23 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:59:11 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ Ο ΞΕΝΟΣ Ασύμμετροι ζυγοί

Ασύμμετροι ζυγοί

E-mail Εκτύπωση

mirror-kontopoulouΤης Κατερίνας Κοντοπούλου *

Τσιγάρο; Μου γνέφει αρνητικά. Δεν καπνίζει. Ανάβω εγώ, με κοιτάζει κάπως. Επικριτικά. Σαν τη μάνα μου, μόνο νεώτερη. Έχει καλό εξαερισμό εδώ, συνεχίζω. Για τον καπνό. Σηκώνει τους ώμους, δεν την νοιάζει. Βλέπω την πλάτη της στον καθρέφτη απέναντί μου. Κλείδες, ωμοπλάτες, ξεχωρίζουν άνετα κάτω από το λεπτό μακό.

Έλεγε η μάνα μου, η Ιζαμπέλα πρώτα έμαθε να κάνει σπαγκάτ και μετά περπάτησε. Δεν το θυμάμαι, αλλά δεν είχα και πολλά άλλα να κάνω σαν παιδί. Πιο πολλές ώρες ήμουν στο γυμναστήριο από ό,τι στο σπίτι μας. Τον δεξί ώμο τον έβγαλα πρώτη φορά στα τέσσερα ή στα πέντε. Από τότε έχει βγει τόσες φορές που είναι σαν να ξεκλειδώνω την εξώπορτα. Κρα-κρακ. Εκεί οι πρώτες φιλίες, εκεί οι πρώτοι τσακωμοί παραμονές ατομικών. Έχεις δει τουπέ σε εξάχρονα; Δαγκωματιές, αν το πρόγραμμα της άλλης βγήκε καλύτερο; Και το βάψιμο μου άρεσε, και ας ήμουν μικρή. Και οι στολές. Καρναβάλια σκέτα. Δεν το βλέπαμε τότε, η ζωή μας έμοιαζε με το γυμναστήριο, είχε παράθυρα αλλά ήταν πολύ ψηλά για να τα ανοίξουμε να δούμε απέξω. Ό,τι φως έμπαινε, μπήκε. Αυτό.

Προτείνω να της βρέξω ένα χαρτομάντιλο με νερό, να δροσίσει τα μάτια της που είναι ακόμα πρησμένα. Ούτε που με ακούει.

Αν είχες γεννηθεί νωρίτερα, θα ήταν καλύτερα για σένα, άκουγα. Μόνο σε μένα ίσχυε αυτό, όλοι ζηλεύανε την δική μου γενιά και λέγανε «μακάρι να ήμουν στην θέση σου». Έλιωσα για χρόνια στο φλικ-φλακ πίσω στο έδαφος, στο ροντάτ σε βατήρα για είσοδο στην δοκό, γιατί; Για να βρεθώ στριμωγμένη σε μια γωνία. Χώρος όχι για άλμα, ούτε για βήμα. Με το που αλλάξανε τα πράγματα, πάνε οι προπονήσεις, πάνε οι εμφανίσεις, πάνε και οι προκρίσεις. Με τρώει ακόμα. Κάπου-κάπου βλέπω στον ύπνο μου το τελευταίο πρόγραμμά μου στους ασύμμετρους ζυγούς. Γι' αυτούς γεννήθηκα. Και κρίκους δοκίμασα, μου την είχε πει ένας γυμναστής ότι δεν θα άντεχα σε αντρικές ασκήσεις. Τα κατάφερα και σιγά μη μπορούσαν να με κατεβάσουν από εκεί. Φαντάσου να διαγωνίζονταν οι γυναίκες και στους κρίκους. Μου άρεσε που ήμουν ψηλά, μια ζωή στο έδαφος η ενόργανη βλέπεις.

Με ρωτά αν μπορεί να έχει και αυτή λίγο καφέ. Γλυκό, λέει αρχικά μετά διορθώνει: σκέτο καλύτερα.

Γλυκατζού δεν ήμουν, εδώ έγινα και έπρεπε μετά να μάθω να το ελέγχω. Το τσουρέκι γεμιστό με κάστανο μου αρέσει, θυμίζει λίγο τα δικά μας. Και τα σιροπιαστά και του κουταλιού μου αρέσουν, δεκαπέντε κιλά είχα βάλει το 1994, το θυμάμαι. Το 1992 ήταν η χρονιά που ήρθα. Κατευθείαν Αθήνα, ακόμα ήλπιζα μπας και βρω κάτι με αθλητισμό και έλεγα, αν είναι να το κάνω, να μείνω μόνο Αθήνα. Πρωτεύουσα, μάνα των Ολυμπιακών Αγώνων και τα λοιπά. Αλλά δεν ήξερα τη γλώσσα. Ούτε χαρτιά είχα. Οπότε δούλευα όπου να 'ναι, πέρασα και από φούρνο. Στην αρχή στο εργαστήριο, όταν έμαθα τη γλώσσα, μπροστά. Και να τα φτιάχνω και να τα τρώω έμαθα. Εκεί γνώρισα τον Ιγκόρ. Τακτικός πελάτης. Κάθε μέρα αγόραζε και κάτι για το παιδί της αδερφής του. Κουλούρι, τυρόπιτα, ρυζόγαλο, κρέμα. Δεν του χαλούσε ποτέ χατίρι, δεν έκανε τσιγκουνιές, του μιλούσε ωραία. Τον πρόσεξα. Από πού έπεσε αυτός, σκεφτόμουν. Όταν έμαθα αργότερα ότι είχε και μάνα Ρουμάνα, χάρηκα διπλά. Τον άκουγα στο μαγαζί να μιλάει με τον μικρό ρωσικά, δεν με πείραζε, αλλά πώς να το κάνουμε, μισός Ρώσος είναι καλύτερα από ολόκληρος Ρώσος.

Ρώσοι και Ρουμάνοι δεν τα πάνε καλά μεταξύ τους;

Προσωπικά μαζί τους δεν έχω. Ούτε εκεί, ούτε εδώ. Είναι η αίσθηση που σου αφήνει όμως. Είναι αλλιώς για εσάς. Δεν μπορείτε να καταλάβετε. Η αίσθηση του να είσαι από κάτω. Όσο πάνω και να είχες φτάσει, ήσουν πάντα κάτω από αυτούς. Ο Ιγκόρ δεν τα έβλεπε αυτά, ούτε τον ένοιαζαν. Η αδερφή του να φανταστείς, αυτή με το πιτσιρίκι, είναι παντρεμένη χρόνια με Φιλιππινέζο. Ή Μαλαισιανό; Όπως και να έχει, τέτοια ζητήματα δεν είχε. Μας κάνανε και πλάκα οι φίλοι μας, να βάζαμε λέει στο προσκλητήριο του γάμου ότι τα δυο «ρο», Ρωσία και Ρουμανία, παντρεύουν τα δύο γιώτα. Ιγκόρ και Ιζαμπέλα.

Πόσα χρόνια μείνατε παντρεμένοι; Πέντε, απαντά. Χωρίς παιδιά. Ευτυχώς.

Έλεγα, ευτυχώς που γνώρισα τον Ιγκόρ. Ευτυχώς που έφυγα από το Βουκουρέστι. Ευτυχώς που δούλεψα στον φούρνο. Ευτυχώς που παράτησα την ενόργανη όταν ακόμη ήμουν στα πάνω μου. 

Έλεγα, ευτυχώς που γνώρισα τον Ιγκόρ. Ευτυχώς που έφυγα από το Βουκουρέστι. Ευτυχώς που δούλεψα στον φούρνο. Ευτυχώς που παράτησα την ενόργανη όταν ακόμη ήμουν στα πάνω μου. Ορίστε, ο Ιγκόρ τον ίδιο χρόνο που παντρευτήκαμε άνοιξε το δικό του γυμναστήριο. Στην Καλλιθέα. Εκεί μέναμε, έχει γερή ρώσικη κοινότητα, για αυτούς το άνοιξε. «Body Strength», ακόμα υπάρχει. Στην αρχή είχε μόνο όργανα, μετά δούλεψα και εγώ εκεί, έστησα το κομμάτι της σουηδικής γυμναστικής, του αερόμπικ. Ήταν της μόδας τα λάτιν τότε στα ομαδικά, οι χορογραφίες. Για μένα έκανε το άνοιγμα στο γυμναστήριο στις γυναίκες, έλεγε. Να βγαίνω από το σπίτι, να κάνω κάτι που μου αρέσει. Δεν τσούλησε, κάθισα δεν κάθισα έναν χρόνο. Πού την βρήκες αυτήν την Τσαουσέσκου, κάνανε παράπονα οι πελάτισσες, τόσο καλό παιδί εσύ. Το είχε αυτό ο Ιγκόρ, όλο χαμόγελα. Εγώ πάλι... Ξέρεις τι λένε για εμάς οι άλλες, της ρυθμικής; Ποιος είναι ο μόνος μυς που δεν μπορούν να ασκήσουν οι γυμνάστριες της ενόργανης; Ο μυς για το γέλιο. Δίκιο έχουν.

Σκάει μια υποψία χαμόγελου. Στέκομαι στα δόντια της. ολόισια, πάλλευκα, άψογα. Γνάθος για σταρ του σινεμά.

Δεν είναι δικά μου. Βιδωτά όλα τα μπροστινά. Σπάσανε.

Σπάσανε, ή στα έσπασε; Έχω δει τον φάκελο, τσακισμένα όλα τα μπροστινά, θλάση δεξιού χεριού, δυο ραγισμένα πλευρά, μελανιές στον λαιμό, ματωμένες τούφες μαλλιών στο πάτωμα. Βαρέθηκα να τα βλέπω, βαρέθηκα και να διαβάζω αναφορές. Όλες ίδιες οι περιγραφές, ένα κόμμα δεν αλλάζει.

Πάνω από τα τριάντα δεν αλλάζει ο άνθρωπος, έλεγε η μάνα μου. Βάλε μπροστά του ένα μπουκάλι και για πότε αλλάζει ούτε που θα το πάρεις μυρωδιά, λέω εγώ. Τα τρία πρώτα χρόνια, καλά ήταν. Όσο κρατούσε η μέρα του Θεού, μέλι γάλα όλα. "Ίζα", έλεγε και κόλλαγε το στόμα του. Σούπερ μάρκετ αυτός, να μην κουράζομαι. Λογαριασμοί, ψιλοδουλειές, όλα αυτός. Και μετά κατευθείαν στο γυμναστήριο, το κεφάλι κάτω και δουλειά μέχρι το βράδυ. Δεν θυμάμαι πώς ξεκίνησε, θυμάμαι όμως ότι έμαθα να μην τον ενοχλώ όταν έπεφτε το σκοτάδι. Ούτε τηλέφωνο για να ρωτήσω αν θα αργούσε δεν έκανα. Έμαθα να μην τον χρειάζομαι μετά από μια συγκεκριμένη ώρα. Ο Ιγκόρ θυμόταν ότι με είχε για γυναίκα του από το πρωί μέχρι να κλείσει το γυμναστήριο. Μετά, ένας άγνωστος ξεκλείδωνε την πόρτα με τα κλειδιά του. Ζωή κομμένη στα δυο.

Ζήτημα να έχει πιει δυο γουλιές, ο καφές της κρυώνει δίπλα της. Έχει βραχνιάσει. Προφασίζομαι ότι πονάει ο λαιμός μου και θα παράγγελνα ούτως ή άλλως χαμομήλι, να πω να φέρουν δυο φλιτζάνια; Πιάνομαι από μια αόριστη κίνηση του κεφαλιού της για κατάφαση.

Πρωί ήταν πάντως όταν πήρα την απόφαση να τον αφήσω. Κυριακή, πρωινό τρώγαμε, το θυμάμαι. Θα πηγαίναμε να φάμε το μεσημέρι στης αδερφής του. Ευτυχώς που έχει ανίψι, μου είπε, γελώντας μάλιστα, ευτυχώς που έχει ανίψι γιατί παιδί σιγά μην έβλεπε από μένα. Ποιος ξέρει τι μαλακίες σε ποτίζανε στο Βουκουρέστι για να κάνεις την μαϊμού στους ζυγούς και τώρα δεν πιάνεις παιδί, αναρωτήθηκε και ήπιε λίγο καφέ ακόμα. Ήρεμα, σα να μου έλεγε τι θα φορούσε στο φαγητό. Έπαθα κράμπα και ας μην κούνησα βλέφαρο, το πόδι μου με τραβούσε από την καμάρα μέχρι το γόνατο, καθόμουν για ώρα και τον έβλεπα να βάζει μέλι στο ψωμί του. Σήκωσα κάποτε το φλιτζάνι να πιω μια γουλιά καφέ, είχε ξεραθεί όχι το στόμα μου, το μέσα μου όλο. Το φλιτζάνι έμεινε στη θέση του, στα δάκτυλα κρατούσα το χερουλάκι του μόνο, ποιος ξέρει πόση ώρα θα το πίεζα μέχρι να σπάσει αθόρυβα. Χαμπάρι δεν πήρε. Ποιος μιλάει έτσι στην γυναίκα του, εσύ έτσι της μιλάς;

Σειρά μου να κάνω και εγώ μια αόριστη κίνηση του κεφαλιού. η βέρα της δικιάς μου γυναίκας, μου σφίγγει το δάκτυλο. Ακούγεται ξερή η φωνή μου: «Στο θέμα μας».

Ήταν πιο εύκολο από ό,τι πίστευα. Ήρθε μια δυο φορές στο σπίτι της φίλης μου που έμενα, βαρούσε την εξώπορτα ξανά και ξανά, έριξε μερικά μπινελίκια, στο τέλος βγήκε ένας μπάτσος που έμενε στον ίδιο όροφο και άκουσε την φασαρία και του 'τρίξε τα δόντια. Φοβήθηκε; Το ξανασκέφτηκε; Πάντως δεν είχα άλλα προβλήματα, μέχρι που στον δικηγόρο μου ζήτησε και συγνώμη. Σαν να έβλεπα τον παλιό Ιγκόρ, καθαρά μάτια, ήρεμες κινήσεις, πλατύ χαμόγελο. Άλλαξα, μου λέει, άσε τις υπογραφές και έλα σπίτι μας, έστω και τώρα. Ένα μέρος μου πολύ θα ήθελε να γυρίσει, ψέματα να λέμε; Δεν γύρισα όμως. Φαίνεται ότι εκτός από τα δόντια, δεν είχα τίποτα άλλο για φτιάξιμο.

Και φτάνουμε στο 2004, οπότε και γνώρισες το θύμα. Τον Ησίοδο. Ισίδωρο, με διορθώνει, γιώτα σίγμα. Όταν κουράζονται τα μάτια μου, βλέπω άλλα αντί άλλων. Πρέπει να αλλάξω τα γυαλιά μου.

Μετά το διαζύγιο μετακόμισα στο Παγκράτι. Λίγο μετά, μετακόμισε εκεί και ο Ισίδωρος το μαγαζί του, είχε ένα μεγάλο στα Κάτω Πατήσια, δεν τα βρήκαν στο ενοίκιο με τον ιδιοκτήτη, το μετέφερε. Έψαχνε βοήθεια για το καθάρισμα στις αρχές. Πήγα, όπου ζητούσαν ψιλοδουλειές πήγαινα, τι άλλη δουλειά να έκανα; Ξένος ήταν και αυτός στη νέα γειτονιά, μόνη και εγώ εκεί, μια κουβέντα παραπάνω από το τυπικό την λέγαμε. Σχεδόν απέναντι από το μαγαζί του είχα νοικιάσει, μερικές φορές έψηνα καφέ για δυο και τον πίναμε παρέα. Συχνά τον έβρισκα κάτω από τους καναπέδες να τους διορθώνει ξαπλωμένος ανάσκελα, τον φώναζα να ξέρει ότι μπήκα στο μαγαζί και αυτός ξεμυτούσε όπως το σαλιγκάρι από το όστρακό του. Καλός τεχνίτης ήταν, λιγομίλητος, τακτικός. Οι παλιοί του πελάτες τον ακολούθησαν και στο καινούργιο μαγαζί, βρήκε και νέους από την γειτονιά. Περνούσα αρκετές ώρες εκεί, κατέληξε να μου μαθαίνει τα βασικά για βοηθός ταπετσιέρη. Πιάνουνε και τα χέρια μου σε αυτές τις δουλειές, ήταν και ξεκούραστο να συνδυάζω χρώματα και σχέδια για μαξιλάρια και καρέκλες τραπεζαρίας. Λίγο-λίγο, πίστεψα ότι βρήκα έναν άνθρωπο να συνεννοούμαι.

Τι βρίσκεις να πεις, όταν έχεις διαφορά είκοσι πέντε χρόνια με κάποιον;

Φεύγω, μου λέει ένα απόγευμα, πάω να δω κάτι φίλους, έσκασα μέσα στους τέσσερις τοίχους. Να πας, γιατί να μην πας, είπα. Ξημερώματα γύρισε, με βρήκε στον καναπέ να λαγοκοιμάμαι. Από τότε, πόσες φορές κοιμήθηκε σπίτι μας; Μετρημένες στα δάκτυλα. 

Έτσι ρωτούσε και η μάνα μου, τι του βρίσκεις, ίδια ηλικία με τον πατέρα σου έχει αυτός, Ίζα παιδί μου. Το άκουσα μια, δυο. Δεν πίνει, της είπα. Στάλα. Δεν ξαναμίλησε. Της έκανα και πρόσκληση για τον γάμο, πολιτικό αυτήν την φορά. Ήρθε, μας είδε. Νοικοκύρης φαίνεται τουλάχιστον είπε, κουβαλητής. Νοικοκύρης ήταν, αν και σφικτός στα οικονομικά η αλήθεια. Όχι ότι είχα παράπονα. Δηλαδή, όχι μέχρι που έπεσε η δουλειά. Καθόμασταν αντικριστά στο μαγαζί και κοιταζόμασταν όλη μέρα. Που και που καμία παραγγελία, κανένα φρεσκάρισμα, μικρά πράγματα. Φεύγω, μου λέει ένα απόγευμα, πάω να δω κάτι φίλους, έσκασα μέσα στους τέσσερις τοίχους. Να πας, γιατί να μην πας, είπα. Ξημερώματα γύρισε, με βρήκε στον καναπέ να λαγοκοιμάμαι. Από τότε, πόσες φορές κοιμήθηκε σπίτι μας; Μετρημένες στα δάκτυλα. Πού ήσουν; να ρωτάω. Σε φίλους. Τι κάνατε τόσες ώρες; Μιλούσαμε. Μη με αφήνεις μόνη τα βράδια, έλα πιο νωρίς στο σπίτι, παρακαλούσα. Δεν γίνεται, δεν καταλαβαίνεις. Πόνεσε το κεφάλι μου να σκέφτομαι, έψαξα μη τυχόν και υπάρχουν μπουκάλια κρυμμένα στα ρούχα του ανάμεσα από τις ναφθαλίνες, έψαξα μέσα στην κλειστή ομπρέλα που βγάζαμε το καλοκαίρι στο μπαλκόνι για σκιά, μέχρι και στο πεντάκιλο του απορρυπαντικού για τα ρούχα έψαξα μπας και βρω φλασκί. Εκπαιδευμένη, βλέπεις. Τίποτα.

Αυτούς τους φίλους τους ξέρεις; Τα ονοματεπώνυμά τους τα έχεις;

Είχα γνωρίσει φίλους του. Αλλά δεν είχα και θάρρος να πάρω τηλέφωνο να τους ρωτήσω στα ίσα αν ήταν μαζί, άσε που οι περισσότεροι ήταν οικογενειάρχες που από το σπίτι τους δεν βγαίνανε χωρίς λόγο. Με άλλους έβγαινε. Ποιοι ήταν αυτοί οι νέοι φίλοι; Ρωτούσα, θύμωνε. Σταμάτησα. Μου τα γύρισε μετά, για δουλειές, λέει, τρέχω. Τι δουλειές, ταπετσιέρης άνθρωπος μέσα στα μεσάνυχτα; Στη κουζίνα σου, φώναζε, με άρπαζε από το χέρι και το έσφιγγε μέχρι που μελάνιαζε. Και τι να έκανα στην κουζίνα; Σάμπως είχα να κάνω και τίποτα εκεί; Ό,τι υπήρχε στα ντουλάπια μαγείρευα. Και για τα κοινόχρηστα ακόμα, για να πληρώσω το ηλεκτρικό έπρεπε να παρακαλάω. Ποιον; Ένα Ισίδωρο άυπνο, αξύριστο, με παντελόνι σακουλιασμένο στα γόνατα. Τον Ισίδωρο που όταν τον γνώρισα φορούσε γιλέκο και γραβάτα κάθε μέρα για να πάει στο μαγαζί να περνάει κρόσσια στα τελειώματα στις πολυθρόνες. Χάθηκαν τα μάτια του, βούλιαξαν από τα ξενύχτια, έτρεμαν τα χέρια του. Δεν θα το πρόσεχαν οι πελάτες; Εγώ έπρεπε να κρατάω το μαγαζί, εγώ και το σπίτι.

Ώσπου την Τετάρτη έγινε κλήση στην αστυνομία από ένοικο της πολυκατοικίας για καυγά στο διαμέρισμά σας.

Έχασε, είπε το γούρι του, το είχε στην τσέπη ενός πουκαμίσου που είχα πλύνει. Κλειδώθηκα στο μπάνιο, όλο το υπόλοιπο σπίτι το σήκωσε και το έφερε ανάποδα, άνθρωπος τόσων χρονών και με κήλη, να βρει το γούρι. Με το πλυντήριο να βουίζει και τον άκουγα καθαρά να βρίζει, γκαντεμόσκυλο και γκαντεμόσκυλο. Ίζα κορίτσι μου, είπα, κάτσε και μέτρα. Πόσους γάμους έκανες; Δυο; Ξαναμέτρα. Τέσσερις έκανες. Μετρώντας, με πήρε ο ύπνος στο μπάνιο.

Την Πέμπτη, 24 του μήνα, τι έγινε;

Την επόμενη μέρα, κουτσά-στραβά άνοιξα το μαγαζί. Έβλεπα για μέρες κάτι μούτρα να κόβουν βόλτες από έξω, ίδια κοψιά με κάτι τύπους περίεργους που γυμνάζονταν στο "Body Strength" είχαν. Μπήκε τελικά ένας τους και μέσα, τον Ισίδωρο ζητούσαν για μια δουλειά, λέει. Έβγαινε αυτός από το μαγαζί, έμπαινε ένας παλιός πελάτης του Ισίδωρου, κάτι μαξιλάρες δικές του είχα ειδοποιήσει ότι ήταν έτοιμες. Καλώς τα δέχτηκες, Ιζαμπέλα, μου λέει, πάλι τα ίδια ξεκίνησε ο Ισίδωρος; Κρίμα, και λέγαμε τόσα χρόνια κρατήθηκε, τώρα παντρεύτηκε και εσένα, σώθηκε. Αλλά το κουμάρι είναι αλκοολίκι, τι τα θες κορίτσι μου. Μου κόπηκαν τα γόνατα. Κάθισε και μου έλεγε, μου έλεγε. Κουμαρτζής, με προτίμηση στο στούκι και στον κούκο. Ούτε τις λέξεις δεν ήξερα. Στη γειτονιά ακόμη θυμούνταν τους αρραβώνες του όταν ήταν νέος, μου είπε, αλλά η κοπέλα έφυγε, δεν άντεξε να ζει με το μπαρμπούτι σκιά του Ισίδωρου, να το κουβαλά όσο ζει. Φεύγοντας μου ευχήθηκε καλό κουράγιο. Εσείς οι ανατολικές είστε σκληρά καρύδια, θα αντέξεις.

Έκλεισα νωρίτερα το μαγαζί και πήγα σπίτι. Ήθελα όταν ξυπνούσε να του έκανα καφέ μπας και τα λέγαμε όπως παλιά. Θυμάμαι που άνοιξα την πόρτα. Θυμάμαι που βρήκα το κρεβάτι του ξέστρωτο, αλλά άδειο. Θυμάμαι να τον ψάχνω παντού. Θυμάμαι το αποθηκάκι ανάκατο, από το βαλιτσάκι μου έλειπαν όλα μου τα μετάλλια και κάτι κοσμήματα της γιαγιάς μου. Θυμάμαι ότι άκουσα βήματα στο χολ. Δεν θυμάμαι μετά. Έγινε ένα τσαφ μέσα στο κεφάλι μου, όπως όταν πέφτει η ασφάλεια, ο γενικός. Τσαφ. Πόσες φορές πρέπει να το πω ακόμα, δεν θυμάμαι. Μετά από ώρα τον βρήκα πεσμένο στο πάτωμα.

Καλά που έχουμε την Σήμανση να μας λέει αυτή τι γίνεται λοιπόν. Επιστρέφω.

Παίρνω μαζί μου τα δυο πλαστικά ποτηράκια με τα υπολείμματα χαμομηλιού, πίσω από την ετικέτα στο δικό της σακουλάκι είναι τυπωμένο «ο καλύτερος τρόπος για να προβλέψεις το μέλλον, είναι να το δημιουργήσεις». Με τι φούμαρα γυρίζει η γη. Την βλέπω μέσα από το διπλό τζάμι, χαράζει σκυφτή με το τακούνι της στο πάτωμα παράλληλες τρεμουλιαστές γραμμούλες. Μια-δυο-τρεις κοντούλες γραμμές, σαν γράμματα νηπίου, σαν φράκτης, σαν καγκελάκια.

kontopoulou* Η Κατερίνα Κοντοπούλου γεννήθηκε στην Καβάλα και κατοικεί στην Αθήνα. 

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Γάγγης και Τίβερης

Γάγγης και Τίβερης

Της Μαρίας Καλιόρη *

Την είδε να στέκεται στην άκρη της γέφυρας και να στρέφει μια τελευταία φορά το κεφάλι της πίσω. Έπειτα άνοιξε τα χέρια της, πέταξε για λίγο στον αέρα και χάθηκε στο ποτάμι. Έχωσε τα δάχτυλα στα μαλλιά του...

Πώς

Πώς

Της Αθηνάς Μπαλή *

Έπιασε τον γιακά του με τα δυο χέρια για να τον κρατήσει όρθιο∙ θέλησε να τρέξει αλλά με τα καινούργια παπούτσια σε αυτό το πεζοδρόμιο ακόμα και το να βαδίσεις ήταν κατόρθωμα.

...
Άγρια Δύση

Άγρια Δύση

Του Κωνσταντίνου Καπετανάκη *

Εδώ είμαι ασφαλής. Αραδιασμένα αυτοκινητάκια και αφίσες στους τοίχους, κουρτίνες με καραβάκια, μικρό γραφείο και μεγάλη σάκα, αθλητικά παπούτσια δίπλα στην πόρτα. Το φως από το πλαστικό φεγγάρι πά...

Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

Για την παράσταση Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία, του Roger Vitrac, σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν, στη σκηνή της Φρυνίχου.

Του Νίκου...

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

Είναι μια γεμάτη χρονιά φέτος για τον Δημήτρη Καραντζά. Μετά το τέλος των παραστάσεων της «Δωδέκατης Νύχτας» στο Εθνικό Θέατρο, ανέβασε στις αρχές Φεβρουαρίου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων την «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Από τις 20 Φεβρουαρίου επαναλαμβάνει την...

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube