x
Διαφήμιση

23 Σεπτεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:09:14:21 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ Παίζει τη θάλασσα

Παίζει τη θάλασσα

E-mail Εκτύπωση

altΝέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νίκος Ξένιος.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Έβαλαν το ομοίωμα του καραβιού πάνω στο πιάνο. Ο γιος του μαστρο-Στάμου κάθισε με ανοιχτό το παράθυρο κι απ’ έξω μαζευόταν κόσμος.

Ο Γιώργος σκέφτηκε για λίγο πριν ακουμπήσει τα πλήκτρα κι έπειτα ξεκίνησε. Αγαλματάκι Μότσαρτ, περούκα, μαύρος φιόγκος, άσπρα μαλλιά, άσπρος αφρός, κύμα, το τραγούδι στο κύμα. Με τις πρώτες νότες όλοι κοιτάχτηκαν με νόημα.

- Δουλεύει! είπαν κάτι περαστικοί.
- Μουσική! είπε ένας νεαρός ψαράς στο λιμάνι. Μαύρα σύννεφα και αστραπές.
- Ωραίο είναι, μουρμούρισε η καντηλανάφτισσα στο εκκλησάκι της Παντάνασσας, στο Πανωχώρι. Έσβησε μαζί δεκαπέντε μισολειωμένα κεράκια και κάθισε στο στασίδι της τεντώνοντας το αυτί για ν’ ακούσει απερίσπαστη.

Ο Παπα-Λάμπρος είχε μιαν έγνοια. Και ανατρίχιασε, κι αφουγκράστηκε.

Ακούστηκε από μακριά μια βροντή μαζί με τις πρώτες νότες.

***

Όταν ο Γιώργος ήταν δέκα χρονών, κάποιος Ιγγλέσης, σπουδαίος κύριος και σπουδασμένος στας Ευρώπας, αγόραζε θαλαμηγούς και τις μετέτρεπε σε επιβατηγά. Αυτά τα βαπόρια είχαν απαραιτήτως πιάνο. Τις ώρες της αλητείας, τα αγόρια δέκα με δώδεκα χρονών ανεβοκατέβαιναν κρυφά σ’ αυτές τις θαλαμηγούς κι έβαζαν στοιχήματα.

- Αυτό είναι το καλύτερο.
- Όχι, το άλλο.
- Το δικό μου.
- Όχι, το δικό σου.

Τσακώνονταν για το μεγαλύτερο σκαρί, για το καλύτερο χρώμα, για το πιο ζυγοσταθμισμένο τιμόνι. Έπειτα βουτούσαν, αναδύονταν, ό,τι καιρό και να ’χε. Στάζοντας σκαρφάλωναν στα πλάγια του σκαριού. Μετά από την πρώτη σκάλα, ο μεταλλικός διάδρομος. Στο σαλόνι, το υποτυπώδες μπαρ και, πάνω σε βάθρο, ένα πιάνο χωρίς ουρά.

Ο Γιώργος ξημέρωνε και νύχτωνε με τις φωνές των άλλων αγοριών, κριτές κι άγρυπνοι τηρητές σιωπηρών υποσχέσεων, όρκων απαραβίαστων, μυστικών τελετών, ήχων και οσμών και αισθήσεων μιας αξεπέραστης μελαγχολίας που θα την κουβαλούσαν σ΄ όλη τους τη ζωή. Τα αγόρια δεν είχαν το ελεύθερο να σκαρφαλώνουν στα ξένα καράβια, ούτε να φαντάζονται πως είναι καπετάνιοι. Αλλά, σαν με μια συνεννόηση, κατευθύνονταν στο ίδιο μέρος, το πιο απαγορευμένο. Σκανταλιά για τη σκανταλιά.

Ο Γιώργος άνοιξε το καπάκι του πιάνου. Πηδάλιο καραβιού, μινιατούρα, γύρω, γύρω, γύρω, δίνη, στρόβιλος, φυσάει ένας αέρας νότιος και πάει, πάει, ναυάγιο, νησί, μπουκάλι με μήνυμα, φωτιά, φοίνικες, γύμνια, καυτός ήλιος, ατόλλη.

- Δεν παίζει, φώναξε και τα δάχτυλά του βούλιαξαν στον κούφιο κοκκάλινο ήχο.

Τα 'μαθε τα μαντάτα ο πατέρας του και τον μάλωσε. Στο ξένο σκαρί δεν θα ξανανέβαιναν. Κολύμπι σε περιορισμένη ακτίνα. Παλιόπαιδα. Και τα λοιπά, και τα λοιπά. Μα τα παιδιά παιδιά είναι και δεν τα συνερίζεται κανείς. Ιδίως αν στ’αυτιά τους παίζει πάντα μια μελωδία του κόσμου ετούτου.

Του αγοριού δεν του στοίχισε καθόλου που δεν θα ξανάνοιγε ποτέ το πιάνο. Αυτός, καπετάνιος ήθελε να γίνει. Κυβερνήτης και ναύκληρος και πιλότος και μούτσος. Όμως, ο κυρ Στάμος είπε στη γυναίκα του.

- Το δικό μας το παιδί δεν είναι σαν τα άλλα.
- Τι θες να πεις; Σαν τα άλλα το βλέπω εγώ.

Γέλασε η γυναίκα με την καρδιά της κι έδεσε τα χέρια μπροστά.

- Μην τα γελάς αυτά. Καλά, δεν βλέπεις που έχει ταλέντο στη μουσική;
- Εσύ πού το 'δες, άντρα μου, αυτό;
- Εεε, ρε γυναίκα, δεν ξεύρεις του λόου σου απ’ αυτά! Άκου με, για να σου λέω... το είδα, το άκουσα!

Κούνησε η γυναίκα το κεφάλι της και συνέχισε το κέντημα. Πάει καλά, αφού το ’λεγε ο άντρας της κάτι θα ’ξερε. Κούνησε κι ο μικρός Γιώργος το κεφάλι του συμφωνώντας αναγκαστικά. Οι γονείς κάτι θα ’ξεραν παραπάνω απ’ αυτόν.

Τότε ο πρωτομάστορας παρήγγειλε στη δασκάλα πιάνου πως θα ’στελνε το παιδί μια φορά τη βδομάδα στην πόλη, και δεν πειράζει, είπε, που δεν είχαν πιάνο στο σπίτι, θα αγόραζαν με την πρώτη ευκαιρία.

Τι να κάνει το παιδί, είδε απόειδε, άρχισε τα μαθήματα. Πήγαιν’ έλα στον Βόλο, όλο και κάποιο καράβι θα ’παιρνε το μάτι του.

Έτσι, πέρασαν οκτώ χρόνια.

***

Εξ απαλών ονύχων ναυπηγός, ο Στάμος κατασκεύαζε αλαμάνες, καραβόσκαρα, βαρκαλάδες, περάματα στο αυτοσχέδιο ναυπηγείο του μπάρμπα του. Εκεί την έμαθε τη δουλειά. Για να ‘ναι ο πελάτης εκ των προτέρων βέβαιος για το τι πλήρωνε, σκάλιζε σε ξύλο μια πιστή μικρογραφία του σκάφους. Όπως αυτή επάνω στο πιάνο.

Ξυπνούσε με το αγλάισμα της μέρας. Ανηφόριζε μαζί με τους ξυλοκόπους, τους έδειχνε ποιες συγκεκριμένες βαλανιδιές ήθελε να κόψουν. Τους έδινε οδηγίες για τα κατάρτια. Κατέβαινε στο καφενείο. Ζητούσε το καμινέτο, έβραζε καφέ τούρκικο και τους κέρναγε στο διάλειμμα. Τους κορμούς θα τους πλάνιζαν και θα τους μετέφεραν στον ταρσανά. Το σκάφος προοριζόταν για πέραμα, για να μεταφέρει πρόσφυγες. Τη μέρα της καθέλκυσης, θα το ‘πιαναν και θα το ‘ριχναν από την αμμουδιά του ταρσανά στη θάλασσα γυμνό, χωρίς κατάρτι και πανί. Τέρμα και τελείωσε. Και δώστου να βάνει καφέδες σε πλαστικά ποτηράκια και να τους μοιράζει ολόγυρα στους μαχμουρλήδες και να τρίβει το ψαρόξανθο μουστάκι του.

Όταν έφτασε η πολυπόθητη μέρα, οι συγκεντρωμένοι συγγενείς και οι γνωστοί ξέσπασαν σε ζητωκραυγές και εύχονταν να είναι καλοτάξιδο. Οι υπόλοιποι κάθονταν πάνω στις στρωμένες κουρελούδες, κάτω από τις εληές. Ο δράκος από ξύλο βελανιδιάς θα άντεχε δεκαετίες ολόκληρες. Σύννεφα προμηνούσαν ανοιξιάτικη μπόρα. Είχε μάλιστα αρχίσει να βροντά, όταν ο πρωτομάστορας πέταξε το σκεπάρνι του στη θάλασσα.

- Σιδερένιο!
- Άντε, και καπετάνιος ο γιος σου! ακούστηκε μια βραχνή, αλλιώτικη φωνή.

Ο Στάμος συννέφιασε.

- Ο γιος μου είναι καλλιτέχνης, στράφηκε προς τη φωνή. Θα γίνει μαέστρος!

Έπεσε νεκρική σιγή. Ποιος να πει κουβέντα. Μαέστρος, μαέστρος. Και καλοπάντρευτος, και μαέστρος!

Άπλωσε χέρι στους λουκουμάδες, τις τυρόπιττες και τα ρυζόγαλα. Είδε τον γιο του ανεβασμένο στο πόντιουμ, μέσα σε μεγάλη αίθουσα συναυλίας. Το μέλι του λουκουμά γλίστρησε πιο γλυκά στο λαρύγγι του. Ζοφερά ήταν τα χρώματα στον ουρανό.

Μια σκοτεινή μάζα φάνηκε, γερτή προς τα δεξιά κι αλλόκοτη, να πλησιάζει στον μώλο. Φωτίστηκε το πρόσωπο του πατέρα, γύρισε και κοίταξε με νόημα τη γυναίκα του.

- Ετοίμασε το παιδί.

Η γυναίκα έγνεψε καταφατικά.

Παράταιρο, σαν κακοφτιαγμένο καλύβι, ένα πλεούμενο πλησίαζε την ακτή. Πυκνά σύννεφα διαλύθηκαν και μια λεπτή δέσμη από φως έπεσε στο σκαρί και το έλουσε. Σε λίγα δευτερόλεπτα έπιασε να βρέχει. Τρία αγόρια έφτασαν στο καφενείο λαχανιασμένα και μουσκίδι κι άρχισαν να τραβούν τον καφετζή από την ποδιά.

- Το δέμα του μάστορη! Το δέμα του μάστορη!

Ένα παλιό, μεταχειρισμένο πιάνο όρθιο, που ο Στάμος το είχε αγοράσει σε καλή τιμή από τη Γερμανία και το είχε κάνει φορτωτική ως τη Θεσσαλονίκη. Από εκεί με βάρκα ήρθε στον προορισμό του και τοποθετήθηκε στο πίσω δωμάτιο, το «χειμωνιάτικο», με θέα στη θάλασσα.

Σ’ ένα πεντάλεπτο ο μώλος είχε γεμίσει κόσμο, ενώ ο σκοτεινός όγκος άραζε σιγά σιγά, αποκαλύπτοντας τα μέρη του ένα ένα, παραδαρμένα από την αλμύρα, κι ένα ανθρώπινο σύμπλεγμα.

Δεν ήταν ο Λαοκόων με τους γιους του που πάλευαν με τα νερόφιδα. Ήταν βαρκάρης και δυο έφηβοι που έτρεξαν να τον βοηθήσουν. Πέταξαν σχοινί, το σκαρί χοροπήδησε με την αποθαλασσιά.

Όταν το βαρύ φορτίο βγήκε στην προβλήτα, άρχισαν να πλησιάζουν ένας ένας και ν’ ακουμπούν απάνω το αυτί τους.

- Δεν παίζει, ακούστηκε μια φωνή μπάσα από τις ταλαιπώριες, τις αμαρτίες και τα παλιά κρυώματα.

Ένας χτύπησε το κιβώτιο δυο-τρεις φορές κι ακούμπησε κι αυτός το αυτί, αλλά τίποτα. Απομακρύνθηκε κουνώντας το φαλακρό κεφάλι του:

- Μπα, νέκρα!

Οι γυναίκες έμειναν παραπίσω. Φάνηκαν στο βάθος τα δυο γαϊδουράκια που θα μετέφεραν το αλλόκοτο φορτίο.

Το κιβώτιο ανοίχτηκε στην πίσω αυλή του μάστορη, με μεγάλη προσοχή, μην και πειραχτεί το πιάνο. Ένα παλιό, μεταχειρισμένο πιάνο όρθιο, που ο Στάμος το είχε αγοράσει σε καλή τιμή από τη Γερμανία και το είχε κάνει φορτωτική ως τη Θεσσαλονίκη. Από εκεί με βάρκα ήρθε στον προορισμό του και τοποθετήθηκε στο πίσω δωμάτιο, το «χειμωνιάτικο», με θέα στη θάλασσα. Εκεί θα έπαιζε πιάνο, για τη σπουδαία περίσταση, ο Γιώργος. Που σαν μεγάλωνε θα γινόταν μεγάλος μαέστρος.

***

Δεν ήταν η πρώτη φορά που είχε δει πιάνο το χωριό. Υπήρχε ακόμη ένα, της Σύρμως, της κόρης του Παπα-Λάμπρου από το Πανωχώρι, που ’ταν λογοδοσμένη στον Γιώργο. Είχαν φιληθεί ένα βράδυ στα σκοτεινά στο απάνεμο λιμανάκι πέρα από τον ταρσανά κι είχε γίνει, αυτό, βούκινο στην ενορία Παντάνασσας. Το ’μαθαν όλοι και χάρηκαν. Χάρηκαν τα σόγια, χάρηκε πάνω απ’ όλα ο παπάς για την προκοπή και για το στρωμένο μέλλον. Χάρηκε κι ο Γιώργος και φούσκωσε σαν γαλοπούλα. Έτσι κι αλλιώς αυτός θα σάλπαρε, τι τον ένοιαζε. Γι’ αυτόν ήδη είχαν πιάσει να φυσούν οι άνεμοι της αναχώρησης.

Ο παπάς μαντάλωνε την Παντάνασσα και καληνύχτιζε τη νεωκόρο. Εάν η παπαδιά είχε κόσμο, έφτανε ιδρωμένος, καλησπέριζε, της έδινε το καλυμμαύκι και το μαύρο το ράσο κι έμενε με το βυσσινί. Ο δάσκαλος, ο κοινοτάρχης με τη γυναίκα του και κάνα-δυο φίλοι στο καθιστικό έπιναν τσικουδιά με μεζέ ψαριού. Η Σύρμω έβαζε μισό ποτήρι ρακή. Κοίταζε πλάγια τον πατέρα της που τσιμπούσε μιαν ελιά κι έτρωγε ψητό κεφαλόπουλο απ’ την πιατέλα. Μάζευε το φόρεμά της, καθόταν στο πιάνο κι ο παπάς έλεγε ησυχία. Με βραχνή φωνή και στεγνό ουρανίσκο. Η Σύρμω του έπαιζε το μοναδικό κομμάτι που ήξερε. Το Für Elise.

Σεμεδάκι, φωτογραφία του παππού, η βάφτισή της, το σπίτι στις αρχές του αιώνα. Μια τόση δα μπαλαρίνα, η νήσος των Μακάρων. Η υπόσχεση και ο όρκος που θα δίνονταν, η ευχή του πατέρα και της παπαδιάς. Έκλειναν όλοι τα μάτια. Το καλύβι στα βόρεια του χωριού και ο φούρνος. Τ’ αμπέλια, και η μουσική, η μουσική. Το ρέμα και ο ελαιώνας κι ο άλλος ελαιώνας, πόσα δέντρα, πόσα δέντρα. Και μωρά, αγοράκι κι ύστερα κοριτσάκι. Τα γίδια στο κοπάδι,τα φορέματα, τα σεντόνια, το ρακοκάζανο, τα βαρέλια και τ’ ασπρόρρουχα τα βαφτιστικά. Το σταυρουδάκι, αχ, και ο Μπετόβεν. Ένας στρόβιλος, μια πιρουέτα, αυτά. Ταξίδι μέγα και μικρό αλλά προπάντων μέγα.

Άνοιγε κι έκλεινε η μουσική. Άκουγαν οι προεστοί και η εκλεκτή κοινωνία του χωριού, όλοι, με το στόμα ανοιχτό, μαγεμένοι. Και χειροκροτούσαν. Κάθε εσπέρα που μαζεύονταν, το ίδιο.

***

Ήρθε το απόγευμα έπειτα από την καθέλκυση του καραβιού.

Ο Γιώργος κάθεται στο πιάνο. Φορώντας τα καλά του και με το παράθυρο ανοιχτό. Ένα μουστακάκι μόλις έχει σκάσει στο λευκό του πρόσωπο και τα μαλλιά του χωρίστρα. Κοιτάει τον μετρονόμο. Γύρω κάθεται η οικογένεια, με προσμονή. Όρθια και ντυμένη σε πράσινο ταφτά, η δασκάλα, έχει την τιμητική της. Πάνω στο πιάνο, το σκαλιστό ξύλινο καραβάκι. Για να ‘ναι ο πελάτης βέβαιος για το τι πλήρωνε.

Χαμογελά ο Στάμος ο πρωτομάστορης κάτω απ’ τον βελούδινο σκούφο του. Χαμογελά η γυναίκα του μέσα στο φόρεμα το κλειστό με τα κεντήματα στον μπούστο.

Ο παπα-Λάμπρος έχει αφήσει μόνη της την καντηλανάφτισσα και κατηφορίζει με σπουδή το καλντερίμι. Κατευθύνεται στο σπίτι του πρωτομάστορη και κρατά τα ράσα του για να μην μαγκώσουν στα βάτα και στις αχλαδιές. Στρίβει τη δημοσιά και φτάνει στην παραλία, κάτω απ’ το σαχνισί του χειμωνιάτικου. Κοντοστέκεται και παίρνει μιαν ανάσα. Ξύνει τα λειωμένα κεριά από τα δάχτυλά του.

- Σκύψε Γιωργή μου να σου ειπώ τα καλορίζικα!

Ο Γιώργος παίρνει με το βλέμμα την έγκριση του πατέρα του. Σκύβει απ’ το παράθυρο, λέει ευχαριστώ. Μετά κάθεται στο πιάνο και τα δάχτυλά του ξεκινούν.

Φυσάει, φυσάει, γοργόνα, καλοκαιρία, ήλιος καυτός, αλμύρα, βράχος φαγωμένος από το κύμα, η θαλαμηγός του Ιγγλέση, το χαλασμένο πιάνο. Η απαγόρευση, οι φίλοι του με κοντά παντελονάκια ναύτες στα ιστία. Φυσάει και σταγόνες στο μέτωπό του, νότια, νότια. Σαλπάρει. Ανοίγουν οι ορίζοντες. Μακριά τα σπαρτά και οι γαίες. Μακριά το πατρικό. Ξενικές φιγούρες, ξενικοί ήχοι.

Η βροχή δυναμώνει. Ο παπάς από κάτω απ’το παράθυρο βγάζει το μαντήλι του, φυσάει τη μύτη του. Κάνει τον σταυρό του και κάνει τα χέρια του χωνί:

- Μια στιγμή!

Το παιδί δεν καταλαβαίνει γιατί αυτή η διακοπή. Ο πατέρας του διασχίζει το δωμάτιο κάνοντας τα σανίδια να τρίζουν. Έχει μαζευτεί κι άλλος κόσμος, το μισό χωριό έχει έρθει ν’ ακούσει κι ανοίγουν ομπρέλες. Ο Στάμος σκύβει από το παράθυρο, βλέπει τον παπά μες στη νεροποντή.

- Τι έγινε συμπέθερε; Τι συμβαίνει;

Ο παπα-Λάμπρος αγνοεί τη φιγούρα του σκυμμένου συμπέθερου, τεντώνει νευρικά το σβέρκο προς τα πάνω χωρίς να βλέπει τον καλλιτέχνη στα σκοτεινά.

- Για ξαναπαίξε αγόρι μου, σε παρακαλώ κάνε μου τη χάρη!

Το παιδί σουφρώνει τα χείλη. Κάνει μια πλάγια κίνηση του κεφαλιού, κάτι σαν «πάει καλά;». Ξανακάθεται στο σκαμνάκι. Η δασκάλα γυρνά τις σελίδες προς τα πίσω. Οι θείες κάτι μουρμουρίζουν στην πόρτα.

Η μυρωδιά από τις γαζίες απλώνεται κάτω απ’ τη βροχή κι ο Γιώργος κρατά το τιμόνι και ισιώνει. Φυσάει, φυσάει. Όμως μαζεύει, συρρικνώνεται το όνειρο. Ένα φεγγάρι δρεπάνι, ένα λιμάνι απάνεμο, γυρίζει στον μώλο, εκεί όπου σπάει το κύμα. Μαντήλια σηκώνονται, το φουστάνι της Σύρμως ανεμίζει, χεράκια μωρών κουνιούνται μέσα σε μεγάλα χέρια μεγάλων. Άγκυρα, έρχονται, έφτασαν.

Όταν τελειώνουν οι νότες το καράβι έχει αράξει με ασφάλεια.

Τότε σηκώνεται και σκύβει απ’ το παράθυρο. Βλέπει ανοιχτές ομπρέλες.

- Εντάξει τώρα;

Με τα χέρια να κρατούν το καλυμμαύκιό του ο πεθερός κολλάει δειλά το σώμα του στον τοίχο. Κοιτά προς τα πάνω κάνοντας του παιδιού νεύμα να σκύψει. Ντρέπεται λίγο, να το πει, να μην το πει. Καλός ο Γιωργής, σκέφτεται, προκομμένος. Και παίζει τόσο όμορφα το πιάνο, αλλά...

Ο Γιώργος σκύβει, ο παπάς τον κοιτάζει και του ψιθυρίζει φωναχτά:

- Να ρε αγόρι μου… σα να μου φαίνεται…να, πώς να στο πω, λέει, και η βροχή τρέχει πάνω στα γένια του. Το δικό μας το πιάνο δεν παίζει τη θάλασσα! Παίζει άλλη μουσική!


Info
Ο Nίκος Ξένιος γεννήθηκε στo Χαρτούμ και μεγάλωσε στην Αθήνα, όπου ζει και διδάσκει στο Μουσικό Σχολείο Αλίμου. Έκανε τις βασικές του σπουδές στη Φιλοσοφική Σχολή του Πανεπιστημίου Κρήτης στο Ρέθυμνο, στον Τομέα Φιλοσοφίας και Κοινωνικών Σπουδών. Συνέχισε μεταπτυχιακές σπουδές στην Ecole des Hautes Etudes en Sciences Sociales στο Παρίσι, στον Τομέα Ιστορίας και Πολιτισμών, έλαβε δε τον τίτλο του Διδάκτορος της Πολιτικής Φιλοσοφίας από το Πάντειο Πανεπιστήμιο Αθηνών. Η τελευταία του νουβέλα Ένα τριάρι για τον Οιδίποδα κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Φαρφουλάς.

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΟΥ ΝΙΚΟΥ ΞΕΝΙΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το παιδί που στέκεται εκεί

Το παιδί που στέκεται εκεί

Nέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Θάνος Κάππας. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Θα μ...

Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζει ο καθένας, αυτ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Αυτοί είναι οι υποψήφιοι για τα Εθνικά Βραβεία Βιβλίου στις Ηνωμένες Πολιτείες για το 2019

Αυτοί είναι οι υποψήφιοι για τα Εθνικά Βραβεία Βιβλίου στις Ηνωμένες Πολιτείες για το 2019

Ανακοινώθηκαν πριν από λίγες μέρες οι λίστες με τα υποψήφια βιβλία για τα Εθνικά Βραβεία Βιβλίου των ΗΠΑ στις κατηγορίες: Μυθοπλασία (μυθιστόρημα, συλλογές με διηγήματα), Μη μυθοπλασία (δοκίμια, βιογραφίες κ.λπ), Καλύτερο μεταφρασμένο λογοτεχνικό έργο (μυθιστό...

Τι θα διαβάσουμε φέτος τον χειμώνα

Τι θα διαβάσουμε φέτος τον χειμώνα

Επιλογές από τις προσεχείς εκδόσεις ελληνικής και μεταφρασμένης πεζογραφίας, ποίησης και δοκιμίων.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός 
Illustration © Jacques & Lise

Πολλά και ενδια...


Οι άνθρωποι την εποχή των έξυπνων μηχανών

Οι άνθρωποι την εποχή των έξυπνων μηχανών

Για το βιβλίο «Life 3.0» του Max Tegmark (μτφρ. Νίκος Αποστολόπουλος, εκδ. Τραυλός).

Του Σωτήρη Βανδώρου

Εξολοθρευτής, Μάτριξ, Blade Runner κτλ. κτλ. Οι...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube