22 Φεβρουαριου 2017

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:15:59:11 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου

Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση από το βιβλίο της Παυλίνας Μάρβιν Ιστορίες απ' όλον τον κόσμο μου, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Ὁ νοσοκόσμος

Αὐτὸ ἤμουν ἐγώ: Τὸ Γιουβουλί. Tὸ παιδὶ ποὺ μὲ τὶς ὧρες χάνεται κάπου ἀνάμεσα στὰ βαριὰ βιβλία ἐνδοκρινολογίας τοῦ πατέρα καὶ ποὺ ποτὲ δὲ σταματᾶ νὰ στραβώνει τὰ γόνατά του.

Γιουβουλὶ πάει νὰ πεῖ Ἰουλία στὰ τούρκικα. Σὲ μιὰν ἄλλη γλώσσα, πιὸ προσωπική, σημαίνει ἰδιάζον, φαντασιόπληκτο πεντάχρονο, τὸ βλέμμα του μονίμως αὐστηρό, μαῦρα μαλλιὰ μὲ ἀφέλειες ποὺ σὲ κάνουν κάθε τόσο νὰ ξεφυσᾶς γιὰ νὰ μὴ σοῦ γαργαλᾶνε τὴ μύτη, καὶ λεπτά, πολὺ λεπτά, πόδια. Αὐτὸ ἤμουν ἐγώ: Τὸ Γιουβουλί. Tὸ παιδὶ ποὺ μὲ τὶς ὧρες χάνεται κάπου ἀνάμεσα στὰ βαριὰ βιβλία ἐνδοκρινολογίας τοῦ πατέρα καὶ ποὺ ποτὲ δὲ σταματᾶ νὰ στραβώνει τὰ γόνατά του.

Ὁ Δεκέμβριος, ξωτικόμορφος καὶ μεγαλακρικός, κάπου δυὸ κεφάλια ψηλότερος καὶ δυὸ χρόνια μεγαλύτερος ἀπὸ μένα, μοῦ ἔδινε τὴν ἐντύπωση πὼς τὸ μυαλό του ἦταν πολὺ χοντρὸ γιὰ νὰ χωρέσει στὸ μακρόστενο κεφάλι του, καὶ πὼς ζοῦσε πάντοτε μὲ τὸν φόβο τῆς ἐπικείμενης ἔκρηξης – ἦταν ὁ ἀγαπημένος μου φίλος. «Γιουβουλί, τρέξε!» ξεφώνιζε, κι ὅλο τρέχαμε μπρὸς αὐτὸς πίσω ἐγώ, ἀκριβῶς ὅπως ἁρμόζει σ’ αὐτὲς τὶς περιπτώσεις –δηλαδὴ ἄνευ λόγου καὶ αἰτίας–, τρέχαμε γενικά, ἀνεξαρτήτως ἐποχῆς καὶ τοποθεσίας, μέχρι ποὺ πάτησα τὰ ἑφτὰ κι ὁ Δεκέμβριος χάθηκε μιὰ γιὰ πάντα μέσα σ’ αὐτὸ τὸ σπινθηροβόλο παρελθὸν ποὺ ὅσο μεγαλώνεις διαστέλλεται, μὲ πόδια γρήγορα, μὲ τὶς τσέπες τῆς βερμούδας του γεμάτες παιδικὰ δυναμιτάκια καὶ μισοφαγωμένες καραμέλες Τσάρλεστον.

Ὑπάρχουν, χωρὶς ἀμφιβολία, πολλοὶ τρόποι γιὰ ν’ ἀρχίσει κανεὶς μιὰ ἱστορία ἐνάντια στὴ φθορά, πάντως τὸ συγκεκριμένο περιστέρι βρέθηκε ἕνα φθινοπωρινὸ ἀπόγευμα Σαββάτου, σὲ κάποια γωνιὰ σκοτεινή, στὸ Πάρκο Τοσοδούλι. Ὁ Δεκέμβριος, ὁ ὁποῖος ἀντιλαμβανόταν ἀκόμη τότε τὸν κόσμο κυρίως διὰ τῆς ἁφῆς, ἔκανε νὰ τὸ βουτήξει. Πῆρα τὸ αὐστηρό μου, «κάνε στὴν ἄκρη, ξυλοπόδαρε», τοῦ λέω, «θὰ κάνω ἐγὼ τὸ νοσοκόμο, γιατὶ ξέρω, κι ἅμα χρειαστεῖ, κάνεις μετὰ ἐσὺ τὸ νεκροθάφτη». Ἐκεῖνος ψιθύρισε ἕνα μουτρωμένο «σιγὰ τὸ νοσοκόμο», καὶ χωρὶς πολλὰ πολλὰ θρονιάστηκε δίπλα μου στὸ χῶμα. Βέβαια, γιὰ κακή μου τύχη, ὅλες οἱ πιθανὲς διαγνώσεις ἔμοιαζαν στὴν πράξη ἐξαιρετικὰ συναφεῖς, ἔννοιες ἐντυπωσιακὲς καὶ ἀπολύτως συγκεχυμένες στὸ μικρὸ μυαλό μου –ψιττάκωση; μήπως ἱστοπλασματικὴ ἀλλεργία; ἴσως ψευδοπανώλη;– μὰ καὶ ὅλες οἱ δυνατὲς φροντίδες μάταιες. Τελικά, κι ἀφοῦ βεβαιωθήκαμε πὼς τὸ πουλὶ δὲ θὰ μποροῦσε νὰ εἶναι περισσότερο νεκρό, ἀρχίσαμε ν’ ἀναρωτιόμαστε ποῦ θὰ ἦταν καλύτερα νὰ τὸ θάψουμε.

Ξεκινήσαμε λοιπὸν νὰ σκάβουμε, μὲ μουσικὴ ὑπόκρουση τὶς «Βαλκυρίες» τοῦ Βάγκνερ, ποὺ τὶς διέκοπταν παρεμβολὲς ἀπὸ ἕναν ἄλλον σταθμό, ὁ ὁποῖος, ἀντισταθμίζοντας τὴ βαριὰ κουλτούρα, μετέδιδε στιγμιότυπα ἀπὸ τὰ διεθνῆ ἀθλητικὰ νέα.

Μὲ τοὺς μικροὺς ἀνισοϋψεῖς λόφους καὶ τὰ ἀσθενικὰ πευκάκια, τὸ Πάρκο Τοσοδούλι ἔμοιαζε στ’ ἀλήθεια ἰδανικὸ γιὰ νεκροταφεῖο μικρῶν ζώων. Μιὰ λακκούβα κοντὰ στὸ κατεστραμμένο ξύλινο καστράκι θεωρήθηκε ἀριστοκρατικὸ καὶ γενικότερα κατάλληλο σημεῖο ταφῆς. Ὁ Δεκέμβριος, λίγο πρὶν ἀρχίσουμε τὸ σκάψιμο, ἔτρεξε κι ἔφερε τὸ παλιὸ τρανζιστοράκι τοῦ χαμένου παπποῦ (ἀπὸ χρόνια μᾶς εἶχε φύγει καὶ καινούργιος δὲν ἦλθε), δύο μπρετὸν καπέλα, δύο γραβάτες, ὅλα μαύρου χρώματος, ἐπίσης τοῦ παπποῦ, γιὰ νὰ φαινόμαστε πιὸ ἐπίσημοι. Ξεκινήσαμε λοιπὸν νὰ σκάβουμε, μὲ μουσικὴ ὑπόκρουση τὶς «Βαλκυρίες» τοῦ Βάγκνερ, ποὺ τὶς διέκοπταν παρεμβολὲς ἀπὸ ἕναν ἄλλον σταθμό, ὁ ὁποῖος, ἀντισταθμίζοντας τὴ βαριὰ κουλτούρα, μετέδιδε στιγμιότυπα ἀπὸ τὰ διεθνῆ ἀθλητικὰ νέα.

Τὸ περιστέρι, ποὺ ὀφείλω νὰ ὁμολογήσω πὼς δὲν ξεχώριζε σὲ τίποτε ἀπὸ ἕνα κοινὸ ψόφιο περιστέρι, φαινόταν νὰ τουρτουρίζει καθὼς ὁ ἄνεμος πέρναγε μέσα ἀπὸ τὰ φτεράκια του, ὅμως ἀνέμενε καρτερικὰ τὴ νέα καὶ τελευταία του κατοικία. Ὅταν μετὰ ἀπὸ κάποια ὥρα τελειώσαμε μὲ τὰ διαδικαστικά, ὁ σιωπηλὸς Δεκέμβριος, στὸν ρόλο τοῦ νεκροθάφτη, ἔπιασε ἀποφασιστικὰ τὸ πουλὶ καὶ μὲ τὰ δυό του χέρια καὶ τὸ τοποθέτησε μὲ προσοχὴ στή –δυσανάλογα, θὰ ἔλεγα, μεγάλη γιὰ τὸ μικρὸ μέγεθος τοῦ νεκροῦ– λακκούβα. Τὸ κοίταξε γιὰ λίγο, σὰν νὰ μὴν τοῦ ἄρεσε κάτι. Τελικῶς ἔβγαλε τὸ καπέλο μπρετὸν τοῦ παπποῦ καὶ τὸ χρησιμοποίησε ὡς ἕνα εἶδος φέρετρου, βάζοντας μέσα τὸ περιστέρι καὶ ξανατοποθετώντας το στὸν λάκκο. Χαμογέλασε μᾶλλον εὐχαριστημένος. Ἀφοῦ τακτοποιήσαμε μὲ στὺλ ἐπαγγελματικὸ καὶ τὴν παραμικρὴ λεπτομέρεια μέσα ἐκεῖ –ἐξαγωγὴ μικρῶν σκουπιδιῶν, λείανση τοῦ ἐδάφους στὸ ἐσωτερικό, ἀλλαγὲς στὴ στάση τοῦ ὁριζοντιωμένου πτηνοῦ, ὥστε νὰ ἀποπνέει τὸ μέγιστο δυνατὸ κύρος ποὺ ἐμπνέει μὲ τὴ σειρά του τὸν μέγιστο δυνατὸ σεβασμό, καὶ ἄλλα τέτοια τρομερά–, σκεπάσαμε τὸν τάφο μὲ μπόλικο ὑγρὸ χῶμα. Δὲν προλάβαμε νὰ καμαρώσουμε γιὰ πολὺ τὸ ἐπίτευγμά μας· τὸ σκηνικὸ ἔληξε κάπως ἄδοξα μὲ μιὰ δυνατὴ φθινοπωρινὴ μπόρα καὶ γρήγορο τρέξιμο πρὸς τὸ σπίτι μὲ παπούτσια λασπερά, στὸν ρυθμὸ ἤχων πασανάκατων ποὺ μᾶς μετέδιδε πάντοτε τὸ τρανζιστοράκι.

altΜέσα στὶς ἑπόμενες μέρες ὁ Δεκέμβριος ἐπαναλάμβανε διαρκῶς κάτι γιὰ κάποιο, τάχα μου, κακὸ προαίσθημα καὶ ἐπέμενε νὰ ἀνοίξουμε τὸν τάφο τοῦ περιστεριοῦ, γιὰ νὰ βεβαιωθοῦμε πὼς ἦταν ὅλα ὅπως τὰ εἴχαμε ἀφήσει. Ὅταν βαρέθηκα νὰ τὸν ἀκούω κι ἀποδέχτηκα τὴν κατὰ τὰ ἄλλα ἐντελῶς παράλογη πρόταση –ποιός ὁ λόγος νὰ βλάψει κανεὶς ἕνα νεκρὸ πουλί;– βρεθήκαμε ξανὰ νὰ σκάβουμε, σχεδὸν χαράματα, μὲ πέτρες καὶ μὲ ξύλα, ὥσπου ἐπαληθεύτηκε ἡ πρόβλεψη, δικαιολογήθηκαν καὶ μὲ τὸ παραπάνω οἱ συνθῆκες πρόωρης ἐκταφῆς: Μέσα στὸ ἀγνώριστο σχεδὸν καπέλο-φέρετρο τοῦ παπποῦ δὲ βρισκόταν πλέον μόνο τὸ ἄτυχο πουλί, ἀλλὰ καὶ μύρια πεινασμένα τυχερὰ γεωσκουληκάκια, ποὺ πηγαινοέρχονταν ἀργοπορώντας χαρούμενα σὲ ὅλο τὸ σῶμα καὶ τὸ κεφάλι του. «Μὰ πῶς ἐξηγεῖται νὰ μὴν τὰ δοῦμε ὅλα αὐτὰ ὅταν σκάβαμε;» μονολογοῦσε μὲ βλέμμα ἀρρώστου ὁ Δεκέμβριος, κι αὐτὴν τὴ φορὰ ἤμουν ἐγὼ ποὺ ἔτρεξα, θυμωμένη καὶ μὲ παλλόμενη τὴν ἀλογοουρά μου, στὸ σπίτι, ἀπ’ ὅπου ἔφερα τὸ τρανζιστοράκι, δύο ξύλινες μαγειρικὲς κουτάλες, τὸ μονῆρες καπέλο, τὶς γραβάτες, ἕνα μεγάλο μπουκάλι νερὸ καὶ μιὰ πετσέτα χεριῶν ἀπὸ τὸ μπάνιο.

Ἦταν ξεκάθαρο πὼς ἔπρεπε νὰ ἐπιλέξουμε ἕνα νέο μέρος ταφῆς. Ἀφοῦ φορέσαμε τὰ ἁρμόζοντα, ἀπομακρύναμε ὅσα σκουλήκια μπορούσαμε μὲ νερὸ καὶ διώξαμε τὰ ὑπόλοιπα μὲ λεπτὰ ξυλάκια καὶ μὲ τὶς μαγειρικές μας κουτάλες. Ἔπειτα τυλίξαμε τὸ περιστέρι στὴν πετσέτα καὶ ξεκινήσαμε γιὰ τὸ κηπάριο τῆς Κοιμήσεως, ἀρκετὰ μακριὰ ἀπὸ τὸ πάρκο. Τὸ πουλὶ θάφτηκε τώρα πολὺ κοντὰ σὲ ἕνα πραγματικό, ὀρθόδοξο νεκροταφεῖο, σαβανωμένο καλὰ καὶ βαλμένο στὸ ἀπαραίτητο καπέλο. Γιὰ λόγους ἐναρμόνισης μὲ τὸ περιβάλλον καὶ μόνο, ἐπιλέχτηκε νὰ συνοδευτεῖ ἡ ὅλη τελετὴ ἀπὸ ψαλμοὺς ποὺ ἐξέπεμπε ὁ σταθμὸς τῆς Ἐκκλησίας τῆς Ἑλλάδος.

Εἶναι βέβαια ἀλήθεια πὼς ἡ δασκάλα ἔδειξε ἀρκετὰ προβληματισμένη ὅταν διάβασε τὸ κείμενό μου. Ἀρχικά, μοῦ ζήτησε μὲ χαμόγελο συγκαταβατικὸ νὰ τῆς ἐπιβεβαιώσω πὼς τὸ φαντάστηκα, μὰ ὅταν ἔνευσα ἀρνητικά, βρῆκε νὰ μοῦ πεῖ ψιθυριστὰ μονάχα ἕνα: «Αὐτὰ εἶναι νοσηρὰ πράγματα». Εὐτυχῶς δὲν ἄργησα νὰ καταλάβω πὼς κανεὶς δὲ θὰ καταλάβει.

Στὸ σημεῖο αὐτό, ἡ ἱστορία μας γίνεται ἐξαιρετικὰ προβλέψιμη: Λίγες μέρες ἀργότερα, ὁ Δεκέμβριος ἄρχισε νὰ βλέπει τρομακτικότατους ἐφιάλτες, ὅπου ἐξωγήινα μικρὰ μαμούνια –ρὸζ μὲ λευκὸ πουά, γιὰ τὴν ἀκρίβεια– δὲν ἔλεγαν νὰ ἀφήσουν σὲ ἡσυχία τὸν νεκρό. Γιὰ νὰ προλάβουμε τὰ χειρότερα, προβήκαμε, ὅπως εἶναι φυσικό, σὲ δεύτερη ἐκταφή, κατὰ τὴν ὁποία δὲ βρέθηκαν ὅμως τὰ ψυχεδελικὰ μαμούνια, ἀλλὰ τὰ ἴδια μικρὰ γεωσκουληκάκια, ποὺ εἶχαν κιόλας εἰσχωρήσει παντοῦ, ἀδιαφορώντας παντελῶς γιὰ τὴν πετσέτα-σάβανο. «Μὰ ἔκαναν τόσο δρόμο γιὰ νὰ ἔρθουν μέχρι ἐδῶ;» ἔλεγε καὶ ξανάλεγε ὁ Δεκέμβριος, καὶ ἀκολούθησε βέβαια τρίτη ταφή, οἱ ἑπόμενοι ἐφιάλτες, ἡ τρίτη ἐκταφή, ἡ τέταρτη ταφή, τρομεροὶ ἐφιάλτες ξανά, ἄλλη ταφή, μὲ διαφορετικὲς μουσικές, σὲ διαφορετικὰ σημεῖα κάθε φορά –στὴν αὐλὴ τοῦ σχολείου, κοντὰ στὸ σπίτι, γιὰ νὰ ἔχουμε τὸν ἔλεγχο, σὲ μιὰ κακόφημη ἀλάνα, στὸ προαύλιο τοῦ γηροκομείου–, κι ὅμως, σᾶς διαβεβαιῶ: Τὰ σκουληκάκια ἀποδεικνύονταν περίφημοι δρομεῖς μεγάλων ἀποστάσεων. Μᾶς τὴν ἰσιώσανε κανονικὰ τὴ γραβάτα – ὅπως θά ’λεγε κι ὁ παππούς, καὶ φάγανε τὸ πουλί μας λάχανο. Μέσα σὲ πενήντα μόλις μέρες ἀπὸ τὸ πρῶτο θάψιμο, εἶχαν ἀπομείνει μόνο ἐλάχιστα κοκαλάκια καὶ λίγα πούπουλα. Ὁ χειμώνας ἔμοιαζε ἤδη βαρύς, κι ὁ Δεκέμβριος βαρὺς κι ἀσήκωτος, χαμένος σὲ ἀρμένικες ἐπισκέψεις ὀνειροπολήσεων – οἱ τελευταῖες, ὅπως πρόλαβε νὰ μοῦ ἐξομολογηθεῖ, δὲ ζητοῦσαν ποτὲ τὴ συγκατάθεσή του, οὔτε γιὰ τὰ βασικὰ στοιχεῖα στὸ σενάριο. Ἦταν προφανὲς πὼς εἶχε ἀποτύχει ὡς νεκροθάφτης, καὶ ἐγὼ βεβαίως ὡς νοσοκόμος – παρὰ τὰ βιβλία ἐνδοκρινολογίας. Τότε ἦταν ποὺ ὁ φίλος μου ἄρχισε νὰ τρέχει χωρὶς ἐμένα, ὥσπου δυὸ χρόνια ἀργότερα χάθηκε, ἀκριβῶς τὴν ὥρα ποὺ ἐγὼ πατοῦσα δυνατὰ μὲ τὸ μολύβι τὴν τελευταία τελεία στὴν πρώτη μου μεγάλη σχολικὴ ἔκθεση, μὲ τίτλο «Ὁ νοσοκόσμος», ὅπου περιέγραφα πάνω κάτω τὴ θλιβερή μας ἱστορία μὲ τὸ πουλί, ἀρχίζοντας μ’ αὐτὸν τὸν τρόπο τὴ λαμπρή μου σταδιοδρομία στὴ λογοτεχνία. Εἶναι βέβαια ἀλήθεια πὼς ἡ δασκάλα ἔδειξε ἀρκετὰ προβληματισμένη ὅταν διάβασε τὸ κείμενό μου. Ἀρχικά, μοῦ ζήτησε μὲ χαμόγελο συγκαταβατικὸ νὰ τῆς ἐπιβεβαιώσω πὼς τὸ φαντάστηκα, μὰ ὅταν ἔνευσα ἀρνητικά, βρῆκε νὰ μοῦ πεῖ ψιθυριστὰ μονάχα ἕνα: «Αὐτὰ εἶναι νοσηρὰ πράγματα». Εὐτυχῶς δὲν ἄργησα νὰ καταλάβω πὼς κανεὶς δὲ θὰ καταλάβει.

Μέχρι τὴ στιγμὴ αὐτὴ πέρασαν πολλοὶ Δεκέμβρηδες καὶ τὰ περιστέρια εἶναι ἕνα εἶδος βρομερῆς ἄγριας ζωῆς στὴ δύσμορφη πόλη, ποὺ ἐπιλέγει, μεταξὺ ἄλλων ἡσυχαστηρίων, καὶ τὸ μπαλκόνι μου. Ὅταν βρίσκω κανένα τους ψόφιο, τὸ βάζω σὲ σακούλα καὶ τὸ πετῶ τὸ βράδυ στὰ σκουπίδια. Ὅσο γιὰ τὸν παιδικό μου φίλο, συχνὰ τὸν φαντάζομαι νὰ τρέχει μόνος του, σὲ μιὰ πόλη πιὸ ὄμορφη ἀπ’ τὴ δική μου, στὶς ἀπὸ καιρὸ χορταριασμένες γραμμὲς τῶν τραίνων. Ὕστερα ἀπ’ ὅλ’ αὐτά, τὸ Γιουβουλὶ ἔμαθε πιὰ καλὰ πὼς δὲν ὑπάρχει κανένα τέλος σὲ μιὰ ἱστορία ἐνάντια στὴ φθορά. Γιατὶ αὐτὴ ἡ ἴδια, ἀκριβῶς ὅπως τὰ γεωσκουληκάκια, καταβροχθίζει ἀργοπορώντας χαρούμενα ὅλα τὰ τέλη τοῦ κόσμου – ἀκόμη καὶ τὰ πιὸ μικρά.

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Η συχνότητα του θανάτου

Η συχνότητα του θανάτου

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Χίλντας Παπαδημητρίου Η συχνότητα του θανάτου, που θα κυκλοφορήσει στις 5 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Λεωνίδας Καλούσης

...
Το κήτος

Το κήτος

Προδημοσίευση από το βιβλίο της Ούρσουλας Φωσκόλου Το κήτος. Μικρά και μεγάλα πεζά, που θα κυκλοφορήσει τις επόμενες μέρες από τις εκδόσεις Κίχλη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Η μετακόμιση

Η μετακόμιση

Προδημοσίευση από το μυθιστόρημα της Φωτεινής Τσαλίκογλου Η μετακόμιση, που θα κυκλοφορήσει στις 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

«Πάνε πια τα παιδιά, δεν υπάρχουν»

Για την παράσταση Βίκτωρ ή τα παιδιά στην εξουσία, του Roger Vitrac, σε σκηνοθεσία της Μαριάννας Κάλμπαρη, η οποία παρουσιάζεται στο Θέατρο Τέχνης - Κάρολος Κουν, στη σκηνή της Φρυνίχου.

Του Νίκου...

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

«Με έναν περίεργο τρόπο, αυτός ο ζόφος μου δίνει κουράγιο»

Είναι μια γεμάτη χρονιά φέτος για τον Δημήτρη Καραντζά. Μετά το τέλος των παραστάσεων της «Δωδέκατης Νύχτας» στο Εθνικό Θέατρο, ανέβασε στις αρχές Φεβρουαρίου στο Θέατρο της Οδού Κυκλάδων την «Πλατεία Ηρώων», το κύκνειο άσμα του Τόμας Μπέρνχαρντ. Από τις 20 Φεβρουαρίου επαναλαμβάνει την...

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Ένα χαμόγελο στον Ηλεκτρικό

Για την παράσταση Αθήνα, Γραμμή 1, σε σκηνοθεσία Σοφίας Βγενοπούλου, η οποία παρουσιάζεται και απόψε στη Μικρή Σκηνή της Στέγης του Ιδρύματος Ωνάση.

Του Νίκου Ξένιου

...
Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube