τα πακέτα από τα τσιγάρα. Νομίζω πως υπήρξα το παιδί που στέκεται εκεί, στο περίπτερο της παραλίας, θέλει πολύ αλλά διστάζει να απλώσει το χέρι. Γι’ αυτό και με συγκινεί πάντα η εικόνα της θάλασσας το μεσημέρι, με το κυματάκι της, να βράζει εσωτερικά, χωρίς αέρα.

Νιώθω την ανάσα του, το στήθος του που ανεβοκατεβαίνει, φαντάζομαι τις κόρες των ματιών του ανοιχτές, διεσταλμένες, στο σκοτάδι. Το κεφάλι μου είναι βαρύ, το σώμα μου μουδιασμένο και δύσκαμπτο, δεν έπρεπε να πιω όλο αυτό το κρασί. Έλα να κοιμηθούμε, του λέω και τον παίρνω απότομα αγκαλιά, ξημερώνει σε λίγο. Μα τι παράξενη ζέστη είναι αυτή απόψε, μου λέει, λες να κάνει κανέναν σεισμό;


Info
Ο Θάνος Κάππας μεγάλωσε στην Αθήνα και σπούδασε στη Φιλοσοφική σχολή της Θεσσαλονίκης. Εργάζεται στη δευτεροβάθμια εκπαίδευση για μια εικοσαετία. Από τις εκδόσεις της Εστίας κυκλοφορεί το βιβλίο του Πικρούτσικα – πικρούτσικα. 
 
politeia link more

 

 

 

 

 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζει ο καθένας, αυτ...

Παίζει τη θάλασσα

Παίζει τη θάλασσα

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νίκος Ξένιος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Έβαλα...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Έγκλημα στην άγονη γη των Χάιλαντς

Έγκλημα στην άγονη γη των Χάιλαντς

Για το μυθιστόρημα του Γκρέαμ Μακρέι Μπερνέτ «Το ματωμένο του έργο» (μτφρ. Χίλντα Παπαδημητρίου, εκδ. Μεταίχμιο).

Του Μάνου Μπονάνου

Κάστρο του Ινβερνές, πρωτεύουσας των σκοτσέζικων Χάιλαντς,...

Τα 3 Φ της αναγνωστικής αξιολόγησης

Τα 3 Φ της αναγνωστικής αξιολόγησης

Του Γιώργου Ν. Περαντωνάκη

«Πρότεινέ μου ένα καλό βιβλίο». Σ’ αυτήν τη συνηθισμένη προτροπή, εγείρεται πάντα μια αμήχανη απάντηση, που δεν μπορεί να είναι απόλυτη, αλλά τραμπαλίζεται σαν ακροβάτης πάνω σε τεντωμένο σκοινί, ...

Η δηλητηριώδης κωμωδία του Γιώργου Λάνθιμου

Η δηλητηριώδης κωμωδία του Γιώργου Λάνθιμου

Κριτική ανάλυση και αποτίμηση της ταινίας «Ο θάνατος του ιερού ελαφιού» του Γιώργου Λάνθιμου.

Του Νίκου Ξένιου

Η κριτική στάθηκε δύσπιστη –και απορώ για...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube