20 Φεβρουαριου 2020

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:11:42:52 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΘΑΛΑΣΣΑ Μερσιέ

Μερσιέ

E-mail Εκτύπωση

altNέοι συγγραφείς έγραψαν αποκλειστικά για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Γιάννης Τσίρμπας.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

15 Αυγούστου 1991

Οικογενειακό θέρετρο. Η μέρα περνάει με διάβασμα ογκωδών εφημερίδων, Βήμα, Καθημερινή, Ελευθεροτυπία, απαραίτητες για προετοιμασία στην Έκθεση. Λεξιλόγιο, εκφράσεις. Πολιτική. Αυτή με ενδιαφέρει ήδη. Είμαι μητσοτακικός, όπως ο μπαμπάς. Φαγητό στην κοινόχρηστη αυλή με οικογένεια και φίλους της οικογένειας, μπάνιο και το βράδυ Αλεξάντερ μέχρι τις τρεις. Κλασικά.

16 Αυγούστου 1991

Συνειδητοποίηση ότι ξεκίνησε η κάθοδος προς το Χειμώνα και τη Δευτέρα λυκείου. Δύσκολη μέρα. Μπάνιο, φαγητό, φωτιά και κιθάρα στην παραλία. Οι παλέτες του μανάβη που κλέβουμε για προσάναμμα τελειώνουν. Υποθέτω ότι μας υποψιάζεται. Ο Στέλιος έκανε παραγγελιά στον Μήτσο στο «Να μ’ αγαπάς» να αλλάξει το «στον τοίχο κάποια Μόνα Λίζα» με «κάποια Μόνα Λίνα». Το θεώρησα ωραίο καμάκι. Η Λίνα όχι.

17 Αυγούστου 1991

Μόνιμο παγκάκι παρέας, παραλιακό πλακόστρωτο, συνοικία Κεφάλας. Κλασικά. Κάθομαι με Μήτσο, Στέλιο και λοιπούς. Λαμβάνω πληροφορία από σύνδεσμο με μόνιμο παγκάκι διπλανής παρέας εξ αριστερών, όπως κοιτάς τη θάλασσα, ότι άρτι αφιχθείσα παραθερίστρια, μαθήτρια γυμνασίου, ονόματι Μαρία, επιθυμεί γνωριμία μαζί μου. «Με έχει δει».

18 Αυγούστου 1991

Η σκέψη τριγυρίζει στο μυαλό μου. Κατά το πρωινό μπάνιο ρίχνω ματιές από παγκάκι δικής μας παρέας σε παγκάκι παρέας εξ αριστερών. Παίζω ρακέτα με πρόσωπο προς παγκάκι δικής τους παρέας. Μετά παίζω βόλεϊ. Και μετά φόλλοουζ, όλα με τον ίδιο προσανατολισμό. Εξαντλούμαι, αλλά νομίζω πως εντοπίζω Μαρία. Μου αρέσει. Ούτως ή άλλως.

19 Αυγούστου 1991

Πραξικόπημα στη Μόσχα. Χαρακτηρίζεται ως οπερέτα από τον ελληνικό τύπο. Οι καπιταλιστές ενισχύονται. Απέναντι στους καπιταλιστές. Γενικά, βιώνουμε νίκες και ενίσχυση παντού αυτά τα χρόνια. Βερολίνο, Βουκουρέστι, Μόσχα. Το ανώτατο Σοβιέτ ενέκρινε την ιδιωτικοποίηση όλων των κρατικών περιουσιακών στοιχείων, μέχρι ποσοστού εβδομήντα τοις εκατό. Αυτά που λέει ο Ψηλός δηλαδή. Τελειώνει η Ιστορία. Εδώ τελειώνει το καλοκαίρι, η Ιστορία δεν θα τελειώσει; Το απόγευμα μπιτς βόλεϊ ενάντια στην παρέα από το παγκάκι εκ δεξιών, όπως κοιτάς τη θάλασσα. Οι κακοί. Ντόπιοι οι περισσότεροι. Και μεγαλύτεροι. Ο πατέρας του αρχηγού τους έχει το κατάστημα ψιλικών στο παραλιακό πλακόστρωτο. Μας προμηθεύει το φιλέ κάθε απόγευμα, ήτοι το σκοινί για το άπλωμα, εκτεινόμενο από ένα αρμυρίκι έως ένα σκουριασμένο μεταλικό παλούκι τύπου ντέξιον, καρφωμένο κάθετα σε έναν άμορφο όγκο τσιμέντου που μετακινείται κατά το δοκούν. Συνήθως χάνουμε. Στο τελευταίο ματς μπωλ μού πέφτουν τα γυαλιά μυωπίας ηλίου και τα ψάχνω στην άμμο αντί να κάνω μανσέτα. Άσος. Χάσαμε. Δεν κοίταξα ποιοι γελούσαν. Κάποιοι δικοί μου μού απέδωσαν ευθύνες για την ήττα. Βούτηξα στη θάλασσα κρατώντας τα γυαλιά σφιχτά στο χέρι. Η Μαρία απουσίαζε.

20 Αυγούστου 1991

Με το αγωνιστικό Μερσιέ, στα χρώματα της Γαλλικής σημαίας, πηγαίνω στο μάρκετ να πάρω κόκα-κόλες μεγάλες για το μεσημεριανό. Κρεμάω τη σακούλα αριστερά στο τιμόνι και κάνω πετάλι στην ανηφόρα του λόφου. Αναρωτιέμαι αν ο Μπόρις Γέλτσιν ξέρει ποδήλατο. Ούτε τανκς πολυξέρει πάντως. Η κατάσταση βαίνει προς ομαλοποίηση.

Με το αγωνιστικό Μερσιέ, στα χρώματα της Γαλλικής σημαίας, πηγαίνω στο μάρκετ να πάρω κόκα-κόλες μεγάλες για το μεσημεριανό. Κρεμάω τη σακούλα αριστερά στο τιμόνι και κάνω πετάλι στην ανηφόρα του λόφου. Αναρωτιέμαι αν ο Μπόρις Γέλτσιν ξέρει ποδήλατο. Ούτε τανκς πολυξέρει πάντως. Η κατάσταση βαίνει προς ομαλοποίηση. Μετά την ανηφόρα έπεται η κατηφόρα. Μου έρχεται, αίφνης, να ξυστώ με το αριστερό χέρι που κρατάει την πλευρά του τιμονιού με τη σακούλα με τις κόκες. Με το που αφήνω το χέρι μου λειτουργούν άψογα οι κανόνες της φυσικής, το βάρος από τις κόκες κάνει το τιμόνι να διπλώσει απότομα προς τα αριστερά και να έρθει κάθετα, δηλαδή υπό γωνία ενενήντα μοιρών, προς τον κορμό του ποδηλάτου. Αυτό έχει σαν αποτέλεσμα την απογείωση του κορμού του ποδηλάτου, που περιλαμβάνει τη σέλα μαζί με εμένα. Κοινώς, ήρθαμε καπάκι και σερνόμαστε στην κατηφόρα. Δεν φοράω μπλούζα, η άσφαλτος καίει, φοράω σαγιονάρες. Κλασικά. Στην προσγείωση το πετάλι έχει χωθεί κατά το ήμισυ στην φτέρνα μου, που αιμορραγεί, η πλάτη μου γδέρνει την άσφαλτο. Ξεσφηνώνω το πετάλι από τη φτέρνα μου, βρίσκω τις σαγιονάρες και τις κοκακόλες, καβαλάω το ποδήλατο και ξεκινώ ξανά, κακήν κακώς. Αποδίδω ευθύνες για αυτό που μου συνέβη στον Γέλτσιν και στις σκέψεις μου για αυτόν. Και σε εκείνον τον στρατηγό που μου ήθελε και πραξικοπήματα. Ζαλίζομαι. Καταφέρνω, αιμόφυρτος, να φτάσω στο πλακόστρωτο, συνοικία Κεφάλα, από εκεί που είχα ξεκινήσει δηλαδή, εκεί όπου οι άλλοι τελειώνουν το μπάνιο τους. Με το που με βλέπουν, γενικός συναγερμός. Μάνα, αδερφή, ο πατέρας λείπει στην πόλη για δουλειά, παρέα από το οικείο παγκάκι, με μεταφέρουν στο μπαλκόνι του ενοικιαζόμενου δωματίου. Μου φροντίζουν τις πληγές, με οξυζενέ, ιώδιο, αλοιφές, γάζες. Απόφαση κατηγορηματική: τέλος τα παπούτσια και τέλος οι μπλούζες για το καλοκαίρι. Και τέλος η θάλασσα.

21 Αυγούστου 1991

Πόνος.

22 Αυγούστου 1991

Πόνος και ντροπή. Με επισκέπτονται κάποιοι. Ρωτάνε για μένα. Ο Μήτσος περνάει λίγα λεπτά μαζί μου στο μπαλκόνι.

23 Αυγούστου 1991

Πόνος και μοναξιά. Δεν μπορώ να κυκλοφορήσω. Όλοι οι άλλοι μπορούν όμως. Η ζωή συνεχίζεται. Εγώ έχω σταματήσει στην τελευταία πεταλιά πριν ξύσω το κεφάλι μου πάνω στο Μερσιέ. Έχουν και οι άλλοι συνειδητοποιήσει την κάθοδο προς το Φθινόπωρο. Δεν είναι χαζοί. Μέχρι και η μάνα μου πηγαίνει για καφέ και δεν θα αργήσει, λέει. Μόνος το σούρουπο στο ενοικιαζόμενο. Πρώτη φορά. Ώστε έτσι είναι.

24 Αυγούστου 1991

Πόνος και αδικία. Νιώθω εντόνως ότι δικαιούμαι να πληρωθώ σύμφωνα με τις ανάγκες μου. Επικοινωνώ με σύνδεσμο από παγκάκι εξ’ αριστερών. Ζητάω να έρθει η Μαρία να με βρει στο ενοικιαζόμενο όταν θα λείπουν όλοι κι εγώ θα βάζω αλοιφή στις πληγές μου. Η Μαρία δεν έρχεται. Το πέσιμο μού πήρε μόνο την πλάτη, όχι και την παρθενιά, όπως έλπισα για μια στιγμή.

25 Αυγούστου 1991

Το Φθινόπωρο κάνει την εμφάνισή του. Πόνος μαζί με κρύο, δεδομένου ότι δεν μπορώ να φορέσω ακόμα μπλούζα πάνω στην πλάτη μου, από το πενήντα τοις εκατό της οποίας λείπει η επιδερμίδα.

26 Αυγούστου 1991

Πρωί. Εμφανίζομαι δειλά στο παραλιακό πλακόστρωτο για πρώτη φορά. Κόλαφος. Αξιοθέατο. Οι μανάδες των φίλων μου με στριφογυρίζουν γύρω από τον άξονά μου όπως τα σταντς με τις καρτ-ποστάλ. Συνοδεύουν την παρατήρησή τους από επιφωνήματα, κυρίως αηδίας, ίσως και συμπόνιας, αλλά του στυλ μη συμβεί στο παιδί τους, όχι δηλαδή ακριβώς για το άτομό μου. Πιάνει το μάτι μου τη Μαρία πάνω στα γόνατα αυτού που έκανε το σύνδεσμο μεταξύ μας από το εξ’ αριστερών παγκάκι. Δρυός πεσούσης…Υποχωρώ ατάκτως στο ενοικιαζόμενο.

27 Αυγούστου 1991

Η μάνα επινοεί μια λύση από αυτές που μπορούν να χαρακτηριστούν ως κλασικές. Ψαλιδίζει δυο τρεις μπλούζες μου, πίσω στην πλάτη, και τις κόβει έτσι που η μια μεριά να καλύπτεται και η πονεμένη, που είναι ολόκληρη μια πληγή, να μένει ακάλυπτη.

28 Αυγούστου 1991

Φοράω τις μισές μου μπλούζες, αλλά δεν βγαίνω σχεδόν καθόλου έξω. Το Φθινόπωρο μού φαίνεται παράδεισος. Κλείνω οκτώ μέρες μέσα. Οκτώ μέρες χωρίς ποδήλατο, χωρίς μπάνιο, χωρίς παπούτσια. Βγαίνω δειλά το μεσημέρι που οι περισσότεροι κοιμούνται ή τρώνε, πηγαίνω στο παγκάκι της παρέας και πετυχαίνω δυο τρία παιδιά που έχουν ξεμείνει, παίζουν τάβλι και διαβάζουν την Αθλητική Ηχώ και το Φως. Η συμπόνια και οι ερωτήσεις από δυο-τρεις αντέχονται. Όχι από περισσότερους. Ο Στέλιος ο πλακατζής μου χτυπάει την πλάτη, πού ‘σαι ρε, ουρλιάζω από τον πόνο. Καταλαβαίνω απόλυτα τη Λίνα.

29 Αυγούστου 1991

Τα νέα από τη Σοβιετική Ένωση έρχονται πλέον με πολύ μικρότερη ένταση. Αντιθέτως με αυτά από το λιμάνι. Η Κοινοπραξία που έχει τα φέρυ-παντόφλες που μας μεταφέρουν κάθε πρώτη Αυγούστου από την πόλη και μας επιστρέφουν σε αυτήν κάθε τριακοστή πρώτη, αποφάσισε να πραγματοποιήσει ένα εν πλω πάρτυ, αποχαιρετιστήριο του καλοκαιριού. Το πάρτυ θα γίνει στο μεγαλύτερο φέρυ, τον Διαμαντή. Αυτό που μόλις περνά, τα πιτσιρίκια φωνάζουν εκστασιασμένα που κατάφεραν να το αναγνωρίσουν, λόγω του μεγέθους του. Εμείς οι μεγαλύτεροι αναγνωρίζουμε άνετα, προφανώς, και τα υπόλοιπα. Στο πάρτυ θα πάνε όλοι. Όλοι. Είναι άλλο να είσαι στο ενοικιαζόμενο και να ντρέπεσαι για την πλάτη σου και τις σαγιονάρες σου και να ξέρεις ότι οι άλλοι είναι στο Αλεξάντερ ή στην παραλία και άλλο να έχουν φύγει, ουσιαστικά, από το θέρετρο, από το Νομό τον ίδιο και να περιπλανώνται στη θάλασσα. Αυτό πολλαπλασιάζει τους βαθμούς μοναξιάς. Θα πήγαινα. Τέλος.

30 Αυγούστου 1991

Επιβιβάζομαι μαζί με όλη τη νεολαία του θέρετρου στον Διαμαντή. Όλοι με κοιτούν με περιέργεια λόγω της αμφίεσής μου. Οι γνωριμίες μου, έστω και φατσικά, εκτείνονται σε μια απόσταση το πολύ συν πλην δύο παγκάκια από το δικό μας. Ξαφνικά πολλοί άγνωστοι άνθρωποι κοιτούν έναν άγνωστο με μια πλάτη που η μισή καλύπτεται από μπλούζα και η μισή από κάκκαλο και που, επιπροσθέτως -όπως εισάγουμε νέα ενότητα στην έκθεση- δεν φοράει παπούτσια. Και τι ενότητα. Με σαγιονάρες έξω το βράδυ βγαίνουν, ως γνωστόν, μόνο αυτοί που δεν έχουν παπούτσια. Το φέρυ το έχουν διακοσμήσει από άκρη σε άκρη με αυτά τα πολύχρωμα λαμπάκια από ταβέρνες. Το κυρίως πάρτυ λαμβάνει χώρα στο χώρο που κανονικά φορτώνονται τα αυτοκίνητα, εντελώς μέσα στην παντόφλα σαν να λέμε. Αντιλαμβάνομαι ότι η νεολαία του θερέτρου δεν αρκεί ούτε για να γεμίσει το κατάστρωμα του Διαμαντή. Υπάρχει ντι-τζέι και ηχεία. Και βαρέλια με μπύρες. Όμως η Κοινοπραξία δεν έχει κάνει, προφανώς, κάποια σοβαρή ηχητική μελέτη. Το ηχητικό περιβάλλον της νύχτας εν πλω, της θάλασσας, των κυμάτων, του αέρα και των ντιζελομηχανών του Διαμαντή είναι μεγάλος αντίπαλος για τον ήχο του ντι-τζέι και τον κερδίζει άνετα. Δημιουργούνται μίζερα πηγαδάκια στο ανοιχτό γκαράζ ενός πλοίου που την επόμενη μέρα θα μας πάρει όλους μακριά από το καλοκαίρι. Νομίζω ότι εκείνη τη στιγμή το συνειδητοποίησαν όλοι. Μόλις πλήρωσαν την είσοδο και μπήκαν μέσα. Εμένα δεν με κάνουν και πολλοί παρέα. Και σίγουρα όχι πολλές. Καμία. Ποια να μιλήσει σε αυτόν με τη μισή κομμένη μπλούζα και την πλάτη γεμάτη ξεραμένα κάκκαλα, την ματωμένη φτέρνα και τις σαγιονάρες; Κυρίως με χαιρετούν όσοι έχουν γονείς που είναι φίλοι ή γνωστοί με τους γονείς μου. Από υποχρέωση. Δασκαλεμένοι. Η Μαρία πουθενά. Κάποιος είπε ότι γύρισε κιόλας στην πόλη. Κάποιος ότι δεν την άφησαν οι δικοί της, όπως δεν άφησαν και την αδερφή μου. Έχω πάρει μια μπύρα και κοιτάζω τη μαύρη θάλασσα και βλέπω μέσα της να αντανακλώνται ασθενικά τα χρωματιστά λαμπάκια και νιώθω την κομμένη μπλούζα μου να ανεμίζει στον κρύο αέρα και να χαϊδεύει το πληγιασμένο μέρος της πλάτης μου, αυτό που δεν πρέπει να το ακουμπήσει τίποτα. Μου αρέσει αυτό το άγγιγμα του μακό πάνω στις πληγές. Πιάνω με την άκρη του ματιού μου το Στέλιο να προσπαθεί να φιλήσει τη Λίνα. Κλασικά. Ο καπετάνιος ζητά από τα μεγάφωνα συγνώμη εκ μέρος της Κοινοπραξίας, αλλά πρέπει να γυρίσουμε νωρίτερα από το αναμενόμενο λόγω καιρού.

31 Αυγούστου 1991

Ήρθε ο πατέρας μου, φορτώσαμε το αμάξι και φύγαμε για τα φέρυ. Είναι μεσημέρι, κάνει ζέστη και δεν φοράω καθόλου μπλούζα. Έτσι ντρέπομαι λιγότερο από ό,τι με τη μισή μου μπλούζα. Κάθομαι στην κουπαστή της πρύμνης του Διαμαντή όπως απομακρύνεται από το λιμάνι, προσπαθώ να εντοπίσω το παγκάκι μας στο παραλιακό πλακόστρωτο της συνοικίας Κεφάλα και σκέφτομαι ότι ίσως το επόμενο καλοκαίρι δεν θα είναι αυτονόητα καλές όλες οι ιδέες της μάνας μου, σκέφτομαι τον Γέλτσιν να κάνει ποδήλατο με το χτυπημένο μου Μερσιέ, σε χρώματα λιμπερτέ, εγκαλιτέ, φρατερνιτέ, με το στραβό τιμόνι που έχει πάρει πλέον μόνιμα κλίση προς τα αριστερά και σκέφτομαι μια Μαρία να έρχεται να με δει στο ενοικιαζόμενο, ενώ λείπουν όλοι. Κλασικά.


Info
Ο Γιάννης Τσίρμπας γεννήθηκε στην Αθήνα το 1976. Σπούδασε πολιτική επιστήμη και ιστορία στο Πάντειο Πανεπιστήμιο και έκανε μεταπτυχιακές σπουδές στην πολιτική συμπεριφορά στο Essex της Αγγλίας. Το 2013 δημοσίευσε τη νουβέλα Η Βικτώρια δεν υπάρχει (Νεφέλη), η οποία μεταφράστηκε στα γαλλικά (Victoria n' existe pas, Quidam Editeur, 2015) και μεταφέρθηκε στον κινηματογράφο (σκηνοθεσία: Γιάννης Σακαρίδης, τίτλος: Amerika Square, ερμηνεία: Γιάννης Στάνκογλου, Βασίλης Κουκαλάνης, διάκριση καλύτερης ελληνικής ταινίας της Διεθνούς Ομοσπονδία Κριτικών Κινηματογράφου/Fipresci στο 57ο Φεστιβάλ Κινηματογράφου Θεσσαλονίκης, τον Νοέμβριο του 2016).

alt

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Το παιδί που στέκεται εκεί

Το παιδί που στέκεται εκεί

Nέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Θάνος Κάππας. 

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Θα μ...

Η κατάρα της Γαλλίδας

Η κατάρα της Γαλλίδας

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, η Χίλντα Παπαδημητρίου.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Υγρό φόρεμα

Υγρό φόρεμα

Νέοι συγγραφείς έγραψαν για την Book Press ένα διήγημα με θέμα τη θάλασσα. Σήμερα, ο Νικόλας Περδικάρης.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ό,τι βαφτίζει ο καθένας, αυτ...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Η αχίλλειος πτέρνα του ανδρικού σεξισμού

Η αχίλλειος πτέρνα του ανδρικού σεξισμού

Για την παράσταση σύγχρονου χορού Εnter Achilles του Λόιντ Νιούσον, στη Στέγη του Ιδρύματος Ωνάση. 

...

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Larry Tremblay στην Αθήνα

Ο πολυβραβευμένος συγγραφέας Larry Tremblay στην Αθήνα

Ο πολυβραβευμένος Καναδός συγγραφέας Larry Tremblay έρχεται στην Αθήνα με αφορμή την παρουσίαση του βιβλίου «Ο πορτοκαλεώνας», το οποίο έχει αποσπάσει πολυάριθμα Καναδικά και Ευρωπαϊκά λογοτεχνικά βραβεία & έχει μεταφραστεί σε 20 γλώσσες. 

...
Πέθανε ο γκαλερίστας και συγγραφέας Αριστείδης Γιαγιάννος

Πέθανε ο γκαλερίστας και συγγραφέας Αριστείδης Γιαγιάννος

Την Τετάρτη 19 Φεβρουαρίου 2020 έφυγε από τη ζωή ο γκαλερίστας και συγγραφέας Αριστείδης Γιαγιάννος. Ο Αριστείδης Γιαγιάννος διακρίθηκε στον χώρο των τεχνών, ως ιδρυτής της ιστορικής αίθουσας τέχνης Titanium, ως συγγραφέας δοκιμίων, λαογράφος και στιχουργός. 

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube