x
Διαφήμιση

8 Δεκεμβριου 2019

ΤΕΛΕΥΤΑΙΑ ΕΝΗΜΕΡΩΣΗ:00:00:00 GMT +2

Διαφήμιση
ΒΡΙΣΚΕΣΤΕ: ΚΕΙΜΕΝΑ ΕΛΛΗΝΙΚΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

Ιάκωβος Ανυφαντάκης: «Κάποιοι άλλοι»

E-mail Εκτύπωση

altΠροδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ιάκωβου Ανυφαντάκη «Κάποιοι άλλοι», που κυκλοφορεί στις 21 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Πατάκη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

Τους πρώτους μήνες στην Πολωνία κάθε μέρα ήταν μια άσκηση στο τίποτα, άλλο ένα χαμένο εικοσιτετράωρο που περνούσε ανάμεσα στον νεροχύτη με το πλύσιμο των πιάτων και το μπαλκόνι με το άπλωμα των ρούχων, βήματα μπρος πίσω χωρίς λόγο – κοιτούσα τα εγχειρίδια της πολωνικής γλώσσας, επαναλάμβανα φράσεις που δεν είχαν κανένα νόημα, κι όλα αυτά περιμένοντας τη Μάρω να γυρίσει. Και τότε, όταν η μέρα μου, υποτίθεται, θα ξεκινούσε, τίποτα δεν συνέβαινε, περιμέναμε μαζί το τέλος της. Αναρωτιόμουν αν έβρισκε κι εκείνη οποιοδήποτε νόημα στη δουλειά της στο νοσοκομείο, αν έβρισκε λόγους να ζει μαγειρεύοντας και καθαρίζοντας μαζί μου, τις Κυριακές πλένοντας όλα τα παράθυρα του σπιτιού, αν απολάμβανε οτιδήποτε πια.

Ακόμα και αν η αρχή ήταν εκείνο το απόγευμα στις πρώτες μέρες του Σεπτέμβρη που είδα τον Αγγέλου, τότε δεν είχα ιδέα. Για δυο μήνες, οριακά, το ξέχασα. Ο Αγγέλου ήταν ένα μόνο από τα σκαλιά που είχα κατρακυλήσει τα τελευταία χρόνια, ούτε το πιο σημαντικό, ούτε το πιο αιχμηρό. Καθόμουν στην ίδια καρέκλα όπως κάθε άλλη μέρα, δημιουργώντας μια ψηφιακή γέφυρα με το παρελθόν και αναζητώντας νέα για τον Λαρς στο ίντερνετ, όταν ένας κρότος διέκοψε τα πάντα. Είχα ένα φλας μπακ, σαν να ήμουν πάλι στην Αθήνα, στις τελευταίες διαδηλώσεις, μόνο που από τον συγκεκριμένο κρότο έλειπε η λάμψη της φωτιάς. Μια μικρή δόνηση διαπέρασε τον σκελετό του κτιρίου. Έτρεξα στο υπνοδωμάτιο να βρω τη Μάρω. Δεν ήξερα αν έπρεπε να τη σώσω σαν άντρας της ή να κρυφτώ κοντά της, αφού μόνο εκείνη μπορούσε να προστατέψει και τους δυο μας πραγματικά.

«Τι έγινε;» ρώτησε ζαλισμένη από τον ύπνο. Το δέρμα της ήταν ζεστό, κάποια άλλη μέρα θα σκεφτόμουν ότι είναι αισθησιακή, όπως έκοβε τα φωνήεντα με τα δόντια, όμως τώρα κάθε ανοιγοκλείσιμο των ματιών της μετρούσε αντίστροφα τον χρόνο που της χρειαζόταν για να θέσει την κατάσταση υπό έλεγχο. Έξω από την πόρτα ακούγονταν οι πρώτες φωνές από τους γείτονες που έτρεχαν στις σκάλες.

«Co słychaz;*» τους ρώτησε. Προχωρούσαν προς τα πάνω, όχι προς τα κάτω. Απάντησαν γρήγορα στα πολωνικά κάτι που εγώ δεν κατάλαβα και η Μάρω δεν γύρισε να μου μεταφράσει. Ήταν αγαπητή στην πολυκατοικία. Ένα φρούτο εξωτικό, η δική τους μικρή Ελληνίδα. Εγώ δεν υπήρχα, δεν μιλούσα τη γλώσσα, ήμουν αόρατος, κάποιος που ήρθε εδώ αλλά ποιος ξέρει αν θα έμενε για πολύ. Κάθε μεσημέρι που γυρνούσε από τη δουλειά, η Μάρω καθυστερούσε δέκα και είκοσι λεπτά, από την εξώπορτα ως το διαμέρισμα, επειδή όλο και κάποιος γείτονας είχε έναν πόνο και ήταν δύσκολο να κλείσεις ραντεβού σε κλινική – και ακριβό. Δεν ήταν ασθενείς της, μπορεί να μην τους είχε ξαναδεί καν. Αμοιβή του γιατρού δεν είναι τα χρήματα αλλά η ανακούφιση που προσφέρει σε όποιον έχει ανάγκη. Έτσι είχε πει στον Πολύβιο πριν χρόνια για να την αφήσει να πάει στην Πολωνία να σπουδάσει ιατρική, και αφού το είπε στον πατέρα της το πίστεψε και η ίδια.

Άργησα πολύ να ανέβω. Όταν έφτασα στον τελευταίο όροφο, όσοι ήταν μπροστά από μένα γυρνούσαν πίσω με τα χέρια να καλύπτουν το στόμα, αλλά χωρίς να λένε κουβέντα. Πέρασα ανάμεσά τους χρησιμοποιώντας τα χέρια σαν να κολυμπούσα κόντρα στο ρεύμα. Η πόρτα της ταράτσας ήταν ανοιχτή.

Η Μάρω βγήκε αμέσως μπροστά. Υπήρχαν άλλοι σε σκαλοπάτια πιο πάνω από εκείνη, αλλά η Μάρω ανέβαινε με σταθερό βηματισμό και, όταν κάποιος σταματούσε, εκείνη τον προσπερνούσε απ' το πλάι. Γρήγορα την έχασα. Προσπαθούσα να την ακολουθήσω αλλά είχα μπλέξει ανάμεσα σε τρεις ηλικιωμένες αδερφές από τον πρώτο όροφο που είχαν απλώσει τα χέρια τους από τον τοίχο ως το κάγκελο, λες και ο φόβος είχε επηρεάσει την ευστάθειά τους. Έχασα τη Μάρω όταν ένα σπρώξιμο στην πλάτη με έκανε στην άκρη και το γομάρι του τρίτου ορόφου πέρασε μπροστά μου. Φορούσε κολλητό μπλουζάκι και φόρμα. Αναρωτήθηκα αν κοιμόταν με αυτά ή είχε αργήσει να βγει έξω επειδή έπρεπε να ντυθεί ανάλογα με την περίσταση.

Άργησα πολύ να ανέβω. Όταν έφτασα στον τελευταίο όροφο, όσοι ήταν μπροστά από μένα γυρνούσαν πίσω με τα χέρια να καλύπτουν το στόμα, αλλά χωρίς να λένε κουβέντα. Πέρασα ανάμεσά τους χρησιμοποιώντας τα χέρια σαν να κολυμπούσα κόντρα στο ρεύμα. Η πόρτα της ταράτσας ήταν ανοιχτή. Δεν ξέρω πώς, μέχρι τότε ήταν κάθε μέρα κλειδωμένη. Το γομάρι καθόταν στην πόρτα με τα χέρια ανοιχτά, όπως έκαναν νωρίτερα οι τρεις αδερφές. Στην αρχή νόμιζα για τον ίδιο λόγο με εκείνες, μετά όμως κατάλαβα ότι προσπαθούσε να αποκλείσει την πρόσβαση με τα δύο χοντρά του χέρια. Πίσω από τον σταυρό που σχημάτιζε το σώμα του υπήρχε σκοτάδι, αλλά όταν πλησίασα αρκετά είδα μια ανθρώπινη φιγούρα να κινείται αργά στην ταράτσα, τη Μάρω.

«Η γυναίκα μου» του είπα και, μόλις κατάλαβα ότι το είπα στα ελληνικά, επανέλαβα, «she's my wife», χωρίς αποτέλεσμα. Η γυναίκα στα πολωνικά είναι kobieta, moja kobieta η γυναίκα μου, αλλά δεν ήξερα αν η λέξη γυναίκα για αυτούς ήταν συνώνυμο της συζύγου. Με είχε αποκλείσει με τη βία. Χρησιμοποιούσε τα μπράτσα του, το γεγονός ότι αυτός ήταν ένας τοίχος από μυς κι εγώ ένας κανονικός άνθρωπος, για να μου απαγορεύσει την πρόσβαση στη γυναίκα μου χωρίς να μου εξηγήσει τον λόγο. Δοκίμασα να τον παραμερίσω, μια κίνηση που οποιαδήποτε άλλη στιγμή θα οδηγούσε σε παρεξήγηση και πολύ πιθανόν στον ξυλοδαρμό μου. Αλλά αυτή δεν ήταν οποιαδήποτε στιγμή. Έμεινε ακίνητος χωρίς κόπο. Με κράτησε μακριά. Συνέχισε να κοιτάζει μπροστά χωρίς να νοιάζεται για μένα, κοιτούσε την ταράτσα, τη Μάρω και αυτό που μπορούσα να διακρίνω κι εγώ τώρα που τα μάτια μου είχαν συνηθίσει το σκοτάδι: ένα ακίνητο πτώμα.

Είναι πλεονασμός να χαρακτηρίσεις ακίνητο ένα πτώμα, η ίδια η φύση του πτώματος περιλαμβάνει αξιωματικά ότι δεν θα ξανακινηθεί ποτέ. Εμένα, όμως, αυτό με εντυπωσίασε στο νεκρό σώμα που έβλεπα μπροστά μου. Ήταν ένας νέος άντρας με σκούρο δέρμα, πιθανότατα από τη δικιά μας γωνιά του κόσμου, όχι Πολωνός, ίσως Βορειοαφρικανός, αλλά αυτό που με εντυπωσίαζε στο σώμα του ήταν η βεβαιότητα ότι δεν θα ξανακουνηθεί ποτέ. Φορούσε σκούρα ρούχα, ξεχώριζε καθαρά στη λευκή ταράτσα. Μπορούσες εύκολα να νομίσεις ότι κοιμάται. Ήταν ξαπλωμένος μπρούμυτα, με τα δυο χέρια ενωμένα κάτω από το στέρνο. Από εκεί που στεκόμουν, δεν θα μπορούσα να δω αν ανέπνεε. Ήταν τόσο γαλήνιος και αρμονικός, έτσι όπως διέκοπτε την ομοιομορφία της άσπρης ταράτσας στις δύο τη νύχτα, που ήμουν σίγουρος ότι δεν θα ξανασηκωνόταν ποτέ. Αν δεν τον σηκώναμε εμείς, θα έμενε για πάντα βυθισμένος στον ύπνο του.

Η Μάρω περπατούσε αργά, είχε διανύσει μόλις τρία μέτρα από την πόρτα. Περπατούσε στις μύτες των ποδιών, σαν να φοβόταν ότι θα τάραζε τον νεκρό ή τον χώρο γύρω του αν έκανε θόρυβο. Πλησίασε το πτώμα και γονάτισε με προσοχή. Έλεγξε για σφυγμό, έσκυψε επάνω του. Κάτω από τη λεπτή μπλούζα της αποκαλύφθηκε το στενό τρίγωνο του εσώρουχου. Αναρωτήθηκα αν επιτρεπόταν να αισθανθώ ζήλια, αν έπρεπε να ξυπνήσει η ερωτική μου επιθυμία μέσα στο μακάβριο περιβάλλον, ακόμα περισσότερο αν ερεθίστηκε ο γυμνασμένος άντρας που με κρατούσε μα- κριά της. Η Μάρω δεν μετακίνησε το σώμα, ούτε πρόσφερε κάποια βοήθεια. Ήταν ξεκάθαρο ότι ο άντρας είχε πεθάνει. Γονάτισε δίπλα του και έμεινε εκεί να τον προσέχει, αδιαφορώντας για εμάς που την κοιτάζαμε από την πόρτα της ταράτσας, μέχρι που δέκα λεπτά αργότερα ήρθε η αστυνομία και μας έδιωξε όλους.

Εκείνη ήταν το επίκεντρο της βραδιάς. Μετά από λίγο μας βρήκε ένας αστυνομικός στο διαμέρισμα για να ρωτήσει λεπτομέρειες. Κούνησε το κεφάλι με συγκατάβαση όταν η Μάρω του είπε ότι μετακομίσαμε στην Πολωνία λόγω της ανεργίας στην Ελλάδα. Καθόταν στον καναπέ με τα χέρια δεμένα μπροστά και εμένα αμίλητο δίπλα της. Είχε προλάβει να φορέσει τζιν και μια ζακέτα, κι ας έκανε ζέστη στο σπίτι. Του περιέγραψε την κατάσταση του νεκρού σώματος κι εκείνος σημείωνε στο σταχτί μπλοκάκι του. Ο άντρας ήταν νεκρός όταν τον βρήκε η Μάρω στην ταράτσα, δεν υπήρχε κανένα σημάδι πυροβολισμού ή χτυπήματος σε ζωτικό όργανο. Είχε αιμορραγήσει πολύ λίγο εξωτερικά. Δεν είχε δει κανέναν να διαφεύγει από την ταράτσα.

Η πολυκατοικία παρέμεινε αναστατωμένη για δύο ώρες ακόμα, και μετά, ξαφνικά, όλος ο κόσμος έφυγε κι όλα τα φώτα έσβησαν. Το πτώμα είχε απομακρυνθεί μέσα σε μια γυαλιστερή μαύρη σακούλα. Οι γείτονες που μέχρι τότε συζητούσαν ανήσυχοι στις σκάλες μπήκαν στα σπίτια τους για να προλάβουν έστω μια ώρα ύπνου. Η Μάρω έβγαλε τη ζακέτα και το παντελόνι και έκλεισε την πόρτα του μπάνιου. Ήταν ξανά σπιτική, δική μου. Περιμένοντας να βγει, θυμήθηκα τη σιγουριά με την οποία είχε τρέξει πάνω στις σκάλες κι αργότερα καθοδήγησε τους αστυνομικούς στην ταράτσα. Άκουσα τον μπάσο ήχο από το καζανάκι και όταν άνοιξε η πόρτα την έσφιξα όσο πιο δυνατά μπορούσα στην αγκαλιά μου. «Τελείωσαν όλα, μπορείς να ηρεμήσεις» ήθελα να της πω. Το χέρι μου κατέβηκε λίγο πιο χαμηλά, η μπλούζα της είχε σηκωθεί, το μοβ εσώρουχό της ήταν μαλακό αλλά ήταν άκαιρη αυτή η κίνηση, της έδωσα ένα φιλί και ξαπλώσαμε.

altΉμουν σίγουρος ότι δεν θα κατάφερνα να κοιμηθώ εκείνη τη νύχτα. Μέχρι τότε οι ιστορίες στα πάρτι αφορούσαν πάντα χωρισμούς, σπουδαίες συναυλίες, απιστίες, μια καινούρια βιολογική μπίρα, τις ταινίες στο φεστιβάλ κινηματογράφου, αργότερα την πολιτική. Κάποτε αυτό αλλάζει. Έμαθες για τον κουνιάδο μου που αρρώστησε; Όλες οι εξετάσεις του ήταν καλές και τώρα βρίσκεται στο νοσοκομείο, του δίνουν τρεις με έξι μήνες ζωής. Και ο ξάδερφος κάποιου άλλου είναι στο νοσοκομείο επίσης. Δυο χρόνια νεότερός μου. Ο θάνατος είναι πανταχού παρών. Ένας φίλος μου πέθανε. Θα πεθάνουμε κι εμείς. Μια λεπτή γραμμή χωρίζει το πριν και το μετά. Εκείνη τη νύχτα τη διασχίσαμε. Δεν ήμασταν πια νέοι. Δεν ήμασταν ούτε γέροι, αλλά μπορούσαμε να πεθάνουμε.

Οι θάνατοι σε μια πολεμική ταινία σε ταράζουν μόνο όταν είναι πρωτότυπα βίαιοι, διαφορετικά τους ξεχνάς μέχρι να γυρίσεις σπίτι. Δεν φοβάσαι μήπως πας στον πόλεμο, δεν σε αφορούν. Αν δεις μια ταινία όπου δολοφόνος είναι ο γείτονας τσεκάρεις δυο φορές την κλειδαριά τη νύχτα, αν η ταινία αφορά συζυγική απιστία δεν θα κοιμηθείς, και ίσως κάνεις εμετό το φαγητό σου το επόμενο μεσημέρι. Το πτώμα αυτό με τάραξε με την ανεξήγητη εγγύτητά του. Σε ευθεία γραμμή δεν απείχε ούτε δέκα μέτρα από το κρεβάτι μου. Ένας νέος, νεότερος από μένα, κατά τα φαινόμενα υγιής άνδρας, πέθανε εκεί χωρίς να καταλάβει κανείς πώς και γιατί. Αφού οι αιτίες ήταν ακατανόητες, θα μπορούσα εξίσου εύκολα να είμαι εγώ στη θέση του. Μοναδικός στόχος στο σκοτεινό υπνοδωμάτιο ήταν να διατηρήσω τον πανικό μου σιωπηλό για να μην ενοχλήσω τη Μάρω, που θα έπρεπε να σηκωθεί στις έξι για να πάει στη δουλειά. Θα σηκωνόμουν μαζί της, θα συζητούσαμε δήθεν ήρεμοι πίνοντας καφέ. Έξι παρά τέταρτο με πήρε ο ύπνος απότομα, σαν θάνατος, δεν άκουσα το ξυπνητήρι της να χτυπάει, τη Μάρω να κλείνει την πόρτα, σηκώθηκα στις δέκα και δεν ήξερα αν όλα αυτά τα απίστευτα που θυμόμουν ήταν αλήθεια ή όνειρο.

Αν υπήρχε στις ειδήσεις, τότε θα ήταν αλήθεια. Άνοιξα τον υπολογιστή πριν φορέσω παντελόνι, με τον καφέ να γλιστράει και να μου καίει τα δάχτυλα των χεριών και των ποδιών. Αναγνώρισα τις λέξεις «νεκρός» και «σπίτι» στα πολωνικά σάιτ, είδα μια φωτογραφία της πολυκατοικίας μας. Άλλη μια φωτογραφία από τη λεωφόρο. Άρχισα να διαβάζω. Ο άντρας στην ταράτσα δεν ήταν το μόνο πτώμα της νύχτας, ένας ακόμα είχε βρεθεί πεντακόσια μέτρα πιο πέρα. Διάβασα τα ρεπορτάζ, οι οδηγοί που περνούσαν τον είδαν να πέφτει από τον ουρανό. Έτσι ακριβώς το περιέγραψαν. Είχε δημοσιευτεί ένα πρόχειρο βίντεο.

Ντύθηκα γρήγορα και περπάτησα ως εκεί. Είχε ήλιο αλλά τα δέντρα έμοιαζαν παγωμένα. Όλοι περπατούσαν σε μια φάση αναμονής, η ζέστη είχε τελειώσει καιρό πριν αλλά δεν είχαν φτάσει ακόμη τα αληθινά κρύα, με τα χιόνια και τις θερμοκρασίες πολύ κάτω από το μηδέν, τότε που τα χοντρά μπουφάν θα αποκτούσαν νόημα και η Πολωνία θα έδειχνε το αληθινό της πρόσωπο. Ήξερα καλά τη γωνία της φωτογραφίας, περνούσα από εκεί σχεδόν κάθε μέρα πηγαίνοντας για ψώνια. Δεν υπήρχε όμως κανένα σημάδι από το βράδυ. Η άσφαλτος ήταν καθαρή, οι οδηγοί συνέχιζαν με σταθερή ταχύτητα, χωρίς να σχολιάσουν στους επιβάτες τους «εδώ πέθανε χτες βράδυ ένας άντρας». Θυμήθηκα το βίντεο που είχα δει στον υπολογιστή. Τραβηγμένο από κινητό, νευρική κίνηση, προβολείς σταματημένων αυτοκινήτων, όλα να κοιτάζουν στην ίδια κατεύθυνση, και στη μέση του κύκλου ο νεκρός που δεν πλησίαζε κανείς, σαν να ήταν εξωγήινος.

Όταν γύρισα σπίτι, το έβαλα να παίζει σε λούπα. Τριάντα εννιά δευτερόλεπτα με φωνές στα πολωνικά, που τελειώνουν όταν ο ήχος από τις σειρήνες πλησιάζει τόσο που η κοκκινομπλέ δέσμη του φάρου αντανακλά στα ρούχα των συγκεντρωμένων. Ο νεκρός άντρας δείχνει μικροσκοπικός. Το βίντεο είναι τραβηγμένο σε υψηλή ευκρίνεια, αν ο φωτισμός ήταν λίγο καλύτερος δεν θα ήταν τόσο τρομακτικό, θα έμοιαζε σκηνοθετημένο. Φοράει ένα σκούρο πράσινο παντελόνι και ένα κόκκινο πόλο μπλουζάκι. Είναι γυρισμένος στο πλάι, η λήψη διακόπτεται πριν φανεί το πρόσωπό του, μπορώ να δω μόνο τα πυκνά γκρίζα μαλλιά του.

Όση ώρα επαναλαμβανόταν το βίντεο, εγώ έψαχνα αναδημοσιεύσεις σε άλλες χώρες. Όταν ξαναγύρισα στο πολωνικό σάιτ, είδα έναν νέο σύνδεσμο. Τέσσερα λεπτά πριν: «Δυο άνθρωποι έπεσαν από αεροπλάνο στο Γκντανσκ». Κλίκαρα γρήγορα πάνω. Το άρθρο συνοδευόταν από τη στοκ φωτογραφία ενός 737 να προσγειώνεται. Το κείμενο μετέφερε πληροφορίες από την αστυνομία. Οι δυο άντρες είχαν επιβιβαστεί λαθραία σε κάποια πτήση για το Γκντανσκ, κρυμμένοι στους τροχούς. Πάγωσαν από τον ψυχρό αέρα στα δέκα χιλιάδες μέτρα και, όταν άνοιξε το σύστημα προσγείωσης, έπεσαν στο έδαφος, ήδη νεκροί από ώρα.

Βρήκα μια άλλη είδηση σε αγγλική εφημερίδα. Δυο Αφρικανοί που είχαν βρεθεί νεκροί στο Λονδίνο λίγους μήνες νωρίτερα. Είχαν φύγει από τη Νιγηρία. Η μια σελίδα με οδήγησε στην επόμενη. Οι πιθανότητες επιβίωσης στους τροχούς του αεροπλάνου είναι μηδενικές, αν γλιτώσεις από το ψύχος θα πεθάνεις από την έλλειψη οξυγόνου. Η βεβαιότητα αποτυχίας του σχεδίου ακουγόταν σαν περιττή λεπτομέρεια σε αυτούς που έπρεπε πάση θυσία να φύγουν από μια χώρα όπου ο θάνατός τους θα ήταν εξίσου βέβαιος. Σιγά σιγά η είδηση έφυγε από τη λίστα με τα τελευταία νέα. Οι δύο περίεργοι θάνατοι είχαν κάνει τον κύκλο τους.

Είδα το βίντεο ξανά στις μεσημεριανές ειδήσεις, πριν γυρίσει η Μάρω. Δεν μπορούσα να προλάβω τη φωνή της δημοσιογράφου, έπιανα σκόρπιες λέξεις που δεν συγκροτούσαν νόημα. Όταν όμως έπαιξε πέμπτη φορά το βίντεο, και αυτή τη φορά μεγέθυναν την εικόνα ζουμάροντας στα πόδια του πτώματος, κατάλαβα πού προσπαθούσαν να εστιάσουν. Οι γυμνές γάμπες φαίνονταν λευκές στο σκοτάδι. Άσπρες σαν γάλα, όπως το σώμα των ανδρών στην Πολωνία και στις βόρειες χώρες. Η παρουσιάστρια στο στούντιο μιλούσε γουρλώνοντας τα μάτια σε κάθε τρίτη λέξη. Ήταν μελαχρινή με όμορφα μάτια, σε βοηθούσε να νιώσεις ασφάλεια ανεξάρτητα από το φύλο σου, αν ήσουν άντρας υποσχόταν μια ζωή ευτυχισμένη, αν ήσουν γυναίκα ήξερες ότι δεν θα σε προδώσει. Τώρα πετούσε κοφτές τις λέξεις, για να τονίσει ότι όλοι οι τηλεθεατές βρίσκονταν σε κίνδυνο. Από το αεροπλάνο είχε πέσει ένας άγνωστος, λευκός άνδρας. Ήταν θλιβερό που πέθανε ο Αφρικανός, είναι θλιβερό όταν πεθαίνει οποιοσδήποτε άνθρωπος, αλλά όλοι ξέρουν πως αν είσαι Αφρικανός είναι πολύ πιο πιθανό να πεθάνεις νέος και με φριχτό τρόπο. Στη λεωφόρο, όμως, είχαν βρει έναν ηλικιωμένο λευκό που δεν είχε κανέναν λόγο να μπει λαθραία σε ένα αεροπλάνο. Θα μπορούσε να είναι οποιοσδήποτε από εμάς.

Και κάπως έτσι άρχισε.


* Τι έγινε;

ΣΧΕΤΙΚΑ ΑΡΘΡΑ
Ιερώνυμος Λύκαρης: «Η εκδίκηση του Ναζωραίου»

Ιερώνυμος Λύκαρης: «Η εκδίκηση του Ναζωραίου»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το μυθιστόρημα του Ιερώνυμου Λύκαρη «Η εκδίκηση του Ναζωραίου», που κυκλοφορεί στις 2 Δεκεμβρίου από τις εκδόσεις Καστανιώτη.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός...

Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Διονύσης Μαρίνος: «Ποτέ πια εμείς»

Προδημοσίευση τριών ποιημάτων του Διονύση Μαρίνου από την ποιητική του συλλογή «Ποτέ πια εμείς», που κυκλοφορεί σε λίγες μέρες από τις εκδόσεις Μελάνι.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

π...

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: «Σε ποιον ανήκει η κόλαση»

Κωνσταντίνος Τζαμιώτης: «Σε ποιον ανήκει η κόλαση»

Προδημοσίευση αποσπάσματος από το βιβλίο του Κωνσταντίνου Τζαμιώτη «Σε ποιον ανήκει η κόλαση», που κυκλοφορεί στις 14 Νοεμβρίου από τις εκδόσεις Μεταίχμιο.

Επιμέλεια: Κώστας Αγοραστός

...
Διαφήμιση
ΠΡΟΣΦΑΤΑ ΑΡΘΡΑ
Σε χάρτινο ποτήρι

Σε χάρτινο ποτήρι

Της Μαρίας Ιωαννίδου

Όταν κοιμάσαι μες τη πόλη, ακούς πολλά, διάφορα. Κοιμάσαι μέσα στο στομάχι της κι ακούς αυτά που καταπίνει, άλλα τα χωνεύει και άλλα όχι. Ό,τι δεν αντιλαμβάνονται όποιοι έρχοντα...

Ο James Davidson στην Αθήνα για το βιβλίο του «Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως»

Ο James Davidson στην Αθήνα για το βιβλίο του «Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως»

Τη Δευτέρα 9 Δεκεμβρίου, στις 19:30, στο Μουσείο Ηρακλειδών στο Θησείο, ο James Davidson θα δώσει το «παρών» στην παρουσίαση του βιβλίου του «Οι Έλληνες και ο ελληνικός έρως» (μτφρ. Λύο Καλοβυρνάς, εκδ. Αλεξάνδρεια).

...

Για το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα στην Πάτρα

Για το φοιτητικό αντιδικτατορικό κίνημα στην Πάτρα

Μερικά σχόλια για το βιβλίο του Κωστή Κορνέτη «Τα παιδιά της δικτατορίας» (μτφρ. Πελαγία Μαρκέτου, εκδ. Πόλις).

Του Δημήτρη Κ. Βεργίδη

Ο Κορνέτης, στο π...

Διαφήμιση

ΨΗΦΟΦΟΡΙΑ

 

Ποια θεματική θα θέλατε να διαβάζετε συχνότερα;





ΒΡΕΙΤΕ ΜΑΣ ΚΙ ΕΔΩ

 

Network Social  RSS Facebook Twitter Youtube