22 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:01:08 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ Ο ΞΕΝΟΣ Λεξικό ψυχολογίας

Λεξικό ψυχολογίας

E-mail Εκτύπωση

sadbrother390Του Δημήτρη Αγανίδη *

Ήταν Δευτέρα πρωί, περασμένες εννιά και αντί να βρίσκεται πίσω από τον σιδερένιο φράχτη του εργοταξίου, περιπλανιόταν στα δρομάκια του Κολωνακίου, μέχρι που στάθηκε μπροστά στην καγκελωτή πόρτα μιας πολυκατοικίας. Τσέκαρε ξανά το νούμερο και βεβαιώθηκε μόνο όταν βρήκε το όνομα στο κουδούνι. Δίστασε όμως την τελευταία στιγμή. Παρατήρησε τους διερχόμενους κατοίκους της περιοχής. Οι περισσότεροι ήταν καλοστεκούμενοι μεσήλικες με κοσμοπολίτικο αέρα. Ξαφνικά αισθάνθηκε εντελώς παρίας, γεγονός που έκανε τους ενδοιασμούς και τις αμφιβολίες του να θεριέψουν ακόμα περισσότερο. 

Μια έκφραση αηδίας σχηματίστηκε στο πρόσωπό του την ώρα που αναθεμάτιζε τον διστακτικό του εαυτό. Επέστρεψε ξανά μπροστά στην σιδερένια πόρτα αλλά πριν κολλήσει το δάχτυλο στο κουδούνι, μια ξανθιά κυρία κοντά στα εξήντα πετάχτηκε απότομα από την είσοδο της πολυκατοικίας φωνάζοντας: «Δεν επιτρέπεται η είσοδος σε αγνώστους! Να φύγετε αμέσως!»

Η ξανθιά κυρία βλέποντάς τον να στέκεται μπροστά της αμίλητος με καρφωμένο το βλέμμα του επάνω της, μάλλον φοβήθηκε και άρχισε να φωνάζει και πάλι δυνατά. Αιφνιδιασμένος από το αναπάντεχο επεισόδιο, γύρισε απότομα για να φύγει πριν μαζευτεί κόσμος. Η ξανθιά κυρία που στο μεταξύ είχε κάνει το λάθος να σταθεί μπροστά του βρέθηκε σωριασμένη στο πεζοδρόμιο γρυλίζοντας «Βοήθεια! Πιάστε τον μαύρο!». Ένας αστυνομικός από την φρουρά του απέναντι διαμερίσματος, πλησίασε φέρνοντας τον ασύρματο βιαστικά κοντά στο στόμα του.

Ο Ιμπέρ άρχισε να τρέχει ενώ πίσω του άκουγε τον αστυνομικό να δίνει σήμα για καταδίωξη. Πέρασε γρήγορα την Βασιλίσσης Σοφίας και κατηφόρισε τρέχοντας προς την Ρηγίλλης. Συνέχισε διασχίζοντας κάθετα την Βασιλέως Γεωργίου με κίνδυνο να τον κομματιάσει κάποιο διερχόμενο όχημα και χάθηκε μέσα στα στενά του Παγκρατίου. Περπάτησε βιαστικά μέχρι που είδε ένα μικρό καφενεδάκι με αραβική επιγραφή. Μπήκε μέσα και ζήτησε ένα τσάι από τον ιδιοκτήτη του καφενείου ο οποίος τον περιεργαζόταν με καχυποψία. Κατάλαβε αμέσως ότι δεν ήταν καλή ιδέα να κρυφτεί σε στέκι μεταναστών, αφού θα ήταν από τα πρώτα σημεία που θα έψαχνε η αστυνομία αν τον είχε ακολουθήσει στην περιοχή. Κατέβασε το τσάι μονορούφι καίγοντας τη γλώσσα του. Άφησε ένα ευρώ στο τραπεζάκι και βγήκε στον δρόμο. Περιπλανήθηκε στα γύρω στενά ψάχνοντας κάπου να τρυπώσει ώσπου μπήκε σε ένα βιβλιοπωλείο που βρήκε μπροστά του. Ιδανικότερη κρυψώνα δεν θα μπορούσε να φανταστεί. Ποιος αστυνομικός θα έψαχνε έναν ύποπτο αλλοδαπό σε βιβλιοπωλείο;

Τον πλησίασε μια υπάλληλος, ψηλόλιγνη, μελαχρινή με ασύμμετρη μύτη κοντά στα τριάντα. Τον ρώτησε αν έψαχνε κάτι συγκεκριμένο. «Βιβλίο ψυχολογίας», απάντησε κοφτά ο Ιμπέρ σε όσο πιο καθαρά ελληνικά μπορούσε.

Τον οδήγησε χαμογελώντας ευγενικά στον επάνω όροφο. Εκεί το περιβάλλον του φάνηκε ακόμα πιο ασφαλές αφού δεν υπήρχε οπτική επαφή από τον δρόμο. Ταράχτηκε όμως πάλι όταν αισθάνθηκε την δόνηση του κινητού. Βρήκε δυο αναπάντητες και ένα μήνυμα από τον συγκάτοικό του που είχε ανησυχήσει για την εξαφάνισή του από δουλειά και σπίτι.

Έβγαλε την κάρτα sim, την τσάκισε στα δύο, αφαίρεσε την μπαταρία και τα πέταξε όλα μαζί βιαστικά μέσα στο σακίδιό του. Ποτέ δεν ξέρεις, σκέφτηκε και τον έλουσε κρύος ιδρώτας στην σκέψη ότι η ξανθιά κυρία ίσως να είχε χτυπήσει σοβαρά κατά την πτώση της στο πεζοδρόμιο.

Πήρε βαθιές ανάσες σαν να του τελείωνε το οξυγόνο από τα πνευμόνια. Έπιασε με την άκρη του ματιού του την υπάλληλο να τον παρατηρεί. Δεν αισθάνθηκε να απειλείται αλλά αναρωτήθηκε αν τον κοιτούσε από περιέργεια ή αν τον θεωρούσε ύποπτο επειδή τον είχε δει να διαλύει το κινητό του.

Το παρουσιαστικό του παρέπεμπε περισσότερο σε παίκτη του μπάσκετ παρά σε διανοούμενο και αυτό προφανώς της δημιουργούσε μια εύλογη περιέργεια. Δεν έμπαινε κάθε δευτέρα πρωί στο βιβλιοπωλείο ένας μεγαλόσωμος μαύρος άντρας ψάχνοντας βιβλία ψυχολογίας.

Η ψηλόλιγνη υπάλληλος με τον πλησίασε και πάλι διστακτικά και τον ρώτησε αν της επιτρέπει να του προτείνει κάτι. Ο Ιμπέρ δέχθηκε αμέσως ανακουφισμένος. Κατέβασε από το ράφι ένα λεξικό ψυχολογίας. Ο Ιμπέρ το κράτησε στα χέρια του κάπως αμήχανα λες και προσπαθούσε να μαντέψει πόσο ζυγίζει. Τον οδήγησε χαμογελώντας σε μια από τις αναπαυτικές πολυθρόνες που υπήρχαν στον επάνω όροφο ώστε να ξεφυλλίσει το βιβλίο με την ησυχία του.

Ο Ιμπέρ γλίστρησε αργά βουλιάζοντας στην πολυθρόνα. Ήπιε λίγο από τον καφέ που του πρόσφερε η κοπέλα και άρχισε να ξεφυλλίζει αργά το λεξικό. Όσο περισσότερο χρόνο περνούσε στο ασφαλές περιβάλλον του επάνω ορόφου τόσο το καλύτερο. Κάποιος με την δική του εμφάνιση, σχεδόν δύο μέτρα μπόι, μαύρος με κίτρινα γυαλιά όρασης δεν ήταν θα ήταν εύκολο να περάσει απαρατήρητος εκεί έξω, ειδικά από την αστυνομία.

Είχε χαλαρώσει τόσο πολύ που τον είχε πάρει ο ύπνος. Η ώρα είχε πάει μία παρά και η Ζωή ετοιμαζόταν να κάνει το μεσημεριανό της διάλειμμα. Τον ξύπνησε με ένα απαλό άγγιγμα στον ώμο που τον έκανε να πεταχτεί απότομα στρέφοντας το κεφάλι του αριστερά και δεξιά με τρομαγμένο βλέμμα. Η Ζωή, που παραδόξως φάνηκε να μην ξαφνιάζεται από το άσχημο ξύπνημά του, τον ρώτησε χαμηλόφωνα αν θα αγόραζε το βιβλίο ώστε να του κάνει μια προνομιακή έκπτωση. Κατέβηκαν στο ταμείο, και στη συνέχεια βγήκαν μαζί στον δρόμο. Η Ζωή, χωρίς να διστάσει καθόλου, του πρότεινε να πάει μαζί της για μεσημεριανό φαγητό. Ο Ιμπέρ αιφνιδιάστηκε από τον αναπάντεχη πρόσκληση και έμεινε σαστισμένος για μερικά δευτερόλεπτα, κοιτάζοντας επίμονα κάτω στο πεζοδρόμιο.

Η ψυχούλα του το ήξερε πόσο πολύ ήθελε να την ακολουθήσει οπουδήποτε, όμως, ο φόβος κυρίευσε το μυαλό του και μούδιασε το κορμί του. Σκέφτηκε να πάρει ένα ταξί, να πάει κατευθείαν στο σπίτι, να χωθεί κάτω απ' την κουβέρτα του και να μην ξεμυτίσει πριν το επόμενο πρωί για να πάει στο εργοτάξιο.

Έξι χρόνια περίμενε όμως αυτή στιγμή. Να ενδιαφερθεί κάποιος ντόπιος να τον γνωρίσει και να συναναστραφεί μαζί του. Πόσο μάλλον μια όμορφη και συμπαθητική κοπέλα όπως η Ζωή. Κατάφερε προς στιγμήν να επιβληθεί στους φόβους του και να αναλάβει το ρίσκο να περπατήσει μαζί της στον δρόμο.

Μετά από λίγα λεπτά, ακριβώς τη στιγμή που έμπαιναν στο ταβερνάκι, ένα περιπολικό πέρασε από δίπλα τους με μεγάλη ταχύτητα και φρέναρε απότομα. Ο αστυνομικός που κατέβηκε από την θέση του συνοδηγού τους σταμάτησε, ζητώντας άδεια διαμονής από τον Ιμπέρ και ταυτότητα από την Ζωή.

«Πού ήσασταν κύριε σήμερα το πρωί», ρώτησε ο αστυνομικός ευγενικά.

«Στο βιβλιοπωλείο, εδώ πιο κάτω», απάντησε ο Ιμπέρ, όσο πιο ψύχραιμα μπορούσε ενώ οι παλμοί της καρδιάς του είχαν εκτοξευθεί επικίνδυνα.

«Και πιο πριν;» ξαναρώτησε ο αστυνομικός, καχύποπτα αυτή τη φορά.

Ο Ιμπέρ παρέμεινε σιωπηλός. Τότε η Ζωή, σχεδόν ενστικτωδώς, απάντησε γι' αυτόν λέγοντας ότι ήταν μαζί στο σπίτι της, από χθες το βράδυ...

«Είναι αλήθεια κύριε;» είπε ο αστυνομικός.

«Ναι», είπε ο Ιμπέρ σκύβοντας το κεφάλι από ντροπή για το ψέμα του.

Ο αστυνομικός επέστρεψε τα χαρτιά τους που στο μεταξύ είχε δώσει στον συνάδελφό του για έλεγχο στον ασύρματο. Καθαροί και οι δύο. «Καλή όρεξη», είπε και μπήκε στο περιπολικό που εξαφανίστηκε αφήνοντας πίσω του μυρωδιά από καμένο λάστιχο.

***

Ο ψυχολόγος κύριος Σιμάκης βγήκε από το γραφείο του και καλημέρισε το ηλικιωμένο ζευγάρι που συνάντησε στο ασανσέρ. Του διηγήθηκαν τα τρομερά νέα για την επίθεση που είχε δεχθεί η κυρία του τετάρτου ορόφου, από έναν αλλοδαπό που προσπάθησε το πρωί να μπει στην πολυκατοικία. «Σίγουρα για να κλέψει και ένας θεός ξέρει τι άλλο», είπε η κυρία Πολίτου, φανερά αναστατωμένη. Ευτυχώς η κυρία Αναγνωστοπούλου δεν είχε τραυματιστεί σοβαρά αλλά το σοκ που υπέστησαν οι ένοικοι ήταν μεγάλο καθώς παρόμοιο περιστατικό δεν είχε συμβεί ποτέ πριν στην πολυκατοικία τους.

Μόνο ο κύριος Λευτέρης Σιμάκης δεν σκοτίστηκε ιδιαίτερα. Εξάλλου ήταν θιασώτης της θεωρίας ότι η μικροεγκληματικότητα αποτελεί κοινωνικό φαινόμενο που προκαλείται από τις ανισότητες που επιβάλλει η άρχουσα τάξη, από την οποία παρεμπιπτόντως προέρχονταν οι περισσότεροι ένοικοι της πολυκατοικίας τους.

Παρά το γεγονός ότι όπου να 'ναι εβδομηντάριζε το βάδισμα του ήταν σχεδόν νεανικό και το βλέμμα του σπινθηροβόλο. Τα άσπρα μαλλιά του ήταν ατημέλητα αλλά η γενειάδα του αρχοντική και περιποιημένη. Στάθηκε στο φανάρι της Λεωφόρου Βασιλέως Γεωργίου και εκμεταλλεύτηκε την αναμονή για να ανάψει την πίπα του. Διέσχισε το δρόμο, περπατώντας πιο αργά αυτή τη φορά, γεγονός που μαρτυρούσε περισυλλογή, αφού σκεφτόταν για ποιο λόγο άραγε δεν εμφανίστηκε στο ραντεβού τους αυτός ο νεαρός που του είχε τηλεφωνήσει χθες ζητώντας επίμονα να τον επισκεφθεί σήμερα το πρωί.
Πρώτη φορά στην πολύχρονη καριέρα του θα έκανε συνεδρία με μετανάστη. Το γεγονός αυτό του προκαλούσε το δίχως άλλο ξεχωριστό ενδιαφέρον, αν και είχε τις ανησυχίες του για το κατά πόσο θα κατάφερνε τελικά να τον βοηθήσει.

Τι έσπρωξε όμως αυτόν τον νεαρό άντρα να θυσιάσει το μεροκάματο που με τόσο κόπο κέρδιζε για να το διαθέσει στον ψυχολόγο, αναρωτήθηκε ο κύριος Σιμάκης, ο οποίος χρέωνε εβδομήντα ευρώ την σαρανταπεντάλεπτη συνεδρία.

Ο φίλος του, ο δικηγόρος Γιώργος Βουδούρης, που είχε δώσει το τηλέφωνό του στον νεαρό μετανάστη από το Μπενίν, τον είχε παρακαλέσει να κάνει ό,τι καλύτερο μπορούσε. Ο κύριος Σιμάκης ήταν έτοιμος να του κάνει μια γενναία έκπτωση μέχρι και πενήντα τοις εκατό. Δεν ήταν τα χρήματα που τον προβλημάτιζαν παρά άλλα θέματα. Τα ελληνικά του παλικαριού δεν ήταν πολύ καλά από όσο μπόρεσε να καταλάβει από την σύντομη τηλεφωνική συνομιλία τους.

Στις περισσότερες χώρες της υποσαχάριας Αφρικής όμως τα γαλλικά είναι κάτι σαν μητρική γλώσσα, σκέφτηκε περιχαρής. Ο κύριος Σιμάκης ζήσει στο Παρίσι στα χρόνια της χούντας, οπότε έλπιζε πως το εμπόδιο της γλώσσας θα μπορούσε να ξεπεραστεί κάνοντας τις συνεδρίες στα γαλλικά.

Υπήρχε βέβαια και το πολιτισμικό θέμα. Ποιος ξέρει τι βιώματα είχε αυτός ο άνθρωπος και ποιες καταστάσεις έχει αντιμετωπίσει μέχρι να φτάσει στην Αθήνα. Στη συνέχεια, απομόνωση, ρατσισμός, καθημερινός αγώνας για επιβίωση. Τι απ' όλα αυτά τον οδήγησαν στο να αναζητήσει τη βοήθεια ενός ψυχολόγου, αναρωτιόταν ο κύριος Σιμάκης. Σίγουρα οι συνεδρίες μαζί του θα είχαν ακανθώδη ζητήματα που δεν ήξερε αν ήταν σε θέση να τα κατανοήσει σε βάθος ώστε να μπορέσει να τον βοηθήσει αποτελεσματικά.

Με τις σκέψεις αυτές μπήκε σαν υπνωτισμένος στο ταβερνάκι που ήταν ήδη γεμάτο, όπως κάθε μεσημέρι, αλλά το τραπέζι του στο βάθος αριστερά ήταν πιασμένο.

«Αχ, μόλις το δώσαμε το τραπεζάκι σας κύριε Σιμάκη. Αργήσατε και νομίζαμε ότι δεν θα έρθετε σήμερα», είπε σχεδόν κλαψουρίζοντας ο σερβιτόρος με την κόκκινη γενειάδα.

Η Ζωή που στο μεταξύ τον είχε δει να μπαίνει, παρενέβη και πάλι ως από μηχανής θεός. Γνώριζε τον κύριο Σιμάκη αφού ήταν από τους πιο τακτικούς πελάτες του βιβλιοπωλείου τους. Σηκώθηκε να τον χαιρετίσει και τον παρακάλεσε να καθίσει μαζί τους γιατί έτσι κι αλλιώς δεν θα έμεναν για πολύ ακόμα.
Την ώρα που έκανε τις συστάσεις το έμπειρο βλέμμα του ψυχολόγου έπεσε επάνω στο λεξικό ψυχολογίας και στην συνέχεια στράφηκε επάνω στον Ιμπέρ ρίχνοντάς του μια γρήγορη αλλά διερευνητική ματιά.

Ο Ιμπέρ ζήτησε συγνώμη και κατευθύνθηκε προς την τουαλέτα. Διπλώθηκε στα δύο για να χωρέσει από την μικροσκοπική πόρτα και έβγαλε από το πορτοφόλι του ένα κίτρινο τετράγωνο χαρτάκι. Το ξεδίπλωσε βιαστικά ενώ μια σταγόνα ιδρώτα έπεσε ακριβώς στο κέντρο του σημειώματος παραμορφώνοντας το περιεχόμενο. Δεν κατάφερε να το διαβάσει καλά αλλά αυτό το όνομα του θύμιζε σίγουρα κάτι.

Ο κύριος Σιμάκης, εκμεταλλευόμενος την ενασχόληση της Ζωής με το κινητό της, έβγαλε διακριτικά από την εσωτερική τσέπη του σακακιού του το κόκκινο σημειωματάριο με το μαύρο λαστιχάκι. Το έφερε κάτω από το ύψος της επιφάνειας του τραπεζιού ανάμεσα στα πόδια του και έριξε μια κλεφτή ματιά. Ιμπέρ Γκονί, λεγόταν ο νεαρός μετανάστης που δεν εμφανίστηκε το πρωί στο ραντεβού τους. Δεν ήταν σίγουρος βέβαια αλλά η διαίσθηση του, του έλεγε ότι αυτός ο Ιμπέρ που καθόταν στο τραπέζι απέναντι του ήταν ο ίδιος που του τηλεφώνησε χθες το βράδυ και του είχε ζητήσει επειγόντως ραντεβού για σήμερα το πρωί.

Ένα γραπτό μήνυμα έφτασε στο κινητό της Ζωής και τράνταξε το τραπέζι. Έπρεπε να επιστρέψει άμεσα στο βιβλιοπωλείο. Άφησε πέντε ευρώ και την επαγγελματική κάρτα της μπροστά στον Ιμπέρ. Αυτός με μια γρήγορη κίνηση της επέστρεψε τα χρήματα και έβαλε την κάρτα στο τσεπάκι του μπουφάν του. «Όποτε θες κερνάω καφέ», του είπε ενώ αυτός είχε αρχίσει ήδη να ιδρώνει στη σκέψη ότι θα έμενε μόνος του με τον ψυχολόγο. Η Ζωή χαιρέτισε τον κύριο Σιμάκη φιλώντας τον σταυρωτά και αποχώρησε, ενώ την ίδια στιγμή ο σερβιτόρος έφερνε βιαστικά την κοτόσουπα.

Ο Ιμπέρ είχε φάει τα κεφτεδάκια του και τώρα τσιμπολογούσε αμήχανα τις πατάτες της Ζωής. Ακολούθησε περίπου ένα λεπτό σιωπής και μετά ζήτησε το λογαριασμό κάνοντας νεύμα με το χέρι του.

«Αν δεν βιάζεστε, Ιμπέρ, θα μου κάνατε τη χάρη να μείνετε λίγο ακόμα για παρέα. Δεν μου αρέσει να τρώω μόνος μου, αν και δυστυχώς το κάνω σχεδόν κάθε μέρα», είπε ο κύριος Σιμάκης και φύσηξε επάνω στον αχνιστό πιάτο του.

Συνέχισε λέγοντας, για να σπάσει τον πάγο, ότι ο μικρός του γιος, ο Φραγκίσκος, ήταν περίπου στην ηλικία του και ότι έκανε το μεταπτυχιακό του στο Παρίσι επάνω στην τεχνητή νοημοσύνη. Ο Ιμπέρ έκανε ένα μορφασμό απορίας.

«Intelligence artificielle. Μιλάτε γαλλικά, ε Ιμπέρ;» είπε ο ψυχολόγος

«Oui biensûr!» απάντησε με παιδικό ενθουσιασμό ο Ιμπέρ.

«Υπέροχα, ευκαιρία να κάνω κι εγώ λίγη εξάσκηση στα γαλλικά μου», είπε φανερά ικανοποιημένος ο κύριος Σιμάκης.

«Εντάξει, αλλά τι να πούμε», ψέλλισε ο Ιμπέρ ενώ ο τόνος της φωνής τους μαρτυρούσε άγχος ανακατεμένο με προσμονή.

«Αφού αγοράσατε λεξικό ψυχολογίας, κάποιες απορίες θα έχετε σχετικά με το θέμα. Εκμεταλλευτείτε με, λοιπόν», είπε ο κύριος Σιμάκης, λίγο πριν ρουφήξει την πρώτη κουταλιά από τη σούπα του.

«Δεν ξέρω από πού ν' αρχίσω», μουρμούρισε ο Ιμπέρ ξεφυλλίζοντας αμήχανα το βιβλίο.

«Με την ησυχία σας, δεν βιάζομαι. Εξάλλου δεν έχω άλλο ραντεβού για σήμερα», είπε ο έμπειρος ψυχολόγος και ακούμπησε το κόκκινο σημειωματάριο με το μαύρο λαστιχάκι επάνω στο τραπέζι...

diagan250Ο Δημήτρης Αγανίδης γεννήθηκε το 1974. Ζει και εργάζεται στην Αθήνα ως δικηγόρος και αρθρογραφεί στην προσωπική του ιστοσελίδα για θέματα τεχνολογίας & δικαίου.

 

 

 

 

   

  

ΠΡΟΫΠΟΘΕΣΕΙΣ ΔΗΜΟΣΙΕΥΣΗΣ ΠΡΩΤΟΤΥΠΟΥ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟΥ ΚΕΙΜΕΝΟΥ ΣΤΟ bookpress.gr.

Διαβάστε τα υπόλοιπα δημοσιευμένα διηγήματα.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Γάγγης και Τίβερης

Γάγγης και Τίβερης

Της Μαρίας Καλιόρη *

Την είδε να στέκεται στην άκρη της γέφυρας και να στρέφει μια τελευταία φορά το κεφάλι της πίσω. Έπειτα άνοιξε τα χέρια της, πέταξε για λίγο στον αέρα και χάθηκε στο ποτάμι. Έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά του...

Ασύμμετροι ζυγοί

Ασύμμετροι ζυγοί

Της Κατερίνας Κοντοπούλου *

Τσιγάρο; Μου γνέφει αρνητικά. Δεν καπνίζει. Ανάβω εγώ, με κοιτάζει κάπως. Επικριτικά. Σαν τη μάνα μου, μόνο νεώτερη. Έχει καλό εξαερισμό εδώ, συνεχίζω. Για τον καπνό. Σηκώνει τους ώμους, δεν την νοι...

Πώς

Πώς

Της Αθηνάς Μπαλή *

Έπιασε τον γιακά του με τα δυο χέρια για να τον κρατήσει όρθιο∙ θέλησε να τρέξει αλλά με τα καινούργια παπούτσια σε αυτό το πεζοδρόμιο ακόμα και το να βαδίσεις ήταν κατόρθωμα.

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

Για την παράσταση Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία, του Roger Vitrac, σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν, στη σκηνή της Φρυνίχου.

Του Νίκου...

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

Είναι μια γεμάτη χρονιά φέτος για τον Δημήτρη Καραντζά. Μετά το τέλος των παραστάσεων της «Δωδέκατης Νύχτας» στο Εθνικό Θέατρο, ανέβασε στις αρχές Φεβρουαρίου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων την «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Από τις 20 Φεβρουαρίου επαναλαμβάνει την...

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube