Σκέψεις της Λυδίας για να μην δει τη θάλασσα

Εκτύπωση

altΝέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Μαρία Φακίνου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Η γυναίκα του φαροφύλακα μπαίνει στο κόκκινο αυτοκίνητο. Η γυναίκα του φαροφύλακα –που στο εξής θα αποκαλούμε Λυδία– μπαίνει στο παλιό κόκκινο αυτοκίνητό της, μάρκας Mazda. Έχει ήδη φορτώσει τις σακούλες από το σούπερ μάρκετ στο πορτ μπαγκάζ, πάνω από μία συσκευασία δεκαπέντε κιλών με ξηρά τροφή για τον Όττο – ένα μαύρο λαμπραντόρ που τώρα ξαπλώνει στο πίσω κάθισμα.

Η Λυδία κάθεται στη θέση του οδηγού, διορθώνει το καθρεφτάκι και κοιτάζει γύρω της το πάρκινγκ που έχει πυρώσει από τον ήλιο, με τα διάσπαρτα σταθμευμένα αυτοκίνητα.

Η Λυδία σκέφτεται: Είναι καλοκαίρι και αυτό είναι το σπίτι μας.

Έπειτα απλώνει το χέρι και βγάζει από το ντουλαπάκι του συνοδηγού ένα δημοσιογραφικό κασετοφωνάκι. Καθαρίζει το λαιμό της και εκεί, μέσα στον καύσωνα του πάρκινγκ, μέσα στα κλειστά παράθυρα του παλιού, κόκκινου Mazda, πατάει το rec και, αφού ελέγχει ότι το φωτάκι είναι αναμμένο, λέει: Συμβουλές για έναν επιτυχημένο γάμο, αριθμός 23.

«Μετά διπλώνετε προσεκτικά τις άκρες της ζύμης και με ένα πιρουνάκι... στα ένα και ογδόντα μέτρα ετοιμάζεται για τη δεύτερη προσπά... νησιά Γκαπαλάγκος... η Σύλβια, έχασε τον έλεγχο του αυτοκινήτου και τώρα είναι στην εντατική... βόρειοι-βορειοανατολικοί... στο διάγγελμά του... για τις πυρκαγιές στην ορεινή...».

Η Λυδία σκέφτεται: Αν ήμουν ζώο, θα ήθελα να είμαι λευκή κουκουβάγια. Αν ήμουν χώρα, θα ήθελα να είμαι η Ιαπωνία. Αν ήμουν νότα, θα ήθελα να είμαι η φα.

Η Λυδία λέει φωναχτά την προπαίδεια του 7, απαριθμεί τις χώρες-μέλη της Ευρωπαϊκής Ένωσης μαζί με τις πρωτεύουσές τους και ενώ τραβάει τη λουλουδάτη κουρτίνα που λειτουργεί σαν διαχωριστικό μεταξύ κουζίνας και μιας παλιάς αποθήκης, κάπου μεταξύ της Ολλανδίας και της Κροατίας, βλέπει τις γαλότσες του πάνω στο ράφι μιας παλιάς βιβλιοθήκης. Έχουν ακόμα χώμα στις σόλες, σκέφτεται, ένα κομμάτι ζωής, έστω και ξεραμένο, και ξεχνάει την πρωτεύουσα της Κροατίας και να πώς ένα ζευγάρι γαλότσες απείλησε να διαλύσει μια γεωγραφική ένωση.

Η Λυδία αφήνει στην άκρη τα δικά της παπούτσια, ο Όττο έρχεται κι αυτός για κάποιο λόγο που μόνο εκείνος γνωρίζει και με τη μεγάλη, χαρούμενη ουρά του αναποδογυρίζει ένα ντενεκεδάκι που πέφτει με κρότο στο μωσαϊκό. Η Λυδία τεντώνει τα τρία δάχτυλα του δεξιού της χεριού –αντίχειρας, δείκτης, μέσος– και σαν να αγγίζει κάτι σιχαμερό ή ιερό, γραπώνει τις γαλότσες ψηλά από την άκρη τους. Έπειτα κάθεται στον μικρό καναπέ της κουζίνας που ακουμπάει στον τοίχο, ο Όττο κλωτσάει με τη μουσούδα του το ντενεκεδάκι ξετρελαμένος και φοβισμένος ταυτόχρονα από το θόρυβο που αυτό αφήνει και η Λυδία με την καρδιά της να χτυπάει δυνατά, σαν να ετοιμάζεται για τη μεγαλύτερη σκανδαλιά ή τη μεγαλύτερη αμαρτία, χώνει με μια βιαστική κίνηση τα πέλματά της μες στις χειμωνιάτικες γαλότσες. Κατακτήτρια.

Έπειτα σηκώνεται. Η άκρη του φορέματός της πέφτει και καλύπτει τις γάμπες της, σταματάει λίγο πιο πάνω από τις γαλότσες αφήνοντας έκθετο ένα μικρό, λευκό, τρυφερό κομμάτι σάρκας, και με διστακτικά βήματα αρχίζει να περπατάει μες στην κουζίνα.

Ήθελε να βλέπει μόνο πεδιάδες, τσιμέντο, δέντρα, κτίρια, όχι άλλος ορίζοντας, όχι άλλες φουσκοθαλασσιές, κύματα-αρνάκια, kuro siwo, οίνοπες πόντοι και άλλα τέτοια παραπλανητικά και ποιητικά, η θάλασσα ήταν ο εχθρός της γιατί αυτή είχε αγαπήσει έναν άντρα, τον φαροφύλακα, που ζούσε για τη θάλασσα, που ζούσε από τη θάλασσα, και που τώρα πια, εξαιτίας της θάλασσας, ζούσε κάτω από τη γη.

«Ένα μικρό βήμα για τον άνθρωπο, ένα μεγάλο άλμα για την ανθρωπότητα», λέει σοβαρή στον Όττο και πιο θαρραλέα πια αρχίζει με μεγάλες δρασκελιές να διασχίζει το σαλόνι που αποκαλείται ταυτόχρονα και καθιστικό, σαν να πηδάει πάνω από φανταστικές λακκούβες με λάσπη, σαν να πηδάει πάνω από ένα κουτσό ζωγραφισμένο στο δρόμο της παιδικής της ηλικίας, σαν να πηδάει πάνω απ' όλες τις κακοτοπιές και η Λυδία λέει φωναχτά, Είναι καλοκαίρι κι αυτό είναι το σπίτι μας, και έπειτα σαν σύνθημα αρχίζει να το επαναλαμβάνει ρυθμικά (Εί-ναι καλο-καίρι, αυτό εί-ναι το σπί-τι μας) και ο Όττο παρασύρεται από τις φωνές της και γαβγίζει κι αυτός ρυθμικά, πηδάει και την αγκαλιάζει με τα μπροστινά του πόδια από τη μέση της, τέσσερα πόδια τώρα η Λυδία, δύο με γαλότσες, δύο με γαμψά νύχια και τρίχωμα, σαν ένα μυθικό ζώο, με κορμό ανθρώπου, πόδια σκύλου και φωνή απόγνωσης. Και μέσα από αυτό το καλοκαιρινό, οικόσιτο σύνθημά της, σκέψεις περνούν αστραπιαία μέσα από το μυαλό της, σκέψεις που δεν θέλει να κάνει μα που το σύνθημα ανέσυρε από τη μνήμη της και αφορούν τον άντρα της που στο εξής θα αποκαλούμε ο φαροφύλακας.

Η Λυδία σκέφτεται: Θα ήθελα να έχω χέρια γίγαντα, μόνο για μια στιγμή, όχι για πάντα. Μόνο για όση ώρα θα χρειαζόταν δηλαδή για να σταθεί δίπλα από το σπίτι της και με μια απλή κίνηση –αφού θα είχε χέρια γίγαντα– να ξερίζωνε το σπίτι τους και χωρίς τίποτε να μετακινηθεί στο εσωτερικό ή στο εξωτερικό του, να το έστρεφε κατά εκατόν ογδόντα μοίρες ώστε τα παράθυρα και το μικρό υπερυψωμένο μπροστινό μπαλκόνι που αποκαλείται βεράντα, να μην έβλεπαν πια τη θάλασσα. Να είχε τον τοίχο στη θάλασσα, την πλάτη της στη θάλασσα, η θάλασσα ήταν πια ο εχθρός της. Ήθελε να βλέπει μόνο πεδιάδες, τσιμέντο, δέντρα, κτίρια, όχι άλλος ορίζοντας, όχι άλλες φουσκοθαλασσιές, κύματα-αρνάκια, kuro siwo, οίνοπες πόντοι και άλλα τέτοια παραπλανητικά και ποιητικά, η θάλασσα ήταν ο εχθρός της γιατί αυτή είχε αγαπήσει έναν άντρα, τον φαροφύλακα, που ζούσε για τη θάλασσα, που ζούσε από τη θάλασσα, και που τώρα πια, εξαιτίας της θάλασσας, ζούσε κάτω από τη γη.

Η Λυδία σκέφτεται: Εφτά η ώρα. Ο Όττο στέκεται ήδη στην πόρτα, βλέμμα ανυπομονησίας στα μάτια του, βλέμμα που κοιτάζει μια τη Λυδία μια το λουρί του στον τοίχο. Του ανοίγει και εκείνος πετάγεται έξω σαν να έχει πιάσει φωτιά. Μαζί με τη Λυδία διασχίζουν χωρίς να βιάζονται ένα μικρό χωράφι, πού και πού κάνουν σύντομες στάσεις για να μυρίσει ο Όττο κάτι που βρίσκει ενδιαφέρον, έπειτα ανηφορίζουν σε ένα ύψωμα που αποκαλείται λόφος και μαζί, Λυδία και Όττο, γυναίκα και σκύλος, περπατούν προς το κοιμητήριο με τη θάλασσα στην πλάτη τους.


Info
Η Μαρία Φακίνου έχει γράψει τρία βιβλία πεζογραφίας. Μεταφράζει από τα αγγλικά. Η τελευταία της νουβέλα Ανατομία κόρης κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Αντίποδες.

alt

ΤΑ ΒΙΒΛΙΑ ΤΗΣ ΜΑΡΙΑΣ ΦΑΚΙΝΟΥ

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το παιδί που στέκεται εκεί

Το παιδί που στέκεται εκεί

Nέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Θάνος Κάππας. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Θα μ...

Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζει ο καθένας, αυτ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Πέθανε ο ποιητής και φιλόλογος Γιάννης Δάλλας

Πέθανε ο ποιητής και φιλόλογος Γιάννης Δάλλας

Ανακοίνωση της Εταιρείας Συγγραφέων για τον θάνατο του Γιάννη Δάλλα.

Αθήνα, 24/02/2020

Πάει καιρός που αφέθηκα και περιζώστηκα τη νύχτα
...
Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: «Στον ουρανό τoυ τίποτα με ελάχιστα…»

Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ: «Στον ουρανό τoυ τίποτα με ελάχιστα…»

Μια βραδιά αφιερωμένη στην ποιήτρια Κατερίνα Αγγελάκη-Ρουκ. Τη Δευτέρα 24 Φεβρουαρίου στις 20.00, στο Θέατρο της οδού Κεφαλληνίας.

Το Θέατρο της Οδού Κεφαλληνίας  και οι φίλοι της  ποιήτριας  Κατερίνας Αγγελάκη-Ρουκ, που έφυγε πρόσφατα, διο...

Larry Tremblay: «Το να γράφεις για τον εαυτό σου ξεχνώντας τον άλλον καταλήγει σε αδιέξοδο»

Larry Tremblay: «Το να γράφεις για τον εαυτό σου ξεχνώντας τον άλλον καταλήγει σε αδιέξοδο»

Μια σύντομη κουβέντα με τον πολυβραβευμένο Καναδό συγγραφέα Λαρύ Τραμπλαί, ενόψει της επίσκεψής του στην Αθήνα.

Του Κ.Β. Κατσουλάρη

O Larry Tramblay (γεν. 1954, στο Κεμπέκ) είναι...